Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας * Προβολή της, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως αποφάσεως, κατά προγενέστερης αποφάσεως μη προσβληθείσας εμπροθέσμως * Απαράδεκτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 173 και 184)
2. Προσφυγή ακυρώσεως * Πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν * Έννοια * Πράξεις παράγουσες έννομα αποτελέσματα * Απόφαση της Επιτροπής περί παρατάσεως της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων προς έναν τομέα της οικονομίας πέραν της ημερομηνίας λήξεως της ισχύος του
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173)
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Εξέταση από την Επιτροπή * Εφαρμογή ενός πλαισίου ενισχύσεων προς έναν τομέα της οικονομίας * Επιβάλλεται ο χρονικός περιορισμός της ισχύος του
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 93 PAR 1)
4. Κοινοτικό δίκαιο * Ερμηνεία * Μέθοδοι
Περίληψη
1. Ο προσφεύγων δεν μπορεί, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατ' αποφάσεως, να επικαλεσθεί, με την υποβολή ενστάσεως, το παράνομο προγενέστερης πράξεως της ιδίας φύσεως, την ακύρωση της οποίας θα μπορούσε να είχε ζητήσει ευθέως. Πράγματι, η παροχή της δυνατότητας αυτής θα επέτρεπε στον προσφεύγοντα να προσβάλλει εμμέσως προγενέστερες αποφάσεις μη προσβληθείσες εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 173 της Συνθήκης και, ως εκ τούτου, να καταστρατηγεί την εν λόγω προθεσμία.
2. Προσφυγή ακυρώσεως είναι δυνατή εναντίον οποιωνδήποτε πράξεων των οργάνων, όποια και αν είναι η φύση ή η μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων.
Τέτοια πράξη συνιστά η απόφαση με την οποία η Επιτροπή παρατείνει την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων προς έναν τομέα της οικονομίας πέραν της ημερομηνίας κατά την οποία, ελλείψει ανανεώσεως, θα έληγε η ισχύς του.
3. Προβλέποντας ότι η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη και τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς, το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης επιβάλλει στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας, από την οποία ούτε η Επιτροπή ούτε ένα κράτος μέλος μπορεί να απαλλαγεί για αόριστο χρονικό διάστημα εξαρτώμενο από τη μονομερή βούληση ενός εκ των δύο.
4. Όταν ένα κείμενο του παραγώγου κοινοτικού δικαίου επιδέχεται περισσότερες της μιας ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται εκείνη που καθιστά τη διάταξη σύμφωνη με τη Συνθήκη και όχι εκείνη που συνεπάγεται το ασυμβίβαστό της προς αυτή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-135/93,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τους Alberto Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή συντονισμού νομικών και θεσμικών κοινοτικών θεμάτων, και Miguel Bravo-Ferrer Delgado, abogado del Estado της υπηρεσίας κοινοτικών διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Francisco Enrique Gonzalez Diaz και Michel Nolin, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο, αφενός, την κήρυξη ως ανυπόστατης ή, εν ανάγκη, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, περί μη τροποποιήσεως του κοινοτικού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων προς την αυτοκινητοβιομηχανία και περί παρατάσεως της ισχύος του μέχρι της επανεξετάσεώς του από την Επιτροπή, και, αφετέρου, την ακύρωση της παρατάσεως της ισχύος του εν λόγω πλαισίου, η οποία πραγματοποιήθηκε με την απόφαση 91/C 81/05 (ΕΕ 1991, C 81, σ. 4), στο μέτρο που η απόφαση αυτή αποτελεί τη βάση της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, F. A. Schockweiler (εισηγητή) και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, J. L. Murray, D. A. O. Edward, G. Hirsch, H. Ragnemalm και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Απριλίου 1993, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, από το Δικαστήριο, αφενός, να κηρύξει ανυπόστατη ή, εν ανάγκη, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, περί μη τροποποιήσεως του κοινοτικού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων προς την αυτοκινητοβιομηχανία και περί παρατάσεως της ισχύος του μέχρι της επανεξετάσεώς του από την Επιτροπή, και, αφετέρου, να ακυρώσει την παράταση της ισχύος του εν λόγω πλαισίου, η οποία πραγματοποιήθηκε με την απόφαση 91/C 81/05 (ΕΕ 1991, C 81, σ. 4), στο μέτρο που η απόφαση αυτή αποτελεί τη βάση της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992.
2 Με επιστολή της 31ης Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ισπανική Κυβέρνηση ότι, κατά τη συνεδρίασή της στις 22 Δεκεμβρίου 1988 και κατόπιν της από 19 Ιουλίου 1988 αποφάσεώς της για τη θέσπιση γενικού κοινοτικού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων προς την αυτοκινητοβιομηχανία, βασιζομένου στο άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόρισε τους όρους εφαρμογής του εν λόγω πλαισίου, οι οποίοι περιέχονταν σε συνημμένο στην εν λόγω επιστολή έγγραφο. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το έγγραφο αυτό ελάμβανε υπόψη του τις βασικές παρατηρήσεις που είχαν διατυπώσει οι εκπρόσωποι των κρατών μελών κατά την πολυμερή σύσκεψη της 27ης Οκτωβρίου 1988. Η Επιτροπή ζήτησε από την Ισπανική Κυβέρνηση να την πληροφορήσει εντός μηνός αν δέχεται το πλαίσιο.
3 Το πλαίσιο αποτέλεσε αντικείμενο ανακοινώσεως (89/C 123/03), η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1989, C 123, σ. 3). Το σημείο 2.2 του πλαισίου θεσπίζει υποχρέωση κοινοποιήσεως διαφόρων κατηγοριών ενισχύσεων και προβλέπει την υποβολή, από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή, ετησίας εκθέσεως παρέχουσας πληροφορίες για όλες τις χορηγηθείσες ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενισχύσεων για τις οποίες δεν ισχύει η υποχρέωση προηγουμένης κοινοποιήσεως.
4 Το σημείο 2.5 του πλαισίου ορίζει ότι το πλαίσιο "[τίθεται] σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1989" και "[ισχύει] για περίοδο δύο ετών" καθώς και ότι "στο τέλος της περιόδου αυτής η Επιτροπή θα επανεξετάσει τη χρησιμότητα και το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού πλαισίου".
5 Εν αναμονή της αποδοχής του από όλα τα κράτη μέλη, η θέση του πλαισίου σε εφαρμογή καθυστέρησε έως το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 1989 όσον αφορά δέκα κράτη μέλη, έως τον Ιανουάριο του 1990 όσον αφορά την Ισπανία και έως τον Μάιο του 1990 όσον αφορά τη Γερμανία. Με έγγραφο της 5ης Φεβρουαρίου 1990, η Ισπανική Κυβέρνηση δέχθηκε την εφαρμογή του πλαισίου στην Ισπανία μόλις από 1ης Ιανουαρίου 1990.
6 Με έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1990, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ισπανική Κυβέρνηση ότι είχε προβεί στην επανεξέταση της χρησιμότητας και του πεδίου εφαρμογής του πλαισίου και ότι, ενόψει της καταστάσεως της κοινοτικής αυτοκινητοβιομηχανίας, θεωρούσε απαραίτητη την παράταση της ισχύος του.
7 Η απόφαση της Επιτροπής περί παρατάσεως της ισχύος του πλαισίου απετέλεσε επίσης αντικείμενο ανακοινώσεως (91/C 81/05) που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1991, C 81, σ. 4). Το τέταρτο εδάφιο αυτής της ανακοινώσεως αναφέρει ότι "η μόνη τροποποίηση που αποφάσισε να επιφέρει η Επιτροπή είναι να επεκτείνει στο Βερολίνο (Δυτικό) και την επικράτεια της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας την υποχρέωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσον αφορά την εκ των προτέρων κοινοποίηση σχεδίων".
8 Το πέμπτο εδάφιο της ανακοινώσεως ορίζει τα εξής:
"Η Επιτροπή θα επανεξετάσει το πλαίσιο μετά την πάροδο διετίας. Εάν κριθούν απαραίτητες κάποιες τροποποιήσεις (ή ενδεχομένως η ανάκληση του πλαισίου), η Επιτροπή θα αποφασίσει σχετικά μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη".
9 Με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 1993 του γενικού διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού, η Επιτροπή υπενθύμισε καταρχάς στην Ισπανική Κυβέρνηση ότι, τον Δεκέμβριο του 1990, είχε αποφασίσει να ανανεώσει το πλαίσιο χωρίς να θέσει χρονικό όριο όσον αφορά τη διάρκεια της ισχύος του, έστω και αν είχε αναλάβει τη δέσμευση να προβεί στην επανεξέτασή του εντός διετίας και να το τροποποιήσει ή, εν ανάγκη, να το καταργήσει κατόπιν διαβουλεύσεως με τα κράτη μέλη. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη δέσμευση που είχε αναλάβει με το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1990, προέβη στην εν λόγω επανεξέταση μαζί με τα κράτη μέλη κατά την πολυμερή σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1992 και ότι, κατά τη σύσκεψη αυτή, τα περισσότερα κράτη μέλη δήλωσαν ότι ήταν ικανοποιημένα από τη σημερινή εφαρμογή του πλαισίου και επιθυμούσαν τη διατήρησή του κατά τα επόμενα έτη. Η Επιτροπή πληροφόρησε, τέλος, την Ισπανική Κυβέρνηση ότι, κατόπιν αυτού, αποφάσισε, στις 23 Δεκεμβρίου 1992, να μην τροποποιήσει το πλαίσιο, προσέθεσε δε ότι το πλαίσιο θα εξακολουθούσε να ισχύει "μέχρι την επόμενη επανεξέταση, που θα οργανωθεί από την Επιτροπή".
10 Και αυτή η απόφαση της Επιτροπής αποτέλεσε αντικείμενο ανακοινώσεως (93/C 36/06), η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1993, C 36, σ. 17).
11 Θεωρώντας ότι η εν λόγω απόφαση ήταν παράνομη, αν όχι ανυπόστατη, καθόσον είχε εκδοθεί κατά παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης και κατά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, και ότι το παράνομο αυτό επηρέαζε και την παράταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου που είχε αποφασιστεί στα τέλη του 1990, στο μέτρο που η εν λόγω απόφαση απετέλεσε τη βάση της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992, το Βασίλειο της Ισπανίας άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
12 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 1993, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1993, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να εξετάσει την ένσταση μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
Επί του παραδεκτού
13 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992, καθόσον παρατείνει τη διάρκεια της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου επ' αόριστον, αποτελεί πράξη καθαρά επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως, ήτοι της αποφάσεως περί ανανεώσεως του 1990. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η απόφαση του 1992, στο μέτρο που δεν τροποποιεί το περιεχόμενο του πλαισίου, έχει καθαρά εσωτερικό χαρακτήρα και δεν μεταβάλλει τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, όπως αυτή προκύπτει από την απόφαση περί ανανεώσεως του 1990. Τέλος, όσον αφορά την τελευταία αυτή απόφαση, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπει προς τούτο το άρθρο 173 της Συνθήκης.
14 Το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί ότι η απόφαση περί ανανεώσεως του 1990 μπορούσε, αυτή καθαυτή, να επιφέρει την παράταση της ισχύος του πλαισίου επ' αόριστον, δεδομένου ότι μια τόσο ουσιώδης τροποποίηση της φύσεως του πλαισίου απαιτούσε τη ρητή συναίνεση των κρατών μελών. Το προσφεύγον θεωρεί ότι η απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992 παράγει οπωσδήποτε έννομα αποτελέσματα, στο μέτρο που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν προς το καθεστώς του πλαισίου επί όσο χρονικό διάστημα αυτό ισχύει, εκφράζει δε μια επιλογή μεταξύ διαφόρων δυνατοτήτων που προσφέρονταν στην Επιτροπή.
15 Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι προσβάλλει την απόφαση περί ανανεώσεως του 1990 μόνον εμμέσως, δυνάμει του άρθρου 184 της Συνθήκης, επικαλούμενο το παράνομο της αποφάσεως αυτής προς στήριξη της προσφυγής του κατά της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992. Το προσφεύγον προσθέτει ότι, αμφισβητώντας, με το δικόγραφο της προσφυγής, το υποστατό της αποφάσεως περί ανανεώσεως του 1990, επικαλείται προσβολές της δημοσίας τάξεως, των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί οποτεδήποτε, ανεξαρτήτως του είδους της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας αυτές προβάλλονται.
16 Κατά το μέρος που η προσφυγή βάλλει κατά της αποφάσεως περί ανανεώσεως του 1990, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, με το δικόγραφο της προσφυγής, δεν επικαλείται το παράνομο της αποφάσεως αυτής ως λόγο ακυρώσεως της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992, αλλά ζητεί τυπικά την ακύρωσή της. Για να είναι παραδεκτό ένα τέτοιο αίτημα, θα έπρεπε να είχε υποβληθεί εντός της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης.
17 Εν πάση περιπτώσει, αν γινόταν δεκτό ότι ο προσφεύγων μπορεί, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατ' αποφάσεως, να επικαλείται, με την υποβολή ενστάσεως, το παράνομο προγενέστερης πράξεως της ιδίας φύσεως, την ακύρωση της οποίας θα μπορούσε να είχε ζητήσει ευθέως, θα του παρεχόταν η δυνατότητα να προσβάλλει εμμέσως προγενέστερες αποφάσεις μη προσβληθείσες εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 173 της Συνθήκης και, ως εκ τούτου, να καταστρατηγεί την εν λόγω προθεσμία.
18 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάζει τα σοβαρά και πρόδηλα ελαττώματα που είναι ικανά να επηρεάσουν την ίδια την ύπαρξη της νομικής πράξεως ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο τα ελαττώματα αυτά προβλήθηκαν, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει το ανυπόστατο της αποφάσεως περί ανανεώσεως του 1990. Εξάλλου, ούτε από το έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1990, με το οποίο η Επιτροπή ενημέρωσε την Ισπανική Κυβέρνηση για την απόφασή της περί παρατάσεως της ισχύος του πλαισίου, ούτε από τη συναφή ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκύπτει ότι η απόφαση αυτή πάσχει ελάττωμα τόσο προδήλως σοβαρό ώστε να μην μπορεί να γίνει ανεκτή από την κοινοτική έννομη τάξη.
19 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθόσον βάλλει κατά της αποφάσεως περί ανανεώσεως του 1990.
20 Κατά το μέρος που η προσφυγή βάλλει κατά της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφυγή ακυρώσεως είναι δυνατή εναντίον οποιωνδήποτε πράξεων των οργάνων, όποια και αν είναι η φύση ή η μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψη 42).
21 Συνεπώς, το παραδεκτό της προσφυγής κατά το μέρος που βάλλει κατά της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992 εξαρτάται από το κατά πόσον η απόφαση αυτή επέφερε μεταβολές στη νομική κατάσταση που προέκυπτε από την απόφαση περί ανανεώσεως του 1990.
22 Προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσο αυτό όντως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην ανάλυση του περιεχομένου της τελευταίας αυτής αποφάσεως ενόψει όχι μόνον του κειμένου της αλλά και του εν γένει πραγματικού και νομικού πλαισίου στο οποίο η απόφαση αυτή εντασσόταν.
23 Από το σημείο 1, τέταρτο εδάφιο, της σχετικής με το αρχικό πλαίσιο ανακοινώσεως προκύπτει ότι το πλαίσιο αυτό θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
24 Κατά τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς. Η διάταξη αυτή επιβάλλει, ως εκ τούτου, στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας, από την οποία ούτε η Επιτροπή ούτε ένα κράτος μέλος μπορεί να απαλλαγεί για αόριστο χρονικό διάστημα εξαρτώμενο από τη μονομερή βούληση ενός εκ των δύο.
25 Ενόψει αυτής ακριβώς της διατάξεως πρέπει να αναλυθεί το περιεχόμενο της αποφάσεως του 1990 περί ανανεώσεως του πλαισίου.
26 Συναφώς, πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι, εξαρτώντας την εφαρμογή του πλαισίου από την εκ μέρους των κρατών μελών αποδοχή του και προβλέποντας διετή διάρκεια της ισχύος του, κατά το πέρας της οποίας η Επιτροπή όφειλε να προβεί στην επανεξέταση της χρησιμότητας και του πεδίου εφαρμογής του, το αρχικό πλαίσιο ελάμβανε πλήρως υπόψη του την υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας που επιβάλλει το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη.
27 Στη συνέχεια, ενόψει αυτής της υποχρεώσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, προβλέποντας νέα επανεξέταση μετά διετή εφαρμογή του πλαισίου, η απόφαση περί ανανεώσεως του 1990, παρά την ελαφρώς διαφορετική διατύπωση, απέβλεπε στην παράταση της ισχύος του πλαισίου για μια νέα διετία, κατά το πέρας της οποίας θα έπρεπε να ληφθεί απόφαση για τη διατήρηση του πλαισίου ή την τροποποίηση ή κατάργησή του.
28 Αυτή η πρόθεση επαναλήψεως της περιεχομένης στο σημείο 2.5 του αρχικού πλαισίου ρήτρας σχετικά με τη διάρκεια της ισχύος του πλαισίου επιβεβαιώνεται, εξάλλου, και από το τέταρτο εδάφιο της αντίστοιχης ανακοινώσεως, σύμφωνα με το οποίο η απόφαση περί ανανεώσεως του 1990 δεν επέφερε στο αρχικό πλαίσιο καμία τροποποίηση πλην εκείνης που αφορούσε την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του στο Βερολίνο (Δυτικό) και στο έδαφος της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
29 Κατά συνέπεια, ελλείψει νέας ανανεώσεως, η ισχύς του πλαισίου, η οποία παρατάθηκε με την απόφαση του 1990 για νέα διετία από 1ης Ιανουαρίου 1991, θα είχε λήξει στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Ως εκ τούτου, η απόφαση της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1992 περί παρατάσεως της ισχύος του πλαισίου πέραν της ημερομηνίας αυτής παρήγαγε ίδια έννομα αποτελέσματα.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή είναι παραδεκτή κατά το μέρος που βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1992.
Επί της ουσίας
31 Προς στήριξη της προσφυγής της, το Βασίλειο της Ισπανίας προβάλλει διαφόρους λόγους ακυρώσεως, συνισταμένους αντιστοίχως στο ότι η απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992 δεν εμφανίζει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά αποφάσεως, στην αναρμοδιότητα της Επιτροπής, στη μη τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, και στην παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης λόγω ελλείψεως νομικής βάσεως.
32 Το προσφεύγον υποστηρίζει, πρώτον, ότι το κείμενο του εγγράφου της 27ης Ιανουαρίου 1993, με το οποίο η Επιτροπή την πληροφόρησε ότι έλαβε, στις 23 Δεκεμβρίου 1992, την απόφαση περί παρατάσεως της ισχύος του πλαισίου, δεν επιτρέπει να ελεγχθεί κατά πόσον η υποτιθέμενη αυτή "απόφαση" της Επιτροπής πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις ώστε να αποτελεί νομίμως υποστατή πράξη.
33 Δεύτερον, το προσφεύγον θεωρεί ότι η Επιτροπή, αποφασίζοντας να παρατείνει τη διάρκεια της ισχύος του πλαισίου μέχρις ότου η ίδια προβεί στην επανεξέτασή του, τροποποίησε αυτή καθαυτή τη φύση του πλαισίου, προσδίδοντάς του αόριστη διάρκεια ισχύος. Κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, η Επιτροπή, προβαίνοντας σε μια τέτοια τροποποίηση της φύσεως του πλαισίου μονομερώς και χωρίς να διαβουλευθεί προηγουμένως με τα κράτη μέλη και να εξασφαλίσει τη συναίνεσή τους, υπερέβη τα όρια των αρμοδιοτήτων της κατά το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης και, ως εκ τούτου, παρέβη τη διάταξη αυτή.
34 Το Βασίλειο της Ισπανίας παρατηρεί, τέλος, ότι η Επιτροπή, καίτοι με το έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 1993 καθώς, εξάλλου, και με την ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ανέφερε, ως βάση του πλαισίου το οποίο είχε αποφασίσει να ανανεώσει, το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεν μνημόνευσε τη νομική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε για τη θέσπιση της ίδιας της αποφάσεως περί ανανεώσεως.
35 Διαπιστώνεται ότι, με τους ανωτέρω λόγους ακυρώσεως, το προσφεύγον αμφισβητεί την εξουσία της Επιτροπής να παρατείνει την ισχύ του πλαισίου επ' αόριστον χωρίς να διαβουλευθεί με τα κράτη μέλη και να εξασφαλίσει τη συναίνεσή τους.
36 Ωστόσο, από την απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992 δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή όντως προέβη στην επ' αόριστον παράταση της ισχύος του πλαισίου που είχε αρχικά συμφωνήσει με τα κράτη μέλη.
37 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, όταν ένα κείμενο επιδέχεται περισσότερες της μιας ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται εκείνη που καθιστά τη διάταξη σύμφωνη με τη Συνθήκη και όχι εκείνη που συνεπάγεται το ασυμβίβαστό της προς αυτή (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 4063, σκέψη 15). Συνεπώς, έστω και αν η διάταξη που προβλέπει ότι το πλαίσιο θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την επόμενη επανεξέτασή του από την Επιτροπή φαίνεται διφορούμενη, πρέπει να νοηθεί κατά τρόπο συνάδοντα προς τη διάταξη της Συνθήκης στην εφαρμογή της οποίας αποσκοπεί (βλ., ως παράδειγμα εφαρμογής αυτής της αρχής, την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, 201/85 και 202/85, Klensch κ.λπ., Συλλογή 1986, σ. 3477, σκέψη 21).
38 Όμως όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως, η υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας, η οποία απορρέει από το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεν επιτρέπει να εξετάζονται τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων σύμφωνα με κανόνες θεσπισθέντες ή συμφωνηθέντες για αόριστο χρονικό διάστημα εξαρτώμενο από τη μονομερή βούληση είτε της Επιτροπής είτε των κρατών μελών.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απλώς παρέτεινε την ισχύ του πλαισίου μέχρι την επόμενη επανεξέταση, η οποία, όπως και οι προηγούμενες, έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά το πέρας της νέας διετούς περιόδου εφαρμογής του πλαισίου.
40 Δεδομένου ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας κατά της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992, περί παρατάσεως της ισχύος του πλαισίου μέχρις ότου η Επιτροπή οργανώσει την επανεξέτασή του, στηρίζονται στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι η απόφαση αυτή τροποποίησε τη διάρκεια της ισχύος του πλαισίου ανανεώνοντάς το επ' αόριστον, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
41 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 69, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Στην υπό κρίση περίπτωση συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, καθόσον, μολονότι η προσφυγή του Βασιλείου της Ισπανίας πρέπει να απορριφθεί, η νομική άποψη που υποστήριξε το προσφεύγον έγινε δεκτή κατά ένα ουσιώδες μέρος της. Φαίνεται, ως εκ τούτου, δίκαιο να αποφασιστεί ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy