Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική πολιτική * 'Ανδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * 'Ιση μεταχείριση ανδρών και γυναικών ως προς την κοινωνική ασφάλιση * Εξομοίωση της λήψεως συντάξεως γήρατος προς άσκηση κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας που παρέχει ασφαλιστική κάλυψη, όταν η σύνταξη αυτή είναι μειωμένη λόγω μη καταβολής αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα που αφιέρωσε ο ενδιαφερόμενος στην ανατροφή τέκνου * Επιτρέπεται * Υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν ορισμένα οφέλη, όσον αφορά την ασφάλιση γήρατος, στα πρόσωπα που ασχολήθηκαν με την ανατροφή των τέκνων τους * Δεν υφίσταται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119 οδηγίες του Συμβουλίου 75/117 και 79/7)
Περίληψη
H αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης και στην οδηγία 75/1171, δεν απαγορεύει την εξομοίωση της λήψεως συντάξεως γήρατος προς άσκηση κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας που παρέχει ασφαλιστική κάλυψη, όταν η σύνταξη αυτή είναι μειωμένη λόγω μη καταβολής αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα που αφιέρωσε ο ενδιαφερόμενος στην ανατροφή τέκνου.
Ακόμη και αν η εξομοίωση αυτή επιτρέπει την καταβολή χαμηλότερων αποδοχών από τις κανονικές στον δικαιούχο της μειωμένης αυτής συντάξεως για την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκεί με μειωμένο ωράριο, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετο προς την αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, αφού η οδηγία 79/7, η οποία αφορά την ίση μεταχείριση ως προς την κοινωνική ασφάλιση, δεν υποχρεώνει σε καμία περίπτωση τα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένα οφέλη, όσον αφορά την ασφάλιση γήρατος, στα πρόσωπα που ασχολήθηκαν με την ανατροφή των τέκνων τους ή να χορηγούν δικαιώματα επί παροχών για τις περιόδους διακοπής της δραστηριότητάς τους λόγω ανατροφής των τέκνων τους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-297/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arbeitsgericht Bremen (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Rita Grau-Hupka
και
Stadtgemeinde Bremen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), και της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriquez Iglesias, Πρόεδρο και ασκούντα καθήκοντα προέδρου τμήματος, R. Joliet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* o Stadtgemeinde Bremen (Δήμος Βρέμης), εναγόμενος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον V. Schottelius, δικηγόρο Βρέμης,
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Roeder, Ministerialrat του Oμοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας, και τον C. D. Quassowski, Regierungsdirektor του ίδιου Υπουργείου,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την K. Banks, μέλος της νομικής υπηρεσίας, και τον H. Kreppel, εθνικό δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στη νομική υπηρεσία της Επιτροπής,
έχοντας υπόψη του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 12ης Μαΐου 1993, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Μαΐου 1993, το Arbeitsgericht Bremen υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42, στο εξής: οδηγία περί ισότητας αμοιβών), και της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70, στο εξής: οδηγία περί ισότητας στην πρόσβαση σε απασχόληση).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της Grau-Hupka, συμβασιούχου υπαλλήλου του δημόσιου τομέα, και του εργοδότη της, του Stadtgemeinde Bremen (Δήμου Βρέμης), και αφορά τον υπολογισμό της αμοιβής της.
3 Η Grau-Hupka εργάστηκε με πλήρες ωράριο από το 1956 μέχρι το 1991 ως καθηγήτρια μουσικής στο Ωδείο της Βρέμης. Από το 1991 λαμβάνει σύνταξη γήρατος βάσει του νομίμου συστήματος ασφαλίσεως γήρατος, καθώς και μηνιαία σύνταξη, την οποία της καταβάλλει το επικουρικό ταμείο συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων. Η Grau-Hupka, μολονότι λαμβάνει τις συντάξεις αυτές, εξακολουθεί να διδάσκει, αλλά με μειωμένο ωράριο.
4 'Οταν εργαζόταν με πλήρες ωράριο, η Grau-Hupka αμειβόταν ως ωρομίσθια, όπως προβλέπει η Bundes-Angestellten-Tarifvertrag (συλλογική σύμβαση των ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Γερμανικού Δημοσίου, στο εξής: συλλογική σύμβαση) για τους ασκούντες, ως κύριο επάγγελμα, ορισμένη δραστηριότητα με πλήρες ή μειωμένο ωράριο. Η αμοιβή της Grau-Hupka είναι, από τότε που εργάζεται με μειωμένο ωράριο, χαμηλότερη απ' ό,τι προηγουμένως. Για τον λόγο αυτό η Grau-Hupka ζήτησε από τον εργοδότη της, με επιστολή της 14ης Δεκεμβρίου 1992, να αμείβεται ως ωρομίσθια, όπως προηγουμένως. Με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1992, ο Δήμος Βρέμης απέρριψε το αίτημα αυτό, στηριζόμενος στο άρθρο 3, στοιχείο n, της συλλογικής συμβάσεως, κατά το οποίο εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως αυτής οι υπάλληλοι που ασκούν ορισμένη δραστηριότητα ως δεύτερο επάγγελμα. Ο Δήμος Βρέμης φρονεί ότι η λήψη της συντάξεως πρέπει να εξομοιωθεί προς άσκηση κυρίου επαγγέλματος και ότι συνεπώς η Grau-Hupka εργάζεται με μειωμένο ωράριο κατά την άσκηση δεύτερου επαγγέλματος και ότι επομένως δεν καλύπτεται από τη συλλογική σύμβαση.
5 Κατόπιν της αρνήσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε αγωγή, με το ίδιο αίτημα, ενώπιον του Arbeitsgericht Bremen. Με την αγωγή της αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, το κύρος του άρθρου 3, στοιχείο n, της συλλογικής συμβάσεως, κατά το οποίο εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως αυτής οι ασκούντες δεύτερο επάγγελμα. Κατά την ενάγουσα, η διάταξη αυτή αντιβαίνει προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Beschaeftigungsfoerderungsgesetz (γερμανικού νόμου περί προστασίας της εργασίας, στο εξής: BeschFG), το οποίο απαγορεύει οποιαδήποτε άνιση μεταχείριση στην οποία προβαίνει ο εργοδότης, βάσει του κριτηρίου της διάρκειας εργασίας, μεταξύ των εργαζομένων με πλήρες ωράριο και των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, εκτός αν τούτο δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
6 Το Arbeitsgericht φρονεί ότι το άρθρο 3, στοιχείο n, της συλλογικής συμβάσεως δεν είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του BeschFG. Κατά το Arbeitsgericht, από τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht προκύπτει ότι μεταξύ των "αντικειμενικών λόγων" του άρθρου 2 του BeschFG καταλέγεται η άσκηση κυρίου επαγγέλματος και η συνακόλουθη ύπαρξη ασφαλιστικής καλύψεως. Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι σκοπός της χορηγήσεως των συντάξεων γήρατος, ανεξάρτητα από το αν οι συντάξεις αυτές καταβάλλονται από το κατά νόμο ασφαλιστικό σύστημα ή από τα ταμεία συντάξεων επιχειρήσεων, είναι η παροχή ορισμένης κοινωνικής προστασίας στους ηλικιωμένους. Η κατάσταση της ενάγουσας * η οποία είναι συνταξιούχος * αποτελεί συνεπώς "αντικειμενικό λόγο", υπό την έννοια του άρθρου 2 του BeschFG, ο οποίος δικαιολογεί την ανισότητα μεταξύ των εργαζομένων με πλήρες ωράριο και των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο. Το γεγονός συνεπώς ότι η αμοιβή της Grau-Hupka για την εργασία της με μειωμένο ωράριο είναι χαμηλότερη από την κανονικά προβλεπόμενη αμοιβή είναι σύμφωνο προς το γερμανικό δίκαιο.
7 Κατά το Arbeitsgericht πάντως, η διαφορά θέτει ορισμένα ζητήματα κοινοτικού δικαίου, τα οποία ενδέχεται να μην επιτρέπουν την εφαρμογή της λύσεως που υπαγορεύεται από την εθνική νομολογία.
8 Το Arbeitsgericht τονίζει ότι ο καθορισμός του τι είναι "αντικειμενικός λόγος" που δικαιολογεί την άνιση μεταχείριση των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο έναντι των εργαζομένων με πλήρες ωράριο δεν απορρέει από τον νόμο, αλλά από την ερμηνεία του νόμου στην οποία προβαίνει το δικαστήριο. Από τη Συνθήκη ΕΟΚ όμως προκύπτει ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται σε συμφωνία με το υπέρτερης ισχύος κοινοτικό δίκαιο.
9 Κατά συνέπεια, το Arbeitsgericht φρονεί ότι, πριν εφαρμόσει τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας "αντικειμενικός λόγος" του άρθρου 2 του BeschFG, πρέπει να εξακριβώσει κατά πόσον το άρθρο αυτό είναι σύμφωνο με ορισμένες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
10 Βάσει των σκέψεων αυτών, το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των εξής ερωτημάτων:
"1. Επιβάλλει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, και άρθρο 3 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, την ερμηνεία εθνικού νόμου, κατά τον οποίο απαγορεύεται οποιαδήποτε μη δικαιολογούμενη αντικειμενικώς δυσμενή διάκριση σε βάρος των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, υπό την έννοια ότι δεν συνιστά αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί την καταβολή χαμηλότερης αμοιβής για την εργασία με μειωμένο ωράριο το γεγονός ότι ο εργαζόμενος με μειωμένο ωράριο ασκεί άλλη κύρια επαγγελματική δραστηριότητα, λόγω της οποίας καλύπτεται ασφαλιστικά;
2. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Απαγορεύει η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και στην οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, να θεωρείται ότι η λήψη συντάξεως γήρατος ισοδυναμεί προς άσκηση κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας η οποία παρέχει ασφαλιστική κάλυψη, όταν η σύνταξη είναι μειωμένη λόγω απώλειας εισοδήματος από εργασία εξαιτίας του χρόνου που αφιέρωσε ο ενδιαφερόμενος στην ανατροφή τέκνου;"
Επί του πρώτου ερωτήματος
11 Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος με μειωμένο ωράριο λαμβάνει σύνταξη και εξομοιώνεται για τον λόγο αυτό με εργαζόμενο που έχει ασφαλιστική κάλυψη σαν να ασκούσε κύρια επαγγελματική δραστηριότητα συνιστά αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί άνιση μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση.
12 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά το άρθρο 3, στοιχείο n, της συλλογικής συμβάσεως, οι εργαζόμενοι που ασκούν την επαγγελματική δραστηριότητά τους ως δεύτερο επάγγελμα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως και, κατά συνέπεια, η αμοιβή τους είναι χαμηλότερη από το ωρομίσθιο που προβλέπει η σύμβαση για τους ασκούντες κύριο επάγγελμα εργαζομένους. Συναφώς δεν έχει σημασία αν οι εν λόγω εργαζόμενοι εργάζονται με πλήρες ή με μειωμένο ωράριο.
13 Η κατά το αιτούν δικαστήριο υφισταμένη δυσμενής διάκριση συνίσταται συνεπώς στη διαφορετική μεταχείριση αφενός των εργαζομένων που ασκούν τη δραστηριότητά τους ως δεύτερο επάγγελμα και αφετέρου των εργαζομένων που ασκούν τη δραστηριότητά τους ως κύριο επάγγελμα και όχι των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο έναντι των εργαζομένων με πλήρες ωράριο. Κατά συνέπεια, πρόκειται για δυσμενή διάκριση μεταξύ εργαζομένων με πλήρες και εργαζομένων με μειωμένο ωράριο μόνο όταν μπορεί να υποτεθεί ότι οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο ασκούν συχνότερα, πέραν της δραστηριότητάς τους, ορισμένη κύρια επαγγελματική δραστηριότητα απ' ό,τι οι εργαζόμενοι με πλήρες ωράριο.
14 Ο συλλογισμός με τον οποίο το αιτούν δικαστήριο αιτιολογεί το πρώτο ερώτημά του περιλαμβάνει τρία στάδια.
15 Καταρχάς το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ως δεδομένο το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους εργαζομένους που ασκούν ως δεύτερο επάγγελμα ορισμένη δραστηριότητα με μειωμένο ωράριο είναι άνδρες. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η πείρα δείχνει ότι οι γυναίκες, λόγω των διπλών * επαγγελματικών και οικογενειακών * βαρών που φέρουν, συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα με πλήρες ωράριο ούτε, κατά μείζονα λόγο, επαγγελματική δραστηριότητα με πλήρες ωράριο και επί πλέον ένα δεύτερο επάγγελμα.
16 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht και βάσει του άρθρου 3, στοιχείο n, της συλλογικής συμβάσεως, επιτρέπεται η καταβολή στους εργαζομένους που ασκούν, ως δεύτερο επάγγελμα, ορισμένη δραστηριότητα με μειωμένο ωράριο χαμηλότερης αμοιβής απ' ό,τι στους λοιπούς εργαζομένους, οι οποίοι έχουν πλήρες ωράριο.
17 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι οι εργοδότες προσλαμβάνουν κατά προτίμηση, όταν πρόκειται για εργασία με μειωμένο ωράριο, εργαζομένους για τους οποίους η δραστηριότητα αυτή αποτελεί δεύτερο επάγγελμα * δηλαδή άνδρες * επειδή μπορούν να συμφωνήσουν με τους εργαζόμενους αυτούς την καταβολή χαμηλότερης από την κανονικά προβλεπόμενη αμοιβή. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες έχουν λιγότερες ευκαιρίες να εξεύρουν εργασία με μειωμένο ωράριο, πράγμα που τις εκθέτει σε έμμεσες διακρίσεις, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση.
18 Εκτός από το γεγονός ότι η Grau-Hupka ανήκει ακριβώς στην κατηγορία εκείνη των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, την οποία το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ευνοημένη, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, από τη δικογραφία προκύπτει ότι αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης συνιστά το αίτημα αυτής της εργαζομένης με μειωμένο ωράριο να της καταβάλλεται μεγαλύτερη αμοιβή από την αμοιβή που της καταβάλλεται λόγω του ότι λαμβάνει, πέραν του μισθού της, συντάξεις γήρατος που της παρέχουν σταθερή ασφαλιστική κάλυψη, χωρίς η ενάγουσα να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι είναι θύμα δυσμενούς διακρίσεως, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία της οδηγίας περί ισότητας στην πρόσβαση σε απασχόληση δεν ασκεί επιρροή επί της επιλύσεως της διαφοράς της κύριας δίκης.
19 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου, εφόσον αποδεικνύεται ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή η εξέταση του κύρους του κοινοτικού κανόνα, τις οποίες ζητεί το δικαστήριο αυτό, δεν έχουν καμία σχέση με την υπόσταση ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenco Dias, Συλλογή 1992, σ. Ι-4673).
20 Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
21 Ενώ το πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούσε την πρόσβαση σε απασχόληση, το δεύτερο ερώτημά του αφορά την ισότητα αμοιβών.
22 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ερωτάται αν απαγορεύεται, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, να εξομοιωθεί η λήψη συντάξεως γήρατος προς άσκηση κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας που παρέχει ασφαλιστική κάλυψη, όταν η σύνταξη γήρατος αυτή είναι μειωμένη λόγω μη καταβολής αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα που αφιέρωσε ο ενδιαφερόμενος στην ανατροφή τέκνου.
23 Η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε για την απάντηση στο πρώτο, έχει σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Η εξομοίωση δηλαδή της λήψεως συντάξεως γήρατος προς άσκηση κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας, ακόμη και όταν η σύνταξη αυτή είναι μειωμένη λόγω μη καταβολής αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος αφιερώθηκε στην ανατροφή τέκνου, καταλήγει τελικά στην καταβολή, για τη δραστηριότητα που ασκείται με μειωμένο ωράριο, χαμηλότερης αμοιβής από την κανονική.
24 Η σύνταξη της Grau-Hupka είναι μειωμένη, επειδή κατά τον υπολογισμό της συντάξεως αυτής δεν ελήφθησαν υπόψη παρά μόνο εν μέρει τα πέντε έτη που αφιέρωσε στην ανατροφή του τέκνου της. Το Arbeitsgericht εξηγεί συναφώς ότι, αν και σήμερα το γερμανικό δίκαιο προβλέπει ότι για τον υπολογισμό του ύψους της συντάξεως γήρατος λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι που αφιέρωσε ο ενδιαφερόμενος στην ανατροφή του τέκνου (άρθρο 56 του Socialgesetzbuch, του γερμανικού κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, έκτος τόμος, στο εξής: SGB), κατά τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος που χορηγήθηκε στην Grau-Hupka για τις περιόδους εργασίας της με πλήρες ωράριο δεν εφαρμόστηκε ο κανόνας του άρθρου 56. Η περίπτωσή της ρυθμίστηκε από μια μεταβατική ρύθμιση, το άρθρο 249 του SGB, σύμφωνα με το οποίο αναγνωρίστηκε ως συντάξιμο μόνο ένα από τα έτη που αφιέρωσε στην ανατροφή του τέκνου της.
25 Κατά το Arbeitsgericht, το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη όλα τα έτη που αφιερώνει ο εργαζόμενος στην ανατροφή του τέκνου του θίγει αναλογικά περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες, αφού στη γενιά των σημερινών συνταξιούχων η ανατροφή των τέκνων βάρυνε σχεδόν αποκλειστικά τις γυναίκες. Συνεπώς, οι δικαιούχοι μειωμένης συντάξεως γήρατος είναι κατά πλειονότητα γυναίκες. Το Arbeitsgericht καταλήγει συνεπώς στο συμπέρασμα ότι υφίσταται έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 119 της Συνθήκης και από την οδηγία περί ισότητας αμοιβών.
26 Το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε αν η επίμαχη μειωμένη σύνταξη γήρατος, στην οποία αναφέρεται το δεύτερο ερώτημά του, ήταν η κατά νόμο σύνταξη γήρατος ή η επικουρική σύνταξη γήρατος της Grau-Hupka. Δεδομένου ότι οι εθνικές διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το δικαστήριο αυτό αφορούν το κατά νόμο συνταξιοδοτικό σύστημα, πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για την προβλεπόμενη από τον νόμο σύνταξη γήρατος.
27 Στην περίπτωση αυτή πρέπει να τονιστεί, όπως εξάλλου τόνισε ο γενικός εισαγγελέας, ότι η οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), δεν υποχρεώνει σε καμία περίπτωση τα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένα οφέλη, όσον αφορά την ασφάλιση γήρατος, στα πρόσωπα που ασχολήθηκαν με την ανατροφή των τέκνων τους ή να χορηγούν δικαιώματα επί παροχών για τις περιόδους διακοπής της δραστηριότητάς τους λόγω ανατροφής των τέκνων τους.
28 Αφού το κοινοτικό δίκαιο περί ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν υποχρεώνει τα κράτη να λαμβάνουν υπόψη, κατά τον υπολογισμό της κατά νόμο συντάξεως γήρατος, τα έτη που έχουν αφιερώσει οι ενδιαφερόμενοι για την ανατροφή των τέκνων τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης και στην οδηγία περί ισότητας αμοιβών, το γεγονός ότι επιτρέπεται η καταβολή χαμηλότερου από τον κανονικό μισθό στον δικαιούχο συντάξεως, ο οποίος επομένως διαθέτει και ασφαλιστική κάλυψη, όταν η σύνταξη γήρατος είναι μειωμένη λόγω μη καταβολής αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα που αφιέρωσε το δικαιούχος αυτός στην ανατροφή τέκνου του.
29 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και στην οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, δεν απαγορεύει την εξομοίωση της λήψεως συντάξεως γήρατος προς άσκηση κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας που παρέχει ασφαλιστική κάλυψη, όταν η σύνταξη αυτή είναι μειωμένη λόγω μη καταβολής αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα που αφιέρωσε ο ενδιαφερόμενος στην ανατροφή τέκνου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 12ης Μαΐου 1993 το Arbeitsgericht Bremen, αποφαίνεται:
1) Δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
2) Η αρχή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και στην οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, δεν απαγορεύει την εξομοίωση της λήψεως συντάξεως γήρατος προς άσκηση κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας που παρέχει ασφαλιστική κάλυψη, όταν η σύνταξη αυτή είναι μειωμένη λόγω μη καταβολής αμοιβής κατά το χρονικό διάστημα που αφιέρωσε ο ενδιαφερόμενος στην ανατροφή τέκνου.
Full & Egal Universal Law Academy