Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προδικαστικά ερωτήματα * Παραδεκτό * Συνοπτική διατύπωση της διατάξεως περί παραπομπής που εμφαίνει όμως τις αμφιβολίες του εθνικού δικαστηρίου όσον αφορά το κύρος κανονισμού * Νομικό και πραγματικό πλαίσιο ήδη γνωστό λόγω προηγούμενης προδικαστικής παραπομπής * Ερώτημα στο οποίο μπορεί να δοθεί απάντηση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
2. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Σκοποί * Εξισορρόπηση * Εξουσία εκτιμήσεως των οργάνων * Σταθεροποίηση της αγοράς ακατεργάστου καπνού * Καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων * Νομιμότητα
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 39 κανονισμός 1114/88 του Συμβουλίου)
3. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Ακατέργαστος καπνός * Καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων * Εκτίμηση βάσει της αρχής της αναλογικότητας * Δικαστικός έλεγχος περιοριζόμενος από τη διακριτική ευχέρεια του κοινοτικού νομοθέτη στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής * Δεν ασκεί επιρροή η εκ των υστέρων διαπιστωθείσα σχετική ανεπάρκεια των θεσπισθέντων μέτρων * Νομιμότητα ελλείψει πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως εν όψει του επιδιωκομένου σκοπού
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 39 PAR 2, στοιχ. β', και 40 έως 43 κανονισμός 1114/88 του Συμβουλίου)
4. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών * Καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων για το σύνολο της κοινοτικής αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού * Μείωση της ενισχύσεως παραγωγής σε περίπτωση υπερβάσεως * Εφαρμογή της μειώσεως στο σύνολο των παραγωγών ανεξαρτήτως της συμβολής τους στην υπέρβαση * Δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 40 PAR 3, εδ. 2 κανονισμός 1114/88 του Συμβουλίου)
5. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης * Όρια * Τροποποίηση της σχετικής με την κοινή οργάνωση αγορών ρυθμίσεως * Εξουσία εκτιμήσεως των οργάνων
6. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Ακατέργαστος καπνός * Καθεστώς των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων * Καθορισμός για συγκεκριμένη συγκομιδή * Καθορισμός χωρήσας εγκαίρως σε σχέση με το ημερολόγιο καλλιεργείας * Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης * Παραβίαση * Δεν υφίσταται
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1331/90 και 1738/91)
Περίληψη
1. Άπαξ η διάταξη περί παραπομπής εμφαίνει σαφώς τις αμφιβολίες του εθνικού δικαστηρίου όσον αφορά το κύρος κανονισμού και εντάσσεται σε νομικό και πραγματικό πλαίσιο ήδη ευρέως γνωστό λόγω προηγουμένης προδικαστικής παραπομπής του ιδίου δικαστηρίου και αφορώσας τον ίδιο παραγωγό, ο συνοπτικός χαρακτήρας της δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στέρησε τους ενδιαφερομένους, και ιδίως το όργανο το οποίο εξέδωσε τον επίμαχο κανονισμό, της δυνατότητας να υποβάλουν λυσιτελείς παρατηρήσεις προκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Επομένως, η κήρυξη απαραδέκτου θα ήταν ασυμβίβαστη προς το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να πρυτανεύει στην προδικαστική παραπομπή.
2. Κατά την επιδίωξη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής που διατυπώνονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης, τα κοινοτικά όργανα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνεχή εξισορρόπηση που ενδέχεται να απαιτούν ενδεχόμενες αντιφάσεις μεταξύ των σκοπών αυτών θεωρουμένων μεμονωμένως και, ενδεχομένως, να δίνουν σε κάποιον από αυτούς προσωρινά την προτεραιότητα που επιβάλλουν τα πραγματικά περιστατικά ή οι οικονομικές συνθήκες εν όψει των οποίων εκδίδουν τις αποφάσεις τους. Η εξισορρόπηση αυτή δεν πρέπει να επιτρέπει την απομόνωση ενός από τους σκοπούς αυτούς σε σημείο ώστε να καθίσταται αδύνατη η πραγματοποίηση άλλων σκοπών.
Επομένως, ο κανονισμός 1114/88, που τροποποιεί τον κανονισμό 727/70, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστος προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής. Πράγματι, αφενός, με την εισαγωγή του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων που αποσκοπούν στη σταθεροποίηση της χαρακτηριζόμενης από υπερπαραγωγή αγοράς του ακατέργαστου καπνού, επιδιώκει τον έναν από τους σκοπούς αυτούς και, αφετέρου, με το να ευνοεί έναν άλλο από τους σκοπούς αυτούς, τη διασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου για τους παραγωγούς και μεταποιητές καπνού, ιδίως με την αύξηση του ατομικού τους εισοδήματος, θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο να καταστήσει αδύνατη την αναγκαία σταθεροποίηση αγοράς που χαρακτηρίζεται από υπερπαραγωγή.
3. Ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διακριτική ευχέρεια την οποία διαθέτει ο νομοθέτης αυτός στον εν λόγω τομέα, η οποία αντιστοιχεί προς τις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 40 έως 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, μόνον ο προδήλως ακατάλληλος χαρακτήρας θεσπιζομένου μέτρου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου, διευκρινιζομένου ότι, καθόσον η ισχύς κοινοτικής πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις αφορώσες τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της, οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει, καίτοι τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι καταφανώς εσφαλμένη εν όψει των στοιχείων που ο νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οικείας ρυθμίσεως.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως προκειμένου περί της εκ μέρους του Συμβουλίου εισαγωγής στον τομέα του ακατέργαστου καπνού, με τον κανονισμό 1114/88, καθεστώτος μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων, η υπέρβαση των οποίων συνοδευόταν από μείωση μέχρις ορισμένου ορίου της τιμής παρεμβάσεως, εφαρμοστέα σε όλους τους παραγωγούς, η οποία αποδείχθηκε ανεπαρκώς αποτελεσματική και αντικαταστάθηκε μεταγενέστερα από καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων στο πλαίσιο του οποίου κάθε παραγωγός που υπερβαίνει την ποσόστωσή του δεν λαμβάνει πλέον καμία ενίσχυση για το τμήμα της παραγωγής το οποίο υπερβαίνει την ποσόστωση. Επιλέγοντας, καταρχάς, μέτρο το οποίο, χωρίς να είναι προδήλως ακατάλληλο για τον επιδιωκόμενο σκοπό, δεν του φαινόταν υπερβολικά αναγκαστικό, το Συμβούλιο τήρησε συγχρόνως την αρχή της αναλογικότητος και ενήργησε σύμφωνα με την ανάγκη βαθμιαίας εφαρμογής των καταλλήλων προσαρμογών που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο β', της Συνθήκης.
4. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν απαγορεύει κοινοτική ρύθμιση, όπως η θεσπισθείσα στον τομέα του ακατέργαστου καπνού με τον κανονισμό 1114/88, που περιλαμβάνει σύστημα ορίων εγγυήσεως για το σύνολο της κοινοτικής αγοράς το οποίο είχε ως συνέπεια περιορισμό της ενισχύσεως της παραγωγής των επιχειρηματιών όλων των κρατών μελών, ακόμη και αν η υπέρβαση των ορίων αυτών δεν οφειλόταν σε αύξηση της παραγωγής σε όλα αυτά τα κράτη. Πράγματι, στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγορών που δεν προβλέπει σύστημα εθνικών ποσοστώσεων, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως.
5. Μολονότι η τήρηση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες προς διατήρηση υφισταμένης καταστάσεως η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα και τούτο ιδίως σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις αγορών, ο σκοπός των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως. Επομένως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη κεκτημένου δικαιώματος προς διατήρηση ενός πλεονεκτήματος που απορρέει γι' αυτούς από τη θέσπιση της κοινής οργανώσεως αγορών και του οποίου έτυχαν σε δεδομένη στιγμή. Κατά συνέπεια, ενδεχόμενη μείωση του εισοδήματός τους δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
6. Το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων που ισχύει στον τομέα του ακατέργαστου καπνού, η μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για τη συγκομιδή 1991 της ποικιλίας Burley I είχε ήδη καθοριστεί με τον κανονισμό 1738/91, που δημοσιεύθηκε σε ημερομηνία κατά την οποία οι παραγωγοί είχαν ήδη επιλέξει την καλλιέργεια, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι ο εν λόγω κανονισμός δεν τροποποίησε, όσον αφορά την επίμαχη ποικιλία, τη μέγιστη εγγυημένη ποσότητα που είχε καθορίσει προηγουμένως και εγκαίρως σε σχέση με το ημερολόγιο καλλιεργείας, για το ίδιο έτος ο κανονισμός 1331/90.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-133/93, C-300/93 και C-362/93,
που έχoυν ως αντικείμενο αιτήσεις της Pretura circondariale di Perugia (Ιταλία) στην υπόθεση C-133/93, και της Pretura circondariale di Caserta (Ιταλία) στις υποθέσεις C-300/93 και C-362/93, αντιστοίχως, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων μεταξύ
Antonio Crispoltoni
και
Fattoria Autonoma Tabacchi,
και μεταξύ
Giuseppe Natale
και
Donatab Srl,
και μεταξύ
Antonio Pontillo
και
Donatab Srl,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, στην υπόθεση C-133/93, ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1114/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 85), και των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογήν του, και, στις υποθέσεις C-300/93 και C-362/93, ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1738/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991, για τον καθορισμό, για τη συγκομιδή 1991, των τιμών στόχου, των τιμών παρέμβασης και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρέμβασης του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς, των ζωνών παραγωγής και των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1331/90 (ΕΕ L 163, σ. 13), και των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογήν του,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
στην υπόθεση C-133/93:
* ο Antonio Crispoltoni, εκπροσωπούμενος από τους Emilio Cappelli, Paolo de Caterini, δικηγόρους Ρώμης, και Fabio Nisi, δικηγόρο Perugia,
* η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και τη Φωτεινή Δεδούση, δικαστικό αντιπρόσωπο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους,
* το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους Bernhard Schloh και Tito Gallas, νομικούς συμβούλους,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Alexandre Carnelutti, δικηγόρο Παρισιού,
στην υπόθεση C-300/93:
* ο Giuseppe Natale, εκπροσωπούμενος από τους Emilio Cappelli και Paolo de Caterini,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο και τη Χριστίνα Σιταρά, δικαστικό αντιπρόσωπο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους,
* το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους Bernhard Schloh και Tito Gallas,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Eugenio de March,
στην υπόθεση C-362/93:
* ο Antonio Pontillo, εκπροσωπούμενος από τους Emilio Cappelli και Paolo de Caterini,
* το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους Bernhard Schloh και Tito Gallas,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Eugenio de March,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Antonio Crispoltoni, Giuseppe Natale και Antonio Pontillo, εκπροσωπουμένων από τον Emilio Cappelli, δικηγόρο, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, του Συμβουλίου, εκπροσωπουμένου από τον Bernhard Schloh και τον Tito Gallas, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Eugenio de March, επικουρούμενο από τον Alexandre Carnelutti, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαΐου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 18ης Μαρτίου 1993, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Μαρτίου 1993 (υπόθεση C-133/93), η Pretura circondariale di Perugia (Iταλία) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1114/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 85), και των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογήν του.
2 Με Διατάξεις της 28ης Απριλίου 1993 και της 14ης Μαρτίου 1993, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 28 Μαΐου 1993 (υπόθεση C-300/93) και στις 22 Ιουλίου 1993 (υπόθεση C-362/93), αντιστοίχως, η Pretura circondariale di Caserta (Ιταλία) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1738/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991, για τον καθορισμό, για τη συγκομιδή 1991, των τιμών στόχου, των τιμών παρέμβασης και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρέμβασης του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς, των ζωνών παραγωγής και των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1331/90 (ΕΕ L 163, σ. 13), και των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογήν του.
3 Οι διαφορές της κυρίας δίκης αφορούν την επιστροφή * κατόπιν της εκ μέρους της Επιτροπής διαπιστώσεως υπερβάσεως, όσον αφορά τη συγκομιδή 1991, της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας (στο εξής: ΜΕΠ) για τον καπνό σε φύλλα της ποικιλίας Bright (υπόθεση C-133/93) και της ποικιλίας Burley I (υποθέσεις C-300/93 και C-362/93) * μέρους της πριμοδοτήσεως που καταβλήθηκε προκαταβολικά στους προσφεύγοντες της κυρίας δίκης σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 727/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 85).
4 Ο κανονισμός 727/70 προέβλεπε καθεστώς στηρίξεως βασιζόμενο σε τιμές στόχου και παρεμβάσεως, που καθορίζονταν ετησίως από το Συμβούλιο για τον καπνό σε φύλλα της Κοινότητας για τη συγκομιδή του επομένου ημερολογιακού έτους. Οι παραγωγοί μπορούσαν να πωλούν την παραγωγή τους είτε στους οργανισμούς παρεμβάσεως, οι οποίοι υποχρεούνταν να αγοράζουν στην τιμή παρεμβάσεως, είτε στην αγορά.
5 Προκειμένου να παρακινηθούν οι χρήστες να αγοράζουν απευθείας από παραγωγούς σε τιμή παραγωγής όσο το δυνατόν πλησιέστερη προς την τιμή στόχου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού όριζε ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, χορηγείται πριμοδότηση σε όσους που αγοράζουν καπνό σε φύλλα απευθείας από τους παραγωγούς της Κοινότητας και υποβάλλουν το αγορασθέν προϊόν στις εργασίες της πρώτης επεξεργασίας και συσκευασίας. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, επεξέτεινε την πριμοδότηση στους παραγωγούς οι οποίοι υποβάλλουν τον δικό τους καπνό σε φύλλα στις εργασίες της πρώτης εμπορικής επεξεργασίας και συσκευασίας.
6 Προκειμένου να περιοριστεί οποιαδήποτε αύξηση της καπνοπαραγωγής στην Κοινότητα και να αποθαρρυνθεί ταυτοχρόνως η παραγωγή ποικιλιών, η απορρόφηση των οποίων είναι προβληματική, με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 1114/88 προστέθηκε στο άρθρο 4 του κανονισμού 727/70 μια πέμπτη παράγραφος η οποία ορίζει τα εξής:
"5. Κάθε χρόνο το Συμβούλιο καθορίζει, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης για καθεμία από τις ποικιλίες ή ομάδες ποικιλιών καπνού της κοινοτικής παραγωγής για τις οποίες καθορίζονται οι τιμές και οι πριμοδοτήσεις, μια μέγιστη εγγυημένη ποσότητα, συναρτήσει ιδίως των συνθηκών της αγοράς και των κοινωνικοοικονομικών και γεωργικών συνθηκών των συγκεκριμένων περιφερειών. Η ολική μέγιστη ποσότητα για την Κοινότητα καθορίζεται για καθεμία από τις συγκομιδές 1988, 1989 και 1990 σε 385 000 τόνους καπνού σε φύλλα.
Με την επιφύλαξη των άρθρων 12α και 13, για κάθε υπέρβαση κατά 1 % της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας για μια ποικιλία ή για μια ομάδα ποικιλιών, αντιστοιχεί μια μείωση κατά 1 % των τιμών παρέμβασης καθώς και των σχετικών πριμοδοτήσεων. 'Ενας διορθωτικός συντελεστής, αντίστοιχος της μείωσης της πριμοδότησης, εφαρμόζεται στην τιμή στόχου της εν λόγω συγκομιδής.
Οι μειώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο δεν υπερβαίνουν το 5 % για τη συγκομιδή 1988 και το 15 % για τις συγκομιδές 1989 και 1990.
(...)"
7 Κατά το προπαρατεθέν πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5, όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1329/90 του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1990, ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ 1990, L 132, σ. 25),
"Κάθε χρόνο το Συμβούλιο καθορίζει, για τη συγκομιδή του επομένου έτους, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, για καθεμία από τις ποικιλίες ή ομάδες ποικιλιών καπνού της κοινοτικής παραγωγής για τις οποίες καθορίζονται οι τιμές και οι πριμοδοτήσεις, μια μέγιστη εγγυημένη ποσότητα, συναρτήσει ιδίως των συνθηκών της αγοράς και των κοινωνικοοικονομικών και γεωργικών συνθηκών των συγκεκριμένων περιφερειών. Το Συμβούλιο καθορίζει τις μέγιστες αυτές εγγυημένες ποσότητες για την συγκομιδή 1990 ταυτόχρονα με τη συγκομιδή 1989. Η συνολική μέγιστη εγγυημένη ποσότητα για την Κοινότητα καθορίζεται για κάθε μία από τις συγκομιδές των ετών 1988 έως 1993 σε 385 000 τόνους καπνού σε φύλλα."
8 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2075/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ L 215, σ. 70), τροποποίησε ουσιωδώς το κοινοτικό σύστημα που ίσχυε μέχρι τότε στην αγορά αυτή και με το άρθρο 9 αντικατέστηκε το καθεστώς των ΜΕΠ με καθεστώς ποσοστώσεων μεταποιήσεως τις οποίες πρέπει να κατανείμουν τα κράτη μέλη, προσωρινώς για τις συγκομιδές 1993 και 1994, μεταξύ των επιχειρήσεων πρώτης μεταποιήσεως ή, εφόσον διαθέτουν τα αναγκαία στοιχεία, απευθείας μεταξύ των παραγωγών.
Υπόθεση C-133/93
9 Ο Crispoltoni, καπνοπαραγωγός στο Lerchi (επαρχία Perugia), είχε παραδώσει ορισμένη ποσότητα καπνού σε φύλλα της ποικιλίας Bright της συγκομιδής 1991, στη Fattoria Autonoma Tabacchi di Citta di Castello (ένωση των παραγωγών της οποίας είναι μέλος και η οποία αναλαμβάνει τις εργασίες της πρώτης μεταποιήσεως και συσκευασίας του καπνού σε φύλλα, στο εξής: Fattoria).
10 Στη συνέχεια, η Fattoria ζήτησε την επιστροφή του ποσού που αντιστοιχεί στην κατά 15 % μείωση των πριμοδοτήσεων που είχαν καταβληθεί στον Crispoltoni κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 727/70, αφού η Επιτροπή διαπίστωσε την υπέρβαση της ΜΕΠ της επίμαχης ποικιλίας για τη συγκομιδή 1991, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2178/92 της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1992, περί καθορισμού, για τον καπνό της συγκομιδής 1991, της πραγματικής παραγωγής καθώς και των τιμών και πριμοδοτήσεων που πληρώνονται κατ' εφαρμογήν του καθεστώτος των μεγίστων εγγυημένων ποσοτήτων (ΕΕ L 217, σ. 75).
11 Ενώπιον της Pretura circondariale di Perugia, ο Crispoltoni αμφισβητεί το βάσιμο του αιτήματος αυτού επικαλούμενος την ακυρότητα του κανονισμού 1114/88.
12 Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, καίτοι το πνεύμα του καθεστώτος των ΜΕΠ συνίσταται στον περιορισμό των οικονομικών βαρών που απορρέουν από τα μέτρα παρεμβάσεως με περιορισμό της καπνοπαραγωγής, το καθεστώς αυτό, όπως διαμορφώνεται εν προκειμένω, έχει ωστόσο ως συνέπεια να θίγει καταστάσεις οι οποίες αξίζουν νομικής προστασίας στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, ήτοι την κατάσταση των εν λόγω επιχειρηματιών οι οποίοι δεν ευθύνονται για το πλεόνασμα της παραγωγής καπνού. Μόνον ο καθορισμός ατομικών ποσοστώσεων μπορεί να περιαγάγει σε δυσμενή θέση αποκλειστικώς αυτούς οι οποίοι ευθύνονται για την υπερπαραγωγή.
13 Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας υπό τη μορφή καταχρήσεως εξουσίας, καθόσον το καθεστώς των ΜΕΠ δεν είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Pretura circondariale di Perugia αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να ζητήσει από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς το κύρος του κανονισμού 1114/88 και των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογήν του.
Επί του παραδεκτού
15 Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι η Διάταξη περί παραπομπής ουδόλως διευκρινίζει το έτος της επίμαχης συγκομιδής στη διαφορά της κύριας δίκης ούτε περί ποιας ποικιλίας καπνού πρόκειται ούτε ακόμη εάν η διαφορά αφορά τη χορήγηση πριμοδοτήσεως ή όχι.
16 Το Συμβούλιο εκτιμά ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως ως προς το προδικαστικό ερώτημα, εφόσον το αιτούν δικαστήριο παρέλειψε να παράσχει οποιοδήποτε στοιχείο για το πραγματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, παραβαίνοντας την υποχρέωση συνεργασίας με το Δικαστήριο, η οποία αποτελεί τη βάση της διαδικασίας που καθιερώνεται με το άρθρο 177 της Συνθήκης.
17 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
18 Αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι η Διάταξη περί παραπομπής εμφαίνει σαφώς τις αμφιβολίες του εθνικού δικαστηρίου όσον αφορά το κύρος του κανονισμού 1114/88 και ότι εντάσσεται σε νομικό και πραγματικό πλαίσιο ήδη ευρέως γνωστό λόγω προηγουμένης προδικαστικής παραπομπής (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni, Συλλογή 1991, σ. Ι-3695) του ίδιου δικαστηρίου αφορώσα τον ίδιο παραγωγό.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, η συνοπτική διατύπωση της Διατάξεως περί παραπομπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στέρησε τους ενδιαφερομένους και ιδίως το Συμβούλιο της δυνατότητας να υποβάλουν λυσιτελείς παρατηρήσεις προκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
20 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η κήρυξη απαραδέκτου, την οποία τίποτε δεν δικαιολογεί εν προκειμένω, θα ήταν ασυμβίβαστη προς το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να πρυτανεύει στην προδικαστική παραπομπή.
Επί της ουσίας
21 Ο Crispoltoni υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 1114/88 (στο εξής: κανονισμός) είναι ανίσχυρος για τον λόγο ότι εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας. Η Ελληνική Κυβέρνηση συμμερίζεται την άποψη αυτή και φρονεί εξάλλου ότι ο κανονισμός συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ο κανονισμός αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας.
22 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν το βάσιμο των ισχυρισμών αυτών.
Α * Ως προς την προβαλλόμενη κατάχρηση εξουσίας
23 Ο Crispoltoni υποστηρίζει εκ προοιμίου ότι δύο κυρίως περιπτώσεις μπορεί να συνιστούν κατάχρηση εξουσίας, ήτοι η επιδίωξη σκοπού άλλου και όχι αυτού τον οποίο έπρεπε νομίμως να επιδιώκει ο εκδώσας το επίδικο μέτρο και, πράγμα το οποίο συμβαίνει εν προκειμένω, η πρόδηλη ανεπάρκεια του μέτρου για τον επιδιωκόμενο σκοπό.
24 Παρατηρεί συναφώς ότι δεν επικρίνει τον στόχο περιορισμού της καπνοπαραγωγής ούτε τον μηχανισμό μειώσεως των τιμών σε περίπτωση υπερβάσεως των ΜΕΠ, αλλά την έλλειψη πληρότητας του συστήματος, καθόσον δεν προβλέπει τον καθορισμό ατομικών ποσοστώσεων παραγωγής. Πράγματι, η υπέρβαση των ΜΕΠ συνεπάγεται κύρωση * μείωση των τιμών και των πριμοδοτήσεων * η οποία θίγει όλους τους παραγωγούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι οποίοι δεν αύξησαν την παραγωγή τους, και σημειώνεται σε χρόνο κατά τον οποίο έχουν γίνει οι επιλογές της παραγωγής.
25 Ο Crispoltoni προσθέτει ότι η πρόσφατη τροποποίηση του καθεστώτος στον τομέα του καπνού με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 2075/92 προέβλεψε ακριβώς σύστημα ατομικών ποσοστώσεων.
26 Η Ελληνική Κυβέρνηση φρονεί επίσης ότι η προσβαλλομένη ρύθμιση πάσχει πλημμέλειες τις οποίες χαρακτηρίζει ως κατάχρηση εξουσίας. Συναφώς, παρατηρεί ότι η επιδίωξη των στόχων που καθορίζει ο κανονισμός, ήτοι ο περιορισμός της αυξήσεως της παραγωγής καπνού και ο προσανατολισμός της προς ποικιλίες που δεν παρουσιάζουν πρόβλημα απορροφήσεως, δεν μπορεί να γίνεται, όπως εν προκειμένω, εις βάρος του θεμελιώδους σκοπού της κοινής γεωργικής πολιτικής, που διατυπώνεται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο β', της Συνθήκης, ήτοι της εξασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία, και της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνεται με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
27 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια πράξη εκδίδεται κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλο εκτός του υπ' αυτής αναφερομένου ή την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των οικείων περιστάσεων (βλ. ιδίως την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa, Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 24).
28 Κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, το καθεστώς των ΜΕΠ αποσκοπεί στον περιορισμό κάθε αυξήσεως της καπνοπαραγωγής της Κοινότητας και στην αποθάρρυνση της παραγωγής των ποικιλιών των οποίων η διάθεση παρουσιάζει δυσκολίες. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη προσθέτει ότι με τον κανονισμό επιδιώκεται να εφαρμοστεί πολιτική προσανατολισμού προς τις πλέον ζητούμενες ποιότητες και να ληφθούν υπόψη οι κοινωνικοοικονομικές περιφερειακές ιδιαιτερότητες της καπνοπαραγωγής.
29 Δεν προβλήθηκε όμως ο ισχυρισμός ότι το καθεστώς των ΜΕΠ αποσκοπούσε στην επίτευξη διαφορετικών σκοπών από εκείνους για τους οποίους εκδόθηκε από το Συμβούλιο και οι οποίοι εκτίθενται στο προοίμιο του κανονισμού.
30 'Οσον αφορά την άποψη που υποστηρίζει η Ελληνική Κυβέρνηση, ότι ο κανονισμός δεν συμβιβάζεται προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής που εκτίθενται στο άρθρο 39 της Συνθήκης, δεν είναι βάσιμη.
31 Τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν πράγματι ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής, λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών που τους αναθέτει η Συνθήκη (βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψη 32).
32 Κατά την επιδίωξη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής που διατυπώνονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης, τα κοινοτικά όργανα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνεχή εξομάλυνση που ενδέχεται να απαιτούν ενδεχόμενες αντιφάσεις μεταξύ των σκοπών αυτών θεωρουμένων μεμονωμένως και, ενδεχομένως, να δίνουν σε κάποιον από αυτούς προσωρινά την προτεραιότητα που επιβάλλουν τα πραγματικά περιστατικά ή οι οικονομικές συνθήκες ενόψει των οποίων εκδίδουν τις αποφάσεις τους (βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, 5/73, Balkan, Συλλογή τόμος 1972/1973, σ. 671, σκέψη 24). Η εξισορρόπηση αυτή δεν πρέπει να επιτρέπει την απομόνωση ενός από τους σκοπούς αυτούς σε σημείο ώστε να καθίσταται αδύνατη η πραγματοποίηση άλλων σκοπών, βλ. ιδίως την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 197/80, 198/80, 199/80, 200/80, 243/80, 245/80 και 247/80, Συλλογή 1981, σ. 3211 σκέψη 41).
33 'Οπως προκύπτει όμως από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η εισαγωγή του καθεστώτος των ΜΕΠ αποσκοπούσε, σύμφωνα με έναν από τους σκοπούς της κοινής αγροτικής πολιτικής που διατυπώνονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης, στη σταθεροποίηση της αγοράς του ακατεργάστου καπνού που χαρακτηρίζεται από υπερπαραγωγή.
34 Επιπροσθέτως, μόνη η επιδίωξη του σκοπού διασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου στους παραγωγούς και μεταποιητές ακατεργάστου καπνού, ιδίως με την αύξηση του ατομικού τους εισοδήματος, περικλείει σοβαρό κίνδυνο να καταστήσει αδύνατη, εντός μιας αγοράς που χαρακτηρίζεται από υπερπαραγωγή, την επίτευξη του προπαρατεθέντος σκοπού ο οποίος συνίσταται στη σταθεροποίηση της επίμαχης αγοράς.
35 'Οσον αφορά την επιχειρηματολογία του Crispoltoni, λαμβάνει ως βάση την υπόθεση ότι η κατάχρηση εξουσίας μπορεί να συνίσταται στην πρόδηλη ανεπάρκεια ενός μέτρου για τον επιδιωκόμενο σκοπό, στοιχείο που θα εξεταστεί κατωτέρω.
36 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η προβαλλόμενη κατάχρηση εξουσίας δεν αποδεικνύεται.
Β * Ως προς την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
37 Ο Crispoltoni και η Ιταλική Κυβέρνηση φρονούν ότι το καθεστώς των ΜΕΠ είναι ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, πράγμα που επιβεβαιώνεται άλλωστε από την τροποποίηση που επέφερε ο προαναφερθείς κανονισμός 2075/92.
38 Ισχυρίζονται συναφώς ότι το καθεστώς που εισήγαγε ο κανονισμός δεν εξασφάλισε στην πραγματικότητα την τήρηση της ΜΕΠ για καμία συγκομιδή και ότι στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2075/92 αναφέρεται άλλωστε ρητώς ότι, "για να διασφαλιστεί η τήρηση των κατωφλίων εγγυήσεως", είναι αναγκαίο να θεσπιστεί καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων.
39 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η επίδικη κοινοτική ρύθμιση κατέστησε δυνατή τη γενική και κατ' αποκοπή μείωση της πριμοδοτήσεως για όλους τους δικαιούχους, ανεξαρτήτως της ατομικής συμπεριφοράς τους, άψογης ενδεχομένως, και επομένως και για τους παραγωγούς οι οποίοι δεν αύξησαν την παραγωγή τους σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Το καθεστώς αυτό, το οποίο έχει ως συνέπεια κάποια απώλεια ευθύνης για τους παραγωγούς και μεταποιητές, αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας.
40 Πριν εκτιμηθεί το βάσιμο των χαρακτηρισμών αυτών, πρέπει να υπομνησθούν ορισμένες αρχές που απορρέουν από τη νομολογία.
41 Δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και του αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που νομίμως επιδιώκονται από την οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το ολιγότερο καταναγκαστικό και τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκομένους σκοπούς (βλ., για παράδειγμα, την προπαρατεθείσα απόφαση Fedesa κ.λπ., σκέψη 13).
42 'Οσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των ανωτέρω προϋποθέσεων, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής διακριτική ευχέρεια αντίστοιχη προς τις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 40 έως 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, η νομιμότητα μέτρου θεσπιζομένου στον τομέα αυτό μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού (ίδια απόφαση, σκέψη 14).
43 Η ισχύς μιας κοινοτικής πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις αφορώσες τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 40/72, Schroeder, Συλλογή τόμος 1972/1973, σ. 397, σκέψη 14). Οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει, καίτοι τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι καταφανώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο εν λόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οικείας ρυθμίσεως (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 14).
44 Εν προκειμένω, από τη σύγκριση μεταξύ των ΜΕΠ που καθορίστηκαν για κάθε ποικιλία καπνού για καθεμιά από τις συγκομιδές των ετών 1989, 1990 και 1991 και των ποσοτήτων που όντως παρήχθησαν από τις ποικιλίες αυτές προκύπτει ότι για την πλειονότητα των επίμαχων ποικιλιών δεν σημειώθηκε υπέρβαση των ΜΕΠ, οπότε δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να υποστηριχθεί ότι το επίδικο καθεστώς ήταν προδήλως ακατάλληλο για τον επιδιωκόμενο σκοπό.
45 Τέλος, όπως κατέδειξε ο γενικός εισαγγελέας στις παραγράφους 49 έως 52 των προτάσεών του, τίποτε δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι, κατά τον χρόνο θεσπίσεως του επιδίκου καθεστώτος, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη σε καταφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των αποτελεσμάτων του καθεστώτος αυτού.
46 Πράγματι, όπως επισήμανε η Επιτροπή, κατά την έκδοση του κανονισμού το Συμβούλιο έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ότι το καθεστώς των ΜΕΠ ήταν λιγότερο καταναγκαστικό για τους καπνοπαραγωγούς από ένα καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων, εφόσον στο πλαίσιο του πρώτου καθεστώτος η παραγωγή των ενδιαφερομένων δεν περιοριζόταν, υπό την έννοια ότι μπορούσαν πάντοτε να πωλούν τα προϊόντα τους στους οργανισμούς παρεμβάσεως, έστω σε τιμή ή πριμοδότηση μειωμένη κατά μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό 15 %, ενώ στο πλαίσιο του δευτέρου καθεστώτος οι παραγωγοί δεν λαμβάνουν καμία ενίσχυση για το τμήμα της παραγωγής το οποίο υπερβαίνει την ατομική τους ποσόστωση. Το γεγονός και μόνον ότι το καθεστώς δεν αποδείχθηκε αρκούντως αποτελεσματικό δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο επίμαχος κανονισμός είναι ανίσχυρος.
47 Επομένως, πρέπει να συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα το οποίο συνάγει η Επιτροπή, ότι δηλαδή το Συμβούλιο ενήργησε εν προκειμένω τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν επέλεξε μέτρο προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, αλλά ακόμη σύμφωνα με την ανάγκη βαθμιαίας εφαρμογής των καταλλήλων προσαρμογών, που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο β', της Συνθήκης.
48 Επομένως, η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν αποδεικνύεται.
Γ * Ως προς την προβαλλομένη δυσμενή διάκριση
49 Η Ελληνική Κυβέρνηση φρονεί ότι το επίδικο καθεστώς συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου, την οποία καθιερώνει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, εφόσον το καθεστώς αυτό είχε ως συνέπεια ότι όλοι οι παραγωγοί και οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως, αδιακρίτως, εθίγησαν από τα μέτρα μειώσεως των τιμών και πριμοδοτήσεων, επομένως και αυτοί οι οποίοι δεν είχαν αυξήσει το μέγεθος της παραγωγής τους ή των συναλλαγών τους. Μόνο με καθεστώς ατομικών ποσοστώσεων θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί οι μη δίκαιες αυτές συνέπειες.
50 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν αποτελεί παρά συγκεκριμένη έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας που αποτελεί μέρος των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου (βλ. για παράδειγμα την προπαρατεθείσα απόφαση Wuidart κ.λπ., σκέψη 13).
51 Δυσμενής διάκριση δεν υφίσταται μόνον οσάκις όμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο, αλλά και οσάκις διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά όμοιο τρόπο, εκτός εάν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, 106/83, Sermide, Συλλογή 1984, σ. 4209, σκέψη 28).
52 Το Δικαστήριο όμως έχει ήδη κρίνει ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν απαγορεύει τη θέσπιση κοινοτικής ρυθμίσεως η οποία εισήγαγε σύστημα ορίων εγγυήσεως για το σύνολο της κοινοτικής αγοράς, το οποίο είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της ενισχύσεως της παραγωγής των οικείων επιχειρηματιών όλων των κρατών μελών, ακόμη και εάν η υπέρβαση των ορίων αυτών δεν οφειλόταν σε αύξηση της παραγωγής σε όλα τα κράτη μέλη. 'Εκρινε ότι, στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγορών που δεν προβλέπει σύστημα εθνικών ποσοστώσεων, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως (απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, C-27/90, SITΡA, Συλλογή 1991, σ. Ι-133, σκέψη 20).
53 Η ίδια σκέψη ισχύει στο πλαίσιο καθεστώτος όπως το εξεταζόμενο στην υπό κρίση περίπτωση.
54 Επομένως, η προβαλλομένη παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης επίσης δεν αποδεικνύεται.
Δ * Ως προς την προβαλλομένη παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
55 Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η επίδικη ρύθμιση συνιστά παραβίαση και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
56 Καταρχάς, η εφαρμογή μιας νέας ρυθμίσεως δεν μπορεί να έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα την προσβολή του θεμελιώδους σκοπού της κοινής γεωργικής πολιτικής συνιστάμενου στην εξασφάλιση δικαίου εισοδήματος στους παραγωγούς.
57 Υπενθυμίζεται ότι, μολονότι η τήρηση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες για διατήρηση υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα και τούτο ιδίως σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις αγορών, ο σκοπός των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως (βλ. ιδίως την προπαρατεθείσα απόφαση Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 33).
58 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη κεκτημένου δικαιώματος προς διατήρηση ενός πλεονεκτήματος που απορρέει γι' αυτούς από τη θέσπιση της κοινής οργανώσεως αγορών και του οποίου επωφελήθηκαν σε δεδομένη στιγμή (ίδια απόφαση, σκέψη 34).
59 Επομένως, ενδεχόμενη μείωση του εισοδήματός τους δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
60 Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ακόμη ότι η αρχή αυτή παραβιάζεται διότι η έλλειψη καθορισμού ατομικών ποσοστώσεων εμπόδισε τους παραγωγούς καπνού να προγραμματίσουν την παραγωγή τους.
61 Το επίδικο όμως καθεστώς, το οποίο χαρακτηρίζεται από καθορισμό των ΜΕΠ, γνωστό εκ των προτέρων στους παραγωγούς, για δεδομένη ποικιλία, από την εξασφάλιση ενισχύσεως για το σύνολο της παραγωγής τους και από τον καθορισμό ανωτάτου ορίου όσον αφορά τη μείωση των τιμών και πριμοδοτήσεων, τηρεί τις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
62 Κατά συνέπεια, η προβαλλομένη παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αποδεικνύεται.
63 Για όλους αυτούς τους λόγους, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προκύπτει κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 1114/88, ούτε, κατά συνέπεια, των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογήν του.
Υποθέσεις C-300/93 και C-362/93
64 Οι Natale (C-300/93) και Pontillo (C-362/93) διαχειρίζονται από μία αγροτική επιχείρηση στην επαρχία της Caserta. Πώλησαν τον καπνό της ποικιλίας Burley Ι της συγκομιδής 1991 στην επιχείρηση μεταποιήσεως καπνού Donatab Srl, με έδρα την Caserta (στο εξής: Donatab), η οποία ζήτησε και έλαβε από την Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo * Settore tabacco (οργανισμός παρεμβάσεως στον επίμαχο τομέα, στο εξής: ΑΙΜΑ) την καταβολή, έναντι εγγυοδοσίας, της πριμοδοτήσεως που προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 727/70.
65 Αφού διαπιστώθηκε η υπέρβαση της ΜΕΠ, για τη συγκομιδή 1991, για τον καπνό ποικιλίας Burley Ι με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 2178/92, η Donatab υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση του συντελεστή της πριμοδοτήσεως. Στη συνέχεια ζήτησε από τους Natale και Pontillo να επιστρέψουν το ποσό που αντιστοιχεί στη μείωση της πριμοδοτήσεως.
66 Θεωρώντας ότι η μείωση της πριμοδοτήσεως ήταν παράνομη λόγω του ανισχύρου των κανονισμών σχετικά με τον καθορισμό των τιμών, των πριμοδοτήσεων και των ΜΕΠ για τη συγκομιδή 1991, οι Natale και Pontillo ενήγαγαν την Donatab ενώπιον της Pretura circondariale di Caserta, προκειμένου να κριθεί ότι η εν λόγω μείωση δεν έπρεπε να έχει επιπτώσεις στις εμπορικές σχέσεις τους με τη Donatab.
67 Η Pretura circondariale di Caserta παρατηρεί ότι ο κανονισμός 1738/91 * ο οποίος καθόρισε τις ΜΕΠ, τις τιμές και τις πριμοδοτήσεις των ποικιλιών ή των ομάδων ποικιλιών καπνού για τη συγκομιδή 1991 * δημοσιεύθηκε στις 26 Ιουνίου 1991, ήτοι, όσον αφορά τον καπνό της ποικιλίας Burley I, σε ημερομηνία μεταγενέστερη της σποράς του καπνού στα φυτώρια που προορίζονται προς τούτο, ήτοι τον Φεβρουάριο του 1991, και της περιόδου μεταφυτεύσεως των νεαρών φυτών καπνού στους αγρούς, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί προ του Απριλίου 1991. Κατά την ημερομηνία της δημοσιεύσεως του κανονισμού είχαν ήδη συναφθεί και καταχωρηθεί στο πρωτόκολλο της ΑΙΜΑ οι συμβάσεις με τη βιομηχανία πρώτης μεταποιήσεως, πράγμα που αποτελεί προϋπόθεση της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως.
68 Κατά συνέπεια, ο καθορισμός της ΜΕΠ, για τη συγκομιδή του 1991, για την ποικιλία Burley I είχε αναδρομικό αποτέλεσμα καθόσον αφορούσε παραγωγή η οποία είχε ήδη αρχίσει βάσει μη δυναμένων να ανατραπούν επιλογών.
69 Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι από τη διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 727/70, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/89 του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989 (ΕΕ L 129, σ. 16), προκύπτει άλλωστε ότι το Συμβούλιο πρέπει να καθορίζει κάθε χρόνο, για τη συγκομιδή του επομένου έτους, τις ΜΕΠ για κάθε μία από τις ποικιλίες ή ομάδες ποικιλιών καπνού της κοινοτικής παραγωγής.
70 Για τους λόγους αυτούς, η Pretura circondariale di Caserta αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία στις δύο προαναφερθείσες υποθέσεις και να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί του κύρους του κανονισμού 1738/91.
71 Απαντώντας στην επιχειρηματολογία του αιτούντος δικαστηρίου, αρκεί να επισημανθεί ότι, όπως τόνισαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η ΜΕΠ για τη συγκομιδή 1991 της ποικιλίας Burley I είχε ήδη καθοριστεί με το παράρτημα V του κανονισμού (ΕΟΚ) 1331/90 του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1990, για τον καθορισμό, για τη συγκομιδή 1990, των τιμών στόχου, των τιμών παρέμβασης και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρέμβασης του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς, των ζωνών παραγωγής καθώς και των μέγιστων εγγυημένων ποσοτήτων, για τη συγκομιδή 1991 και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1252/89 (ΕΕ L 132, σ. 28).
72 Πράγματι, καίτοι το παράρτημα V του κανονισμού 1738/91 αντικατέστησε εν τω μεταξύ, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, το παράρτημα V του κανονισμού 1431/90, δεν τροποποίησε ωστόσο τη ΜΕΠ, για τη συγκομιδή 1991, της ποικιλίας Burley I.
73 Ο τελευταίος αυτός όμως κανονισμός δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23.5.1990, ήτοι πολύ πριν από τον χρόνο κατά τον οποίο οι παραγωγοί έπρεπε να λάβουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τη συγκομιδή του 1991.
74 Κατά συνέπεια, η προβαλλομένη παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αποδεικνύεται.
75 Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 1378/91 ούτε, κατά συνέπεια, των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογήν του.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
76 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 18ης Μαρτίου 1993, η Pretura circondariale di Perugia (υπόθεση C-133/93), και με Διατάξεις της 28ης Απριλίου και της 14ης Μαΐου 1993 η Pretura circondariale di Caserta (υποθέσεις C-300/93 και C-362/93), αποφαίνεται:
1) Από την εξέταση του υποβληθέντος στο πλαίσιο της υποθέσεως C-133/93 ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1114/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού, ούτε, κατά συνέπεια, των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του.
2) Από την εξέταση του υποβληθέντος στο πλαίσιο των υποθέσεων C-300/93 και C-362/93 ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1738/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991, για τον καθορισμό, για τη συγκομιδή 1991, των τιμών στόχου, των τιμών παρεμβάσεως και των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αγοραστές καπνού σε φύλλα, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως, του δεματοποιημένου καπνού, των ποιοτήτων αναφοράς, των ζωνών παραγωγής καθώς και των μέγιστων εγγυημένων ποσοτήτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1331/90 ούτε, κατά συνέπεια των κανονισμών που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του.
Full & Egal Universal Law Academy