Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων * Ελευθερία εγκαταστάσεως * Εταιρίες * Οδηγία 77/91 * Πεδίο εφαρμογής * Περιλαμβάνονται οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες * Εθνική ρύθμιση προβλέπουσα την διά της διοικητικής οδού αύξηση του κεφαλαίου τραπεζικής εταιρίας αντιμετωπίζουσας οικονομικές δυσχέρειες * Δεν εφαρμόζεται * Αδρανοποίηση των απονεμομένων από την οδηγία στους μετόχους δικαιωμάτων διά της επικλήσεως εθνικού κανόνος απαγορεύοντος την κατάχρηση δικαιώματος * Δεν επιτρέπεται * Υποχρέωση έγγραφης ενημερώσεως των κατόχων ονομαστικών μετοχών σε περίπτωση αυξήσεως κεφαλαίου * Περιορισμός της ενημερώσεως με τη μορφή δημοσιεύσεως της προσφοράς στις ημερήσιες εφημερίδες * Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 77/91 του Συμβουλίου, άρθρα 25 και 29)
Περίληψη
Η δεύτερη οδηγία 77/91, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της, και ειδικότερα τα άρθρα της 25 και 29, έχουν εφαρμογή στις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες. Και τούτο διότι το κριτήριο το οποίο επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης για να ορίσει το πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας είναι το της νομικής μορφής της εταιρίας, άσχετα από τη δραστηριότητα αυτής.
Αντιβαίνει προς το άρθρο 25 της οδηγίας * κατά το οποίο κάθε αύξηση του κεφαλαίου πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση * εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ότι το κεφάλαιο μιας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας που, λόγω υπερχρεώσεως, βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση μπορεί να αυξηθεί διά της διοικητικής οδού και χωρίς απόφαση της γενικής συνελεύσεως. Και ναι μεν η οδηγία δεν απαγορεύει τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως σκοπούντων στην εξαφάνιση της εταιρίας, και ιδίως την εφαρμογή διαδικασιών εκκαθαρίσεως, στο πλαίσιο των οποίων η εταιρία τίθεται υπό καθεστώς αναγκαστικής διαχειρίσεως προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των δανειστών, δεν παύει όμως να έχει εφαρμογή στην περίπτωση ενός απλού καθεστώτος εξυγιάνσεως σκοπούντος στη διασφάλιση της επιβιώσεως της εταιρίας, έστω και αν το καθεστώς αυτό συνεπάγεται προσωρινή αφαίρεση της εξουσίας από τους μετόχους και τα κανονικά όργανα της εταιρίας.
Δεδομένου ότι η εφαρμογή κανόνος του εθνικού δικαίου απαγορεύοντος την κατάχρηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται να θίγει την πλήρη αποτελεσματικότητα και την ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων εντός των κρατών μελών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ένας μέτοχος καταχρηστικώς επικαλείται το ως άνω άρθρο 25 για τον μόνο λόγο ότι ανήκει στη μειοψηφία των μετόχων μιας εταιρίας που υπήχθη σε καθεστώς εξυγιάνσεως ή ότι και ο ίδιος ωφελήθηκε από την εξυγίανση της εταιρίας. Κάτι τέτοιο θα αλλοίωνε τη λειτουργία της εν λόγω διατάξεως.
Η κατά την αύξηση του κεφαλαίου δημοσίευση της προσφοράς προτιμησιακής αναλήψεως στις ημερήσιες εφημερίδες δεν συνιστά * σύμφωνη προς το άρθρο 29, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας * έγγραφη ενημέρωση των κατόχων ονομαστικών μετοχών, στην περίπτωση κατά την οποία η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει τη δημοσίευση σε ορισθέν προς τούτο εθνικό δελτίο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-441/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Παναγή Παφίτη κ.λπ.,
υποστηριζομένων από την
Investment and Shipping Enterprises Est κ.λπ.,
και
Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος ΑΕ κ.λπ.,
υποστηριζομένων από την
Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ κ.λπ.,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 25 επ. και 29 της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, D. A. O. Edward και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), C. Gulmann, J. L. Murray, H. Ragnemalm και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* οι Π. Παφίτης κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους Αθηνών Σοφία Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, Ιωάννη Σταμούλη, Φειδία Δούκαρη και Γεώργιο Καμπίτση,
* η εταιρία Investment and Shipping Enterprises Est κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους Αθηνών Νικόλαο Σκανδάμη, Γεώργιο Καμπίτση, Ιωάννη Σταμούλη και Φειδία Δούκαρη,
* η Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος ΑΕ κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους Αθηνών Μάριο Μπαχά, Φώτη Χατζή, Αλέξανδρο Μαρκόπουλο και Κωνσταντίνο Μαυριά,
* η Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους Αθηνών Ηλία Σουφλερό και Μάριο Αρμάο, και τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
* η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Jorge Santos, σύμβουλο της νομικής υπηρεσίας της Banco do Portugal, και Luis Fernandes, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως κοινοτικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Antonio Caeiro και Δημήτριο Γκουλούση, νομικούς συμβούλους,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Π. Παφίτη κ.λπ., εκπροσωπουμένων από την Σοφία Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, τον Ιωάννη Σταμούλη, και τον Φειδία Δούκαρη, της Investment and Shipping Enterprises Est κ.λπ., εκπροσωπουμένων από τον Φειδία Δούκαρη, της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος ΑΕ κ.λπ., εκπροσωπουμένων από τους Μάριο Μπαχά, Κωνσταντίνο Μαυριά και Κρατερό Ιωάννου, δικηγόρο Αθηνών, της Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ κ.λπ., εκπροσωπουμένων από τον Ηλία Σουφλερό και τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Παναγιώτη Μυλωνόπουλο, νομικό συνεργάτη Α' της ειδικής νομικής υπηρεσίας των Ευρωπαΐκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Δημήτριο Λεοντοκιανάκο, νομικό συνεργάτη του αυτοτελούς γραφείου νομικών θεμάτων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Δημήτριο Γκουλούση, κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Νοεμβρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 3ης Αυγούστου 1993, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Νοεμβρίου 1993, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα αφορώντα την ερμηνεία των άρθρων 25 επ. και 29 της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230, στο εξής: δεύτερη οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος ΑΕ, που είναι συνεστημένη με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας (στο εξής: ΤΚΕ), και των νέων μετόχων της, αφενός, και των παλαιών μετόχων της, Π. Παφίτη κ.λπ., αφετέρου, οι οποίοι βάλλουν κατά των αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της ΤΚΕ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με την υπ' αριθ. 826/28 Ιουλίου 1986 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Α' 117, της 29ης Ιουλίου 1986) και την υπ' αριθ. 71/24 Σεπτεμβρίου 1986 πράξη-πρακτικό του προσωρινού επιτρόπου της ΤΚΕ, που κυρώθηκαν, στη συνέχεια, με τον νόμο 1682/1987 (ΦΕΚ Α' 14, της 16ης Φεβρουαρίου 1987). Οι πράξεις αυτές εκδόθηκαν δυνάμει του προεδρικού διατάγματος 861/1975.
3 O αναγκαστικός νόμος 1665/1951 (ΦΕΚ Α' 31, της 27ης Ιανουαρίου 1951), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των επιδίκων περιστατικών, προέβλεπε, στο άρθρο 6, ότι, εάν τα κεφάλαια μιας τράπεζας έχουν μειωθεί λόγω ζημιών ή εάν, κατά την κρίση της Νομισματικής Επιτροπής, δεν ανταποκρίνονται πλέον, για οποιονδήποτε άλλο λόγο, προς τις ανάγκες της τράπεζας, η Νομισματική Επιτροπή καλεί την τράπεζα να αποκαταστήσει ή αυξήσει τα κεφάλαια εντός προθεσμίας που δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των 60 ημερών.
4 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ίδιου αναγκαστικού νόμου, όταν η τράπεζα δεν δύναται ή αρνείται να αυξήσει τα κεφάλαιά της, παρακωλύει καθ' οιονδήποτε τρόπον τον έλεγχο ή παραβαίνει οποιεσδήποτε διατάξεις νόμων, αποφάσεων ή κανονισμών της Νομισματικής Επιτροπής, αυτή δύναται είτε να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της τραπέζας, τιθεμένης υπό εκκαθάρισιν, είτε να διορίσει παρ' αυτή επίτροπον.
5 Με την υπ' αριθ. 397 πράξη του (ΦΕΚ Α' 133, της 13ης Σεπτεμβρίου 1984), ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έθεσε την ΤΚΕ υπό προσωρινή επιτροπεία.
6 Το προεδρικό διάταγμα 861/1975, περί διορισμού προσωρινού επιτρόπου εις τραπέζας, ορίζει, στο άρθρο 1, παράγραφος 3, * διάταξη που επαναλαμβάνεται αυτούσια στο άρθρο 1 του νόμου 236/1975 (ΦΕΚ Α' 275, της 5ης Δεκεμβρίου 1975) * ότι, από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί διορισμού προσωρινού επιτρόπου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, παύει αυτοδικαίως πάσα εξουσία και αρμοδιότητα πάντων των καταστατικών οργάνων της τράπεζας, περιερχομένη, μετά της διοικήσεως αυτής, στον προσωρινό επίτροπο ή επιτρόπους ενεργούντες από κοινού.
7 Οι ενάγοντες της κύριας δίκης ήσαν ήδη μέτοχοι της ΤΚΕ πριν από το 1984, όταν το μετοχικό της κεφάλαιο ήταν 670 000 000 δρχ.
8 Με την προαναφερθείσα πράξη υπ' αριθ. 826 της 28ης Ιουλίου 1986, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 του προαναφερθέντος αναγκαστικού νόμου 1665/1951, κάλεσε την ΤΚΕ να αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο στο ποσό του 1 500 000 000 δρχ., ώστε να μπορεί αυτή να ενεργεί τις τραπεζικές εργασίες της σε σταθερή βάση. Υποκαθιστώντας τη γενική συνέλευση, ο προσωρινός επίτροπος αποφάσισε, με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 71 πράξη-πρακτικό του της 24ης Σεπτεμβρίου 1986, να τροποποιήσει το άρθρο 6 του καταστατικού της τράπεζας, ορίζοντας το μετοχικό της κεφάλαιο σε 1 700 000 000 δρχ.
9 Για την πραγματοποίηση της αυξήσεως αυτής, ο προσωρινός επίτροπος κάλεσε τους μετόχους της ΤΚΕ, με αγγελία που δημοσίευσε στις πολιτικές και οικονομικές εφημερίδες, να ασκήσουν το δικαίωμα προτιμήσεως που είχαν για την περίπτωση αυξήσεως του κεφαλαίου εντός προθεσμίας 30 ημερών, κάλεσε δε κάθε ενδιαφερόμενο τρίτο να μετάσχει στην αύξηση μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας. Αφού η προθεσμία παρήλθε χωρίς οι ενάγοντες να έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους προτιμήσεως, οι νέες μετοχές διατέθηκαν τελικά σε τρίτους. Στη συνέχεια, αποφασίστηκαν τρεις νέες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, το 1987, το 1989 και το 1990, από τη γενική συνέλευση των νέων μετόχων της ΤΚΕ, η οποία και τροποποίησε αντιστοίχως το καταστατικό της.
10 Με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του ελληνικού νόμου 1682/1987 κυρώθηκε, από του χρόνου εκδόσεώς της, η απόφαση περί διορισμού προσωρινού επιτρόπου στην ΤΚΕ, καθώς και η πράξη με την οποία αυτός είχε διατάξει να διατεθούν οι αντιστοιχούσες στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΤΚΕ μετοχές στους μετόχους.
11 Οι ενάγοντες της κύριας δίκης προσέβαλαν, αρχικά, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, την τροποποίηση του καταστατικού της ΤΚΕ, με την οποία το κεφάλαιό της αυξήθηκε σε 1 700 000 000 δρχ., για τον λόγο ότι η τροποποίηση αυτή αποφασίστηκε από τον προσωρινό επίτροπο, χωρίς να συγκληθεί γενική συνέλευση των μετόχων για να αποφασίσει σχετικά με την αύξηση κεφαλαίου, και ότι το καθεστώς του προσωρινού επιτρόπου είχε λήξει αυτοδικαίως μετά την παρέλευση του ευλόγου χρόνου για τον οποίο μπορεί να διαρκέσει αυτό το καθεστώς. Εν συνεχεία, αμφισβήτησαν την κατανομή των μετοχών και ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι λοιποί εναγόμενοι της κύριας δίκης, οι οποίοι * κατόπιν της αυξήσεως του κεφαλαίου * εμφανίζονταν ως νέοι μέτοχοι της τράπεζας, δεν είχαν αποκτήσει την ιδιότητα του μετόχου ούτε το δικαίωμα να συμμετέχουν στη γενική συνέλευση των μετόχων της ΤΚΕ. Τέλος, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των αποφάσεων που αφορούν τις τρεις μεταγενέστερες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου και των αντιστοίχων τροποποιήσεων του καταστατικού.
12 Με την απόφαση περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν η νομολογία του Δικαστηρίου που καθιερώνει * όσον αφορά τις κοινές ανώνυμες εταιρίες * την αρχή ότι αρμόδια να αποφασίζει περί των αυξήσεων του κεφαλαίου είναι η γενική συνέλευση ισχύει και για τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες και τούτο διότι, στο εσωτερικό δίκαιο, ειδικά για τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες ισχύει η τραπεζική νομοθεσία (ο προαναφερθείς νόμος 236/1975). Σκοπός της νομοθεσίας αυτής είναι να εξασφαλίζεται η εξυγίανση των τραπεζών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας την οποία έχουν αυτές για την πιστωτική λειτουργία, την εξασφάλιση των καταθέσεων και την καλή πορεία της εθνικής οικονομίας, για λόγους δηλαδή γενικού συμφέροντος.
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη δίκη και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Αν η άμεση εφαρμογή στην ελληνική επικράτεια της δεύτερης κοινοτικής οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 77/91, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, και ειδικότερα οι σχετικές με τη διατήρηση και τη μεταβολή του κεφαλαίου των ανωνύμων εταιριών διατάξεις της (άρθρα 25 επ. και 29), εκτείνεται κατά την έννοια ότι τα ελληνικά δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόζουν χωρίς άλλο τις διατάξεις αυτές επί των ανωνύμων τραπεζικών εταιριών.
2) Αν οι προαναφερόμενες διατάξεις είναι ασυμβίβαστες με τις αντίθετες διατάξεις του π.δ/τος 861/1975, που κυρώθηκε με τον νόμο 236/1975, και του άρθρου 24 του νόμου 1682/1987, οι οποίες παρεκκλίνουν των λοιπών διατάξεων που ρυθμίζουν την εν γένει λειτουργία των ανωνύμων εταιριών για τον λόγο της αποτελεσματικότερης επίτευξης της εξυγίανσης των τραπεζικών ανώνυμων εταιριών εξαιτίας του ιδιαίτερου κοινωνικο-οικονομικού σκοπού που επιτελούν, ο οποίος αποτελεί στόχο γενικού συμφέροντος, ώστε να κωλύεται η εφαρμογή τους. Και
3) Αν στην έννοια της έγγραφης ενημέρωσης των μετόχων ονομαστικών μετοχών του άρθρου 29, παράγραφος 3, εδάφιο γ', της εν λόγω οδηγίας (77/91) περιλαμβάνεται και η δημοσίευση της πρόσκλησης στις ημερήσιες εφημερίδες."
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
14 Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, που ενδείκνυται να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο εγείρει τρία προβλήματα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας, και ειδικότερα των άρθρων της 25 και 29.
15 Το πρώτο πρόβλημα συνίσταται στο εάν οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες υπάγονται, ως τοιαύτες, στη δεύτερη οδηγία, και ειδικότερα στα άρθρα της 25 και 29.
16 Το δεύτερο πρόβλημα είναι αν μπορεί να εφαρμοστεί η οδηγία, εν όψει του ειδικού χαρακτήρα της επίδικης εθνικής νομοθεσίας, η οποία επιδιώκει, ως σκοπό γενικού συμφέροντος και κατά παρέκκλιση από τις κοινού δικαίου διατάξεις περί ανωνύμων εταιριών, την αποτελεσματικότερη εξυγίανση των ανωνύμων τραπεζικών εταιριών που, λόγω υπερχρεώσεως, βρίσκονται σε εξαιρετική κατάσταση. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν, εν όψει του ειδικού αυτού χαρακτήρα, το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας εμποδίζει μια εθνική νομοθεσία να προβλέπει ότι το κεφάλαιο μιας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας που βρίσκεται σε μια τέτοια εξαιρετική κατάσταση μπορεί να αυξηθεί διά της διοικητικής οδού και χωρίς απόφαση της γενικής συνελεύσεως.
17 Το τρίτο πρόβλημα αφορά ειδικότερα τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 25.
Ως προς το αν η δεύτερη οδηγία εφαρμόζεται στις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες
18 Όπως προκύπτει από τον τίτλο της δεύτερης οδηγίας και το άρθρο της 1, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στις εταιρίες περί των οποίων διαλαμβάνει το άρθρο 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ και που είναι συνεστημένες υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας.
19 Το κριτήριο, επομένως, το οποίο επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης για να ορίσει το πεδίο εφαρμογής της δεύτερης οδηγίας είναι το της νομικής μορφής της εταιρίας, άσχετα από τη δραστηριότητα αυτής.
20 Υπάρχει μία μόνη εξαίρεση από τον γενικό αυτόν κανόνα, η προβλεπόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 2, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν την οδηγία στις εταιρίες επενδύσεων με μεταβλητό κεφάλαιο και στους συνεταιρισμούς, που έχουν συσταθεί υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας.
21 Κατά συνέπεια, οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, δεδομένου ότι δεν εμπίπτουν σ' αυτή την εξαίρεση, εμπίπτουν στη δεύτερη οδηγία.
22 Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε από το γεγονός ότι η δεύτερη οδηγία, ειδικότερα στα άρθρα 20, παράγραφος 1, στοιχείο γ', 23, παράγραφος 2, και 24, παράγραφος 2, λαμβάνει ρητώς υπόψη τις ιδιορρυθμίες των τραπεζικών εργασιών, ορίζοντας ότι ορισμένες διατάξεις της δεν ισχύουν ή ότι δύνανται να μην εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη επί των τραπεζών και άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, που είναι συνεστημένα υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας.
23 Εν τούτοις, τα άρθρα 25 και 29 της δεύτερης οδηγίας δεν προβλέπουν παρόμοια παρέκκλιση.
24 Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η δεύτερη οδηγία, και ειδικότερα τα άρθρα της 25 και 29, έχουν εφαρμογή στις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες.
Ως προς το αν το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας εφαρμόζεται στα μέτρα εξυγιάνσεως τραπεζικής εταιρίας
25 Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης διατείνονται ότι η επίδικη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου συνιστά μέτρο εξυγιάνσεως ενός πιστωτικού ιδρύματος, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας.
26 Προς στήριξη του ισχυρισμού τους, προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα, για να αποδείξουν ότι μια ρύθμιση περί εξυγιάνσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, τον χαρακτήρα της lex specialis έναντι της γενικής ρυθμίσεως του δικαίου των εταιριών.
27 Υποστηρίζουν, πρώτον, ότι η δεύτερη οδηγία δεν ρυθμίζει την εξυγίανση, τη λύση και την εκκαθάριση των ανωνύμων εταιριών, ούτε, κατά μείζονα λόγο, των πιστωτικών ιδρυμάτων. Τα ζητήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο άλλων νομοθετικών μέτρων που έχουν εκδοθεί ή προβλέπεται να εκδοθούν σε κοινοτικό επίπεδο.
28 Συναφώς, αναφέρονται ιδίως στην τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου όσον αφορά την εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ 1988, C 36, σ. 1, στο εξής: τροποποιημένη πρόταση οδηγίας).
29 Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης τονίζουν ότι η τροποποιημένη αυτή πρόταση οδηγίας έχει ακριβώς ως προέχοντα σκοπό την αποτροπή της λύσεως και εκκαθαρίσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων, λόγω της σημασίας που αποδίδεται στη συνέχιση της λειτουργίας τους σε υγιή βάση. Ακόμη και όταν ρυθμίζει την εκκαθάριση, διαπνέεται από το πνεύμα της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων εποπτείας και την έννοια του δημοσίου συμφέροντος.
30 Διαπιστώνουν ότι η επίδικη νομοθεσία περί εξυγιάνσεως περιλαμβάνεται αυτούσια, πλην ορισμένων καθαρά ερμηνευτικών διατάξεων των θεσπισθέντων μέτρων, στον κατάλογο των εθνικών μέτρων που είναι συνημμένος στην τροποποιημένη πρόταση οδηγίας, η οποία περιλαμβάνει τα μέτρα τα οποία αναγνωρίζουν αμοιβαία τα κράτη μέλη ως σκοπούντα στη διατήρηση ή στην ανόρθωση της οικονομικής καταστάσεως ενός πιστωτικού ιδρύματος.
31 Το ότι όμως * κατά τους εναγομένους της κύριας δίκης *, σύμφωνα με την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας, η λήψη των εν λόγω μέτρων δεν εξαρτάται από την τήρηση των διατάξεων της δεύτερης οδηγίας, και ειδικότερα του άρθρου της 25, μαρτυρεί ότι εκείνο που προέχει είναι η εξυγίανση, ακόμη και μέσω υποχρεωτικής αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου, όπως η προβλεπόμενη από την ελληνική νομοθεσία οι δε ειδικότερες προϋποθέσεις αυτής της αυξήσεως περιέρχονται αναγκαστικά σε δεύτερη μοίρα και υποτάσσονται σ' αυτόν τον πρωταρχικό στόχο.
32 Όπως προκύπτει, δηλαδή, από την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας, το ζήτημα της αυξήσεως του κεφαλαίου πιστωτικού ιδρύματος εντάσσεται στο πλαίσιο του γενικότερου και πρωταρχικού στόχου της εξυγιάνσεως πιστωτικού ιδρύματος και απορροφάται τελικά από αυτόν τον στόχο.
33 Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται, κατά την άποψή τους, και από το γεγονός ότι, όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε κοινοτικό επίπεδο, έχει θεσπιστεί ολόκληρο πλέγμα ειδικών κανόνων για τα πιστωτικά ιδρύματα, που υπογραμμίζουν την εντελώς ιδιαίτερη φύση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Είναι ενδεικτικό σχετικώς ότι οι οδηγίες που αφορούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπερβαίνουν τον συνολικό αριθμό των οδηγιών που αφορούν τις εταιρίες εν γένει.
34 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση επίσης φρονεί ότι, σε περίπτωση οικονομικής κρίσεως, η κατάσταση της τράπεζας διαφέρει θεμελιωδώς από τη κατάσταση της ανώνυμης εταιρίας εν γένει, κατά το μέτρο που αφενός μεν το παθητικό των τραπεζών αποτελείται κατά βάση από τα κεφάλαια των καταθετών της, αφετέρου δε οι τράπεζες έχουν ως ουσιώδη αποστολή τη φύλαξη και διαχείριση των αποταμιεύσεων του κοινού. Όταν μια τράπεζα βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής κρίσεως, είναι αναγκαίο αφενός μεν να προστατευθούν τα συμφέροντα των καταθετών της, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει, με κάθε τρόπο, να εξασφαλιστεί η επιστροφή των οικονομιών τους, αφετέρου δε να αποφευχθεί το να καταληφθούν οι καταθέτες αυτής της τράπεζας από πανικό, που ενδέχεται να διαδοθεί στο ευρύ κοινό, προκαλώντας γενικευμένη συρροή των καταθετών προς ανάληψη των καταθέσεων που διατηρούν σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα.
35 Γι' αυτόν τον λόγο, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, τόσο η νομοθεσία των κρατών μελών όσο και η της Κοινότητας δέχονται την ιδιορρυθμία των τραπεζών, θεσπίζοντας κανόνες που αφίστανται του καθεστώτος που ισχύει για τις εταιρίες εν γένει.
36 Ως προς την κοινοτική νομοθεσία, η Πορτογαλική Κυβέρνηση παραπέμπει όχι μόνο στην τροποποιημένη πρόταση οδηγίας, αλλά * όπως πράττουν άλλωστε και οι ενάγοντες της κύριας δίκης * και στη δεύτερη οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (ΕΕ 1989, L 386, σ. 1).
37 Παρεκκλίνοντας από το καθεστώς του άρθρου 17 της δεύτερης οδηγίας, η οδηγία 89/646 θέτει, στο άρθρο 10, παράγραφος 1, τον κανόνα ότι τα ίδια κεφάλαια ενός πιστωτικού ιδρύματος δεν επιτρέπεται να μειωθούν κάτω του κεφαλαίου που αρχικώς επιβαλλόταν, στη δε παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, αν αυτό συμβεί, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να τάσσουν σύντομη προθεσμία, προκειμένου το ίδρυμα να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση.
38 Απαντώντας στα επιχειρήματα αυτά, το Δικαστήριο διευκρινίζει κατ' αρχάς ότι η δεύτερη οδηγία αποβλέπει, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΚ, στον συντονισμό, με σκοπό να καταστούν ισοδύναμες, των απαιτουμένων σε κάθε κράτος μέλος εγγυήσεων εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων. Η δεύτερη οδηγία έχει, συνεπώς, ως σκοπό την εξασφάλιση ενός κατωτάτου επιπέδου προστασίας των μετόχων στο σύνολο των κρατών μελών.
39 Ο σκοπός αυτός θα διακυβευόταν σοβαρά, αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της οδηγίας, διατηρώντας σε ισχύ ρυθμίσεις, έστω και χαρακτηριζόμενες ως ειδικές ή εξαιρετικές, οι οποίες επιτρέπουν να αποφασίζεται, με διοικητικά μέτρα και χωρίς να μεσολαβήσει καμμία απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου (βλ. αποφάσεις της 30ής Μαΐου 1991, C-19/90 και C-20/90, Καρέλλα και Καρέλλας, Συλλογή 1991, σ. I-2691, σκέψεις 25 και 26, και της 24ης Μαρτίου 1992, C-381/89, Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. I-2111, σκέψεις 32 και 33).
40 Γι' αυτούς τους λόγους, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας εμποδίζει την εφαρμογή μιας ρυθμίσεως η οποία * προς εξασφάλιση της εξυγιάνσεως και της συνεχίσεως της δραστηριότητας επιχειρήσεων που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εθνική οικονομία και αντιμετωπίζουν, λόγω υπερχρεώσεως, εξαιρετική κατάσταση * επιτρέπει να αποφασίζεται η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου με διοικητική πράξη και χωρίς απόφαση της γενικής συνελεύσεως (προαναφερθείσες αποφάσεις Καρέλλα και Καρέλλας, σκέψη 31, Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας κ.λπ., σκέψη 37, και απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, C-134/91 και C-135/91, Kerafina * Keramische- und Finanz-Holding και Βιοκτηματική (Συλλογή 1992, σ. I-5699, σκέψη 18, στο εξής: νομολογία Καρέλλα και Σύνδεσμος Μελών).
41 Ασφαλώς, από το γεγονός ότι η δεύτερη οδηγία δεν ρυθμίζει ειδικά την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων, ούτε άλλωστε την των ανωνύμων εταιριών εν γένει, και ότι δεν έχει συντελεσθεί εναρμόνιση των ζητημάτων αυτών σε κοινοτικό επίπεδο, δεν συνάγεται ότι τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να λαμβάνουν μέτρα εξυγιάνσεώς τους αντιβαίνοντα προς τις διατάξεις της οδηγίας, οι οποίες, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 24, εφαρμόζονται και επί τραπεζικών εταιριών.
42 Πράγματι, όσον αφορά τα μέτρα εξυγιάνσεως, το άρθρο 25, που, σύμφωνα με τον σκοπό της δεύτερης οδηγίας, εξασφαλίζει ένα επίπεδο ελάχιστης προστασίας των μετόχων σε όλα τα κράτη μέλη, έχει εφαρμογή, ελλείψει ρητής εξαιρέσεως, στα πιστωτικά ιδρύματα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με κάθε άλλη επιχείρηση έχουσα ιδιαίτερη σημασία για την εθνική οικονομία και αντιμετωπίζουσα, λόγω υπερχρεώσεως, εξαιρετική κατάσταση.
43 Όσον αφορά τα επιχειρήματα που αντλούνται από την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας, διαπιστώνεται ότι αυτή δεν αποτελεί μέρος του κειμένου κοινοτικού δικαίου και ότι, εν πάση περιπτώσει, το γεγονός και μόνον ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση περιλαμβάνεται στον κατάλογο που είναι προσαρτημένος σ' αυτή την πρόταση και που απαριθμεί * όπως ορθώς επισήμανε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή * τα εθνικά μέτρα που, σύμφωνα με τα στοιχεία που χορήγησε κατόπιν αιτήσεώς της κάθε κράτος μέλος, θα έπρεπε να θεωρηθούν ως μέτρα εξυγιάνσεως ουδόλως προδικάζει ότι αυτά συνάδουν προς τις διατάξεις της δεύτερης οδηγίας.
44 Όσον αφορά τη σχετική με τον τραπεζικό τομέα κοινοτική νομοθεσία, * όπως παρατήρησε και ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 19 των προτάσεών του * οι περισσότερες απ' αυτές τις οδηγίες αποσκοπούν στην υλοποίηση και συμπλήρωση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα αυτόν, με ειδικές διατάξεις εφαρμοζόμενες επί των τραπεζών. Άλλωστε, οι πολυάριθμες διατάξεις περί εποπτείας, που απονέμουν στις αρμόδιες αρχές την εξουσία να αξιώνουν από ένα πιστωτικό ίδρυμα να προσαρμόσει εντός ορισμένης προθεσμίας την περιουσιακή του κατάσταση που έχει καταστεί απρόσφορη, αφήνουν άθικτη την αρμοδιότητα των οργάνων του εν λόγω ιδρύματος να αποφασίζουν τα ίδια τη λήψη των καταλλήλων μέτρων.
45 Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα τα οποία αντλούν οι εναγόμενοι της κύριας δίκης και η Πορτογαλική Κυβέρνηση από την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας και από την κοινοτική νομοθεσία περί του τραπεζικού τομέα.
46 Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης διατείνονται, δεύτερον, ότι ο χαρακτήρας της τραπεζικής νομοθεσίας ως lex specialis συνδέεται άρρηκτα με τη φύση των κανόνων εποπτείας ως ρυθμίσεων που υπαγορεύονται από το δημόσιο συμφέρον. Οι κανόνες εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελούν ένα κλειστό σύστημα διατάξεων που αποσκοπούν αφενός μεν στην προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης του κοινού σε αυτό, αφετέρου δε στην προστασία των καταθετών. Τους ίδιους στόχους επιδιώκουν και τα μέτρα εξυγιάνσεως πιστωτικών ιδρυμάτων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των κανόνων εποπτείας. Στα μέτρα αυτά ανήκει, σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία, και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με απόφαση του προσωρινού επιτρόπου.
47 Όπως υποστηρίζουν, το ότι η συνοχή ενός τέτοιου κλειστού συστήματος δεν επιτρέπεται να διαταράσσεται από την παρέμβαση άλλων διατάξεων του εθνικού ή του κοινοτικού δικαίου έχει ήδη αναγνωριστεί από το Δικαστήριο (βλ. αποφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 1992, C-204/90, Bachmann, Συλλογή 1992, σ. I-249, και C-300/90, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1992, σ. I-305). Οι βασικές σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο να αποφανθεί κατ' αυτόν τον τρόπο πρέπει να ισχύσουν και στην παρούσα υπόθεση, η οποία παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με την υπόθεση Bachmann.
48 Ούτε αυτή η επιχειρηματολογία μπορεί να γίνει δεκτή.
49 Είναι αλήθεια ότι διάφορες απόψεις περί της ανάγκης προστασίας των συμφερόντων των καταθετών και, γενικότερα, της ισορροπίας του συστήματος αποταμιεύσεως συνηγορούν υπέρ ενός καθεστώτος αυστηρής εποπτείας, εξασφαλίζοντος τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.
50 Πάντως, από τα ανωτέρω δεν προκύπτει ότι ένα τέτοιο εθνικό καθεστώς πρέπει να προβλέπει κατ' ανάγκην μέτρα στερούντα τα όργανα ενός πιστωτικού ιδρύματος της αρμοδιότητας που αναγνωρίζει στα όργανα μιας ανώνυμης εταιρίας το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας.
51 Η προστασία των εν λόγω συμφερόντων μπορεί, πράγματι, εξ ίσου αποτελεσματικά να επιτευχθεί * όπως ορθώς επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 18 των προτάσεών του * και με άλλα μέσα, όπως, π.χ., η δημιουργία ενός γενικευμένου συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων, που να επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, χωρίς ωστόσο να εμποδίζουν την υλοποίηση των σκοπών της δεύτερης οδηγίας, η οποία επιδιώκει ένα επίπεδο ελάχιστης προστασίας των μετόχων στο σύνολο των κρατών μελών.
52 Επομένως, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να λάβουν, σε περίπτωση που το σύστημά τους εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων δεν ανταποκρινόταν προς τις επιταγές της δεύτερης οδηγίας, τα αναγκαία μέτρα για να το συμμορφώσουν, εντός της τασσομένης προθεσμίας, προς αυτές τις επιταγές και να θεσπίσουν ένα σύστημα που να προστατεύει τα εμπλεκόμενα συμφέροντα, τηρώντας ταυτόχρονα τις διατάξεις της οδηγίας.
53 Όπως προκύπτει άλλωστε από τη δικογραφία, η Ελληνική Δημοκρατία θέσπισε, εν τω μεταξύ, νομοθετικά μέτρα που καθιερώνουν σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων και καταργούν το * προβλεπόμενο από την επίδικη νομοθεσία * λειτούργημα του προσωρινού επιτρόπου και, κατ' επέκταση, τις εξουσίες του, περιλαμβανομένης και της εξουσίας να αποφασίζει αύξηση του κεφαλαίου μιας τράπεζας, αντικαθιστώντας τη γενική συνέλευση.
Ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 25 της δεύτερης οδηγίας
54 Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης διατείνονται ότι, ούτως ή άλλως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας. Παραπέμπουν σχετικώς στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Καρέλλα (σκέψη 30) και Σύνδεσμος Μελών (σκέψη 27).
55 Συγκεκριμένα, διαφορετικά απ' ό,τι συνέβαινε με τις εθνικές διατάξεις που ήσαν υπό κρίση στις υποθέσεις Καρέλλα και Σύνδεσμος Μελών, κατά τις οποίες έπαυε μόνον η εξουσία των οργάνων διοικήσεως της επιχειρήσεως, ενώ διετηρείτο η γενική συνέλευση, η περί ης ο λόγος στην παρούσα υπόθεση νομοθεσία προβλέπει τον διορισμό προσωρινού επιτρόπου, με τον οποίο παύει αυτοδικαίως και περιέρχεται σ' αυτόν κάθε εξουσία και αρμοδιότητα των καταστατικών οργάνων, περιλαμβανομένης και της γενικής συνελεύσεως. Ο διορισμός αυτός συνιστά μέτρο καθ' όλα ανάλογο με τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως, και ιδίως με την εφαρμογή διαδικασιών εκκαθαρίσεως, κατά την έννοια των αποφάσεων Καρέλλα και Σύνδεσμος Μελών έχει, εξ άλλου, ως αποτέλεσμα ότι η εμπλεκόμενη εταιρία δεν εξακολουθεί να υφίσταται με τη δική της δομή, καθ' όσον έχει αφαιρεθεί η εξουσία από τους μετόχους και τα κανονικά όργανά της, κατά την έννοια της ίδιας νομολογίας.
56 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
57 Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Καρέλλα (σκέψη 30) και Σύνδεσμος Μελών (σκέψη 27), το Δικαστήριο τόνισε ότι σκοπός της δεύτερης οδηγίας είναι η εξασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των εταίρων και των τρίτων, ιδίως όσον αφορά τις πράξεις συστάσεως της εταιρίας, καθώς και αυξήσεως ή μειώσεως του κεφαλαίου της. Βεβαίως, η οδηγία δεν απαγορεύει τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως σκοπούντων στην εξαφάνιση της εταιρίας, και ιδίως την εφαρμογή διαδικασιών εκκαθαρίσεως, στο πλαίσιο των οποίων η εταιρία τίθεται υπό καθεστώς αναγκαστικής διαχειρίσεως προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των δανειστών. Αντιθέτως, η οδηγία εξακολουθεί να έχει εφαρμογή στην περίπτωση ενός απλού καθεστώτος εξυγιάνσεως σκοπούντος στη διασφάλιση της επιβιώσεως της εταιρίας, έστω και αν το καθεστώς αυτό συνεπάγεται προσωρινή αφαίρεση της εξουσίας από τους μετόχους και τα κανονικά όργανα της εταιρίας.
58 Εν προκειμένω, όμως, ο διορισμός προσωρινού επιτρόπου δεν εξομοιούται προς τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως ούτε, ειδικότερα, προς κίνηση διαδικασίας εκκαθαρίσεως, έστω και αν όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες περιέρχονται στον προσωρινό επίτροπο. Πράγματι, * όπως ανέφεραν οι ίδιοι οι εναγόμενοι της κύριας δίκης * το άρθρο 8, παράγραφος 1, του αναγκαστικού νόμου 1665/1951, σχετικά με τα μέτρα που μπορεί να λάβει η Νομισματική Επιτροπή, διακρίνει την ανάκληση αδείας λειτουργίας της τράπεζας, τιθεμένης έτσι υπό εκκαθάριση, από τον διορισμό επιτρόπου. Επί πλέον, * όπως επίσης τόνισαν οι εναγόμενοι της κύριας δίκης * σκοπός του διορισμού του προσωρινού επιτρόπου ήταν ακριβώς η επιβίωση της ενδιαφερομένης εταιρίας, πράγμα που καθιστά σαφές ότι ο διορισμός αυτός εντάσσεται στο καθεστώς εξυγιάνσεως εταιρίας.
59 Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι η εταιρία δεν εξακολουθεί υφισταμένη, πράγμα που επιβεβαιώνει άλλωστε, εν προκειμένω, το γεγονός ότι τα καταστατικά όργανα προσωρινώς μόνο στερήθηκαν των εξουσιών και αρμοδιοτήτων τους και ότι όλες οι αυξήσεις κεφαλαίου που διαδέχθηκαν εκείνη την οποία είχε αποφασίσει ο προσωρινός επίτροπος αποφασίστηκαν και πάλι από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
60 Εν όψει των προεκτεθέντων, στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι αντιβαίνει προς το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ότι το κεφάλαιο μιας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας που, λόγω υπερχρεώσεως, βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση μπορεί να αυξηθεί διά της διοικητικής οδού και χωρίς απόφαση της γενικής συνελεύσεως.
Επί του τρίτου ερωτήματος
61 Το άρθρο 29, παράγραφος 3, της δεύτερης οδηγίας αφορά τον τρόπο πραγματοποιήσεως της προσφοράς προτιμησιακής αναλήψεως, η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απευθύνεται στους μετόχους ανώνυμης εταιρίας κάθε φορά που αυξάνεται το προς ανάληψη κεφάλαιο με εισφορές σε μετρητά.
62 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η νομοθεσία ενός κράτους μέλους μπορεί να μην προβλέπει τη δημοσίευση αυτής της προσφοράς στο εθνικό δελτίο που ορίζεται σύμφωνα με την πρώτη οδηγία 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80), όταν όλες οι μετοχές της εταιρίας είναι ονομαστικές. Στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 29, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της δεύτερης οδηγίας, "πρέπει να ενημερωθούν γραπτώς όλοι οι μέτοχοι".
63 Είναι δεδομένο ότι, κατά τον χρόνο των επιδίκων πραγματικών περιστατικών, η ελληνική νομοθεσία δεν είχε προβλέψει, όπως επέβαλλε η εν λόγω διάταξη, τη δημοσίευση της προσφοράς σε ορισθέν προς τούτο εθνικό δελτίο.
64 Σ' αυτό το πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η δημοσίευση της προσφοράς στις ημερήσιες εφημερίδες πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί την κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της δεύτερης οδηγίας έγγραφη ενημέρωση.
65 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, παρατηρείται ότι σκοπός του άρθρου 29, παράγραφος 3, είναι να εξασφαλίζεται ότι, εφόσον δεν γίνει δημοσίευση στο προς τούτο ορισθέν εθνικό δελτίο, όλοι οι κάτοχοι ονομαστικών μετοχών θα ενημερώνονται, ονομαστικώς και ατομικώς, περί του τρόπου ασκήσεως του δικαιώματός τους προτιμήσεως.
66 Επομένως, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η δημοσίευση της προσφοράς προτιμησιακής αναλήψεως στις ημερήσιες εφημερίδες δεν συνιστά έγγραφη ενημέρωση των κατόχων ονομαστικών μετοχών κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της δεύτερης οδηγίας.
Επί της καταχρήσεως δικαιώματος
67 Όπως προκύπτει από την απόφαση παραπομπής, οι εναγόμενοι και οι παρεμβαίνοντες της κύριας δίκης προέβαλαν, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, επιχείρημα στηριζόμενο στο άρθρο 281 του ελληνικού Αστικού Κώδικα, κατά το οποίο "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμόζεται και προς απόκρουση δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, όταν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, τα δικαιώματα αυτά ασκούνται καταχρηστικά.
68 Χωρίς να είναι αναγκαίο, ελλείψει σχετικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, να εξετασθεί το ζήτημα αν, στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόμου τάξεως, είναι επιτρεπτό να εφαρμόζεται ένας εθνικός κανόνας για να εκτιμηθεί αν ένα δικαίωμα που απονέμεται από τις επίμαχες κοινοτικές διατάξεις ασκείται καταχρηστικά, γεγονός παραμένει ότι, εν πάση περιπτώσει, η εφαρμογή ενός τέτοιου κανόνα δεν επιτρέπεται να θίγει την πλήρη αποτελεσματικότητα και την ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων εντός των κρατών μελών.
69 Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, στο Δικαστήριο εναπόκειται, όταν διακυβεύονται δικαιώματα τα οποία επικαλείται ιδιώτης βάσει κοινοτικών διατάξεων, να ελέγχει τον βαθμό επάρκειας της προβλεπόμενης από τις εθνικές έννομες τάξεις ένδικης προστασίας.
70 Στην προκειμένη περίπτωση, θα επλήττετο η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και η πλήρης ενέργειά του, αν εθεωρείτο ότι ένας μέτοχος, επικαλούμενος το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας, ασκούσε καταχρηστικά το δικαίωμά του για τον μόνο λόγο ότι ανήκει στη μειοψηφία των μετόχων μιας εταιρίας που υπήχθη σε καθεστώς εξυγιάνσεως ή ότι ωφελήθηκε από την εξυγίανση της εταιρίας. Και τούτο διότι, εφόσον το άρθρο 25, παράγραφος 1, εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους μετόχους και ανεξαρτήτως της εκβάσεως ενδεχομένης διαδικασίας εξυγιάνσεως, ο τυχόν χαρακτηρισμός μιας αγωγής στηριζομένης στο άρθρο 25, παράγραφος 1, ως καταχρηστικής για παρόμοιους λόγους θα ισοδυναμούσε με αλλοίωση του περιεχομένου της διατάξεως αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
71 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 3ης Αυγούστου 1993 το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αποφαίνεται:
1) Αντιβαίνει προς το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της, εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ότι το κεφάλαιο μιας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας που, λόγω υπερχρεώσεως, βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση μπορεί να αυξηθεί διά της διοικητικής οδού και χωρίς απόφαση της γενικής συνελεύσεως.
2) Η δημοσίευση της προσφοράς προτιμησιακής αναλήψεως στις ημερήσιες εφημερίδες δεν συνιστά έγγραφη ενημέρωση των κατόχων ονομαστικών μετοχών κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 77/91.
Full & Egal Universal Law Academy