Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων * Ασφάλιση ασθενείας * Προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών * Μη αντιτάξιμο, δυνάμει της κοινοτικής ρυθμίσεως, προϋποθέσεως σχετικής με την αρχή της ασθενείας την οποία θέτει η νομοθεσία κράτους μέλους * Περιεχόμενο
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 35 PAR 3)
2. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων * Ασφάλιση ασθενείας * Προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών * Νομοθεσία του αρμοδίου κράτους μέλους η οποία εξαρτά τη χορήγηση των παροχών από τη μη ύπαρξη ανικανότητας προς εργασία κατά τον χρόνο της υπαγωγής * Υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως που διανύθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους * Σύντομη περίοδος μη υπαγωγής συνδεομένη με τη μεταφορά της κατοικίας από ένα κράτος μέλος σε άλλο * Δεν έχει επίπτωση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 51 κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 18 PAR 1)
Περίληψη
1. Το άρθρο 35, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι, αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση των παροχών ασθενείας από προϋπόθεση σχετική με την αρχή της ασθενείας, η προϋπόθεση αυτή δεν είναι αντιτάξιμη στον εργαζόμενο στον οποίο έχει εφαρμογή ο κανονισμός, οποιοσδήποτε και αν είναι ο τόπος της κατοικίας του, δεν αφορά την περίπτωση κατά την οποία η εφαρμοστέα νομοθεσία αποκλείει, εν όλω ή εν μέρει, το ευεργέτημα των παροχών ασθενείας, οσάκις ο εργαζόμενος ήταν ήδη ανίκανος προς εργασία κατά τον χρόνο της υπαγωγής του στο σύστημα που η νομοθεσία αυτή θεσπίζει.
2. Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 πρέπει, υπό το φως του στόχου που ορίζει το άρθρο 51 της Συνθήκης, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, οσάκις η εφαρμοστέα νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση χρηματικών παροχών λόγω ασθενείας από την προϋπόθεση ότι η ανικανότητα προς εργασία του ασφαλισμένου δεν υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο της υπαγωγής του στο σύστημα που θεσπίζει, ο αρμόδιος φορέας πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο ενδιαφερόμενος υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.
Συναφώς, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος, αφού μετέφερε την κατοικία του από ένα κράτος μέλος σε άλλο, δεν εργάστηκε, για σύντομο χρονικό διάστημα, ούτε ενεγράφη ως άνεργος αναζητών εργασία στο έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους δεν έχει ως συνέπεια τη διακοπή της συνεχείας των περιόδων ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο ενδιαφερόμενος και τη μη εφαρμογή του κανόνα του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως.
Είναι πράγματι συμφυές με τη συνήθη άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας να μην εργάζεται ένας διακινούμενος εργαζόμενος επί βραχύ χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ασχολείται με τη μετακόμισή του από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-482/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Arrondissementsrechtbank te Amsterdam (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
S. E. Klaus
και
Bestuur van de Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 25, παράγραφος 2, 35, παράγραφος 3, και 71, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, P. Jann και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. M. La Pergola
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Bestuur van de Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging, εκπροσωπουμένη από τον C. R. J. A. M. Brent, διευθυντή του τμήματος διοικήσεως και νομικών υποθέσεων της ενώσεως "Gemeenschappelijk Administratiekantoor",
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τη Μ. Πατακιά και τον B. J. Drijber, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Bestuur van de Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging, εκπροσωπουμένης από τον F. W. M. Keunen, νομικό συνεργάτη της ενώσεως "Gemeenschappelijk Administratiekantoor", και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον B. J. Drijber, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαΐου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 15ης Οκτωβρίου 1993, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Δεκεμβρίου 1993, το Arrondissementsrechtbank te Amsterdam υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 25, παράγραφος 2, 35, παράγραφος 3, και 71, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: ο κανονισμός 1408/71).
2 Τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Klaus και της Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging (νέας γενικής επαγγελματικής ενώσεως) σχετικά με τη χορήγηση χρηματικών παροχών λόγω ασθενείας.
3 Από τον Δεκέμβριο του 1985 μέχρι τον Ιούλιο του 1987, η Klaus, Oλλανδή υπήκοος, εργάστηκε ως νοσοκόμος στις Κάτω Χώρες και ήταν, για τον λόγο αυτόν, ασφαλισμένη δυνάμει του Ziektewet (νόμου περί αποζημιώσεων λόγω ασθενείας, στο εξής: ZW). 'Επαυσε τη δραστηριότητα αυτή τον Ιούλιο του 1987 λόγω πόνων στην πλάτη, οπότε και η δυνάμει του ZW ασφάλισή της έληξε.
4 Αφού παρακολούθησε επί οκτάμηνο μαθήματα επαγγελματικής καταρτίσεως στον τομέα του τουριστικού management, μετέβη, τον Ιούνιο του 1988, στην Ισπανία προκειμένου να εργαστεί εκεί ως υπάλληλος υποδοχής και βοηθός δημοσίων σχέσεων.
5 Τον Δεκέμβριο του 1988, επέστρεψε στις Κάτω Χώρες και για σύντομο χρονικό διάστημα εργάστηκε σε διάφορες θέσεις.
6 Από τον Μάιο του 1989 μέχρι τον Οκτώβριο του 1989, η Klaus εργάστηκε πάλι ως υπάλληλος υποδοχής και βοηθός δημοσίων σχέσεων στην Ισπανία. Στη συνέχεια, επέστρεψε στις Κάτω Χώρες και εργάστηκε, από τις 20 Οκτωβρίου 1989, ως προσωρινή υπάλληλος στην εταιρία Randstad Industrie BV. Από τη δικογραφία της κύριας δίκης που τέθηκε στη διάθεση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, αφότου έπαυσε να εργάζεται στην Ισπανία και μέχρις ότου αρχίσει να εργάζεται ως προσωρινή υπάλληλος, ήτοι επί μερικές ημέρες, η Klaus δεν εργάστηκε, χωρίς ωστόσο να ζητήσει τη χορήγηση παροχών ανεργίας ούτε από τον αρμόδιο ισπανικό ούτε από τον αρμόδιο ολλανδικό φορέα.
7 Το ως άνω μεσιτικό γραφείο ευρέσεως εργασίας τοποθέτησε την Klaus στο τμήμα τροφοδοσίας (catering) του εστιατορίου επιχειρήσεως στις Κάτω Χώρες. Εντούτοις, στις 7 Νοεμβρίου 1989, η Klaus αναγκάστηκε να σταματήσει να εργάζεται λόγω πόνων στην πλάτη της.
8 Από γνωμάτευση της 16ης Σεπτεμβρίου 1991, υποβληθείσα στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξετάσεως της υποθέσεως κατά την κύρια δίκη, προκύπτει ότι, λόγω ανωμαλιών της σπονδυλικής της στήλης, η Klaus ήταν ήδη ανίκανη προς εργασία στις 20 Οκτωβρίου 1989, ημέρα κατά την οποία η βάσει του ZW ασφάλισή της άρχισε πάλι να ισχύει. Διευκρινίζεται επίσης ότι οι πόνοι στην πλάτη της Klaus εκδηλώθηκαν για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1986 και υποτροπίασαν κατά το διάστημα που εργάστηκε στην Ισπανία το 1989.
9 Με έγγραφο της 24ης Απριλίου 1990, η Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging, η οποία είναι επιφορτισμένη με την εφαρμογή του συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως, γνωστοποίησε στην Klaus ότι αποφάσισε να μην της χορηγήσει αποζημίωση λόγω ασθενείας βάσει του ZW από τις 7 Νοεμβρίου 1989, με το αιτιολογικό ότι, κατά τον χρόνο που άρχισε να ισχύει η υγειονομική ασφάλισή της, ήτοι στις 20 Οκτωβρίου 1989, ήταν ήδη ανίκανη προς εργασία.
10 Ο ZW αποτελεί το θεμέλιο του ολλανδικού γενικού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως. Για να δικαιούται χρηματικές παροχές λόγω ασθενείας βάσει της νομοθεσίας αυτής, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι ανίκανος να ασκήσει τις δραστηριότητές του (κατά γενικό κανόνα, εκείνες που ασκούσε τελευταία) λόγω ασθενείας (άρθρο 19). Υπό ορισμένους όρους, το ευεργέτημα της καλύψεως της υγειονομικής ασφαλίσεως μπορεί να διατηρείται μετά τη λήξη της περιόδου ασφαλίσεως, σαν να παρέμενε ασφαλισμένος ο δικαιούχος, όταν η ανικανότητα προς εργασία επέρχεται κατά τη διάρκεια σύντομης περιόδου (ενός μήνα ή οκτώ ημερών, κατά περίπτωση) μετά τη λήξη της ασφαλίσεως (άρθρο 46).
11 Η επαγγελματική ένωση μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση, εν όλω ή εν μέρει, αποζημιώσεως λόγω ασθενείας όταν η ανικανότητα προς εργασία υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο της ενάρξεως ισχύος της ασφαλίσεως (άρθρο 44, παράγραφος 1, στην αρχή και στοιχείο α', σημείο 1). Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην αποτροπή των καταχρήσεων, δεδομένου ότι η ολλανδική νομοθεσία περί ανικανότητας προς εργασία δεν προβλέπει εξέταση επιτρέπουσα τον αποκλεισμό ορισμένων κινδύνων από την κάλυψη κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεώς της.
12 Αυτές τις τελευταίες διατάξεις επικαλείται η Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging προκειμένου να αρνηθεί, με απόφαση της 24ης Απριλίου 1990, να χορηγήσει στην Klaus αποζημιώσεις λόγω ασθενείας βάσει του ZW.
13 H Klaus άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Arrondissementsrechtbank te Amsterdam, το οποίο έκρινε ότι η λύση της διαφοράς εγείρει ζητήματα ερμηνείας των άρθρων 25, παράγραφος 2, 35, παράγραφος 3, και 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
14 Κατά το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, "Ο σε πλήρη ανεργία μισθωτός, για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 1, περίπτωση α', εδάφιο ii, ή περίπτωση β', εδάφιο ii, πρώτη φράση, λαμβάνει παροχές (λόγω ασθενείας) εις είδος και εις χρήμα σύμφωνα με τη νομοθεσία (και με επιβάρυνση) του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να υπαγόταν στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του (...)." Η διάταξη αφορά τους πλήρως ανέργους οι οποίοι κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς τους κατοικούσαν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος.
15 Το αιτούν δικαστήριο δεν αποκλείει συναφώς ότι λίγο μετά την έναρξη της τελευταίας απασχολήσεώς της στις Κάτω Χώρες, ήτοι στις 20 Οκτωβρίου 1990, η Klaus ήταν για ορισμένες ημέρες άνεργη (μη μεθοριακή) στην Ισπανία, μολονότι διατηρούσε την κατοικία της στις Κάτω Χώρες, και, επομένως, καλυπτόταν από το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', ii, πρώτη φράση, του κανονισμού 1408/71.
16 Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 35, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, "Αν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση παροχών (λόγω ασθενείας) από προϋποθέσεις σχετικές με την προέλευση της ασθένειας, οι προϋποθέσεις αυτές δεν ισχύουν για τους μισθωτούς ή μη μισθωτούς και τα μέλη της οικογενείας τους" που εμπίπτουν στις διατάξεις του κανονισμού, "ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικούν".
17 Το Arrondissementsrechtbank te Amsterdam αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"1) 'Εχει το άρθρο 35, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 την έννοια ότι η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, εμποδίζει την κατ' εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως περί επιλογής κινδύνων, όπως του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο 1, του ZW, άρνηση καταβολής επιδόματος λόγω ασθενείας σε εργαζόμενο ο οποίος (σχεδόν) αμέσως μετά από μια περίοδο κατά την οποία υπήγετο στη νομοθετική ρύθμιση περί επιδομάτων λόγω ασθενείας, είναι ασφαλισμένος στο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας του οποίου η εθνική νομοθετική ρύθμιση περιέχει διάταξη περί επιλογής κινδύνων, όπως αυτή που αναφέρεται αμέσως ανωτέρω;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η ερμηνεία αυτή ισχύει και όταν η μείωση της ικανότητας προς εργασία, η οποία είχε ως επακόλουθο την εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως περί επιλογής κινδύνων, επήλθε κατά τη διάρκεια ασφαλίσεως κατά των οικονομικών συνεπειών ασθενείας βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους της οποίας επίσης αποτελεί μέρος η εν λόγω διάταξη περί επιλογής κινδύνων;
3) Θα διαφέρει η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ενόψει του άρθρου 25, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, αν ο εργαζόμενος, πριν εργαστεί ως μισθωτός στο αρμόδιο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, περιήλθε στην κατάσταση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α, ii, ή στοιχείο β', ii, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, έχει το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 την έννοια ότι ως εργαζόμενος τον οποίο αφορά η διάταξη αυτή πρέπει να νοείται (και) ο εργαζόμενος ο οποίος πληροί όλες τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α', ii, ή στοιχείο β', ii, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, μολονότι ουδέποτε του χορηγήθηκαν παροχές ανεργίας, σύμφωνα με τις αμέσως προαναφερθείσες διατάξεις, από τον φορέα του κράτους της κατοικίας, επειδή ουδέποτε υποβλήθηκε αίτηση για την καταβολή των παροχών αυτών;"
18 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κυρίως να πληροφορηθεί αν το άρθρο 35, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 έχει εφαρμογή επί της νομοθεσίας κράτους μέλους η οποία αποκλείει, εν όλω ή εν μέρει, το ευεργέτημα των παροχών λόγω ασθενείας, οσάκις ο εργαζόμενος ήταν ήδη ανίκανος προς εργασία κατά τον χρόνο της υπαγωγής του στο σύστημα που θεσπίζει.
19 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 35, παράγραφος 3, του κανονισμού αφορά την περίπτωση που μια προϋπόθεση σχετική με την αρχή της ασθενείας αντιτάσσεται, δυνάμει της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους μέλους, στον εργαζόμενο ή σε μέλος της οικογενείας του. Αντιθέτως, δεν αφορά την περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, η εφαρμοστέα νομοθεσία εξαρτά το δικαίωμα λήψεως παροχών λόγω ασθενείας από τον όρο ότι η ανικανότητα προς εργασία, αυτή καθαυτή, δεν υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο της υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
20 Επομένως, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Εντούτοις, η αναγκαιότητα να δοθεί λυσιτελής ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου στο αιτούν δικαστήριο οδηγεί στη διατύπωση και των ακολούθων σκέψεων.
21 Το άρθρο 51 της Συνθήκης ανέθεσε στο Συμβούλιο την αποστολή να λάβει, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Επομένως, υπό το φως αυτού του στόχου πρέπει να ερμηνεύονται οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 (βλ. ιδίως απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994 στην υπόθεση C-406/93, Reichling, Συλλογή 1994, σ. Ι-4061, σκέψη 21).
22 Μεταξύ αυτών, πρέπει να τονιστεί το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού κατά το οποίο "Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν".
23 'Οπως παρατηρεί η Επιτροπή, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει, εν προκειμένω, στον αρμόδιο φορέα να θεωρεί την αρχή της υπαγωγής υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ως αφετηρία των περιόδων ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς της παροχής του δικαιώματος για τη λήψη παροχών λόγω ασθενείας.
24 Επομένως, όταν η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση χρηματικών παροχών λόγω ασθενείας από τον όρο ότι η ανικανότητα προς εργασία δεν υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο της υπαγωγής, στον αρμόδιο φορέα απόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού, να λάβει επίσης υπόψη τους τις περιόδους ασφαλίσεως που ο ασφαλισμένος συμπλήρωσε υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.
25 Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα υποβάλλονται για την περίπτωση που πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης βρισκόταν, λίγες ημέρες πριν από τις 20 Οκτωβρίου 1989, στην κατάσταση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 71, παράγραφος 1, εδάφιο β', ii, πρώτη φράση, του κανονισμού 1408/71.
26 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 περί ανέργου μισθωτού ή μη μισθωτού εργαζομένου, και ιδίως εκείνες του άρθρου 71, δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, γιατί η Klaus δεν είχε εγγραφεί πουθενά ως άνεργος αναζητούσα εργασία.
27 Το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα μπορούν ωστόσο να νοηθούν ως αφορώντα το πρόβλημα αν μια ολιγοήμερη περίοδος μεταξύ της επιστροφής της Klaus στη χώρα καταγωγής της και της επανενάρξεως στο κράτος αυτό μισθωτής δραστηριότητας έχει ως συνέπεια να διακόπτεται η συνέχεια των περιόδων υπαγωγής που μπορούν να ληφθούν υπόψη δυνάμει των κοινοτικών κανόνων περί συνυπολογισμού.
28 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, όπως έπραξε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 13 των προτάσεών του, ότι το γεγονός ότι ένας διακινούμενος εργαζόμενος δεν εργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου ασχολήθηκε με τη μετακόμισή του από ένα κράτος μέλος σε άλλο είναι συμφυές με τη συνήθη άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας.
29 Επιπλέον, εν προκειμένω, ο εκπρόσωπος της Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging πληροφόρησε κατά την προφορική διαδικασία το Δικαστήριο ότι, σε περίπτωση που το σύνολο της σταδιοδρομίας της Klaus είχε διανυθεί στις Κάτω Χώρες, το διάστημα αυτό δεν θα είχε ληφθεί υπόψη προκειμένου να δικαιολογηθεί η άρνηση χορηγήσεως της ζητουμένης παροχής.
30 Ενόψει του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να δοθεί στα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα η απάντηση ότι το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει την έννοια ότι, οσάκις η εφαρμοστέα νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση χρηματικών παροχών λόγω ασθενείας από τον όρο ότι η ανικανότητα προς εργασία του ασφαλισμένου δεν υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο της υπαγωγής του στο σύστημα που θεσπίζει, ο αρμόδιος φορέας πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως που ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει. Το γεγονός ότι ο εργαζόμενος, αφού μετέφερε την κατοικία του από ένα κράτος μέλος σε άλλο, δεν εργάστηκε, για σύντομο χρονικό διάστημα, ούτε ενεγράφη ως άνεργος αναζητών εργασία στο έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους δεν έχει ως συνέπεια τη διακοπή της συνεχείας των περιόδων ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο ενδιαφερόμενος και τη μη εφαρμογή του κανόνα του συνυπολογισμού του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 15ης Οκτωβρίου 1992, το Arrondissementsrechtbank te Amsterdam, αποφαίνεται:
1) To άρθρο 35, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983, δεν έχει εφαρμογή επί της νομοθεσίας κράτους μέλους αποκλείουσας, εν όλω ή εν μέρει, το ευεργέτημα των παροχών λόγω ασθενείας οσάκις ο εργαζόμενος ήταν ανίκανος προς εργασία κατά τον χρόνο της υπαγωγής του στο σύστημα που η νομοθεσία αυτή θεσπίζει.
2) To άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι, όταν η εφαρμοστέα νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση χρηματικών παροχών λόγω ασθενείας από τον όρο ότι η ανικανότητα προς εργασία του ασφαλισμένου δεν υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο της υπαγωγής του στο σύστημα που θεσπίζει, ο αρμόδιος φορέας πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη του τις περιόδους ασφαλίσεως που ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.
3) Το γεγονός ότι ο εργαζόμενος, αφού μετέφερε την κατοικία του από ένα κράτος μέλος σε άλλο, δεν εργάστηκε, για σύντομο χρονικό διάστημα, ούτε ενεγράφη ως άνεργος αναζητών εργασία στο έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους μέλους δεν έχει ως συνέπεια τη διακοπή της συνεχείας των περιόδων ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο ενδιαφερόμενος και δεν εμποδίζει την εφαρμογή του κανόνα του συνυπολογισμού του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
Full & Egal Universal Law Academy