Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Εξέταση από το Δικαστήριο του βασίμου της προσφυγής * Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη * Κατάσταση που υφίσταται κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
2. Πράξεις των οργάνων * Οδηγίες * Εκτέλεση από τα κράτη μέλη * Μεταφορά οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη χωρίς νομοθετική πράξη * Προϋποθέσεις * 'Υπαρξη γενικού νομικού πλαισίου διασφαλίζοντος την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας * Δεν αρκούν διοικητικής φύσεως κανόνες
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
3. Πράξεις των οργάνων * Οδηγίες * Δικαίωμα των πολιτών να επικαλούνται τις οδηγίες όταν δεν υφίστανται κατάλληλα μέτρα εφαρμογής * Αποτέλεσμα μη απαλλάσσον τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους σχετικά με την εκτέλεση των οδηγιών
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης και σκοπούσας στο να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος, μη διασφαλίζοντας την ορθή μεταφορά στο εσωτερικό του δίκαιο μιας οδηγίας, έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του, οι επελθούσες στην εθνική νομοθεσία τροποποιήσεις ουδεμία ασκούν επιρροή όσον αφορά την απόφαση που πρέπει να εκδοθεί επί του αντικειμένου της προσφυγής, και τούτο εφόσον οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν ετέθησαν σε εφαρμογή πριν από την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
2. Η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν προϋποθέτει, κατ' ανάγκην, τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της σε ρητή και ειδική νομική διάταξη και μπορεί, ανάλογα με το περιεχόμενο της οδηγίας, να αρκεί ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο επαρκώς σαφή και συγκεκριμένο, ούτως ώστε, αν η οδηγία έχει ως σκοπό να δημιουργήσει δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, να παρέχεται στους αντλούντες δικαιώματα η δυνατότητα να λαμβάνουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους και να τα επικαλούνται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Προκειμένου περί των κανόνων περί συμμετοχής και δημοσιότητας που προβλέπονται από τις οδηγίες περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη κρατικών συμβάσεων, η προστασία που με αυτές επιδιώκεται να παρέχεται στον υποβάλλοντα προσφορά έναντι της αυθαιρεσίας της αναθέτουσας αρχής δεν εξασφαλίζεται αποτελεσματικά σε περίπτωση που ο υποβάλλων προσφορά δεν μπορεί να προβάλλει τους κανόνες αυτούς έναντι της αναθέτουσας αρχής και, ενδεχομένως, να επικαλείται την παράβασή τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Δεν εξασφαλίζουν εκ του λόγου αυτού την πλήρη εφαρμογή των εν λόγω οδηγιών διατάξεις εθνικού δικαίου, εφαρμοζόμενες ως διοικητικής φύσεως κανόνες, με τις οποίες δεν παρέχεται στους ιδιώτες κανένα δικαίωμα δυνάμενο να προβάλλεται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
3. Από το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης απορρέει ότι η εκτέλεση των κοινοτικών οδηγιών πρέπει να διασφαλίζεται από τα κράτη μέλη με τα κατάλληλα μέτρα εφαρμογής. Μόνο υπό ιδιάζουσες περιστάσεις, ιδίως στην περίπτωση όπου ένα κράτος μέλος έχει παραλείψει να λάβει τα απαιτούμενα εκτελεστικά μέτρα ή που θέσπισε μέτρα μη σύμφωνα προς μια οδηγία, έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο στους πολίτες το δικαίωμα να επικαλούνται ενώπιον των δικαστικών αρχών μια οδηγία κατά του παραβάντος τις υποχρεώσεις του κράτους. Η ελαχίστη αυτή εγγύηση, που απορρέει από τον δεσμευτικό χαρακτήρα της υποχρεώσεως που, δυνάμει του άρθρου 189, τρίτο εδάφιο, επιβάλλεται στα κράτη μέλη από το αποτέλεσμα των οδηγιών, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως δικαιολογία σε ένα κράτος μέλος, προκειμένου αυτό να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του να λάβει, εγκαίρως, τα κατάλληλα, σε σχέση με το αντικείμενο κάθε οδηγίας, μέτρα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-433/93,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Hendrik van Lier, νομικό σύμβουλο, και την Angela Bardenhewer, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους Kay Hailbronner, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Konstanz, και Bernd Kloke, Regierungsrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη λαμβάνοντας ή μη κοινοποιώντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών όλα τα μέτρα που ήταν αναγκαία για τη συμμόρφωσή της προς τις επιταγές της οδηγίας 88/295/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και την κατάργηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 80/767/ΕΟΚ (ΕΕ L 127, σ. 1), και της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989, για την τροποποίηση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 210, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, που έχει καταστεί Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, F. A. Schockweiler, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή) και P. Jann, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, J. L. Murray, G. Hirsch, H. Ragnemalm και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Νοεμβρίου 1993, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη λαμβάνοντας ή μη κοινοποιώντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών όλα τα μέτρα που ήταν αναγκαία για τη συμμόρφωσή της προς τις επιταγές της οδηγίας 88/295/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και την κατάργηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 80/767/ΕΟΚ (ΕΕ L 127, σ. 1, στο εξής: οδηγία 88/295), και της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989, για την τροποποίηση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 210, σ. 1, στο εξής: οδηγία 89/440), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, που έχει καταστεί Συνθήκη ΕΚ.
2 Το άρθρο 20 της οδηγίας 88/295 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν θέσει σε ισχύ τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία αυτή το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1989 και να ενημερώσουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή. Ομοίως, με το άρθρο της 3, η οδηγία 89/440 υποχρέωσε τα κράτη μέλη να την έχουν μεταφέρει στο εθνικό τους δίκαιο το αργότερο ένα έτος ύστερα από την κοινοποίησή της, δηλαδή στις 19 Ιουλίου 1990, και να ενημερώσουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή.
3 Για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας των διατάξεων της οδηγίας 88/295, προσετέθησαν παράγραφοι "a" στο Verdingungsordnung fuer Leistungen * ausgenommen Bauleistungen * Teil A (καθεστώς που ισχύει όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων παραδόσεως, αποκλειομένων των συμβάσεων δημοσίων έργων, μέρος Α, στο εξής: VOL/A). Αυτό το τροποποιημένο κείμενο δημοσιεύθηκε, υπό τον τίτλο Neufassung der VOL/A, Ausgabe 1990, στο Bundesanzeiger (ομοσπονδιακό δελτίο επισήμων ανακοινώσεων) αριθ. 45Α, της 6ης Μαρτίου 1990.
4 Όσον αφορά τις διατάξεις της οδηγίας 89/440, οι διατάξεις αυτές ενσωματώθηκαν, υπό τη μορφή παραγράφων "a", στο Verdingungsordnung fuer Bauleistungen, Teil A (καθεστώς που ισχύει όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, μέρος Α, στο εξής: VOB/A). Το κείμενο του VOΒ/A δημοσιεύθηκε στο Bundesanzeiger αριθ. 132 της 19ης Ιουλίου 1990.
5 Με τα δύο έγγραφά της οχλήσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1992, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η μεταφορά των οδηγιών 88/295 και 89/440 στο γερμανικό εσωτερικό δίκαιο δεν ικανοποιούσε τις επιταγές του σχετικού κοινοτικού δικαίου. Δεδομένου ότι σκοπός μιας οδηγίας είναι η απονομή στους ιδιώτες ιδίων δικαιωμάτων, για τη μεταφορά της είναι αναγκαία η θέσπιση δεσμευτικών νομικών διατάξεων οι οποίες να επιτρέπουν στους δικαιούχους να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας μέσω απλής διοικητικής πρακτικής, δυναμένης να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή, είναι ανεπαρκής.
6 Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα Verdingungsordnungen απετέλεσαν το αντικείμενο διαπραγματεύσεων εκ μέρους των γερμανικών επιτροπών δημοσίων έργων. Οι επιτροπές αυτές, οι οποίες σύγκεινται από εκπροσώπους όχι μόνο των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αλλά και των συνδικαλιστικών οργανώσεων και ομοσπονδιών, αποτελούν όργανα καθαρώς ιδιωτικού δικαίου και δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση. Συνεπώς, τα Verdingungsordnungen είναι καθαρώς ιδιωτικού δικαίου διαδικαστικοί κανόνες και δεν δεσμεύουν τις αναθέτουσες αρχές. Έστω και αν υποτεθεί ότι οι κανόνες αυτοί λαμβάνουν τη μορφή διοικητικής φύσεως διατάξεων των οποίων την τήρηση οι προϊστάμενοι των διοικητικών υπηρεσιών επιβάλλουν στους υφισταμένους τους, οι εν λόγω διατάξεις δεν αποτελούν νομικούς κανόνες και δεν γεννούν κανένα ίδιο δικαίωμα όσον αφορά τους εκτός της δημοσίας διοικήσεως ιδιώτες, και τούτο παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω οδηγίες προορισμό έχουν να προστατεύουν τους υποβάλλοντες προσφορές από την αυθαιρεσία των αναθετουσών αρχών.
7 Με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 1992, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση απέστειλε στην Επιτροπή σχέδιο νόμου για την τροποποίηση του Haushaltsgrundsaetzegesetz (νόμος σχετικός με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον προϋπολογισμό, στο εξής: HGrG) προκειμένου να προβλεφθεί η νομική βάση για την έκδοση διατάγματος σχετικού με τις διατάξεις που πρέπει να διέπουν τη σύναψη κρατικών συμβάσεων, διατάγματος στο οποίο επρόκειτο να ενσωματωθούν τα Verdingungsordnungen (στο εξής: λύση η γνωστή ως του προϋπολογισμού).
8 Στις 3 Δεκεμβρίου 1992 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δύο αιτιολογημένες γνώμες όπου επαναλαμβάνονταν τα επιχειρήματα που είχαν αναπτυχθεί στα έγγραφα οχλήσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, ακόμη και σε περίπτωση που, όπως σχεδιάζει η Γερμανική Κυβέρνηση μέσω της λύσεως της γνωστής ως του προϋπολογισμού, τα Verdingungsordnungen προσελάμβαναν τον χαρακτήρα κανονιστικής ρυθμίσεως, το σχέδιο δεν θα δημιουργούσε ίδια δικαιώματα για τους υποβάλλοντες προσφορές, εφόσον, σύμφωνα με την κυβέρνηση αυτή, ούτε οι οδηγίες 88/295 και 89/440 ούτε το προμνημονευθέν σχέδιο νόμου έχουν ως στόχο την απονομή τέτοιων δικαιωμάτων στους ιδιώτες.
9 Με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 1993, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή το σχέδιο νόμου, ελαφρώς διορθωμένο, για την τροποποίηση του HGrG.
10 Εκτιμώντας ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 88/295 και 89/440 μέσω των Verdingungsordnungen, έστω και στο πλαίσιο της λύσεως της γνωστής ως του προϋπολογισμού, δεν ικανοποιούσε τις επιταγές της κοινοτικής νομολογίας, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
11 Ο Zweites Gesetz zur AEnderung des Haushaltsgrundsaetzegesetzes (δεύτερος νόμος για την τροποποίηση του νόμου του σχετικού με τις αρχές που πρέπει να διέπουν το δίκαιο του προϋπολογισμού, Bundesgesetzblatt, Jahrgang 1993, Teil I, σ. 1928) ψηφίστηκε στις 26 Νοεμβρίου 1993 και ετέθη σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994. Επ' αυτής της βάσεως, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση εξέδωσε, στις 26 Ιανουαρίου 1994, το Verordnung ueber die Vergabebestimmungen fuer oeffentliche Auftraege * Vergabeverordnung (διάταγμα σχετικό με τις διατάξεις που πρέπει να διέπουν τη σύναψη κρατικών συμβάσεων, Bundesgesetzblatt, Jahrgang 1994, Teil I, σ. 321, στο εξής: VGV) * και το Nachpruefungsverordnung (διάταγμα σχετικό με τη διαδικασία ελέγχου, Bundesgestzblatt, Jahrgang 1994, Teil I, σ. 324). Με το τελευταίο αυτό διάταγμα, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι μετέφερε στο εσωτερικό της δίκαιο την οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33, στο εξής: οδηγία 89/665). Η έκδοση των διαταγμάτων αυτών γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 7 Φεβρουαρίου 1994.
12 Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του VGV, οι αναθέτουσες αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 57a(1), στοιχεία 1 έως 3, του HGrG υποχρεούνται, κατά τη σύναψη συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, να εφαρμόζουν τις κανονιστικές ρυθμίσεις σχετικά με τη σύναψη κρατικών συμβάσεων, συγκεκριμένα το VOL/A, όπως τροποποιήθηκε στις 3 Αυγούστου 1993 (Bundesanzeiger αριθ. 175a της 17ης Σεπτεμβρίου 1993), και το VOB/A, όπως τροποποιήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1992 (Bundesanzeiger αριθ. 223a της 27ης Νοεμβρίου 1992).
Όσον αφορά το αντικείμενο της προσφυγής
13 Με τα υπομνήματά τους, οι διάδικοι ασχολήθηκαν κατ' ουσίαν με το ζήτημα αν τα μέτρα που σχεδιάστηκαν και, στη συνέχεια, υιοθετήθηκαν από την Γερμανική Κυβέρνηση για την υλοποίηση της λύσεως της γνωστής ως του προϋπολογισμού αποτελούν ορθή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών 88/295 και 89/440.
14 Ωστόσο, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διασαφήνισε ότι, με τα αιτήματα της προσφυγής της, ζητούσε μόνο να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, και τούτο εφόσον, στις 3 Φεβρουαρίου 1993, ημερομηνία κατά την οποία εξέπνευσαν οι ταχθείσες με τις αιτιολογημένες γνώμες προθεσμίες, το εν λόγω κράτος δεν είχε ακόμη μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό του δίκαιο τις οδηγίες 88/295 και 89/440.
15 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-80/92, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1019, σκέψη 19), οι τροποποιήσεις που έχουν γίνει σε μια εθνική νομοθεσία δεν ασκούν επιρροή όσον αφορά την απόφαση σχετικά με το αντικείμενο μιας προσφυγής λόγω παραβάσεως, αφ' ής στιγμής οι τροποποιήσεις αυτές δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν από την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
16 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, είναι αρκετό να εξεταστεί αν, στις 3 Φεβρουαρίου 1993, η μεταφορά των οδηγιών 88/295 και 89/440 μέσω των παραγράφων "a", αντίστοιχα, του VOL/A, που δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο Neufassung der VOL/A, Ausgabe 1990 στο Bundesanzeiger αριθ. 45Α της 6ης Μαρτίου 1990, και του VOB/A, που δημοσιεύθηκε στο Bundesanzeiger αριθ. 132 της 9ης Ιουλίου 1990, ικανοποιεί τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, και τούτο χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η λύση η γνωστή ως του προϋπολογισμού.
Όσον αφορά το βάσιμο της προσφυγής
17 Σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, ήδη με το ισχύον πριν από τις 3 Φεβρουαρίου 1993 εσωτερικό δίκαιο ήταν δυνατή η ορθή εφαρμογή των οδηγιών 88/295 και 89/440. Πράγματι, τόσο στο επίπεδο του ομοσπονδιακού κράτους όσο και σ' αυτό των ομοσπόνδων κρατών και των δήμων, οι αναθέτουσες αρχές τηρούσαν από μόνες τους τις διατάξεις των Verdingungsordnungen ως διοικητικής φύσεως οδηγίες.
18 Πρέπει, πρώτα, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ., π.χ., την απόφαση της 30ής Μαΐου 1991, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-261/88, Συλλογή 1991, σ. Ι-2567, σκέψη 15), η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της σε ρητή και ειδική νομική διάταξη και μπορεί, ανάλογα με το περιεχόμενο της οδηγίας, να αρκεί ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο επαρκώς σαφή και συγκεκριμένο, ούτως ώστε, αν η οδηγία έχει ως σκοπό να δημιουργήσει δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, να παρέχεται στους αντλούντες δικαιώματα η δυνατότητα να λαμβάνουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους και να τα επικαλούνται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
19 Πρέπει, στη συνέχεια, να παρατηρηθεί ότι οι σχετικοί με συμμετοχή και δημοσιότητα κανόνες των οδηγιών περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη κρατικών συμβάσεων αποσκοπούν στην προστασία του υποβάλλοντος προσφορά από την αυθαιρεσία της αναθέτουσας αρχής (βλ. την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 31/87, Beentjes, Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψη 42). Τέτοια προστασία στερείται αποτελεσματικότητας όταν ο υποβάλλων προσφορά δεν μπορεί να προβάλλει τους κανόνες αυτού έναντι της αναθέτουσας αρχής και, ενδεχομένως, να επικαλείται την παράβασή τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
20 Όμως, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, κατά την εκπνοή των προθεσμιών που είχαν ταχθεί με τις αιτιολογημένες γνώμες, τα Verdingungsordnungen, που εφαρμόζονταν απλώς ως διοικητικής φύσεως κανόνες, δεν παρείχαν στους ιδιώτες κανένα δικαίωμα δυνάμενο να προβληθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
21 Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι μόλις με την οδηγία 89/665 θεσπίστηκαν κανόνες ως προς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στο πλαίσιο των ενδίκων προσφυγών κατά των παραβάσεων των οδηγιών 88/295 και 89/440. Εν πάση περιπτώσει, από τη σχετική με το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών νομολογία προκύπτει ότι οι ιδιώτες έχουν τη δυνατότητα να τις επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι της δημόσιας αρχής, όταν αυτή παραβιάζει τους σχετικούς με ανάθεση κανόνες που οι εν λόγω οδηγίες περιλαμβάνουν.
22 Το αντλούμενο από την οδηγία 89/665 επιχείρημα είναι άνευ σημασίας. Πράγματι, η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η εν λόγω οδηγία μεταφέρθηκε πλήρως στο γερμανικό δίκαιο μόλις με το προαναφερθέν Nachpruefungsverordnung, που εκδόθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1994 βάσει του HGrG.
23 Εξάλλου, η έκδοση της οδηγίας 89/665 δεν επηρεάζει τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 88/295 και 89/440. Πράγματι, όπως προκύπτει από την πρώτη και δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, η εν λόγω οδηγία περιορίζεται στο να επιρρωννύει τους υφιστάμενους, τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, μηχανισμούς για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών σχετικά με τη σύναψη κρατικών συμβάσεων, ειδικότερα σ' ένα στάδιο όπου είναι εισέτι δυνατή η διόρθωση των παραβάσεων.
24 Όσο για το αντλούμενο από το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών 88/295 και 89/440 επιχείρημα, τούτο δεν μπορεί πλέον να γίνει δεκτό. Πράγματι, από το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης απoρρέει ότι η εκτέλεση των κοινοτικών οδηγιών πρέπει να διασφαλίζεται από τα κράτη μέλη με τα κατάλληλα μέτρα εφαρμογής. Μόνο υπό ιδιάζουσες περιστάσεις, ιδίως στην περίπτωση όπου ένα κράτος μέλος παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα εκτελεστικά μέτρα ή θέσπισε μέτρα μη σύμφωνα προς την οδηγία, έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο στους πολίτες το δικαίωμα να επικαλούνται ενώπιον των δικαστικών αρχών μια οδηγία κατά του παραβάντος τις υποχρεώσεις του κράτους. Η ελαχίστη αυτή εγγύηση, που απορρέει από τον δεσμευτικό χαρακτήρα της υποχρεώσεως που, δυνάμει του άρθρου 189, τρίτο εδάφιο, επιβάλλεται στα κράτη μέλη από το αποτέλεσμα των οδηγιών, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως δικαιολογία σε ένα κράτος μέλος προκειμένου αυτό να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του να λάβει, εγκαίρως, τα κατάλληλα σε σχέση με το αντικείμενο κάθε οδηγίας μέτρα (βλ., ιδίως, την απόφαση της 6ης Μαρτίου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 99, σκέψη 12).
25 Δεδομένου ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 88/295 και 89/440 δεν πραγματοποιήθηκε ορθώς από τη Γερμανική Κυβέρνηση εντός των ταχθεισών προθεσμιών, διαπιστώνεται η προβαλλόμενη εν προκειμένω από την Επιτροπή παράβαση.
26 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη θεσπίζοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς τις επιταγές των οδηγιών 88/295 και 89/440, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη θεσπίζοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς τις επιταγές της οδηγίας 88/295/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και την κατάργηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 80/767/ΕΟΚ, και της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989, για την τροποποίηση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy