Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προδικαστικά ερωτήματα * Παραδεκτό * Ερώτημα άσχετο με τη διαφορά της κύριας δίκης * Ερώτημα υποβληθέν χωρίς καμιά διασαφήνιση ως προς το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
Περίληψη
Η ανάγκη μιας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου η οποία να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο απαιτεί όπως το τελευταίο προσδιορίσει το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που έχει υποβάλει και, τουλάχιστον, εξηγήσει τις υποθετικές περιπτώσεις πραγμάτων επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν ιδίως όσον αφορά τον τομέα του ανταγωνισμού ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις.
Κατ' αυτόν τον τρόπον, είναι, στο σύνολό τους, προδήλως απαράδεκτα προδικαστικά ερωτήματα ως προς τα οποία διαπιστώνεται ότι άλλα μεν είναι άσχετα προς τη διαφορά που οφείλει να επιλύσει το εθνικό δικαστήριο άλλα δε είτε κάνουν μνεία εγγράφων τα οποία δεν έχουν κοινοποιηθεί στο Δικαστήριο είτε δεν αναφέρουν τα γεγονότα που τα δικαιολογούν.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-378/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του juge-commissaire της δικαστικής εξυγιάνσεως της SARL La Pyramide (στο εξής: La Pyramide) του tribunal de commerce de Saint-Omer (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, (εισηγητή), F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 30ής Ιουλίου 1993, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Αυγούστου 1993, ο juge-commissaire της δικαστικής εξυγιάνσεως της SARL La Pyramide, δικαστής του tribunal de commerce de Saint-Omer (Γαλλία), υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ:
"1) Με δύο αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989 (Ministere public κατά Tournier, υπόθεση 395/87 και Lucazeau κ.λπ. κατά SACEM, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 110/88, 241/88 και 242/88), το Δικαστήριο αποφάνθηκε όσον αφορά δύο κριτήρια σχετικά με την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους μιας εταιρίας συλλογικής διαχειρίσεως δικαιωμάτων δημιουργού όπως η SACEM, και συγκεκριμένα όσον αφορά τη σύγκριση των ευρωπαϊκών τιμών και τη διάρθρωση των δαπανών διαχειρίσεως (έξοδα λειτουργίας).
Το Δικαστήριο καλείται να διαφωτίσει το Tribunal, το οποίο πρόκειται να εκτιμήσει τις απαιτήσεις της SACEM, απαντώντας στα ακόλουθα πρόσθετα ερωτήματα:
α) Μπορούν οι εργασίες της Επιτροπής που εμφαίνονται στην από 7 Νοεμβρίου 1991 έκθεση η οποία συμπληρώνει τον πίνακα τον οποίο κατέθεσε η Επιτροπή στο ΔΕΚ, καθώς και οι λογιστικές εκθέσεις COVEC και ERNST & YOUNG που εκπονήθηκαν κατόπιν αιτήσεως ορισμένων ντισκοτέκ, να θεωρηθούν ότι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της όσον αφορά τη σύγκριση των τιμών;
β) Αποδεικνύεται από τη σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσον όρο ότι η SACEM επιβάλλει μη δίκαιους όρους συναλλαγών;
γ) Πρέπει η έννοια του κατά μονάδα κόστους της μουσικής ανά πελάτη που δέχεται το αγγλικό Copyright Tribunal, όσον αφορά τον προσδιορισμό της δίκαιης τιμής που καλούνται να καταβάλλουν οι ντισκοτέκ, να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς για τον προσδιορισμό του ανωτάτου ορίου της δίκαιης αμοιβής που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι ντισκοτέκ όσο και της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης;
δ) Πρέπει η δίκαιη αμοιβή που μπορεί να απαιτήσει μια επιχείρηση συλλογικής διαχειρίσεως δικαιωμάτων δημιουργού όπως η SACEM, που κατέχει μονοπωλιακή θέση σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς, να προσδιοριστεί με βάση το μέγεθος της οικονομικής επιβαρύνσεως που φέρει κάθε επιχείρηση η οποία κάνει χρήση μουσικής;
2) Μπορεί ο υπερβολικός χαρακτήρας της αμοιβής να θεμελιώσει την ευθύνη μιας εταιρίας συλλογικής διαχειρίσεως σε περίπτωση κινήσεως εκ του γεγονότος αυτού μιας συλλογικής διαδικασίας όπως η δικαστική εξυγίανση και να εμποδίσει την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί παρανόμου χρησιμοποιήσεως σήματος λόγω περιστάσεων οι οποίες την καθιστούν ασυμβίβαστη προς το άρθρο 86 της Συνθήκης;
3) Συνιστά η εναρμόνιση μεταξύ ευρωπαϊκών εταιριών δικαιωμάτων δημιουργού και η ίδρυση του GESAC, καθόσον έχουν ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα την αύξηση του τιμήματος που καταβάλλουν οι χρήστες προς όφελος αυτών των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης, εφόσον η στεγανοποίηση ανά χώρα, αποτέλεσμα των συμβάσεων αμοιβαίας αντιπροσωπεύσεως που έχουν συνάψει μεταξύ τους οι εθνικές εταιρίες δικαιωμάτων δημιουργού, δεν επιτρέπει στους χρήστες να τις θέτουν σε κατάσταση ανταγωνισμού όσον αφορά το διεθνές ρεπερτόριο για το οποίο είναι εξουσιοδοτημένες να παρέχουν άδεια χρησιμοποιήσεως μουσικής;
Οδηγεί ο εξαιρετικός χαρακτήρας της δεσπόζουσας θέσης της SACEM, πράγμα που εμποδίζει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με τους χρήστες, στο συμπέρασμα ότι πρέπει να αποδοκιμάζονται οι συμφωνίες ή πρακτικές που δεν επιτρέπουν στους χρήστες να θέτουν σε κατάσταση ανταγωνισμού τις εταιρίες δημιουργών προκειμένου να επιτυγχάνουν καλύτερους όρους;
4) Αφήνεται η έννοια του κοινοτικού συμφέροντος στην ανεξέλεγκτη διάκριση της Επιτροπής και μπορεί η Επιτροπή να επικαλείται εγκύρως την αρχή της επικουρικότητας χωρίς να θίγονται οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου στην περίπτωση καταγγελιών επί των οποίων υποτίθεται ότι αυτή άρχισε τη διεξαγωγή έρευνας εδώ και 14 χρόνια για να εγκαταλείψει τελικά την υπόθεση στα εθνικά δικαστήρια τα οποία καλούνται να ερευνήσουν τις παραβάσεις των άρθρων 85 και 86, ενώ δεν αγνοεί τη σύγχυση που επικρατεί στη γαλλική νομολογία, και ενώ τα μέσα έρευνας στον ευρωπαϊκό χώρο δικαιολογούν τη διατήρηση της υποθέσεως σε κοινοτικό επίπεδο;
5) Μπορούσε η Επιτροπή, αφού διαπίστωσε, με τον τερματισμό της έρευνάς της που εμφαίνεται στην από 7 Νοεμβρίου 1991 έκθεση, ότι αποδεικνύονται και επιβεβαιώνονται οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των γαλλικών τιμών και των τιμών των άλλων κρατών μελών (πράγμα που έχει αναγνωρίσει η ίδια η SACEM με έγγραφο που φέρει τον τίτλο παράρτημα VII της περί του αντιθέτου εκθέσεως COVEC), να παραλείψει να λάβει θέση ή μήπως όφειλε η ίδια να διαπιστώσει την παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης τη στιγμή που το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, είχε κρίνει ότι 'μια εθνική εταιρία διαχειρίσεως δικαιωμάτων του δημιουργού κατέχουσα δεσπόζουσα θέση σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς επιβάλλει μη δίκαιους όρους συναλλαγής όταν τα δικαιώματα που επιβάλλει στις δισκοθήκες είναι αισθητώς υψηλότερα από τα επιβαλλόμενα στα άλλα κράτη μέλη' ;"
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως της La Pyramide.
3 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 14 του γαλλικού νόμου 85-98, της 25ης Ιανουαρίου 1985, περί δικαστικής εξυγιάνσεως και εκκαθαρίσεως επιχειρήσεων, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ορίζεται ένας juge-commissaire με αποστολή να μεριμνά για την ταχεία διεξαγωγή της διαδικασίας και την προστασία των υφισταμένων συμφερόντων. Σύμφωνα με το άρθρο 101 του νόμου αυτού, κύριο έργο του juge-commissaire είναι να αποφασίζει σχετικά με την αναγνώριση ή την απόρριψη των απαιτήσεων.
4 Με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η La Pyramide θεωρεί ότι τα υποβληθέντα από τον juge-commissaire προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω δικαστής πρέπει να θεωρηθεί ως δικαιοδοτικό όργανο κράτους μέλους και ότι καλώς έχει επιληφθεί της διαφοράς. 'Οσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, στον εν λόγω δικαστή έχει ανατεθεί η εκδίκαση της διαφοράς μεταξύ της La Pyramide και της Societe des auteurs, compositeurs et editeurs de musique (στο εξής: SACΕM) σχετικά με την απαίτηση της τελευταίας. Πράγματι, η La Pyramide αμφισβητεί το ύψος της απαιτήσεως αυτής για τον λόγον ότι οι ορισθείσες από τη SACEM τιμές συνιστούν κατάχρηση, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, της δεσπόζουσας θέσης που η εταιρία αυτή κατέχει, κυρίως χάρη σε συμφωνίες με εταιρίες δικαιωμάτων δημιουργού που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, συμφωνίες οι οποίες αντίκεινται στο άρθρο 85.
5 Εξάλλου, η La Pyramide φρονεί ότι δεν ήταν ανάγκη ο juge-commissaire να αιτιολογήσει ειδικώς τα ερωτήματά του. Συγεκριμένα, η θέσπιση της διαδικασίας αναγνωρίσεως απαιτήσεων αρκεί για να διασαφηνιστούν οι λόγοι για τους οποίους ο δικαστής, ο οποίος εκλήθη να εκτιμήσει την απαίτηση της SACEM και επομένως να αποφανθεί επί των τιμών της τελευταίας, οδηγήθηκε στο να ζητήσει από το Δικαστήριο την ερμηνεία των άρθρων 85 και 86. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο των υποθέσεων που κατέληξαν στις αποφάσεις της 9ης Απριλίου 1987, 402/85, Basset (Συλλογή 1987, σ. 1747), και της 13ης Ιουλίου 1989, 395/87, Tournier (Συλλογή 1989, σ.2521), και 110/88, 241/88 και 242/88, Lucazeau κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2811), το Δικαστήριο είχε ήδη λάβει γνώση του προβλήματος που είχε τεθεί στα γαλλικά δικαστήρια τα οποία είχαν κληθεί να αποφανθούν όσον αφορά δικαιώματα δημιουργού.
6 Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η SACEM φρονεί, καταρχάς, ότι η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση ερμηνευτικής αποφάσεως είναι περιττή κατά το μέτρο που το Δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί της διαφοράς μεταξύ της SACEM και των εκμεταλλευομένων ντισκοτέκ και έχει εκδώσει, στο πλαίσιο των υποθέσεων αυτών, τις προαναφερθείσες δύο αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, Tournier και Lucazeau κ.λπ.
7 Εξάλλου, η SACEM ισχυρίζεται ότι στην απόφαση για την υποβολή αιτήσεως για την έκδοση ερμηνευτικής αποφάσεως πρέπει να περιλαμβάνεται και αιτιολογία στην οποία να εντίθενται τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη διαφορά που έχει υποβληθεί στο εθνικό δικαστήριο κατά τρόπον ώστε να προκύψει το νομικό πλαίσιο στο οποίο πρόκειται να ενταχθεί η ζητουμένη ερμηνεία και να επιτραπεί στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να υποβάλουν παρατηρήσεις και να λάβουν θέση. Υπενθυμίζει ότι, με την απόφασή του της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-393), και τη Διάταξή του της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. Ι-1085), το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτα τα προδικαστικά ερωτήματα που είχαν υποβληθεί με σχετική Διάταξη αναφερόμενη κατά τρόπο λίαν ασαφή στα νομικά και πραγματικά περιστατικά. Κατά τη SACEM, η γενικότητα ενός ερωτήματος και η έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων τα οποία να επιτρέπουν τη συγκεκριμενοποίηση των αμφιβολιών του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι του είναι αδύνατο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα. Εν προκειμένω, ο juge-commissaire δεν κάνει καμία αναφορά ούτε στο νομικό πλαίσιο εντός του οποίου πρόκειται να ενταχθεί η ζητουμένη ερμηνεία ούτε σε οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό επί του οποίου βασίζονται τα ερωτήματά του. Εξάλλου, στα ερωτήματα αυτά γίνεται μνεία για φερόμενες ως εισάγουσες διακρίσεις πρακτικές, χωρίς να διευκρινίζονται εν προκειμένω ούτε τα συστατικά στοιχεία ούτε το περιεχόμενο τους. Λόγω της ασαφείας των πραγματικών και νομικών καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να του παράσχει μια ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία να του είναι χρήσιμη. Κατά συνέπεια, η SACEM φρονεί ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι απαράδεκτα.
8 Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Επιτροπή δέχεται ότι ο juge-commissaire έχει βεβαίως την ιδιότητα του δικαιοδοτικού οργάνου εφόσον οφείλει, ενώπιον αντιτιθεμένων συμφερόντων, να καθορίσει το υποστατό και το ποσό που αντιστοιχεί στο δικαίωμα κάθε δανειστή μετά το πέρας, ενδεχομένως, κατ' αντιμωλίαν συζητήσεως και ασκεί μόνος του την αρμοδιότητα αυτή. Εξάλλου, από τον φάκελο που έχει διαβιβαστεί από τον juge-commissaire προκύπτει ότι στον εν λόγω δικαστή έχει υποβληθεί μια διαφορά, δοθέντος ότι η La Pyramide αμφισβητεί την απαίτηση της SACEM για τον λόγον ότι οι τιμές που ορίζει αυτή η εταιρία δικαιωμάτων δημιουργού είναι συστατικές καταχρήσεως δεσπόζουσας κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης θέσεως.
9 Ωστόσο, υπογραμμίζει η Επιτροπή, η Διάταξη περί παραπομπής δεν διευκρινίζει τους λόγους που ώθησαν τον juge-commissaire να αναρωτηθεί επί του συμβιβαστού με το κοινοτικό δίκαιο των ενεργειών της SACEM και να κρίνει αναγκαία την υποβολή, εν προκειμένω, προδικαστικών ερωτημάτων. 'Ομως, σύμφωνα με την απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. Ι-4871), καθώς και με την προαναφερθείσα απόφαση Telemarsicabruzzo κ.λπ. και τη Διάταξη Banchero, καθώς και με τη Διάταξη της 26ης Απριλίου 1993, C-386/92, Monin-Automobiles (Συλλογή 1993, σ. Ι-2049), ο juge-commissaire όφειλε να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς που του έχει υποβληθεί και να διατυπώσει τα προβλήματα, σε σχέση με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, των οποίων η λύση θεωρεί ότι είναι αναγκαία για την επίλυση της υποβληθείσας σ' αυτόν διαφοράς. Εν προκειμένω, ο juge-commissaire περιορίστηκε στο να επαναλάβει τα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέδειξε η La Pyramide. Εξάλλου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο juge-commissaire δεν διαβίβασε στο Δικαστήριο ούτε τους λογιστικούς ελέγχους CΟVEC et ERNST & YOUNG ούτε την έκθεση της Επιτροπής της 7ης Νοεμβρίου 1991, έγγραφα στα οποία αναφέρονται τα ερωτήματά του. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή φρονεί ότι ουδείς λόγος συντρέχει να αποφανθεί το Δικαστήριο επί των ερωτημάτων αυτών.
10 Συναφώς, είναι ανάγκη να υπομνησθεί ότι η προβλεπομένη από το άρθρο 177 της Συνθήκης διαδικασίας, αποτελεί μια μορφή συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων (πάγια νομολογία).
11 'Οπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenco Dias (Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψη 17), και την προαναφερθείσα απόφαση Meilicke (σκέψη 25), το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να πρυτανεύει στη λειτουργία της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ότι το εθνικό δικαστήριο σέβεται την αποστολή που είχε ανατεθεί στο Δικαστήριο, αποστολή η οποία συνίσταται στη συνεισφορά για την απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών σχετικών με γενικά ή υποθετικά ερωτήματα.
12 Ενόψει ακριβώς αυτής του της αποστολής, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν μπορεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει ανακύψει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου όταν η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ουδεμία έχει σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της κύριας δίκης (βλ. την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia, Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 6, καθώς και την προαναφερθείσα απόφαση Lourenco Diaz, σκέψη 18).
13 Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο, προκειμένου να εξακριβώσει αν η ζητουμένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είχε κάποια σχέση με την πραγματικότητα και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, το Δικαστήριο έκρινε, με την ίδια απόφαση Lourenco Diaz (σκέψη 19), ότι ήταν απαραίτητο να του εξηγήσει το εθνικό δικαστήριο τους λόγους για τους οποίους είχε κρίνει ότι η απάντηση στα ερωτήματά του είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς.
14 Πρέπει τέλος να διευκρινιστεί ότι η ανάγκη μιας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η οποία να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, απαιτεί όπως το τελευταίο προσδιορίσει το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που έχει υποβάλλει και, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις υποθετικές περιπτώσεις πραγμάτων επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (προαναφερθείσες, απόφαση Telemarsicabruzzo κ.λπ., σκέψη 6, και Διάταξη Banchero, σκέψη 4 προαναφερθείσα Διάταξη Monin, σκέψη 6).
15 'Οπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο στις ανωτέρω αποφάσεις, οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν ιδίως όσον αφορά ορισμένους τομείς, όπως αυτός του ανταγωνισμού, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις.
16 Η Διάταξη περί παραπομπής δεν περιλαμβάνει παρά μόνον το κείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων.
17 'Εστω και αν υποτεθεί ότι το αιτούν δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του ζητήματος του δικαίου χαρακτήρα των τιμών της SACEM, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ορισμένα από τα ερωτήματα αυτά είτε κείνται εκτός του πλαισίου της κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισθείσας διαφοράς (ερωτήματα 2, 3, 4 και 5), είτε κάνουν μνεία εγγράφων τα οποία δεν έχουν κοινοποιηθεί στο Δικαστήριο (ερώτημα 1, πρώτη και τρίτη περίπτωση), είτε δεν αναφέρουν τα γεγονότα τα οποία τα δικαιολογούν (ερώτημα 1, δεύτερη και τέταρτη περίπτωση).
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας, τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα είναι, στο σύνολό τους, προδήλως απαράδεκτα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από τον juge-commissaire της δικαστικής εκκαθαρίσεως της SARL La Pyramide, με Διάταξη της 30ής Ιουλίου 1993, είναι απαράδεκτη.
Λουξεμβούργο, 9 Αυγούστου 1994
Full & Egal Universal Law Academy