Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Διαδικασία * Παρέμβαση * Ένδικες διαφορές μεταξύ κοινοτικών οργάνων και υπαλλήλων τους * Παρέμβαση υπαλλήλου στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως άλλου υπαλλήλου * Παραδεκτό * Προϋποθέσεις
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 37, εδ. 2 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρα 93 και 123)
Περίληψη
Όσον αφορά την αίτηση παρεμβάσεως υπαλλήλου στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από άλλον υπάλληλο, ως συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, υπό την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, πρέπει να νοείται το άμεσο συμφέρον για την τύχη που επιφυλάσσεται στα αιτήματα που αφορούν ειδικώς την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση.
Για τον λόγο αυτόν, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από υπάλληλο κατ' αποφάσεως που αφορά τον τρόπο πληρωμής των αποδοχών του, είναι απαράδεκτη η αίτηση παρεμβάσεως άλλου υπαλλήλου ο οποίος, ενώ μπορούσε, δεν άσκησε προσφυγή κατ' αποφάσεως που αφορούσε την πληρωμή των δικών του αποδοχών και ο οποίος δεν μπορεί να δικαιολογήσει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, παρά μόνον έμμεσο συμφέρον, το οποίο έγκειται στην αναγνώριση του βασίμου ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας προβληθείσας παρεμπιπτόντως από τον προσφεύγοντα και το οποίο στηρίζεται στις ομοιότητες μεταξύ της δικής του καταστάσεως και της καταστάσεως του προσφεύγοντος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-76/93 P,
Piera Scaramuzza, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την εταρία SARL Fiduciaire Myson, rue Glesener, 1,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 15 Δεκεμβρίου 1992 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα) στην υπόθεση T-75/91, με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Joseph Griesmar, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Denis Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn και J. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαρτίου 1993, η Piera Scaramuzza άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 1992, Τ-75/91, (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2557), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της κατά της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε την πληρωμή του συνόλου των αποδοχών της στο νόμισμα και με εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή της χώρας υπηρεσίας της.
2 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουνίου 1993, οι Michael James Lake και Angel Vinas, εκπροσωπούμενοι από τους Thierry Demaseure και Gerard Collin, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την εταιρία SARL Fiduciaire Myson, rue Glesener 1, ζήτησαν να παρέμβουν στην υπόθεση C-76/93 P υπέρ της αναιρεσείουσας.
3 Το δικόγραφο της αιτήσεως παρεμβάσεως κατατέθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 και 123 του Κανονισμού Διαδικασίας και κατ' εφαρμογήν του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου.
4 Από το δικόγραφο της αιτήσεως παρεμβάσεως προκύπτει ότι όλοι οι αιτούντες την παρέμβαση είναι κοινοτικοί υπάλληλοι υπηρετούντες σε τρίτη χώρα. Υπό την ιδιότητα αυτή υπόκεινται στις διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στις εσωτερικές οδηγίες εφαρμογής των διατάξεων αυτών, οι οποίες καθορίζουν, μεταξύ άλλων, τον τρόπο πληρωμής των αποδοχών και των οποίων το παράνομο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα.
5 Κατά το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, το δικαίωμα παρεμβάσεως σε διαφορά εκκρεμούσα ενώπιον του Δικαστηρίου ανήκει σε κάθε πρόσωπο που δικαιολογεί συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς.
6 Το Δικαστήριο φρονεί ότι το εν λόγω συμφέρον πρέπει να υφίσταται σε σχέση προς τα αιτήματα του κυρίου διαδίκου τα οποία προτίθεται να υποστηρίξει ο αιτών την παρέμβαση. Επιπλέον, ο αιτών την παρέμβαση πρέπει να αποδεικνύει άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την ευδοκίμηση των αιτημάτων αυτών.
7 Συναφώς, οι αιτούντες την παρέμβαση ισχυρίζονται ότι το συμφέρον τους στην έκβαση της αναιρετικής διαδικασίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, διότι οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αναιρέσεώς της θέτουν ζητήματα αρχής σχετικά με την οργάνωση της ευρωπαϊκής δημοσιοϋπαλληλίας και, πιο συγκεκριμένα, με την κατάσταση όλων των κοινοτικών υπαλλήλων που υπηρετούν σε τρίτη χώρα.
8 Ακόμη και αν γίνει δεκτό, υπό τις παρούσες συνθήκες, ότι η ερμηνεία των διατάξεων που θα γίνει δεκτή για την επίλυση της διαφοράς μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση των αιτούντων την παρέμβαση, κατά το μέτρο που η εκδοθησόμενη απόφαση μπορεί να έχει επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο οι κοινοτικές αρχές εφαρμόζουν την επίμαχη ρύθμιση έναντι όλων των υπαλλήλων, τίθεται το ζήτημα αν, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 179 της Συνθήκης, μεμονωμένοι υπάλληλοι όπως οι αιτούντες την παρέμβαση δικαιολογούν συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς υπό την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου.
9 Στην αλληλουχία αυτή, ως συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, υπό την έννοια του τελευταίου αυτού άρθρου, πρέπει να νοείται το συμφέρον για την τύχη που επιφυλάσσεται στα αιτήματα που αφορούν ειδικώς την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση.
10 Αν δεν γινόταν δεκτή η ερμηνεία αυτή, κάθε υπάλληλος που αποδεικνύει ότι η κατάστασή του θα μπορούσε να επηρεαστεί, κατά τρόπο αόριστο, από την ευδοκίμηση ή μη του ισχυρισμού περί παρανόμου τον οποίο προβάλλει ο κύριος διάδικος θα δικαιολογούσε συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς. Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο με το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που καθιερώνουν τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, ιδίως των προθεσμιών που προβλέπουν.
11 Πρέπει συνεπώς να γίνεται διάκριση μεταξύ των αιτούντων την παρέμβαση που δικαιολογούν άμεσο συμφέρον για την τύχη που επιφυλάσσεται στη συγκεκριμένη πράξη της οποίας η ακύρωση ζητείται και των αιτούντων την παρέμβαση που δεν δικαιολογούν παρά μόνον έμμεσο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ της καταστάσεώς τους και της καταστάσεως ενός των διαδίκων.
12 Κατά τα λοιπά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν ο αιτών την παρέμβαση έχει ή είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ο ίδιος προσφυγή, το γεγονός ότι δεν του επιτρέπεται να παρέμβει σε άλλη υπόθεση, στην οποία κρίνονται κατάσταση ή απόψεις παρόμοιες προς τη δική του, δεν συνιστά προσβολή των δυνατοτήτων του να ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα που του παρέχονται.
13 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αιτούντες την παρέμβαση δεν δικαιολόγησαν άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς. Συνεπώς η αίτηση παρεμβάσεως πρέπει να αποριφθεί.
14 Δεδομένου ότι η αίτηση παρεμβάσεως απορρίφθηκε, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, να φέρουν οι αιτούντες την παρέμβαση τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Aπορρίπτει την παρέμβαση.
2) Οι αιτούντες την παρέμβαση φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 15 Νοεμβρίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy