Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική πολιτική * Ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως * Προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ * Ενεργός πληθυσμός υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας * Πρόσωπα που παρέχουν ήσσονα εργασία, η οποία χαρακτηρίζεται από περιορισμένο αριθμό ωρών εργασίας και χαμηλή αμοιβή * Εμπίπτουν
(Οδηγία 79/7 του Συμβουλίου, άρθρο 2)
2. Κοινωνική πολιτική * Ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως * Οδηγία 79/7/ΕΟΚ * Εθνική νομοθεσία αποκλείουσα από το σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως γήρατος τις ήσσονες εργασίες που συνεπάγονται κατά κανόνα ωράριο κατώτερο των δεκαπέντε ωρών την εβδομάδα και μισθό μη υπερβαίνοντα το ένα έβδομο του μέσου μηνιαίου μισθού * Νομοθεσία πλήττουσα κυρίως τις γυναίκες * Αντικειμενική δικαιολόγηση * Επιτρέπεται
(Οδηγία 79/7 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 1)
Περίληψη
1. Η οδηγία 79/7, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι αποτελούν μέρος του ενεργού πληθυσμού, υπό την έννοια του άρθρου 2 της εν λόγω οδηγίας, και επομένως εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της τα πρόσωπα που παρέχουν εργασία η οποία θεωρείται ήσσων, επειδή συνεπάγεται κατά κανόνα ωράριο κατώτερο των δεκαπέντε ωρών την εβδομάδα και μισθό μη υπερβαίνοντα το ένα έβδομο του μέσου μηνιαίου μισθού.
Πράγματι, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο αποκομίζει από την επαγγελματική του δραστηριότητα μικρό μόνο εισόδημα, το οποίο δεν αρκεί για την κάλυψη των αναγκών του, δεν μπορεί, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να του αφαιρέσει την ιδιότητα του εργαζομένου ή να το εξαιρέσει από τον ενεργό πληθυσμό.
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε μια εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει από το προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος τις εργασίες που κατά κανόνα συνεπάγονται λιγότερες από δεκαπέντε ώρες απασχολήσεως την εβδομάδα και μισθό μη υπερβαίνοντα το ένα έβδομο του μέσου μηνιαίου μισθού, ακόμη και αν πλήττει πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες, εφόσον ο εθνικός νομοθέτης μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι η επίμαχη νομοθεσία ήταν αναγκαία για την επίτευξη σκοπού της κοινωνικής πολιτικής άσχετου προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου. Τούτο συμβαίνει όταν η εξαίρεση των εν λόγω εργασιών από την υποχρεωτική ασφάλιση συνάδει με μια διαρθρωτική αρχή ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που βασίζεται σε εισφορές, αποτελεί το μόνο μέσο για να ικανοποιηθεί η κοινωνική ζήτηση για τις εργασίες αυτές και σκοπεί να αποτρέψει την αύξηση των παρανόμων θέσεων εργασίας και των αποπειρών καταστρατηγήσεως της κοινωνικής νομοθεσίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-317/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Sozialgericht Hannover (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Inge Nolte
και
Landesversicherungsanstalt Hannover,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη (εισηγητή), D. A. O. Edward και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray, P. Jann, H. Ragnemalm και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Leger
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Landesversicherungsanstalt Ηannover, εκπροσωπούμενη από τον Joerg Kayser, διευθυντή,
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την S. Lucinda Hudson, Assistant Treasury Solicitor, και τον Nicholas Paines, barrister,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Karen Banks, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Horstpeter Kreppel, Γερμανό δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στην υπηρεσία αυτή,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Landesversicherungsanstalt Hannover, εκπροσωπουμένης από τον Joerg Kayser, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Ernst Roeder, της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Donal O' Donnell, barrister-at-law, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον Nicholas Paines, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Horstpeter Kreppel, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαΐου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 25ης Μαΐου 1993, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιουνίου 1993, το Sozialgericht Hannover υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Nolte και της Landesversicherungsanstalt Hannover (στο εξής: LVΑ), σχετικά με την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία ο εν λόγω οργανισμός απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας για συνταξιοδότηση και χορήγηση συντάξεως αναπηρίας.
3 Aπό τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο κοινωνικών ασφαλίσεων, ένας ασφαλισμένος που έχει καταστεί ανίκανος προς εργασία έχει δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας, εφόσον, εντός των πέντε ετών που προηγούνται της επελεύσεως της αναπηρίας, βεβαιώνεται η καταβολή εισφορών τουλάχιστον επί τρία έτη για εργασία ή δραστηριότητα υποκείμενη στην υποχρεωτική ασφάλιση.
4 Οι προϋποθέσεις αυτές προβλέπονταν στα άρθρα 1247, παράγραφος 2 a, και 1246, παράγραφος 2 a, πρώτη φράση, σημείο 1, του Reichsversicherungsordnung (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: RVO), τα οποία έχουν καταργηθεί, αλλά εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί πριν τις 31 Μαρτίου 1992. Οι διατάξεις που ισχύουν σήμερα (άρθρο 44 του βιβλίου VΙ του Sozialgesetzbuch (στο εξής: SGB) έχουν, πέραν ορισμένων φραστικών τροποποιήσεων, το ίδιο περιεχόμενο με τα καταργηθέντα άρθρα.
5 Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 1228, σημείο 4, του RVO, που αντιστοιχεί στις ισχύουσες σήμερα συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, σημείο 1, του βιβλίου ΙV και του άρθρου 5, παράγραφος 2, του βιβλίου VΙ του SGB, οι ήσσονες εργασίες δεν υπόκεινται στο προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος.
6 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, μια εργασία θεωρείται ήσσων, όταν παρέχεται κατά κανόνα λιγότερο από δεκαπέντε ώρες την εβδομάδα και όταν ο μηνιαίος μισθός δεν υπερβαίνει κατά κανόνα το ένα έβδομο του μηνιαίου μισθού των ασφαλισμένων στο προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Αυτό το ανώτατο όριο αμοιβής προσαρμόζεται ετησίως. Το 1993 ανερχόταν σε 530 γερμανικά μάρκα (DM) μηνιαίως στα παλαιά ομόσπονδα κράτη και σε 390 DM στα νέα ομόσπονδα κράτη.
7 Η Nolte, γεννηθείσα στις 14 Μαΐου 1930, εργάστηκε, ενώ συγχρόνως κατέβαλε υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές, μέχρι το 1965. Δεδομένου ότι έκτοτε ασχολήθηκε με την ανατροφή των τέκνων της, και, ακολούθως, με ήσσονες εργασίες, δεν κατέβαλε πλέον υποχρεωτικές εισφορές. Από το 1977 μέχρι τον Μάρτιο του 1987, οπότε σταμάτησε να εργάζεται, η Nolte εξακολούθησε να απασχολείται με ήσσονα εργασία (ως καθαρίστρια).
8 Από τον Ιούνιο του 1988 η Νοlte πάσχει από σοβαρή ασθένεια με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον σε θέση να εργάζεται τακτικώς παρέχοντας μισθωτή εργασία.
9 Στις 28 Νοεμβρίου 1988 η Νolte ζήτησε από την LVA να συνταξιοδοτηθεί και να της χορηγηθεί σύνταξη αναπηρίας.
10 Με απόφαση της 14ης Αυγούστου 1989, η LVA απέρριψε την αίτηση αυτή, με την αιτιολογία ότι η Νolte δεν αποδείκνυε ότι, εντός των τελευταίων εξήντα ημερολογιακών μηνών που προηγούνταν της επελεύσεως της αναπηρίας της, είχε καταβάλει επί τριάντα έξι μήνες ασφαλιστικές εισφορές για εργασία υποκείμενη σε υποχρεωτική ασφάλιση.
11 Κατόπιν απορρίψεως της ενστάσεώς της, η Νolte άσκησε, ενώπιον του Sozialgericht Hannover, προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεώς της.
12 Το Sozialgericht Hannover θεωρεί ότι ο αποκλεισμός των ησσόνων εργασιών από την υποχρεωτική ασφάλιση γήρατος συνιστά έμμεση διάκριση, αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, και ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης πρέπει, επομένως, να αντιμετωπιστεί ως εάν, πριν την επέλευση της αναπηρίας της, είχε καταβάλει εισφορές στο σύστημα της ασφαλίσεως γήρατος.
13 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
"Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση, όσον αφορά:
* το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
* την υποχρέωση καταβολής εισφορών (...)"
14 Κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία της οδηγίας, το Sozialgericht Hannover αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Συνιστά μια εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει από το προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος τις εργασίες που κατά κανόνα συνεπάγονται λιγότερες από 15 ώρες απασχολήσεως την εβδομάδα και μισθό μη υπερβαίνοντα το ένα έβδομο του μηνιαίου μισθού αναφοράς (άρθρο 8, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB IV και άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτη φράση, σημείο 1, του SGB VI), δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, εφόσον πλήττει πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Πρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαίωμα λήψεως συντάξεως αναπηρίας (άρθρο 44, παράγραφος 1, σημείο 2, του SGB VI) παρέχεται ακόμη και όταν δεν έχουν καταβληθεί υποχρεωτικές εισφορές, εφόσον, εντός των πέντε ετών που προηγούνται της επελεύσεως της αναπηρίας, ο ενδιαφερόμενος έχει ασκήσει επί τρία έτη εργασία 15 ωρών την εβδομάδα κατ' ανώτατο όριο, η οποία δεν υπόκειται, κατά το εθνικό δίκαιο, σε υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, αντί αμοιβής μη υπερβαίνουσας το προβλεπόμενο ανώτατο όριο αμοιβής, και εφόσον η μη χορήγηση παροχών γι' αυτού του είδους τη μερική απασχόληση πλήττει πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες;"
15 Προτού δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, πρέπει να εξεταστεί αν ένα πρόσωπο ευρισκόμενο στην κατάσταση της Νοlte, το οποίο παρέχει εργασία όπως αυτή που αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Επί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας
16 Σύμφωνα με το άρθρο της 2, η οδηγία "εφαρμόζεται επί του ενεργού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότης έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και επί των προσώπων που αναζητούν εργασία, καθώς και επί των συνταξιούχων και των αναπήρων εργαζομένων".
17 'Οπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η έννοια του ενεργού πληθυσμού είναι ευρύτατη, δεδομένου ότι καλύπτει όλους τους εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απλώς αναζητούν εργασία. Αντιθέτως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία δεν έχει εφαρμογή σε πρόσωπα που δεν είχαν ποτέ μετάσχει στην αγορά εργασίας ή που έπαυσαν να μετέχουν, χωρίς αιτία γι' αυτό να αποτελεί η επέλευση ενός από τους κινδύνους που αναφέρονται στην οδηγία (βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 48/88, 106/88 και 107/88, Achteberg-te Riele κ.λπ., Συλλογή 1989, σ. 1963, σκέψη 11).
18 Η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι τα πρόσωπα που παρέχουν ήσσονα εργασία δεν αποτελούν μέρος του ενεργού πληθυσμού υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, ιδίως διότι το μικρό εισόδημα που αντλούν από την εργασία αυτή δεν τους επιτρέπει να καλύπτουν τις ανάγκες τους.
19 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το γεγονός ότι το εισόδημα του εργαζομένου δεν καλύπτει όλες τις ανάγκες του δεν μπορεί να του αφαιρέσει την ιδιότητα του ενεργού προσώπου. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο ασκεί μια αμειβόμενη δραστηριότητα, η οποία αποφέρει εισοδήματα κατώτερα από το ελάχιστο όριο συντηρήσεως (βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 53/81, Levin, Συλλογή 1982, σ. 1035, σκέψεις 15 και 16) ή στο πλαίσιο της οποίας η διάρκεια του χρόνου εργασίας δεν υπερβαίνει κατά κανόνα τις δεκαοκτώ ώρες εβδομαδιαίως (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-102/88, Ruzius-Wilbrink, Συλλογή 1989, σ. 4311, σκέψεις 7 και 17) ή τις δώδεκα ώρες εβδομαδιαίως (βλ. απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 139/85, Kempf, Συλλογή 1986, σ. 1741, σκέψεις 2 και 16) ή ακόμη τις δέκα ώρες εβδομαδιαίως (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989 στην υπόθεση 171/88, Rinner-Kuehn, Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψη 16), δεν το εμποδίζει να θεωρείται εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 (προαναφερθείσες αποφάσεις Levin και Kempf) ή του άρθρου 119 (προαναφερθείσα απόφαση Rinner-Kuehn) της Συνθήκης ΕΟΚ ή υπό την έννοια της οδηγίας 79/7 (προαναφερθείσα απόφαση Ruzius-Wilbrink).
20 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η παρούσα υπόθεση είναι διαφορετική, δεδομένου ότι δεν αφορά την έννοια του εργαζομένου όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 48 της Συνθήκης, όπως συνέβαινε, μεταξύ άλλων, στην προαναφερθείσα υπόθεση Levin, αλλά την έννοια του εργαζομένου όπως χρησιμοποιείται στο δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο ορισμός όμως της έννοιας του εργαζομένου στον τομέα του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
21 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, ήδη με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964 στην υπόθεση 75/63, Unger (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1069, σημείο 1 του διατακτικού), το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια "εργαζόμενος μισθωτός ή εξομοιούμενος προς αυτόν" του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (ΑΒl. 1958, 30, σ. 561) έχει, όπως και ο όρος "εργαζόμενος" των άρθρων 48 έως 51, κοινοτικό περιεχόμενο. Συνεπώς, το γεγονός ότι οι προαναφερθείσες αποφάσεις Levin, Kempf και Rinner-Kuehn δεν αφορούν το δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως και δεν άπτονται της ερμηνείας του άρθρου 2 της οδηγίας 79/7 δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση που διατυπώνεται στη σκέψη 19, δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές διευκρινίζουν την έννοια του εργαζομένου υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
22 Επομένως, ένα πρόσωπο που παρέχει ήσσονα εργασία του είδους που αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα αποτελεί μέρος του ενεργού πληθυσμού υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας και εμπίπτει, επομένως, στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της.
23 Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρούν ότι, εν προκειμένω, η Νolte δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για έναν άλλο λόγο και, συγκεκριμένα, επειδή είχε παύσει πλήρως την επαγγελματική της δραστηριότητα, για άγνωστους λόγους, πλέον του έτους προ της επελεύσεως της ανικανότητάς της προς εργασία και επειδή δεν υπάρχει καμία ένδειξη περί του ότι κατά τον χρόνο εκείνο αναζητούσε εργασία.
24 Προβάλλοντας το επιχείρημα αυτό, οι εν λόγω δύο κυβερνήσεις αμφισβητούν, στην πραγματικότητα, τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το εθνικό δικαστήριο, δεδομένου ότι, κατά την άποψή τους, η Νolte αποκλείεται εν πάση περιπτώσει από το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, η Νolte θα είχε, βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, τη δυνατότητα να της αναγνωριστεί δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας, αν οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων είχε απασχοληθεί σε ήσσονες εργασίες θεωρούνταν ως υποκείμενες σε υποχρεωτική ασφάλιση.
25 'Ετσι, το εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων, κρίνει ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
26 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι μια εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει από το προβλεπόμενο από τον νόμο συστήμα ασφαλίσεως γήρατος τις εργασίες που κατά κανόνα συνεπάγονται λιγότερες από δεκαπέντε ώρες απασχολήσεως την εβδομάδα και μισθό μη υπερβαίνοντα το ένα έβδομο του μηνιαίου μισθού αναφοράς, συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, εφόσον πλήττει πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες.
27 Δεν αμφισβητείται ότι η εθνική ρύθμιση την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης δεν επάγεται άμεση δυσμενή διάκριση, δεδομένου ότι δεν αποκλείει τα πρόσωπα που ασκούν ήσσονα δραστηριότητα από τα εν λόγω από τον νόμο προβλεπόμενα ασφαλιστικά συστήματα ανάλογα με το φύλο τους. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η ρύθμιση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση.
28 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικού μέτρου το οποίο, καίτοι έχει ουδέτερη διατύπωση, θέτει στην πράξη σε δυσμενή μοίρα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν το μέτρο αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου. Αυτό συμβαίνει όταν τα επιλεγέντα μέσα ανταποκρίνονται σε θεμιτό σκοπό της κοινωνικής πολιτικής του κράτους μέλους για τη νομοθεσία του οποίου πρόκειται, είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τη νομοθεσία αυτή σκοπού και αναγκαία προς τούτο (βλ. απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994 στην υπόθεση C-343/92, Roks κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-571, σκέψεις 33 και 34).
29 Εν προκειμένω, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο αποκλεισμός των προσώπων που παρέχουν ήσσονα εργασία από την υποχρεωτική ασφάλιση συνάδει με μια διαρθρωτική αρχή του γερμανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
30 Προς στήριξη των επιχειρημάτων της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ιρλανδική Κυβέρνηση υπογράμμισαν, μεταξύ άλλων, ότι ένα σύστημα που βασίζεται σε εισφορές, όπως το επίμαχο εν προκειμένω, χαρακτηρίζεται από την ανάγκη διατηρήσεως της ισορροπίας μεταξύ, αφενός, των εισφορών που καταβάλλονται από τους ασφαλισμένους και τους εργοδότες και, αφετέρου, της καταβολής των παροχών σε περίπτωση επελεύσεως ενός από τους κινδύνους που καλύπτει το εν λόγω σύστημα. Κατά την άποψη αυτή, η διάρθρωση του εν λόγω συστήματος δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί ως έχει, αν καταργούνταν οι επίμαχες διατάξεις. Εντεύθεν θα προέκυπταν σοβαρά προβλήματα. Το εν λόγω σύστημα δεν θα μπορούσε πλέον να λειτουργεί αποκλειστικά βάσει των εισφορών.
31 Επιπλέον, η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι υπάρχει κοινωνική ζήτηση για τις ήσσονες εργασίες, ότι θεωρεί αναγκαίο να ικανοποιήσει τη ζήτηση αυτή στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής της, ενθαρρύνοντας την ύπαρξη και την προσφορά τέτοιου είδους θέσεων εργασίας, και ότι το μόνο μέσο για να το επιτύχει εντός του διαρθρωτικού πλαισίου του γερμανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως είναι ο αποκλεισμός των ησσόνων εργασιών από την υποχρεωτική ασφάλιση.
32 Επιπλέον, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, οι καταργούμενες θέσεις εργασίας δεν αντικαθίστανται από θέσεις εργασίας πλήρους ή μερικής απασχολήσεως, υποκείμενες σε υποχρεωτική ασφάλιση. Αντιθέτως, αυξάνονται οι παράνομες θέσεις εργασίας (η επονομαζόμενη "μαύρη αγορά εργασίας") και οι προσπάθειες περιγραφής του νόμου (π.χ., οι ψευδείς ανεξάρτητοι εργαζόμενοι), ενόψει της κοινωνικής ζητήσεως για ήσσονες εργασίες.
33 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην παρούσα κατάσταση του κοινοτικού δικαίου, η κοινωνική πολιτική εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (βλ. απόφαση της 7ης Μαΐου 1991 στην υπόθεση C-229/89, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-2205, σκέψη 22). Συνεπώς, στα κράτη μέλη εναπόκειται να επιλέξουν τα μέτρα που είναι πρόσφορα για την υλοποίηση του σκοπού της κοινωνικής πολιτικής τους και της πολιτικής τους για την απασχόληση. Κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως.
34 Πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο σκοπός της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής για την απασχόληση, τον οποίο επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση, είναι αντικειμενικώς άσχετος προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου και ότι ο εθνικός νομοθέτης μπορούσε, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του, να θεωρήσει ευλόγως ότι η επίμαχη νομοθεσία ήταν αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού.
35 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η επίμαχη νομοθεσία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμμεση δυσμενής διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
36 Ενόψει των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε μια εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει από το προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος τις εργασίες που κατά κανόνα συνεπάγονται λιγότερες από δεκαπέντε ώρες απασχολήσεως την εβδομάδα και μισθό μη υπερβαίνοντα το ένα έβδομο του μηνιαίου μισθού αναφοράς, ακόμη και αν πλήττει πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες, εφόσον ο εθνικός νομοθέτης μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι η επίμαχη νομοθεσία ήταν αναγκαία για την επίτευξη σκοπού κοινωνικής πολιτικής άσχετου προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
37 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο προηγούμενο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική, η Ιρλανδική, και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 25ης Μαΐου 1993 το Sozialgericht Hannover, αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε μια εθνική ρύθμιση, η οποία αποκλείει από το προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος τις εργασίες που κατά κανόνα συνεπάγονται λιγότερες από δεκαπέντε ώρες απασχολήσεως την εβδομάδα και μισθό μη υπερβαίνοντα το ένα έβδομο του μηνιαίου μισθού αναφοράς, ακόμη και αν πλήττει πολύ περισσότερες γυναίκες απ' ό,τι άνδρες, εφόσον ο εθνικός νομοθέτης μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι η επίμαχη νομοθεσία ήταν αναγκαία για την επίτευξη σκοπού της κοινωνικής πολιτικής άσχετου προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
Full & Egal Universal Law Academy