Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κανόνες ανταγωνισμού * Κανονισμός 26 * Παρέκκλιση προβλεπομένη για τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές συνεταιρισμών ενός μόνον κράτους μέλους * Αυτοτελής σημασία * Συμφωνία ή απόφαση, για την οποία δεν ισχύει η παρέκκλιση, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και για την οποία δεν έχει χορηγηθεί απαλλαγή * Ακυρότητα αυτοδικαίως * Αναδρομικό αποτέλεσμα
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 39 και 85 Κανονισμός 26 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 1)
2. Γεωργία * Κανόνες ανταγωνισμού * Κανονισμός 26 * Συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές συνεταιρισμών ενός μόνον κράτους μέλους * Εφαρμογή * Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 85 Κανονισμός 26 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 1)
Περίληψη
1. Τόσο από το ιστορικό της θεσπίσεως όσο και από την αιτιολογία του κανονισμού 26, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, προκύπτει ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών γεωργικών προϊόντων, ενώσεων των παραγωγών αυτών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών εξαρτάται αποκλειστικά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού αυτού. Αν μια συμφωνία ή μια απόφαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και δεν πληροί τις προϋποθέσεις παρεκκλίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26, ούτε δε της χορηγείται απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, είναι αυτοδικαίως άκυρη και η ακυρότητα αυτή παράγει αποτελέσματα αναδρομικώς.
Πράγματι, η ερμηνεία της δεύτερης φράσεως υπό την έννοια ότι δεν έχει αυτοτελή σημασία ουδόλως συνάδει προς τη βούληση του νομοθέτη, στο μέτρο που στις συμφωνίες για τις οποίες θα έπρεπε να ισχύσει ελαστικότερο καθεστώς θα εφαρμόζονταν αυστηρότερες προϋποθέσεις, καθόσον θα έπρεπε να πληρούν τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη φράση. Επιπλέον, η Επιτροπή δύσκολα θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι μια συμφωνία διακυβεύει την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39 της Συνθήκης εάν, δυνάμει της παρεκκλίσεως που εισάγει η πρώτη φράση, έχει ήδη αποδειχθεί ότι η εν λόγω συμφωνία ή η εν λόγω απόφαση είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων αυτών.
2. Το εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση της ακυρότητας της ρήτρας που περιλαμβάνεται στο καταστατικό γεωργικού συνεταιρισμού για παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ενώ ο συνεταιρισμός επικαλείται το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία και να αποφανθεί επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι πρόδηλον ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν πληρούνται ή ακόμη να διαπιστώσει την ακυρότητα της επίδικης ρήτρας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 85, παράγραφος 2, εάν έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ρήτρα αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να τύχει της απαλλαγής του άρθρου 2, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού ή απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Σε περίπτωση αμφιβολίας, το εθνικό δικαστήριο μπορεί, όταν τούτο αποδεικνύεται σκόπιμο και σύμφωνο προς τις εθνικές δικονομικές διατάξεις, να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από την Επιτροπή ή να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να ζητήσουν από την Επιτροπή να αποφανθεί συναφώς.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-319/93, C-40/94 και C-224/94,
που έχoυν ως αντικείμενο αιτήσεις του Gerechtshof te Leeuwarden και του Arrondissementsrechtbank te 's-Hertogenbosch (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων μεταξύ
Hendrik Evert Dijkstra (C-319/93)
και
Friesland (Frico Domo) Cooeperatie BA,
και μεταξύ
Cornelis van Roessel κ.λπ. (C-40/94)
και
De cooeperatieve vereniging Zuivelcooeperatie Campina Melkunie BA,
και μεταξύ
Willem de Bie κ.λπ. (C-224/94)
και
De Cooeperatie Zuivelcooeperatie Campina Melkunie BA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, J. L. Murray, P. Jann και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro,
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* ο Dijkstra (C-319/93), εκπροσωπούμενος από τoν P. E. Mazel, δικηγόρο Leeuwarden,
* ο Friesland (Frico Domo) Cooeperatie BA (C-319/93), εκπροσωπούμενος από τoν Μ. Β. W. Biesheuvel, δικηγόρο Χάγης,
* ο de Bie κ.λπ. (C-224/94), εκπροσωπούμενος από τoν I. W. VerLoren van Themaat, δικηγόρο Άμστερνταμ,
* ο De cooeperatieve vereniging Zuivelcooeperatie Campina Melkunie BA (C-40/94 και C-224/94), εκπροσωπούμενος από τoν Τ. R. Ottervanger, δικηγόρο Ρόττερνταμ,
* η Ολλανδική Κυβέρνηση (C-40/94), εκπροσωπουμένη από τον A. Bos, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών,
* η Γαλλική Κυβέρνηση (C-319/93), εκπροσωπουμένη από την C. de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον J.-M. Belorgey, charge de mission στην ίδια διεύθυνση,
* η Δανική Κυβέρνηση (C-40/94), εκπροσωπουμένη από τον P. Biering, διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (C-319/93, C-40/94 και C-224/94), εκπροσωπουμένη από τον B. J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη τις εκθέσεις ακροατηρίου στις υποθέσεις C-319/93 και C-40/94, και την έκθεση του εισηγητή δικαστή στην υπόθεση C-224/94,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του H. E. Dijkstra (C-319/93), εκπροσωπουμένου από τον P. E. Mazel, των C. van Roessel κ.λπ. (C-40/94), εκπροσωπουμένων από τον P. J. L. J. Duijsens, δικηγόρο Χάγης, του Friesland (Frico Domo) Cooeperatie BA (C-319/93), εκπροσωπουμένου από τον M. B. W. Biesheuvel, του De cooeperatieve vereniging Zuivelcooeperatie Campina Melkunie BA (C-40/94), εκπροσωπουμένου από τον T. R. Ottervanger, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον J. W. de Zwaan, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον J.-M. Belorgey, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον B. J. Drijber, κατά τη συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με τρεις διατάξεις της 12ης Μαΐου 1993, της 21ης Ιανουαρίου και 29ης Ιουλίου 1994, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 18 Ιουνίου 1993, στις 31 Ιανουαρίου και στις 2 Αυγούστου 1994, αντιστοίχως, το Gerechtshof te Leeuwarden (C-319/93) και το Arrondissementsrechtbank te 's-Hertogenbosch (C-40/93 και C-224/94) υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, μετέπειτα Συνθήκης ΕΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35, στο εξής: κανονισμός 26).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ, αφενός, κτηνοτρόφων γαλακτοπαραγωγών ζώων και, αφετέρου, γεωργικών συνεταιρισμών των οποίων οι κτηνοτρόφοι αυτοί ήταν μέλη, οι οποίες διαφορές αφορούν την υποχρέωση που επιβάλλουν στα μέλη τα καταστατικά των οργανισμών αυτών να καταβάλουν αποζημίωση λόγω εξόδου σε περίπτωση αποχωρήσεως ή αποβολής από τους συνεταιρισμούς.
3 Όταν οι κτηνοτρόφοι αυτοί αποβάλλονται ή αποχωρούν από τον συνεταιρισμό στον οποίο ανήκαν, υποχρεούνται να καταβάλουν ως αποζημίωση λόγω εξόδου ποσό ανερχόμενο, ανάλογα με τις περιπτώσεις, στο 10 % της τιμής του γάλακτος που είχαν λάβει από τον συνεταιρισμό κατά μέσον όρο ετησίως κατά τις πέντε τελευταίες διαχειριστικές χρήσεις ή στο 4 % της τιμής του γάλακτος που είχαν λάβει κατά τη διαχειριστική χρήση που προηγείται του έτους της εξόδου τους.
4 Κατά την ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διαδικασία, οι αιτούντες της κύριας δίκης υποστήριξαν ότι το καθεστώς της αποζημιώσεως λόγω εξόδου είναι μεταξύ άλλων ασυμβίβαστο προς τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ορισμένοι ισχυρίστηκαν ειδικότερα ότι η αποζημίωση λόγω εξόδου που ζητούν οι συνεταιρισμοί δημιουργεί στην πραγματικότητα υποχρέωση αποκλειστικής παραδόσεως αόριστης διάρκειας η οποία περιορίζει την οικονομική ελευθερία των μελών τους και συνιστά επομένως εμπόδιο για τους ανταγωνιστές του συνεταιρισμού.
5 Αναφέρθηκαν επιπλέον στη διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή κατά του Zuivelcooeperatie Campina BA βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με την αποδοχή δεσμεύσεως που ανέλαβε ο συνεταιρισμός να τροποποιήσει τις ρήτρες του καταστατικού του που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις εξόδου των μελών του, προκειμένου να παράσχει στα μέλη του τη δυνατότητα να καταγγείλουν τη συνεταιριστική σχέση σε τρεις δυνατές ημερομηνίες της διαχειριστικής χρήσεως, με προθεσμία καταγγελίας δύο μηνών, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως λόγω εξόδου, ή την 1η Απριλίου με προθεσμία καταγγελίας τριών μηνών και με την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως λόγω εξόδου ίσης προς το 4 % (ΧΧΙ Έκθεση επί της πολιτικής του ανταγωνισμού, 1991, σημεία 83 και 84).
6 Τέλος, οι αιτούντες των κυρίων δικών υποστήριξαν ακόμη ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στο καθεστώς της αποζημιώσεως λόγω εξόδου η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 26 το οποίο ορίζει τα εξής:
"1. Το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργανώσεως αγοράς ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 39 της Συνθήκης στόχων.
Δεν εφαρμόζεται ιδίως σε συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών ενός μόνο κράτους μέλους κατά το μέτρο που, χωρίς να συνεπάγονται την υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϊόντων ή την χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γεωργικών προϊόντων, εκτός αν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κατ' αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης.
2. Η Επιτροπή, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, αφού διαβουλευθεί με τα κράτη μέλη και ακούσει τη γνώμη των συμμετεχουσών επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, καθώς επίσης και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, του οποίου η ακρόαση θεωρείται απαραίτητη, να διαπιστώνει με δημοσιευόμενη απόφαση, ποιες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές πληρούν τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
3. Η Επιτροπή προβαίνει στη διαπίστωση αυτήν είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήσεως αρμοδίας αρχής ενός κράτους μέλους, ή μιας ενδιαφερομένης επιχειρήσεως ή ενώσεως επιχειρήσεων.
(...)"
7 Οι αιτούντες επισημαίνουν συναφώς, αφενός, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτη φράση, και, αφετέρου, ότι η δεύτερη φράση της ίδιας διατάξεως δεν έχει αυτοτελή σημασία υπό την έννοια ότι οι γεωργικοί συνεταιρισμοί πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες προϋποθέσεις από τις οποίες η πρώτη φράση εξαρτά την εφαρμογή του καθεστώτος παρεκκλίσεως.
8 Τα εθνικά δικαστήρια επισημαίνουν ότι η εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26 προκαλούσε πάντοτε αμφιβολίες και αποτέλεσε αντικείμενο δύο διαφορετικών ερμηνειών.
9 Κατά την πρώτη ερμηνεία, που στηρίζεται στο κείμενο, το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, δεν έχει αυτοτελή σημασία. Ο όρος "ιδίως" με τον οποίο αρχίζει η δεύτερη φράση σημαίνει ότι η διάταξη αυτή παρέχει απλώς ένα παράδειγμα συμφωνιών για τις οποίες ισχύει το καθεστώς παρεκκλίσεως που θεσπίζει το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη φράση. Η Επιτροπή ακολούθησε την ερμηνεία αυτή σε ορισμένες αποφάσεις της.
10 Κατά τη δεύτερη ερμηνεία η οποία στηρίζεται στο ιστορικό της θεσπίσεως του κανονισμού 26 και την οποία ακολούθησε η Επιτροπή στις πρώτες αποφάσεις της καθώς και σε ορισμένες πρόσφατες αποφάσεις της, το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26 έχει αυτοτελή σημασία. Δεδομένης της σημασίας των συνεταιρισμών στον γεωργικό τομέα, θεσπίζει έτσι εξαίρεση διαφορετική από τις περιπτώσεις μη εφαρμογής του άρθρου 85 που προβλέπει η πρώτη φράση. Η δεύτερη αυτή φράση εισάγει άλλωστε αντιστροφή του βάρους αποδείξεως υπέρ των συνεταιρισμών των παραγωγών εφόσον, προκειμένου περί συμφωνιών όπως οι προβλεπόμενες στη δεύτερη φράση, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει ότι αποκλείουν τον ανταγωνισμό ή διακυβεύουν τους στόχους της Συνθήκης. Δεδομένου ότι ο σκοπός της διατάξεως είναι να θεσπίσει καθεστώς ελαστικότερο για τους γεωργικούς συνεταιρισμούς, διαφορετική ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια μεγαλύτερη επιβάρυνση των συνεταιρισμών αυτών, στο μέτρο που θα έπρεπε να πληρούνται τόσο οι προϋποθέσεις της πρώτης όσο και εκείνες της δεύτερης φράσεως.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίνοντας ότι οι αιτήσεις αυτές εγείρουν προβλήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια αποφάσισαν να αναστείλουν την ενώπιόν τους διαδικασία και να υποβάλουν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
* Στις υποθέσεις C-319/93, C-40/94 και C-224/94:
"1) Έχει η δεύτερη φράση του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, η οποία φράση αφορά συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών ενός μόνον κράτους μέλους, αυτοτελή σημασία, οπότε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να θεωρήσει ως δεδομένο ότι οι εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές είναι έγκυρες, καθόσον χρόνο η Επιτροπή δεν διαπιστώνει ότι κατ' αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΟΚ;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, απαιτείται να περιέχεται η διαπίστωση της Επιτροπής ότι αυτό συμβαίνει σε απόφαση εκδιδόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, οφείλει το εθνικό δικαστήριο, όταν στο πλαίσιο διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιόν του προβάλλεται η ακυρότητα μιας συμφωνίας ή αποφάσεως γεωργικού συνεταιρισμού λόγω παραβάσεως του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, ο δε συνεταιρισμός επικαλείται τις διατάξεις της δεύτερης φράσεως, του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26/62, να ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής επί της υποθέσεως;"
* Στην υπόθεση C-224/94 υποβλήθηκαν πρόσθετα ερωτήματα:
"Ι) Έχει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 26, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ίδιου κανονισμού, την έννοια ότι, εφόσον η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει βάσει της διατάξεως αυτής με απόφαση ότι μια συμφωνία πληροί τις θετικές προϋποθέσεις από τις οποίες το άρθρο 2, παράγραφος 1, εξαρτά την παρέκκλιση που προβλέπει, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει απευθείας εφαρμογή δυνάμει του άρθρου 1 του προπαρατεθέντος κανονισμού;
ΙΙ) Θα είναι διαφορετική η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα όταν πρόκειται περί διαπιστώσεως της Επιτροπής, γενομένης σύμφωνα με τις διατάξεις που περιέχονται στο τέλος της δεύτερης φράσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, ότι αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΟΚ;
ΙΙΙ) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα δύο πρώτα ερωτήματα, είναι παρά ταύτα το εθνικό δικαστήριο αρμόδιο να αποφανθεί αυτοτελώς ότι το καθεστώς παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26/62 δεν μπορεί να εφαρμοστεί, δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ήδη καταστήσει γνωστό, όχι με απόφαση αλλά με διαφορετικό τρόπο, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26/62 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ή πρέπει να ζητήσει από την Επιτροπή την έκδοση επίσημης αποφάσεως και να αναστείλει την διαδικασία μέχρις ότου η Επιτροπή αποφανθεί με την έκδοση αποφάσεως;"
12 Με διάταξη της 1ης Δεκεμβρίου 1994, το Δικαστήριο διέταξε, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού Διαδικασίας, τη συνεκδίκαση των υποθέσεων C-319/93 και C-40/94 προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
13 Με διάταξη της 14ης Ιουλίου 1995, το Δικαστήριο διέταξε, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού Διαδικασίας, τη συνεκδίκαση των υποθέσεων C-319/93, C-40/94 και C-224/94 προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
14 Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν αμφιβολίες, αφενός, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 και, ειδικότερα, της δεύτερης φράσεως και, αφετέρου, ως προς τις αρμοδιότητες της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων αντιστοίχως στο πλαίσιο της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου.
Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26
15 Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 42 της Συνθήκης, οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων που απαριθμούνται στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙ της Συνθήκης (άρθρο 38, παράγραφος 3), παρά μόνον κατά το μέτρο που ορίζει το Συμβούλιο.
16 Βάσει των διατάξεων αυτών, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 26 ο οποίος, στο άρθρο 1, ορίζει ότι τα άρθρα 85 έως 90 της Συνθήκης, καθώς και οι διατάξεις εφαρμογής τους, εφαρμόζονται σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές σχετικά με την παραγωγή ή την εμπορία των εν λόγω προϊόντων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2 του ιδίου κανονισμού.
17 Συναφώς, επισημαίνεται ότι για την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, πρέπει να ληφθούν υπόψη το ιστορικό της θεσπίσεώς του καθώς και η αιτιολογία του κανονισμού 26.
18 Από το ιστορικό της θεσπίσεως του εν λόγω κανονισμού προκύπτει κατ' αρχάς ότι ο νομοθέτης, προσθέτοντας, αιτήσει του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τη δεύτερη αυτή φράση, η οποία δεν περιλαμβανόταν στην αρχική πρόταση κανονισμού της Επιτροπής, θέλησε να καθιερώσει εξαίρεση υπέρ των συμφωνιών, αποφάσεων και πρακτικών των παραγωγών γεωργικών προϊόντων εφόσον πληρούν τις εκτιθέμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, εκτός εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι με τη συμφωνία αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης.
19 Αυτή η πρόθεση προστασίας των γεωργικών συνεταιρισμών απορρέει στη συνέχεια από την αιτιολογία του κανονισμού και ιδίως από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 26, κατά την οποία πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των οργανώσεων γεωργοπαραγωγών.
20 Η ερμηνεία της δεύτερης φράσεως υπό την έννοια ότι δεν έχει αυτοτελή σημασία ουδόλως συνάδει προς τη βούληση του νομοθέτη στο μέτρο που στις συμφωνίες για τις οποίες θα έπρεπε να ισχύσει ελαστικότερο καθεστώς θα εφαρμόζονταν αυστηρότερες προϋποθέσεις καθόσον θα έπρεπε να πληρούν τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη φράση. Επιπλέον, η Επιτροπή δύσκολα θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι μια συμφωνία διακυβεύει την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39 της Συνθήκης εάν, δυνάμει της παρεκκλίσεως που εισάγει η πρώτη φράση, έχει ήδη αποδειχθεί ότι η εν λόγω συμφωνία ή η εν λόγω απόφαση είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων αυτών.
21 Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι οι εν λόγω συμφωνίες μπορούν να έχουν προσωρινή ισχύ καθόσον η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει ότι αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου 39, εφόσον το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, εισάγει απλώς αντιστροφή του βάρους αποδείξεως υπέρ των γεωργοπαραγωγών.
22 Κατά συνέπεια, αν διαπιστωθεί ότι μια συμφωνία ή μια απόφαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις παρεκκλίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26 και ότι δεν τυγχάνει απαλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης είναι άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 2. Η ακυρότητα αυτή ισχύει ex tunc (βλ., ιδίως, την απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1973, 48/72, Brasserie de Haecht, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 355, σκέψη 27).
23 Λαμβανομένου υπόψη αυτού ακριβώς του καθεστώτος, το Συμβούλιο, οσάκις το θεωρεί σκόπιμο, προβλέπει εξαίρεση από την αρχή κατά την οποία η ακυρότητα των απαγορευομένων από το άρθρο 85, παράγραφος 1, συμφωνιών παράγει αναδρομικά αποτελέσματα. Για τον λόγο αυτό άλλωστε ο κανονισμός 1360/78 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1978, περί των ομάδων παραγωγών και των ενώσεων αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 159), ορίζει στο άρθρο 17 ότι η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται, δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 26, ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης εφαρμόζεται στις συμφωνίες που προβλέπει ο κανονισμός αυτός θα εφαρμόζεται μόνον από την ημερομηνία της διαπιστώσεως.
24 Ενόψει του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές των παραγωγών γεωργικών προϊόντων, των ενώσεων των παραγωγών ή των ενώσεων των ενώσεων αυτών εξαρτάται αποκλειστικά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26. Αν μια συμφωνία ή μια απόφαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και δεν πληροί τις προϋποθέσεις παρεκκλίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26 ούτε της χορηγείται απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, είναι αυτοδικαίως άκυρη και η ακυρότητα αυτή παράγει αναδρομικά αποτελέσματα.
Επί της αρμοδιότητας για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26
25 Όσον αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26, υπογραμμίζεται κατ' αρχάς ότι, δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου, για να διαπιστώσει ότι μια συμφωνία πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1.
26 Αντίθετα, η Επιτροπή δεν έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1. Όπως έχει ήδη τονίσει το Δικαστήριο με την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-234/89, Δηλιμίτης (Συλλογή 1991, σ. Ι-935, σκέψη 45), η Επιτροπή είναι συναρμόδια με τα εθνικά δικαστήρια για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Όπως πράγματι διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, 127/73, BRT (Συλλογή τόμος 1974, σ. 35), το άρθρο 85, παράγραφος 1, παράγει άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και απονέμει απ' ευθείας στους ιδιώτες δικαιώματα που οφείλουν να προστατεύουν τα εθνικά δικαστήρια.
27 Στη συνέχεια πρέπει να εξετασθούν οι συνέπειες της εν λόγω κατανομής αρμοδιοτήτων για τη συγκεκριμένη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού από τα εθνικά δικαστήρια υπό το φως των αρχών που συνήγαγε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Δηλιμίτης.
28 Συναφώς πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων υποστηρίζεται ότι μια συμφωνία μεταξύ παραγωγών ή των ενώσεών τους καλύπτεται από την ειδική παρέκκλιση του κανονισμού 26, ενδέχεται να λάβουν αποφάσεις που δεν συνάδουν προς τις αποφάσεις που έλαβε ή προτίθεται να λάβει η Επιτροπή για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26 ή, ενδεχομένως, για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφοι 1 και 3. Τέτοιες αντιφατικές αποφάσεις παραβιάζουν όμως τη γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου και πρέπει κατά συνέπεια να αποφεύγονται όταν τα εθνικά δικαστήρια αποφαίνονται επί συμφωνιών ή πρακτικών που ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής.
29 Προκειμένου να συμβιβασθεί η ανάγκη αποφυγής αντιφατικών αποφάσεων με την υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αποφαίνεται επί των αξιώσεων του διαδίκου που επικαλείται την αυτοδίκαιη ακυρότητα μιας συμφωνίας, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες σκέψεις κατά την εφαρμογή του άρθρου 85.
30 Αν είναι πρόδηλον ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία για να αποφανθεί επί της επίδικης συμφωνίας.
31 Τουναντίον, αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, πρέπει να διαπιστώσει αν, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26, πρόκειται περί συμφωνίας παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών ενός μόνον κράτους μέλους η οποία, χωρίς να συνεπάγεται την υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορά την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϊόντων ή τη χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γεωργικών προϊόντων.
32 Αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η συμφωνία πληροί τις προϋποθέσεις αυτές και ότι είναι πρόδηλο, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου και η πρακτική της Επιτροπής, η οποία δεν προκύπτει άλλωστε μόνον από τις αποφάσεις που εκδίδει αλλά και μεταξύ άλλων από τις εκθέσεις της επί της πολιτικής του ανταγωνισμού και από τις ανακοινώσεις της, ότι η συμφωνία αποκλείει τον ανταγωνισμό ή διακυβεύει τους στόχους του άρθρου 39, μπορεί να αναγνωρίσει την ακυρότητά της σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης, εφόσον για τη συμφωνία αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκδοθεί απόφαση περί απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3.
33 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι μια συμφωνία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως περί απαλλαγής παρά μόνον αν αυτή κοινοποιήθηκε ή δεν υφίσταται υποχρέωση κοινοποιήσεώς της. Δεν υφίσταται υποχρέωση κοινοποιήσεως μιας συμφωνίας, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, όταν συμμετέχουν σ' αυτήν μόνον επιχειρήσεις ενός κράτους μέλους και η συμφωνία αυτή δεν αφορά ούτε εισαγωγές ούτε εξαγωγές μεταξύ κρατών μελών. Τα καταστατικά των παραγωγών γάλακτος συνεταιρισμών ενδέχεται να πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές.
34 Εάν, τουναντίον, το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη συμφωνία θα μπορούσε να εμπίπτει στην προπαρατεθείσα παρέκκλιση του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, μπορεί να αποφασίσει να αναστείλει τη διαδικασία είτε για να παράσχει στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να ζητήσουν από την Επιτροπή την έκδοση αποφάσεως κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, είτε για να ζητήσει το ίδιο πληροφορίες ως προς το στάδιο της διαδικασίας την οποία έχει ενδεχομένως κινήσει το όργανο αυτό και ως προς την πιθανότητα να αποφανθεί επισήμως επί της επίδικης συμφωνίας, είτε ακόμη για να ζητήσει οικονομικά και νομικά στοιχεία που το όργανο αυτό θα μπορούσε να του παράσχει.
35 Εν πάση περιπτώσει, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης.
36 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση της ακυρότητας της ρήτρας που περιλαμβάνεται στο καταστατικό γεωργικού συνεταιρισμού για παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ενώ ο συνεταιρισμός επικαλείται το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26, μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία και να αποφανθεί επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι πρόδηλον ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν πληρούνται ή ακόμη να διαπιστώσει την ακυρότητα της επίδικης ρήτρας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 85, παράγραφος 2, εάν έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ρήτρα αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να τύχει της απαλλαγής του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 ούτε απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Σε περίπτωση αμφιβολίας, το εθνικό δικαστήριο μπορεί, όταν τούτο αποδεικνύεται σκόπιμο και σύμφωνο προς τις εθνικές δικονομικές διατάξεις, να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από την Επιτροπή ή να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να ζητήσουν από την Επιτροπή να αποφανθεί επί της επίδικης ρήτρας.
37 Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στο πρώτο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα παρέλκει η απάντηση στα λοιπά ερωτήματα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική, η Γαλλική και η Δανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 12ης Μαΐου 1993 (C-319/93) το Gerechtshof te Leeuwarden και με διατάξεις της 21ης Ιανουαρίου και 29ης Ιουλίου 1994 (C-40/94 και C-224/94) το Arrondissementsrechtbank te 's-Hertogenbosch, αποφαίνεται:
1) Η μη εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές των παραγωγών γεωργικών προϊόντων, των ενώσεων των παραγωγών ή των ενώσεων των ενώσεων αυτών εξαρτάται αποκλειστικά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26. Αν μια συμφωνία ή μια απόφαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και δεν πληροί τις προϋποθέσεις παρεκκλίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του κανονισμού 26 ούτε της χορηγείται απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, είναι αυτοδικαίως άκυρη και η ακυρότητα αυτή παράγει αναδρομικά αποτελέσματα.
2) Το εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση της ακυρότητας της ρήτρας που περιλαμβάνεται στο καταστατικό γεωργικού συνεταιρισμού για παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, ενώ ο συνεταιρισμός επικαλείται το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26, μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία και να αποφανθεί επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι πρόδηλον ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν πληρούνται ή ακόμη να διαπιστώσει την ακυρότητα της επίδικης ρήτρας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 85, παράγραφος 2, εάν έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ρήτρα αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να τύχει της απαλλαγής του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 ούτε απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Σε περίπτωση αμφιβολίας, το εθνικό δικαστήριο μπορεί, όταν τούτο αποδεικνύεται σκόπιμο και σύμφωνο προς τις εθνικές δικονομικές διατάξεις, να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από την Επιτροπή ή να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να ζητήσουν από την Επιτροπή να αποφανθεί επί της επίδικης ρήτρας.
Full & Egal Universal Law Academy