Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινό δασμολόγιο * Δασμολογητέα αξία * Δαπάνες ποσοστώσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής για προσωπικές ποσοστώσεις δωρεάν χορηγούμενες στον πωλητή * Περιλαμβάνονται * Δαπάνες ποσοστώσεων για ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτο πρόσωπο ή για προσωπικές ποσοστώσεις χορηγούμενες στον πωλητή έναντι αντιτίμου * Δεν περιλαμβάνονται * Υποχρέωση χωριστής αναγραφής στη δήλωση της δασμολογητέας αξίας των δαπανών για ποσοστώσεις που δεν περιλαμβάνονται στην δασμολογητέα αξία * Δεν υφίσταται υποχρέωση του αγοραστή να μπορεί να δικαιολογεί τη φύση των δαπανών για ποσοστώσεις
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1224/80)
2. Κοινό δασμολόγιο * Δασμολογητέα αξία * Εισαγωγή υφαντουργικών προϊόντων από την Ταϊβάν * Δαπάνες για ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους * Μεταχείριση όμοια με εκείνη που επιφυλάσσεται στις εισαγωγές από τρίτες χώρες γενικώς
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1224/80, 4134/86 και 4136/86)
Περίληψη
1. Ο κανονισμός 1224/80, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, ειδικότερα δε το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, αυτού, έχει την έννοια ότι οι δαπάνες ποσοστώσεων που καταβάλει ο αγοραστής στον πωλητή, για προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγούνται σ' αυτόν δωρεάν, συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία, κατ' αντίθεση των δαπανών που καταβάλλονται για ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους ή για προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγούνται στον εξαγωγέα έναντι αντιτίμου. Πράγματι, τα περιλαμβανόμενα στο τιμολόγιο ποσά, που αντιστοιχούν σε προσωπικές ποσοστώσεις χορηγούμενες δωρεάν στον πωλητή αφορούν πλασματικές δαπάνες ποσοστώσεων, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν συγκεκαλυμμένο στοιχείο της τιμής του εμπορεύματος, τυχόν αφαίρεση του οποίου από την εμφαινόμενη στο τιμολόγιο τιμή του εμπορεύματος θα είχε ως συνέπεια την τεχνική μείωση της δασμολογητέας αξίας.
Δεδομένου ότι οι δαπάνες για μη συνυπολογιζόμενες στη δασμολογητέα αξία ποσοστώσεις δεν πρέπει να αναγράφονται χωριστά στη δήλωση της δασμολογητέας αξίας, ο αγοραστής που επιθυμεί να μην συνυπολογιστούν οφείλει να αποδείξει ότι πρόκειται για ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους ή για προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν στον εξαγωγέα έναντι αντιτίμου.
2. Όσον αφορά την δασμολογητέα αξία των εισαγωγών από την Tαϊβάν που υπόκεινται στον κανονισμό 4134/86, για το καθεστώς εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής Tαϊβάν, οι δαπάνες για ποσοστώσεις τρίτων πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τις δαπάνες ποσοστώσεων που αφορούν εισαγωγές υποκείμενες στον κανονισμό 4136/86, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-340/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Duesseldorf (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητήθηκε, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Klaus Thierschmidt GmbH
και
Hauptzollamt Essen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980 (ABl L 333, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Joliet, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse και M. Juleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Klaus Thierschmidt GmbH, εκπροσωπούμενη από τον Guenther Kroemer II, δικηγόρο Duesseldorf,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Lucinda Hudson, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενη από τη Sarah Lee, Counsel,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Francisco de Sousa Fialho, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον δικηγόρο Hans-Juergen Rabe, του δικηγορικού γραφείου Schoen Nolte Finkelmburg & Clemm, δικηγόρο Αμβούργου και Βρυξελλών,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις γραπτές παρατηρήσεις του καθού της κύριας δίκης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1994,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 1994,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 18ης Μαΐου 1993, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Ιουλίου 1993, το Finanzgericht Duesseldorf (Γερμανία) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980 (ΑΒl L 333, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Klaus Thierschmidt GmbH (στο εξής: Thierschmidt) και του Hauptzollamt Essen (στο εξής: Hauptzollamt), μετά την απόφαση του τελευταίου να συνυπολογίσει στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων τις δαπάνες που περιέλαβε στο τιμολόγιό του ο εξαγωγέας για ποσοστώσεις οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για την εξαγωγή υφαντουργικών προϊόντων τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες περιορισμού των εξαγωγών.
3 'Οπως συνάγεται από τη δικογραφία, από το 1987 έως το 1989 η Thierschmidt παρήγγειλε στο Χονγκ Κονγκ και στην Ταϊβάν γυναικεία ενδύματα τα οποία κατόπιν εισήγαγε στην Κοινότητα. Οι εισαγωγικοί δασμοί που αφορούσαν αυτήν την περίοδο ελέγχθηκαν από την Betriebspruefungsstelle Zoll fuer den Oberfinanzbezirk Duesseldorf (στο εξής: η BpZ).
4 Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου οι υπάλληλοι της BpZ διαπίστωσαν, αναφορικά με τις εισαγωγές από το Χονγκ Κονγκ, ότι οι δαπάνες για ποσοστώσεις τις οποίες είχε περιλάβει στο τιμολόγιό του ο εξαγωγέας J. Wong & Co (στο εξής: JW) δεν αναγράφονταν στη δήλωση της δασμολογητέας αξίας, με συνέπεια να μην μπορεί να καθοριστεί, για τις διάφορες κατηγορίες υφαντουργικών προϊόντων, αν τα ποσά που καταβλήθηκαν αντιστοιχούσαν στη χρησιμοποίηση ιδίων αδειών εξαγωγής της JW (στο εξής: προσωπικές ποσοστώσεις) ή σε δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η JW για την απόκτηση εξαγωγικών ποσοστώσεων από τρίτους (στο εξής: ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους). Ως προς τις εισαγωγές από την Ταϊβάν οι υπάλληλοι της BpZ διαπίστωσαν, επίσης, ότι οι δαπάνες για τις ποσοστώσεις δεν είχαν περιληφθεί στη διασάφηση.
5 Κρίνοντας ότι οι δαπάνες για τις ποσοστώσεις έπρεπε να συνυπολογιστούν στη δασμολογητέα αξία, το Hauptzollamt με τροποποιητική πράξη περί επιβολής δασμού συνοδευόμενη με διαταγή πληρωμής, της 15ης Ιουλίου 1991, ζήτησε από την Thierschmidt να καταβάλει δασμούς ύψους 813 162,54 γερμανικών μάρκων (DM), καθώς και φόρους κύκλου εργασιών, λόγω εισαγωγής, ύψους 159,99 DM.
6 Η διοικητική ένσταση της Thierschmidt κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από το Hauptzollamt, κατά τη γνώμη του οποίου οι δαπάνες που αντιστοιχούν σε προσωπικές ποσοστώσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με τις δαπάνες για ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους. Υπογράμμισε σχετικώς ότι η JW διέθετε προσωπικές ποσοστώσεις και ότι η Thierschmidt όφειλε να αποδείξει ότι οι σχετικές με ποσοστώσεις δαπάνες που περιέλαβε στο τιμολόγιό της η εν λόγω επιχείρηση ήταν δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων από τρίτους, οι οποίες και μόνον δεν συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία. Εξάλλου, το Hauptzollamt τόνισε ότι δεν είναι νόμιμη η εμπορία ποσοστώσεων στην Ταϊβάν και ότι, επομένως, οι δαπάνες για ποσοστώσεις έπρεπε να θεωρηθούν ως τμήμα της τιμής αγοράς.
7 Η Thierschmidt προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht Duesseldorf. Ισχυρίστηκε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι δαπάνες για ποσοστώσεις που αφορούν εισαγωγές από το Χονγκ Κονγκ δεν προσαυξάνουν τη δασμολογητέα αξία. Κατά την άποψή της, ο συνυπολογισμός ή μη των εν λόγω δαπανών στη δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν αυτές εμφαίνονται στη δήλωση περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων. Εξάλλου, οι δαπάνες ποσοστώσεων εμφαίνονται στο τιμολόγιο ως ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους, δεδομένου ότι η JW δεν είχε προσωπικές ποσοστώσεις παρά σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Εξάλλου, όπως προκύπτει από αλληλογραφία της Thierschmidt και της Taiwan Textile Federation (οργανισμού διαχειρίσεως των εξαγωγικών αδειών στην Ταϊβάν) στην Ταϊβάν είναι νόμιμη η εμπορία των ποσοστώσεων.
8 'Εχοντας υπόψη αυτά τα στοιχεία, το Finanzgericht Duesseldorf ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Συνυπολογίζεται στη δασμολογητέα αξία το ποσό που καταβάλλει ο αγοραστής στον πωλητή για τις χορηγούμενες στον πωλητή άδειες εξαγωγής (ποσοστώσεις εξαγωγής);
2) Πρέπει οι δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων να αναγράφονται χωριστά;
3) Οι προκύπτουσες από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 4134/86 δαπάνες για την απόκτηση ποσοστώσεων, πρέπει να θεωρούνται ως δαπάνες για απόκτηση ποσοστώσεων προκύπτουσες από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 4136/86;"
Επί του πρώτου ερωτήματος
9 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι προσωπικές ποσοστώσεις χορηγούνται στον πωλητή από τις αρμόδιες αρχές έναντι καταβολής αντιτίμου ή δωρεάν, αναλόγως της χώρας εξαγωγής.
10 Από τις σκέψεις που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο σχετικά με το πρώτο ερώτημά του προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό αναφέρεται αποκλειστικώς στις προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγούνται δωρεάν στον πωλητή.
11 Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι οι σκέψεις που διατύπωσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις του της 9ης Φεβρουαρίου 1984, 7/83, Ospig (Συλλογή 1984, σ. 609), και της 28ης Μαρτίου 1990, C-219/88, Malt (Συλλογή 1990, σ. Ι-1481) υπέρ του μη συνυπολογισμού στη δασμολογητέα αξία των δαπανών για ποσοστώσεις τρίτων θα μπορούσαν να καλύπτουν επίσης και την περίπτωση των προσωπικών ποσοστώσεων και ότι βάσει αυτών των σκέψεων θα μπορούσαν να συνυπολογιστούν στη δασμολογητέα αξία και οι σχετικές με τις ποσοστώσεις αυτές δαπάνες. Αφενός, το άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80, το οποίο απαριθμεί τις πρόσθετες δαπάνες που συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία, δεν αναφέρει ούτε τις ποσοστώσεις τρίτων, ούτε τις προσωπικές ποσοστώσεις. Αφετέρου, οι δαπάνες για προσωπικές ποσοστώσεις, ως δυνάμενο να αποτιμηθεί σε χρήμα όφελος που συνδέεται με την εξαγωγή του εμπορεύματος, δεν μπορούν να συνυπολογισθούν στη δασμολογητέα αξία διότι απορρέουν αποκλειστικώς από τα κοινοτικά συστήματα περιορισμού και ελέγχου των εισαγωγών. Οι δαπάνες αυτές δεν έχουν καμία άμεση σχέση με τα εμπορεύματα, οι δε προσωπικές ποσοστώσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας ανεξαρτήτως αυτών.
12 Κατά το αιτούν δικαστήριο είναι δύσκολο να αποδειχθεί ότι οι πραγματοποιηθείσες πληρωμές αφορούν προσωπικές ποσοστώσεις και όχι ποσοστώσεις προβαλλόμενες ως προερχόμενες από τρίτους, καθόσον οι αρμόδιοι υπάλληλοι των κρατών μελών δεν μπορούν να προβούν στις απαιτούμενες προς τούτο έρευνες. Εξ άλλου, δεν μπορεί να αποκλειστεί ενδεχόμενο απάτης συνιστάμενης σε ανταλλαγή προσωπικών ποσοστώσεων μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων που πωλούν τα ίδια εμπορεύματα, μέσω της οποίας οι εν λόγω επιχειρήσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν στο τιμολόγιο που εκδίδουν ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους, χωρίς οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών να μπορούν να επισημάνουν την απάτη.
13 Το Finanzgericht Duesseldorf παραθέτει στη συνέχεια σειρά επιχειρημάτων υπέρ του συνυπολογισμού των δαπανών για προσωπικές ποσοστώσεις στη δασμολογητέα αξία. Αφενός, κατά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού 1224/80 που προκύπτει από την απόφαση του Bundesfinanzhof, της 24ης Απριλίου 1990 (Az. VII R 55/89 ZfZ 1990 σ. 357), οι δαπάνες για προσωπικές ποσοστώσεις πρέπει να συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία, διότι συνδέονται άμεσα με την πωλητήρια σύμβαση και δεν συνιστούν αντιπαροχή για δικαιώματα άλλως πως κτηθέντα. Αφετέρου, αν δεν συνυπολογισθούν στη δασμολογητέα αξία οι προσωπικές ποσοστώσεις, οι συνάπτοντες σύμβαση πωλήσεως θα μπορούν να επηρεάζουν τη δασμολογητέα αξία και, επομένως, τους καταβλητέους δασμούς, κατά τον καθορισμό της τιμής αγοράς και των δαπανών για ποσοστώσεις που συνδέονται με τη χρησιμοποίηση ποσοστώσεων που έχουν χορηγηθεί δωρεάν στον πωλητή. Μια τέτοια δυνατότητα διευθετήσεως ανεξαρτήτως της τιμής αγοράς δεν συμβιβάζεται με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία η σχετική με την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 12 Απριλίου 1979 και επικυρώθηκε με την απόφαση 80/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1979, περί συνάψεως πολυμερών συμφωνιών που προκύπτουν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις 1973/1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3 και * κείμενο της συμφωνίας * σ. 107, στο εξής: συμφωνία περί εφαρμογής του άρθρου VII της ΓΣΔΕ), και ο κανονισμός 1224/80, σκοπός ο οποίος συνίσταται στη θέσπιση ενός δικαίου, ομοιομόρφου και ουδετέρου συστήματος υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κοινού δασμολογίου. Εξάλλου, η δασμολογητέα αξία δεν καθορίζεται πλέον βάσει απλών κριτηρίων, όπως το συνολικό ποσό που κατέβαλε ο αγοραστής στον πωλητή.
14 Τέλος, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 ορίζει ότι δασμολογητέα αξία είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή, καθώς και ότι ο ορισμός αυτός είναι σύμφωνος με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 1, σημείο 1, της συμφωνίας περί εφαρμογής του άρθρου VΙΙ της ΓΣΔΕ, βάσει του οποίου τα άλλα συμβαλλόμενα κράτη συνυπολογίζουν τις δαπάνες ποσοστώσεων στη δασμολογητέα αξία.
15 Επιβάλλεται καταρχάς να τονιστεί ότι κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80,
"Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογήν του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 (...)"
16 Το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α', του κανονισμού 1224/80, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3193/80, ορίζει:
"Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή υπέρ του πωλητή, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως όρος της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή από τον αγοραστή σε τρίτο συμβαλλόμενο μέρος για να εκπληρώσει μια υποχρέωση του πωλητή. Η πληρωμή είναι αναγκαίο να γίνεται σε χρήμα. Είναι δυνατό να λάβει χώρα με πιστωτικούς τίτλους ή αξιόγραφα και δύναται να πραγματοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα."
17 Από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο α', του κανονισμού 1224/80 προκύπτει ότι η δασμολογητέα αξία περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν ως όρος της πωλήσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή σε τρίτους, για να εκπληρωθεί η υποχρέωση του πωλητή.
18 Εξάλλου, το άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80, στο οποίο παραπέμπει το ανωτέρω άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι στην "πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή" προστίθενται ορισμένα έξοδα παρεπόμενα της τιμής αυτής. Η απαρίθμηση των εξόδων αυτών είναι περιοριστική, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3.
19 Μολονότι οι χορηγούμενες δωρεάν ποσοστώσεις μπορεί να έχουν εμπορική αξία για τον πωλητή, ωστόσο δεν συνεπάγονται την εκ μέρους του πραγματοποίηση δαπανών. Συνεπώς, τα περιλαμβανόμενα στο τιμολόγιο ποσά, τα αντιστοιχούντα στις εν λόγω ποσοστώσεις, αφορούν, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, πλασματικές δαπάνες ποσοστώσεων, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν συγκεκαλυμμένο στοιχείο της τιμής του εμπορεύματος. Τυχόν αφαίρεση των πλασματικών αυτών ποσών από την εμφαινόμενη στο τιμολόγιο τιμή του εμπορεύματος θα είχε ως συνέπεια την τεχνητή μείωση της δασμολογητέας αξίας, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 4, στοιχείο ζ', του κανονισμού 1224/80.
20 Εφόσον αποτελούν στοιχεία της τιμής, τα εν λόγω ποσά εμπίπτουν στο άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α', του εν λόγω κανονισμού. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 του κανονισμού 1224/80 και, συνεπώς, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου δεν εφαρμόζεται επ' αυτών.
21 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Thierschmidt, οι σκέψεις 13 και 14 της προαναφερθείσας απόφασης Ospig, που στηρίζονται στη διαφορά μεταξύ των σκοπών που επιδιώκει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση η σχετική με τον έλεγχο των ποσοτήτων των εισαγομένων από ορισμένες τρίτες χώρες υφαντουργικών προϊόντων και ο κανονισμός 1224/80, δεν μπορούν να εφαρμοστούν ως προς τις προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγούνται στον εξαγωγέα δωρεάν. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή το σύστημα των ποσοστώσεων δεν συνεπάγεται καμία δαπάνη για τον πωλητή.
22 Συνεπώς, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι δαπάνες ποσοστώσεων που καταβάλλει ο αγοραστής στον πωλητή, για προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγούνται σ' αυτόν δωρεάν, συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
23 Το δεύτερο ερώτημα του Finanzgericht Duesseldorf αναφέρεται στο αν οι δαπάνες ποσοστώσεων που δεν συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία πρέπει να αναγράφονται χωριστά στη δήλωση της δασμολογητέας αξίας.
24 Το ανωτέρω δικαστήριο τονίζει ότι η ισχύουσα τελωνειακή νομοθεσία δεν περιλαμβάνει διάταξη επιβάλλουσα ρητώς τη χωριστή αναγραφή των δαπανών που δεν συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία. Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Ospig και Malt δεν προκύπτει σχετικώς καμία ένδειξη. Πάντως, από την απόφαση Malt (σκέψη 13) θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την απόκτηση αδειών εξαγωγής είναι ανεξάρτητες από την τιμή που λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της σχετικής με τη δασμολογητέα αξία νομοθεσίας και ότι, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ούτε κατά τη δήλωση της δασμολογητέας αξίας. Ωστόσο, η χωριστή αναγραφή των δαπανών για ποσοστώσεις θα ήταν ευκτέα από πρακτικής απόψεως. Οι υπάλληλοι θα μπορούσαν, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1224/80, να ζητούν από τον εισαγωγέα να δικαιολογεί, κατά τρόπο που να μη δημιουργεί αμφισβητήσεις, τις προβαλλόμενες δαπάνες ποσοστώσεων.
25 Πρέπει να τονιστεί ότι οι δαπάνες για ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους, καθώς και οι δαπάνες για προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγούνται στον εξαγωγέα έναντι αντιτίμου, δεν χρειάζεται να αναγράφονται χωριστά στη δήλωση της δασμολογητέας αξίας.
26 'Οπως, πράγματι, προκύπτει από τα άρθρα 3, παράγραφος 4, και 15 του κανονισμού 1224/80, ορισμένες δαπάνες μη περιλαμβανόμενες στη δασμολογητέα αξία πρέπει να αναγράφονται χωριστά. Ωστόσο, οι δύο αυτές διατάξεις δεν αφορούν τις δαπάνες ποσοστώσεων. Συνεπώς, εφόσον ο κανονισμός 1224/80 σιωπά, δεν μπορεί να επιβληθεί στους εισαγωγείς η υποχρέωση χωριστής αναγραφής των δαπανών για ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους και των δαπανών για προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγούνται στον εξαγωγέα έναντι αντιτίμου.
27 Ωστόσο, όπως ορθώς παρατήρησαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, ο αγοραστής που επιθυμεί να μην συνυπολογιστούν οι δαπάνες ποσοστώσεων στη δασμολογητέα αξία οφείλει να αποδείξει ότι πρόκειται για ποσοστώσεις προερχόμενες από τρίτους ή για προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν στον εξαγωγέα έναντι αντιτίμου.
28 Συνεπώς, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι δαπάνες ποσοστώσεων που δεν συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία δεν πρέπει να αναγράφονται χωριστά στη δήλωση της δασμολογητέας αξίας.
Επί του τρίτου ερωτήματος
29 Με το τρίτο του ερώτημα το Finanzgericht Duesseldorf ερωτά, όσον αφορά τη δασμολογητέα αξία των προερχομένων από την Ταϊβάν εισαγωγών που υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 4134/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για το καθεστώς εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής Ταϊβάν (ΕΕ L 386, σ. 1), αν οι δαπάνες για ποσοστώσεις τρίτων πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον των δαπανών για ποσοστώσεις που αφορούν εισαγωγές υποκείμενες στον κανονισμό (ΕΟΚ) 4136/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών (ΕΕ L 387, σ. 42).
30 Το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι το σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός 4134/86 δεν συμπίπτει με το σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός 4136/86. Πράγματι, ο δεύτερος κανονισμός θεσπίζει σύστημα διπλού ελέγχου των αδειών εξαγωγής, σύστημα το οποίο δεν επιβάλλει ο κανονισμός 4134/86. Το Finanzgericht Duesseldorf διερωτάται αν η διαφορά αυτή μπορεί, όσον αφορά τη δασμολογητέα αξία, να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση των δαπανών ποσοστώσεων στο πλαίσιο του κανονισμού 4134/86.
31 Η Thierschmidt υποστηρίζει ότι από το έγγραφο του Bundesminister fuer Wirtschaft (ομοσπονδιακού Υπουργού Οικονομίας) της 10ης Μαρτίου 1993 συνάγεται ότι το σύστημα του διπλού ελέγχου που προβλέπει ο προαναφερθείς κανονισμός 4136/86 εφαρμόζεται κατ' αναλογία στις ποσοστώσεις εισαγωγών από την Ταϊβάν και ότι οι δαπάνες για την απόκτηση των αντιστοίχων ποσοστώσεων πρέπει να αντιμετωπίζονται ακριβώς όπως οι δαπάνες ποσοστώσεων που στηρίζονται στο σύστημα του κανονισμού 4136/86.
32 Χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν το σύστημα του διπλού ελέγχου των αδειών εξαγωγής εφαρμόζεται ως προς τις εισαγωγές υφαντουργικών προϊόντων καταγωγής Ταϊβάν, αρκεί να τονιστεί ότι ενδεχόμενες διαφορές των συστημάτων ελέγχου ουδόλως επηρεάζουν τον τρόπο αντιμετωπίσεως των δαπανών ποσοστώσεων σε σχέση με τη δασμολογητέα αξία, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή.
33 Συνεπώς, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση, ότι, όσον αφορά τη δασμολογητέα αξία των εισαγωγών από την Ταϊβάν που υπόκεινται στον κανονισμό 4134/86, οι δαπάνες για ποσοστώσεις τρίτων πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τις δαπάνες ποσοστώσεων που αφορούν εισαγωγές υποκείμενες στον κανονισμό 4136/86.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 18ης Μαΐου 1993, το Finanzgericht Duesseldorf, αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980, έχει την έννοια ότι
1) Οι δαπάνες ποσοστώσεων που καταβάλλει ο αγοραστής στον πωλητή, για προσωπικές ποσοστώσεις που χορηγούνται σ' αυτόν δωρεάν, συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία.
2) Οι δαπάνες ποσοστώσεων που δεν συνυπολογίζονται στη δασμολογητέα αξία δεν πρέπει να αναγράφονται χωριστά στη δήλωση της δασμολογητέας αξίας.
3) 'Οσον αφορά τη δασμολογητέα αξία των εισαγωγών από την Ταϊβάν που υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 4134/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για το καθεστώς εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής Ταϊβάν, οι δαπάνες για ποσοστώσεις τρίτων πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τις δαπάνες ποσοστώσεων που αφορούν εισαγωγές υποκείμενες στον κανονισμό (ΕΟΚ) 4136/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών.
Full & Egal Universal Law Academy