Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 185 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 83, παράγραφος 2)
Περίληψη
Ο επείγων χαρακτήρας ενός ασφαλιστικού μέτρου στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση προς την ανάγκη προσωρινής αποφάνσεως, προς αποφυγή προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας από την άμεση εφαρμογή του βαλλομένου με την κυρία προσφυγή μέτρου.
Προκειμένου περί αιτήσεως αναστολής της εκτελέσεως κανονισμού ο οποίος τροποποιεί, επί το αυστηρότερο, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες συγκεκριμένα αγροτικά προϊόντα γίνονται δεκτά προς αγορά κατά παρέμβαση, η ύπαρξη επείγουσας ανάγκης να ληφθεί το αιτούμενο προσωρινό μέτρο προς αποφυγή σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας δεν θεωρείται αποδεδειγμένη αν η προσφεύγουσα δεν έχει θεμελιώσει με επαρκή βαθμό πιθανότητας τον ισχυρισμό της ότι η επίδικη αγορά κινδυνεύει να καταρρεύσει και αν η Επιτροπή, η οποία παρακολουθεί διαρκώς την κατάσταση της αγοράς αυτής, διαθέτει τα μέσα που της επιτρέπουν να αντιδράσει ταχέως σε περίπτωση ανάγκης και να αποκαταστήσει την ισορροπία της.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-307/93 R,
Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον Michael A. Buckley, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τους James O' Reilly, Senior Counsel, και Richard Law Nesbitt, Barrister-at-Law, δικηγόρο Ιρλανδίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route d' Arlon,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Gerard Rozet, νομικό σύμβουλο, και Christopher Docksey, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον John D. Colahan, επικουρούμενο από την Eleanor Sharpston, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ερειδόμενη επί των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται η αναστολή της εκτελέσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 685/93 της Επιτροπής, 24ης Μαρτίου 1993, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 859/89 της Επιτροπής της 29ης Μαρτίου 1989 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών και ειδικών μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ 1993, L 73, σ. 9),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αίτηση που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουνίου 1993, η Ιρλανδία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο πρώτο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 685/93 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1993, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών και ειδικών μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ 1993, L 73, σ. 9).
2 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιουνίου 1993, η Ιρλανδία ζήτησε επιπλέον από το Δικαστήριο, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης και του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως του βαλλόμενου κανονισμού μέχρις ότου αποφανθεί επί του κυρίου αιτήματος.
3 Με διάταξη της 13ης Ιουνίου 1993, επιτράπηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων υπέρ των προτάσεων της Επιτροπής.
4 Η Επιτροπή κατέθεσε έγγραφες παρατηρήσεις επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 30 Ιουνίου 1993 και το Δικαστήριο άκουσε τα μέρη (και το παρεμβαίνον) να αναπτύσσουν προφορικά τις απόψεις τους στις 5 Ιουλίου 1993.
5 Πριν εξετασθεί το βάσιμο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να υπενθυμιστεί στις γενικές του γραμμές το νομικό πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος.
6 Η κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος καθιερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/03, σ. 72), ο οποίος τροποποιήθηκε επανειλημμένως ο κανονισμός αυτός, μεταξύ άλλων μέτρων στο πλαίσιο του καθεστώτος των τιμών, προβλέπει διάφορα μέτρα πριμοδοτήσεων και παρεμβάσεως.
7 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2066/92, της 30ής Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 215, σ. 49), επέφερε εκτεταμένες τροποποιήσεις στις διατάξεις περί πριμοδοτήσεων στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, ούτως ώστε να ληφθούν υπόψη οι νέοι προσανατολισμοί της πολιτικής αυτής και κυρίως η μείωση των τιμών παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, η οποία κατέστη αναγκαία για να επιτευχθούν οι στόχοι της συνολικής αναμορφώσεως της καταστάσεως στη γεωργία.
8 Τα μέτρα παρεμβάσεως συνίστανται είτε σε ενισχύσεις προς ιδιωτική αποθεματοποίηση, είτε σε αγορές εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως. Τα παρεμβατικά αυτά μέτρα μπορούν να ληφθούν, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68, "για τα χονδρά βοοειδή καθώς και τα νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη κρέατα αυτών των ζώων που παρουσιάζονται με μορφή σφαγίου, μισού σφαγίου, αλληλοσυμπληρούμενων τετάρτων, μπροστινών ή πισινών τετάρτων, που κατατάσσονται σύμφωνα με την κοινοτική κλίμακα κατατάξεως που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1208/81".
9 Η δημόσια παρέμβαση συνίσταται σε τρεις τύπους μέτρων:
* τα λεγόμενα κανονικά ή παραδοσιακά μέτρα παρεμβάσεως, τα οποία εφαρμόζονται διά διαγωνισμών, εντός ενός ανωτάτου ποσοτικού ορίου καθοριζομένου για όλη την Κοινότητα σε φθίνον ετησίως επίπεδο, το οποίο εκκινεί από 750 000 τόνους για το 1993 για να φθάσει τους 350 000 τόνους το 1997 την απόφαση περί της ενάρξεως των παρεμβατικών αυτών αγορών λαμβάνει κατά διακριτική ευχέρεια η Επιτροπή όταν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, κρίνοντας κατά τη λεγόμενη διαδικασία της διαχειριστικής επιτροπής
* τα λεγόμενα μέτρα παρεμβάσεως κατωτάτου ορίου ασφαλείας, τα οποία δεν υπόκεινται στην προαναφερθείσα "οροφή" αγοράς και των οποίων η έναρξη αποφασίζεται κατά δεσμία αρμοδιότητα από την Επιτροπή
* τα ειδικά μέτρα παρεμβάσεως υπέρ των ελαφρών (βάρους 150 έως 200 κιλών) σφαγίων αρσενικών βοοειδών, τα οποία προβλέπονται μόνο για περίοδο τριών ετών (1η Ιανουαρίου 1993 * 31η Δεκεμβρίου 1995) και υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
10 Οι λεπτομέρειες της λειτουργίας της δημοσίας παρεμβάσεως στα κράτη μέλη ορίζονται από τον προαναφερθέντα κανονισμό 805/68 του Συμβουλίου, το άρθρο 6, παράγραφος 7, του οποίου κατανέμει τις διάφορες αρμοδιότητες που παραχωρούνται συναφώς στην Επιτροπή.
11 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως ρυθμίζονται από τον κανονισμό 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 91, σ. 5) που περιγράφει διεξοδικά τη διαδικασία των διαγωνισμών και ορίζει, στο άρθρο 4, τις διάφορες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα προϊόντα προκειμένου να αγορασθούν κατά τη διαδικασία αυτή. Αυτές ακριβώς τις προϋποθέσεις τροποποιεί η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε κατά τη λεγόμενη διαδικασία της διαχειριστικής επιτροπής και βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 805/68, εισάγοντας βαθμιαίο περιορισμό του βάρους των σφαγίων που μπορούν να αγορασθούν στο πλαίσιο κανονικής παρεμβάσεως συνεπεία του περιορισμού αυτού γίνονται δεκτά κρέατα προερχόμενα μόνο από σφάγια των οποίων το βάρος δεν υπερβαίνει τα ακόλουθα επίπεδα:
* 380 κιλά από τον πρώτο διαγωνισμό του Ιουλίου 1993 και εφεξής,
* 360 κιλά από τον πρώτο διαγωνισμό του Ιανουαρίου 1993 και εφεξής,
* 340 κιλά από τον πρώτο διαγωνισμό του Ιουλίου 1994 και εφεξής.
12 Με τον κανονισμό αυτό, η Επιτροπή θέλησε να απευθύνει ένα μήνυμα προς τους παραγωγούς ώστε να σταματήσουν να παράγουν βαρέα σφάγια για την παρέμβαση. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού γίνεται αναφορά σε μια τάση προς βάρυνση των βοείων σφαγίων, η οποία βάρυνση κατέστη δυνατή κυρίως λόγω της γενετικής προόδου η ανωτέρω τάση ευνοεί μια παραγωγή προοριζόμενη για την παρέμβαση, επειδή, συχνά, τα σφάγια αυτά δεν έχουν ζήτηση στην αγορά. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εξήγησε ότι το μήνυμα αυτό έπρεπε να φέρει αποτελέσματα από το 1993, δεδομένου ότι οι προοπτικές της αγοράς είναι σχετικώς ευνοϊκές για το έτος αυτό καθώς και για το έτος 1994, ενώ για το 1995 αναμένεται να σημειωθεί επιστροφή προς την ανώτατη φάση του κύκλου παραγωγής.
13 Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης, οι ενώπιον του Δικαστηρίου ασκούμενες προσφυγές δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εντούτοις, σύμφωνα με τα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης, το Δικαστήριο μπορεί, αν εκτιμά ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
14 Σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η αναστολή εκτελέσεως πράξεως ή η λήψη προσωρινών μέτρων διατάσσεται εφόσον υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν το επείγον της υποθέσεως, καθώς και πραγματικοί και νομικοί λόγοι που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του αιτουμένου προσωρινού μέτρου.
15 'Οσον αφορά τους πραγματικούς και νομικούς λόγους που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του αιτουμένου προσωρινού μέτρου, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 685/93 είναι παράνομος.
16 Συναφώς, η προσφεύγουσα προβάλλει ορισμένους λόγους ακυρώσεως αντλούμενους, κυρίως, εκ της αναρμοδιότητας της Επιτροπής να εκδώσει τον βαλλόμενο κανονισμό, καθώς και εκ της παραβιάσεως της αρχής περί αποφυγής των διακρίσεων, της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας. Επικαλείται ομοίως υπέρβαση εξουσίας και παράβαση ουσιώδους τύπου.
17 Επ' αυτού, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφυγή εγείρει πολύπλοκα νομικά ζητήματα τα οποία είναι άξια ενδελεχούς εξετάσεως κατόπιν κατ' αντιμωλίαν συζητήσεως και ότι η αίτηση δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να στερείται οποιασδήποτε βάσεως. Δεν μπορεί επομένως να απορριφθεί γι' αυτό το λόγο.
18 'Οσον αφορά την προϋπόθεση του επείγοντος, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο επείγων χαρακτήρας ενός ασφαλιστικού μέτρου στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση προς την ανάγκη προσωρινής αποφάνσεως, προς αποφυγή προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας από την άμεση εφαρμογή του βαλλομένου με την κυρία προσφυγή μέτρου.
19 Συναφώς, η προσφεύγουσα προβάλλει την σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία που θα υφίσταντο οι παραγωγοί βοείου κρέατος της Ιρλανδίας, αν ο περιορισμός του βάρους των επιλεξίμων προς παρεμβατική αγορά σφαγίων στα 380 κιλά, δυνάμει του βαλλόμενου κανονισμού, ετίθετο σε ισχύ ήδη από τον πρώτο διαγωνισμό του Ιουλίου 1993. Ο περιορισμός αυτός θα απέκλειε εκ της παρεμβάσεως το 32 % της ιρλανδικής παραγωγής που θα διετίθετο στην αγορά μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1993, μεσούσης της περιόδου σφαγής, προκαλώντας μεγάλη πτώση των τιμών η οποία θα έπληττε το σύνολο των παραγωγών.
20 Η προσφεύγουσα επικαλείται τον εκτατικό χαρακτήρα της κτηνοτροφίας στην Ιρλανδία για να αποδείξει ότι οι παραγωγοί δεν είχαν κανένα περιθώριο ελιγμών προκειμένου να προσαρμόσουν βραχυπροθέσμως την παραγωγή τους στις νέες συνθήκες παρεμβάσεως: η εκτροφή που βασίζεται στη βοσκή έχει ως αποτέλεσμα τα ζώα να αναπτύσσονται αργά (απαιτούνται δύο ή τρία χρόνια για να φθάσουν στην ωριμότητά τους) και να πρέπει να σφαγούν το φθινόπωρο, πριν αυξηθεί η υγρασία στους βοσκοτόπους.
21 Επισημαίνει ότι κανείς Ιρλανδός παραγωγός δεν μπορούσε λογικώς να προβλέψει αυτόν τον περιορισμό του βάρους τη στιγμή που αναλάμβανε ενέργειες σχετικές με την αναπαραγωγή και την πάχυνση των βοών.
22 Η καθής Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι Ιρλανδοί παραγωγοί γνώριζαν, από τότε που άνοιξε η συζήτηση στους κόλπους της διαχειριστικής επιτροπής τον Δεκέμβριο 1992, ότι πρέπει να αναζητήσουν τους τρόπους να αντιμετωπίσουν τους νέους περιορισμούς. Συνεπώς είχαν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους για να προβούν νωρίτερα στη σφαγή των ζώων τους προκειμένου να επωφεληθούν των μέτρων παρεμβάσεως.
23 Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι υπάρχει κίνδυνος να καταρρεύσει η αγορά βοείου κρέατος της Ιρλανδίας το φθινόπωρο του 1993, λαμβανομένης υπόψη της βελτιώσεως που σημειώνεται στην αγορά αυτή εντός της Κοινότητας. Παρατηρεί ότι η εσωτερική αγορά της Ιρλανδίας δεν καταναλώνει παρά το 13 % της παραγωγής και ότι το υπόλοιπο σχεδόν πάντοτε εξάγεται συνεπώς η Ιρλανδία σπανίως καταφεύγει στην παρέμβαση. Σημειώνει συναφώς την απουσία προσφορών στην Ιρλανδία κατά τους τέσσερις τελευταίους διαγωνισμούς, ήτοι από τον Μάιο του 1993 και εφεξής.
24 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι αν, παρά πάσα προσδοκία και σε πείσμα των ευνοϊκών προβλέψεων για το 1993 και το 1994, η αγορά βοείου κρέατος οδηγείτο στην κατάρρευση, τότε θα κατέφευγε σε κάθε πρόσφορο μέτρο που έχει στη διάθεσή της, ακόμη και σε τροποποίηση ή και σε κατάργηση των επιδίκων ορίων.
25 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προσφεύγουσα δεν θεμελίωσε με επαρκή βαθμό πιθανότητας τον ισχυρισμό της ότι η αγορά βοείου κρέατος της Ιρλανδίας κινδυνεύει να καταρρεύσει το φθινόπωρο του 1993, λόγω της ακαμψίας του κύκλου εκτροφής στη χώρα αυτή η οποία, κατά την προσφεύγουσα, εμποδίζει τους παραγωγούς να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες παρεμβάσεως.
26 Πρώτον, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι Ιρλανδοί παραγωγοί ήταν αδύνατο να προβούν νωρίτερα στη σφαγή των ζώων τους προκειμένου να επωφεληθούν των μέτρων παρεμβάσεως. Ούτε επιπλέον εξήγησε κατά τρόπο πειστικό γιατί μια πρωιμότερη σφαγή θα επιδείνωνε την ποιότητα του κρέατος σε σημείο ώστε αυτό να μην μπορεί να αγορασθεί κατά παρέμβαση.
27 Δεύτερον, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι οι Ιρλανδοί παραγωγοί, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήταν αδύνατο να διατηρήσουν ζωντανά τα ζώα τους κατά τη διάρκεια του χειμώνα, εν αναμονή καλυτέρων συνθηκών στην αγορά.
28 Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν συνυπολογίζει τις προβλεπόμενες από την κοινοτική ρύθμιση ενισχύσεις προς ιδιωτική αποθεματοποίηση, οι οποίες επιτρέπουν στους παραγωγούς που αναγκάζονται να σφάξουν τα ζώα τους να αναμείνουν καλύτερες συνθήκες διαθέσεως των σφαγίων στο εμπόριο.
29 Οι δυνατότητες αυτές να μετατεθεί χρονικά η διάθεση μέρους της παραγωγής θα έπρεπε να εμφανίζουν μεγάλο ενδιαφέρον για τους παραγωγούς σε περίπτωση πτώσεως των τιμών το φθινόπωρο του 1993, τόσο μάλλον που οι προοπτικές εξελίξεως της αγοράς για το 1994 είναι αρκετά καλές.
30 Πρέπει εξάλλου να παρατηρηθεί ότι η ιρλανδική παραγωγή βοείου κρέατος είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της πολύ υψηλής ποιότητας και προορίζεται προς εξαγωγή. Αν η διάθεση του κρέατος αυτού συναντούσε σημαντικές δυσκολίες, τα κρέατα λιγότερο καλής ποιότητας θα βρίσκονταν σε ακόμη δυσκολότερη θέση * όχι μόνο στην ιρλανδική αγορά, αλλά στο σύνολο της Κοινότητας. Η Επιτροπή, η οποία παρακολουθεί διαρκώς την κατάσταση της αγοράς, δεν θα παρέμενε ασφαλώς αδρανής και, όπως υπογραμμίζει η ίδια, θα πρότεινε ενδεχομένως την τροποποίηση ή ακόμη και την κατάργηση του βαλλόμενου κανονισμού μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να ληφθεί και να τεθεί σε ισχύ σε συντομότατο διάστημα, εφόσον υπάγεται στη λεγόμενη διαδικασία της διαχειριστικής επιτροπής.
31 Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι η η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη να ληφθεί το αιτούμενο προσωρινό μέτρο προς αποφυγή σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
32 Επομένως, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 16 Ιουλίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy