Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προϋποθέσεις * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 185 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 83 PAR 2)
Περίληψη
Ο επείγων χαρακτήρας ενός ασφαλιστικού μέτρου, στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, ώστε να αποφεύγεται η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης από την άμεση εφαρμογή του μέτρου που αποτελεί, στην κύρια δίκη, το αντικείμενο της προσφυγής.
'Οταν πρόκειται για αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή εκτελέσεως ενός κανονισμού που τροποποιεί, κατά τρόπο περιοριστικό, τις προϋποθέσεις αποδοχής ορισμένων γεωργικών προϊόντων στην παρέμβαση, ο επείγων χαρακτήρας του ζητουμένου μέτρου για την αποφυγή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης δεν αποδεικνύεται αν τα επιχειρήματα του αιτούντος διαδίκου βασίζονται σε υποτιθέμενη οικονομική συμπεριφορά των παραγωγών του οικείου τομέα, χωρίς να στηρίζονται σε στοιχεία που να επιτρέπουν να προβλεφθεί ως επαρκώς πιθανή η συμπεριφορά αυτή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-296/93 R,
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Ph. Pouzoulet, υποδιευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, με αναπληρωτή τον J.-L. Falconi, γραμματέα Εξωτερικών Υποθέσεων του ίδιου υπουργείου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της Γαλλικής Πρεσβείας, 9, boulevard du Prince Henri,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους G. Rozet, νομικό σύμβουλο, και Ch. Docksey, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον N. Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζομένης από το
Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τον J. D. Colahan, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από την Ε. Sharpston, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της Πρεσβείας του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση στηριζόμενη στο άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται η αναστολή εκτελέσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 685/93 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1993, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών και ειδικών μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 73, σ. 9),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαΐου 1993, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 685/93 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1993, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών και ειδικών μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 73, σ. 9).
2 Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 1993, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε επιπλέον από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης και του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως του προσβαλλομένου κανονισμού έως ότου αποφανθεί επί της ουσίας.
3 Με διάταξη της 5ης Ιουλίου 1993 επετράπη στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων υπέρ της Επιτροπής.
4 Η Επιτροπή υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 30 Ιουνίου 1993 και οι διάδικοι, περιλαμβανομένου του παρεμβαίνοντος, ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις στις 5 Ιουλίου 1993.
5 Πριν εξεταστεί το βάσιμο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να υπομνηστεί σε γενικές γραμμές το νομικό πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος.
6 Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος καθιερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72), ο οποίος τροποποιήθηκε επανειλημμένως και προβλέπει, μεταξύ άλλων μέτρων στο πλαίσιο του καθεστώτος τιμών, διάφορα μέτρα πριμοδοτήσεων και παρεμβάσεως.
7 Τα μέτρα πριμοδοτήσεων υπέστησαν σημαντικές τροποποιήσεις, στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2066/92, της 30ής Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 215, σ. 49), για να ληφθούν υπόψη οι νέοι προσανατολισμοί της πολιτικής αυτής και ιδίως η μείωση της τιμής παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος που κατέστη απαραίτητη για την επίτευξη των στόχων ανορθώσεως της καταστάσεως της γεωργίας εν γένει.
8 Τα μέτρα παρεμβάσεως συνίστανται είτε σε ενισχύσεις για την ιδιωτική αποθεματοποίηση είτε σε αγορές που πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Αυτά τα μέτρα παρεμβάσεως μπορούν, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 805/68, να ληφθούν "για τα χονδρά βοοειδή καθώς και για τα νωπά ή τα διατηρημένα απλής ψύξεως κρέατα των ζώων αυτών υπό τη μορφή ολοκλήρων σφαγίων, ημισφαγίων, συμπληρωμένων τεταρτημορίων, εμπροσθίων ή οπισθίων τεταρτημορίων, που ταξινομούνται σύμφωνα με την κοινοτική κλίμακα κατατάξεως που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1208/81".
9 Η δημόσια παρέμβαση συνίσταται σε τριών ειδών μέτρα:
* στα λεγόμενα κανονικά ή παραδοσιακά μέτρα παρεμβάσεως, τα οποία συνεπάγονται δημοπρασίες, εντός των ορίων μιας ανωτάτης ποσότητας που καθορίζεται για όλη την Κοινότητα σε φθίνον ετήσιο επίπεδο που εκκινεί από 750 000 τόνους για το 1993 για να καταλήξει σε 350 000 τόνους από το 1997 η ενεργοποίηση αυτών των αγορών κατά παρέμβαση, όταν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, η οποία αποφασίζει σύμφωνα με την αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως
* στα λεγόμενα μέτρα παρεμβάσεως της δικλείδας ασφαλείας, τα οποία δεν καταλογίζονται στο προαναφερθέν ανώτατο όριο αγορών και ενεργοποιούνται από την Επιτροπή με άσκηση δεσμίας αρμοδιότητας
* στα ειδικά μέτρα παρεμβάσεως υπέρ ελαφρών σφαγίων (από 150 έως 200 κιλά) προερχομένων από αρσενικά βοοειδή, μέτρα τα οποία μπορούν να ληφθούν μόνο για περίοδο τριών ετών (1 Ιανουαρίου 1993 * 31 Δεκεμβρίου 1995) και υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
10 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της δημοσίας παρεμβάσεως σε ένα κράτος μέλος καθορίζονται με τον προαναφερθέντα κανονισμό του Συμβουλίου 805/68, στο άρθρο δε 6, παράγραφος 7, του κανονισμού αυτού αναφέρονται οι διάφορες αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή στον εν λόγω τομέα.
11 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως καθορίστηκαν με τον κανονισμό 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 91, σ. 5), ο οποίος περιγράφει λεπτομερώς τη διαδικασία δημοπρασίας και ορίζει, στο άρθρο 4, τις διάφορες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα προϊόντα για να αποτελέσουν αντικείμενο αγορών στην παρέμβαση. Ακριβώς τις προϋποθέσεις αυτές τροποποιεί η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με την αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως και βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68, εισάγοντας σταδιακό περιορισμό του βάρους των σφαγίων που μπορούν να γίνουν δεκτά στην κανονική παρέμβαση, έτσι ώστε να μπορούν να αγοραστούν μόνον κρέατα που προέρχονται από σφάγια των οποίων το βάρος δεν υπερβαίνει τα ακόλουθα επίπεδα:
* 380 χιλιόγραμμα από την πρώτη δημοπρασία του Ιουλίου 1993,
* 360 χιλιόγραμμα από την πρώτη δημοπρασία του Ιανουαρίου 1994,
* 340 χιλιόγραμμα από την πρώτη δημοπρασία του Ιουλίου 1994.
12 Με αυτόν τον κανονισμό 685/93, η Επιτροπή θέλησε να απευθύνει μήνυμα προς τους παραγωγούς, ώστε να προσπαθήσουν να μην παράγουν βαριά σφάγια για την παρέμβαση. Οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού επισημαίνουν μια εξέλιξη προς την αύξηση του βάρους των σφαγίων των βοοειδών, η οποία έχει καταστεί δυνατή ιδίως χάρη στη γενετική πρόοδο η εξέλιξη αυτή ενθαρρύνει μια παραγωγή που προορίζεται για την παρέμβαση, δεδομένου ότι, συχνά, αυτά τα σφάγια δεν είναι εκείνα που ζητεί η αγορά. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εξήγησε ότι ένα τέτοια μήνυμα έπρεπε οπωσδήποτε να παραγάγει αποτελέσματα ήδη από το 1993, δεδομένου ότι οι προοπτικές της αγοράς είναι σχετικά ευνοϊκές για το έτος αυτό καθώς και για το έτος 1994, ενώ το 1995 θα πρέπει να σημειωθεί επιστροφή προς την υψηλότερη φάση του κύκλου παραγωγής.
13 Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης, οι προσφυγές στο Δικαστήριο δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εντούτοις, κατά τα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης, το Δικαστήριο δύναται, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
14 Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η απόφαση που διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως μιας πράξεως ή τη λήψη άλλου προσωρινού μέτρου εξαρτάται από την ύπαρξη περιστατικών από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του ζητουμένου προσωρινού μέτρου.
15 'Οσον αφορά τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 685/93 στερείται νομιμότητας.
16 Συναφώς, η αιτούσα προβάλλει ορισμένους ισχυρισμούς που αντλούνται από την παράβαση ορισμένων διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 805/68, και ειδικότερα του άρθρου 6, παράγραφος 7, από την αναρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό, καθώς και από την παραβίαση της γενικής αρχής της ισότητας και της αρχής της αναλογικότητας. Η αιτούσα εξάλλου θεωρεί ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οδήγησε στη διαμόρφωση του επιδίκου κανονισμού στηρίζεται σε πρόδηλη πλάνη.
17 Ως προς το σημείο αυτό, αρκεί να διαπιστωθεί ότι η προσφυγή θέτει περίπλοκα νομικά ζητήματα που αξίζει να εξεταστούν σε βάθος μετά από κατ' αντιμωλίαν συζήτηση και ότι η αίτηση δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Επομένως, δεν θα μπορούσε να απορριφθεί για τον λόγο αυτό.
18 'Οσον αφορά τη σχετική με το επείγον προϋπόθεση, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο επείγων χαρακτήρας ενός ασφαλιστικού μέτρου, στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, ώστε να αποφεύγεται η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης από την άμεση εφαρμογή του μέτρου που αποτελεί, στην κύρια δίκη, το αντικείμενο της προσφυγής.
19 Συναφώς, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η άμεση εφαρμογή των μέτρων περιορισμού του βάρους των σφαγίων που μπορούν να επιλεγούν στην παρέμβαση θα προκαλέσει στη Γαλλία, από το φθινόπωρο του 1993, σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη σε όλη την κατηγορία των εκτροφέων βοοειδών τα οποία προορίζονται για πάχυνση και θα έχει εξίσου σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες επί της εθνικής χωροταξίας.
20 Κατά την άποψη της αιτούσας, ο περιορισμός του βάρους των σφαγίων της παρεμβάσεως σε 340 χιλιόγραμμα από τον Ιούλιο του 1994 θα έχει ως συνέπεια ότι, από την ημερομηνία αυτή, το 70 % των σφαγίων δεν θα γίνονται πλέον δεκτά στην παρέμβαση και θα φθάνουν στην αγορά που θα πρέπει να απορροφήσει πρόσθετη ποσότητα 100 000 τόνων. Αυτό θα επιφέρει μείωση των τιμών κατά 10 % περίπου.
21 Η αιτούσα υποστηρίζει ότι οι Γάλλοι παραγωγοί που ειδικεύονται στην πάχυνση των βοοειδών θα προλάβουν αυτή τη μείωση των τιμών και θα περιορίσουν, ήδη από το φθινόπωρο του 1993, τις αγορές τους στον τομέα των ισχνών βοοειδών, των οποίων οι τιμές θα μειωθούν κατά 15 %. Αυτή η πτώση των τιμών απειλεί ευθέως την οικονομική βιωσιμότητα όσων ασχολούνται με την αναπαραγωγή και την εκτροφή βοοειδών, οι οποίοι είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι λόγω της ειδικεύσεως και των χαμηλών εισοδημάτων τους. Λόγω της συγκεντρώσεως των παραγωγών αυτών σε συγκεκριμένες περιοχές (Limousin, Auvergne, Bourgogne), που συγκαταλέγονται μεταξύ των λιγότερο ευνοημένων περιοχών από οικονομική άποψη, ο προσβαλλόμενος κανονισμός έχει σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες για τη γαλλική χωροταξία. Η αιτούσα προσθέτει ότι οι ασχολούμενοι με την αναπαραγωγή και την εκτροφή βοοειδών δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να περιορίσουν τη ζημία τους, δεδομένου ότι τα ζώα που προορίζονται να σφαγούν το φθινόπωρο του 1994 έχουν ήδη γεννηθεί.
22 Η Επιτροπή, καθής, αμφισβητεί τις επιπτώσεις του εν λόγω μέτρου επί της ποσότητας βοείου κρέατος που θα προσφερθεί στην αγορά τον Ιούλιο του 1994 και ιδίως το ποσοστό 70 % που προβάλλει η αιτούσα. Ισχυρίζεται ότι οι Γάλλοι παραγωγοί γνώριζαν, πολύ πριν από την έκδοση του επιδίκου κανονισμού, ότι θα έπρεπε να τηρήσουν νέα όρια βάρους των σφαγίων για να μπορούν να έχουν πρόσβαση στην παρέμβαση και ότι είχαν αρκετό χρόνο για να προσαρμόσουν τον μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό της κτηνοτροφικής τους επιχειρήσεως, ώστε να παράγουν ελαφρότερα σφάγια. Υπενθυμίζει ότι ο περιορισμός σε 340 χιλιόγραμμα θα ισχύει μόλις ένα έτος μετά την 1η Ιουλίου 1993, δηλαδή δεκαπέντε μήνες περίπου μετά την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού.
23 Η Επιτροπή θεωρεί, εξάλλου, ότι οι παραγωγοί που έχουν ειδικευθεί στην πάχυνση βοοειδών μπορούν να περιορίσουν το βάρος των σφαγίων που παράγουν, επισπεύδοντας τη σφαγή των ζώων και μετριάζοντας τις μερίδες πρωτεϊνών που χορηγούνται ως συμπλήρωμα της μερίδας χορτονομής.
24 Υπογραμμίζει εξάλλου ότι επιδίωξή της δεν είναι να καταδικάσει την παραγωγή βαριών σφαγίων, στο μέτρο που αυτά παράγονται σε σχέση με τις συγκεκριμένες δυνατότητες απορροφήσεως της αγοράς και όχι για να γίνει εκμετάλλευση αυτής της δεύτερης αγοράς που είχε καταλήξει να αποτελεί για ορισμένους η παρέμβαση.
25 Η Επιτροπή δηλώνει ότι, αν αντίθετα από κάθε προσδοκία και παρά τις ευνοϊκές προβλέψεις για το 1994 συμβεί να καταρρεύσει η αγορά βοείου κρέατος, θα κάνει χρήση όλων των καταλλήλων μέσων που διαθέτει, περιλαμβανομένης της τροποποιήσεως, ή ακόμη της καταργήσεως, των προσβαλλομένων ορίων.
26 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι όλα τα επιχειρήματα της αιτούσας στηρίζονται σε υποτιθέμενη οικονομική συμπεριφορά των παραγωγών που έχουν ειδικευθεί στην πάχυνση βοοειδών, οι οποίοι, προλαβαίνοντας τις συνέπειες επί της αγοράς του περιορισμού του βάρους των σφαγίων που μπορούν να επιλέγονται στην παρέμβαση, θα ελάττωναν τις εκ μέρους τους αγορές ισχνών βοοειδών. 'Ομως η αιτούσα δεν προσκόμισε στοιχεία που να επιτρέπουν να προβλεφθεί ως επαρκώς πιθανή η συμπεριφορά αυτή.
27 Πρώτον, η αιτούσα δεν εξήγησε κατά πειστικό τρόπο για ποιον λόγο οι παραγωγοί δεν θα συνέχιζαν, παρά τους περιορισμούς βάρους για την παρέμβαση, να κατευθύνουν την παραγωγή τους προς βαρύτερα σφάγια, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας, τα σφάγια αυτά δίνουν κρέας καλύτερης ποιότητας και πωλούνται καλύτερα στην αγορά.
28 Δεύτερον, δεν απέδειξε ότι οι εν λόγω παραγωγοί δεν έχουν κανένα περιθώριο να διατηρήσουν, αν προτιμούν, τη δυνατότητα επιλογής της παραγωγής τους στην παρέμβαση, με το να σφάζουν νωρίτερα τα ζώα τους ή με το να χρησιμοποιούν λιγότερες τροφές με πρωτεΐνες.
29 Πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι οι παραγωγοί κρέατος θα έπρεπε να λάβουν υπόψη, στις οικονομικές προβλέψεις τους, τις σχετικά ευνοϊκές προοπτικές εξελίξεως της αγοράς για το 1994, καθώς και, για την περίπτωση που χειροτερεύσει η κατάσταση της αγοράς, τις δυνατότητες που προσφέρουν οι ενισχύσεις για ιδιωτική αποθεματοποίηση και τα αποκαλούμενα μέτρα παρεμβάσεως της δικλείδας ασφαλείας, που δεν υπόκεινται στους προσβαλλόμενους περιορισμούς βάρους.
30 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η αιτούσα δεν απέδειξε τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητουμένου μέτρου για την αποφυγή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης.
31 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 16 Ιουλίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy