Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Μη τήρηση αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με κρατική ενίσχυση * Κύρος της αποφάσεως που απορρέει από την απόρριψη προσφυγής ακυρώσεως * Μέσο άμυνας * Απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 93 PAR 2, εδ. 2)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται ότι ορισμένη ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά * Δυσκολίες εκτελέσεως * Υποχρέωση της Επιτροπής και του κράτους μέλους να συνεργαστούν προς αναζήτηση λύσεως εντός των πλαισίων της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 5 και 93 PAR 2, εδ. 1)
Περίληψη
1. Όταν η Επιτροπή ασκεί, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους, προσάπτοντας στο κράτος μέλος αυτό ότι δεν εκτέλεσε απόφαση με την οποία ορισμένη ενίσχυση κρίθηκε αντίθετη προς τη Συνθήκη και διατάχθηκε η επιστροφή της, απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή ακυρώσεως και απορρίφθηκε, το μόνο μέσο άμυνας που μπορεί να επικαλεστεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι αυτό που βασίζεται στην απόλυτη αδυναμία της ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως.
2. Το κράτος μέλος το οποίο, κατά την εκτέλεση αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε ότι ορισμένη ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, συναντά δυσχέρειες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή, οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της εν λόγω αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τον κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα το αμοιβαίο καθήκον της ειλικρινούς συνεργασίας, από το οποίο διαπνέεται συγκεκριμένα το άρθρο 5 της Συνθήκης, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργασθούν καλόπιστα για να υπερπηδήσουν τις δυσκολίες, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις ενισχύσεις.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-349/93,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επροσωπούμενη από τους Antonino Abate, κύριο νομικό σύμβουλο, και Vittorio Di Bucci, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να απαιτήσει την επιστροφή των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν παρανόμως το 1987 στην εταιρία Aluminia και στην εταιρία Comsal, η οποία ανήκει στον όμιλο EFIM, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και, ειδικότερα, από την απόφαση 90/224/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1989, σχετικά με την ενίσχυση της Ιταλικής Κυβερνήσεως προς τις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal, οι οποίες αποτελούν κρατικές βιομηχανίες αλουμινίου (ΕΕ 1990, L 118, σ. 42),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. L. Murray και G. Hirsch, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιουλίου 1993, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να απαιτήσει την επιστροφή των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν παρανόμως το 1987 στην εταιρία Aluminia και στην εταιρία Comsal, που ανήκουν στον όμιλο EFIM, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και, ειδικότερα, από την απόφαση 90/224/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1989, σχετικά με την ενίσχυση της Ιταλικής Κυβερνήσεως προς τις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal, οι οποίες αποτελούν κρατικές βιομηχανίες αλουμινίου (ΕΕ 1990, L 118, σ. 42, στο εξής: απόφαση).
2 Με την απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ενισχύσεις που χορήγησε η Ιταλική Κυβέρνηση στις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal ήταν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον είχαν χορηγηθεί κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι η Ιταλική Κυβέρνηση είχε υποχρέωση να καταργήσει τις εν λόγω ενισχύσεις και να απαιτήσει την επιστροφή τους από τις αποδέκτριες επιχειρήσεις (άρθρο 1). Η Ιταλική Κυβέρνηση όφειλε να την ενημερώσει, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως, σχετικά με τα μέτρα που θα είχε λάβει για να συμμορφωθεί προς την απόφαση (άρθρο 2).
3 Με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1991 (C-261/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-4437), η Επιτροπή απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής.
4 Η Επιτροπή, αφού ματαίως ζήτησε από την Ιταλική Κυβέρνηση να την ενημερώσει σχετικά με τα μέτρα που είχε την πρόθεση να λάβει, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση, απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση, στις 26 Ιουνίου 1992, όχληση με την οποία την κάλεσε να προβεί στην εκτέλεση της αποφάσεως πριν από το τέλος του μηνός Ιουλίου 1992.
5 Με έγγραφο της 14ης Μαρτίου 1992, οι ιταλικές αρχές ζήτησαν πρόσθετη προθεσμία, επικαλούμενες την ανάγκη εντάξεως του ζητήματος της επιστροφής των ενισχύσεων στο γενικότερο πλαίσιο του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεως των δημοσίων επιχειρήσεων το οποίο η Ιταλική Κυβέρνηση σχεδίαζε να εφαρμόσει.
6 Με έγγραφο της 10ης Μαρτίου 1993, η Επιτροπή όρισε ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την εκτέλεση της αποφάσεως την 31η Μαρτίου 1993.
7 Δεδομένου ότι στο έγγραφο αυτό δεν δόθηκε καμία συνέχεια, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
8 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης καθόσον, έως την ημερομηνία καταθέσεως της προσφυγής, ήτοι πεντέμισι και πλέον μήνες από την καταβολή των παρανόμων ενισχύσεων, δεν είχε ακόμα θέσει τέρμα στην παράβαση.
9 Η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί μεν την υποχρέωση εκτελέσεως της αποφάσεως, προβάλλει όμως αντικειμενικές δυσκολίες εκτελέσεως οφειλόμενες στη διαδικασία εκκαθαρίσεως του EFIM και στην εφαρμογή του σχεδίου αναδιαρθρώσεως του τομέα αλουμινίου. Κατά την καθής, η εκτέλεση της αποφάσεως έπρεπε να επιχειρηθεί στο πλαίσιο ειλικρινούς συνεργασίας με την Επιτροπή, στην οποία κοινοποιήθηκε το σχέδιο αναδιαρθρώσεως του τομέα προκειμένου αυτή να εκτιμήσει κατά πόσον το σχέδιο συμβιβάζεται με το άρθρο 92 της Συνθήκης.
10 Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της προσφυγής της Επιτροπής, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η απόφαση προβλέπει σαφώς την υποχρέωση της Ιταλικής Κυβερνήσεως να απαιτήσει την επιστροφή των ενισχύσεων.
11 Κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους προκειμένου να αποφύγουν την εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-3437, σκέψη 18).
12 Το μόνο μέσο άμυνας του οποίου μπορεί να γίνει επίκληση κατά της προσφυγής λόγω παραβάσεως την οποία άσκησε η Επιτροπή είναι αυτό που βασίζεται στην απόλυτη αδυναμία της ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1986, σ. 89, σκέψη 14, της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 94/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1989, σ. 175, σκέψη 8, και της 10ης Ιουνίου 1993, C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1993, σ. 3131, σκέψη 10).
13 Ωστόσο, το κράτος μέλος το οποίο, κατά την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με κρατικές ενισχύσεις, συναντά δυσχέρειες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή, οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της εν λόγω αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τον κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα το αμοιβαίο καθήκον της ειλικρινούς συνεργασίας, από το οποίο διαπνέεται συγκεκριμένα το άρθρο 5 της Συνθήκης, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργασθούν καλόπιστα για να υπερπηδήσουν τις δυσκολίες, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις ενισχύσεις (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 16, της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 9, και της 10ης Ιουνίου 1993, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 19).
14 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, έως τις 14 Οκτωβρίου 1992, ήτοι περισσότερο από ένα έτος μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή ακυρώσεως, η Ιταλική Δημοκρατία δεν αντέδρασε στις επανειλημμένες οχλήσεις της Επιτροπής να προβεί στην εκτέλεση της αποφάσεως.
15 Εν προκειμένω, η καθής κυβέρνηση περιορίστηκε στο να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ότι αντιμετώπιζε νομικές και πρακτικές δυσκολίες κατά την εφαρμογή της αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να ζητήσει από τις εν λόγω επιχειρήσεις την επιστροφή της ενισχύσεως και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εφαρμογής της αποφάσεως ώστε να καταστεί δυνατό να υπερπηδηθούν οι προβαλλόμενες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, η Ιταλική Κυβέρνηση περιορίστηκε στο να αναφερθεί, με υπερβολικά γενική διατύπωση, σε δυσκολίες απτόμενες της εκκαθαρίσεως του EFIM και στο να δικαιολογήσει τη μη αναζήτηση των επιδίκων ενισχύσεων με την εφαρμογή της διαδικασίας εξετάσεως της χορηγήσεως νέων ενισχύσεων στο πλαίσιο του προγράμματος αναδιαρθρώσεως.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορεί βασίμως να επικαλεσθεί απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως. Επίσης, η καθής δεν απέδειξε ούτε την ύπαρξη δυσκολιών που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ούτε ότι είχε την πρόθεση να συνεργαστεί με την Επιτροπή προκειμένου να υπερπηδηθούν τυχόν δυσκολίες αυτής της φύσεως.
17 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να αναγνωριστεί η παράβαση που περιγράφεται στα αιτήματα της Επιτροπής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδιακασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να απαιτήσει την επιστροφή των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν παρανόμως το 1987 στην εταιρία Aluminia και στην εταιρία Comsal, η οποία ανήκει στον όμιλο EFIM, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και, ειδικότερα, από την απόφαση 90/224/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1989, σχετικά με την ενίσχυση της Ιταλικής Κυβερνήσεως προς τις επιχειρήσεις Aluminia και Comsal, οι οποίες αποτελούν κρατικές βιομηχανίες αλουμινίου.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy