Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προδικαστικά ερωτήματα * Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου * Όρια * Ερώτημα μη ανταποκρινόμενο σε αντικειμενική ανάγκη της κύριας δίκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
Περίληψη
Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφαίνεται επί ερωτημάτων με τα οποία ζητείται ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου μη αντικειμενικώς αναγκαία για την απόφαση την οποία το εθνικό δικαστήριο καλείται να λάβει στο πλαίσιο της διαφοράς που του έχει υποβληθεί.
Αυτό ισχύει στην περίπτωση που υποβάλλονται στο Δικαστήριο, εκ μέρους εισηγητή δικαστή σε διαδικασία πτωχεύσεως εταιρίας, ερωτήματα σχετικά με κανόνες και αρχές του κοινοτικού δικαίου που ο εν λόγω εισηγητής δικαστής δεν υποχρεούται να εφαρμόσει στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-428/93,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του εισηγητή δικαστή στη διαδικασία πτωχεύσεως της εταιρίας Monin Automobiles * Maison du deux-roues (στο εξής: Monin), δικαστή στο Tribunal de commerce de Romans (Γαλλία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30, 85 και 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των αρχών της αναλογικότητας και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και D. A. O. Edward, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias (εισηγητή), F. Grevisse, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 1ης Ιουλίου 1993, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Οκτωβρίου 1993, ο εισηγητής δικαστής στη διαδικασία πτωχεύσεως της εταιρίας Monin, δικαστής στο Tribunal de commerce de Romans, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Ενόψει της εξελίξεως της κοινής πολιτικής εισαγωγών αυτοκινήτων οχημάτων ασιατικής προελεύσεως, εξακολουθεί να υφίσταται 'κοινοτικό συμφέρον' για την άσκηση προσφυγής κατά του κράτους μέλους το οποίο παρενέβαλε παράνομα εμπόδια στις παράλληλες εισαγωγές οχημάτων ορισμένων ασιατικών εταιριών, τα οποία τελούσαν σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη, και κατά τον τρόπο αυτό οδήγησε σε πτώχευση τις επιχειρήσεις που υπήρξαν θύματα της πρακτικής αυτής;
Επιτρέπονται κατά το κοινοτικό δίκαιο οι ενέργειες του κράτους που συνιστούν παράβαση και οι οποίες συνίστανται κυρίως αφενός σε διπλούς τεχνικούς ελέγχους, σκοπός των οποίων είναι να καθυστερήσει υπερβολικά η χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στα οχήματα των εταιριών που δεν μετέχουν στη λεγόμενη συμφωνία αυτοπεριορισμού, και αφετέρου στην άσκηση αθέμιτων ποινικών διώξεων κατά των αγοραστών των οχημάτων αυτών κ.λπ., ενόψει και μόνο της λεγόμενης συμφωνίας ΕΟΚ-Ιαπωνίας;
2) Γεννάται ευθύνη του κράτους μέλους το οποίο, προκειμένου να προστατεύσει το σύστημα που εφαρμόζει για τη ρύθμιση της αγοράς των οχημάτων ασιατικής προελεύσεως και το οποίο δεν προβλέπεται στη Συνθήκη, οργανώνει την αγορά αυτή κατά τρόπο αντιβαίνοντα προς τους κανόνες περί ανταγωνισμού, αφού ευνοεί τη σύναψη συμφωνίας αντίθετης προς το άρθρο 85; Γεννάται η ευθύνη αυτή, ανεξάρτητα από τη διαδικασία λόγω παραβάσεως που προβλέπει το άρθρο 169, έναντι κυρίως των επιχειρήσεων οι οποίες αναγκάστηκαν, λόγω των παράνομων ενεργειών του κράτους μέλους αυτού, να κηρυχθούν σε κατάσταση παύσεως πληρωμών, αφού οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει η Συνθήκη στους ιδιώτες;
3) Μπορεί η παρεμβολή εμποδίων στις εισαγωγές ιαπωνικών ή κορεατικών οχημάτων από άλλα κράτη μέλη, εντός των οποίων τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι στην αγορά του οικείου κράτους μέλους υφίσταται ένα σύστημα αυτοπεριορισμού, στο πλαίσιο του οποίου πέντε επιχειρήσεις έχουν αναλάβει τη δέσμευση να μην υπερβαίνουν μια συνολική ποσόστωση, την οποία κατανέμουν μεταξύ τους χωρίς ανταγωνισμό, υπό τον όρο ότι το τμήμα αυτό της αγοράς θα τους ανήκει, εφόσον αποτέλεσμα και σκοπός του συστήματος αυτού είναι η πλήρης απαγόρευση των παράλληλων εισαγωγών από τα άλλα κράτη μέλη και η αδυναμία ασκήσεως της δραστηριότητας του εμπορικού αντιπροσώπου;
4) Μπορεί η καθυστέρηση κατά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στα οχήματα που εμφανίζονται μεμονωμένα, αφού δεν πραγματοποιείται έγκριση καινουργών οχημάτων ανά τύπο οχήματος, λόγω και μόνο των διοικητικών απαιτήσεων και εμποδίων, να καταλογίζεται στον εισαγωγέα από τα εθνικά δικαστήρια και να θεωρείται ότι δεν αποτελεί πρόσθετο εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στην εφαρμογή των οδηγιών που διέπουν τον τομέα του αυτοκινήτου, μολονότι η προκαλούμενη διατάραξη και οι σχετικές οικονομικές συνέπειες είναι αποτρεπτικές για τους καταναλωτές που επιθυμούν να εισαγάγουν τέτοια οχήματα, τα οποία τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους, και οι οποίοι στερούνται έτσι τη δυνατότητα να επωφεληθούν από την ενιαία αγορά, αφού η επιλογή τους στρέφεται, παρά τη θέλησή τους, προς άλλες μάρκες;
5) Καλύπτει τις παραβάσεις του άρθρου 85 η πολιτική που εφαρμόζει ένα κράτος μέλος ως προς τις εισαγωγές οχημάτων από ασιατικές χώρες, πολιτική που συνίσταται στην καθιέρωση μιας ποσοστώσεως που προορίζεται για πέντε μόνο ευνοούμενες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους και ωφελούνται από την πολιτική αυτή;
Με άλλα λόγια, μπορούν οι επιχειρήσεις που επωφελούνται από ένα λεγόμενο σύστημα αυτοπεριορισμού να στηρίζονται στην έγκριση του κράτους μέλους εντός του εδάφους του οποίου αναπτύσσει τα αποτελέσματά της η συμφωνία τους, προκειμένου να νομιμοποιήσουν τη συμφωνία αυτή, όταν το σύστημα καταλήγει, μεταξύ άλλων, στο να τους επιφυλάσσεται ένα τμήμα της αγοράς, το οποίο κατανέμουν μεταξύ τους χωρίς ανταγωνισμό, και στο να απαγορεύονται οι παράλληλες εισαγωγές;
6) Προκειμένου να τηρούνται οι αρχές της αναλογικότητας και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πρέπει οι διατυπώσεις εγκρίσεως και χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας για κάθε όχημα χωριστά, οι οποίες προβλέπονται στο κράτος εισαγωγής, να μειώνονται στο ελάχιστο, όταν τα οχήματα αποτελούν αντικείμενο συλλογικής εγκρίσεως ανά τύπο οχήματος σε άλλο κράτος μέλος;
2 Τα ερωτήματα αυτά συμπίπτουν εν μέρει με τα ερωτήματα που είχε υποβάλει στο Δικαστήριο ο ίδιος εισηγητής δικαστής στην υπόθεση C-386/92, Monin Automobiles, επί της οποίας εκδόθηκε η Διάταξη της 26ης Απριλίου 1993 (Συλλογή 1992, σ. Ι-2049). Με τη Διάταξη αυτή το Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, με το σκεπτικό ότι η Διάταξη περί παραπομπής περιοριζόταν στην υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε ένδειξη ως προς τα στοιχεία στα οποία βασίζονταν τα ερωτήματα αυτά.
3 Στη Διάταξη περί παραπομπής της παρούσας υποθέσεως ο εισηγητής δικαστής περιγράφει καταρχάς την κατάσταση της εταιρίας Monin. Η εταιρία αυτή είναι ειδικευμένη στη διανομή ασιατικών οχημάτων που δεν υπόκεινται στο λεγόμενο σύστημα αυτοπεριορισμού , σύμφωνα με το οποίο ο αριθμός των ιαπωνικής καταγωγής οχημάτων που εισέρχονται στη Γαλλία δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3 % των ετησίως χορηγουμένων αδειών κυκλοφορίας. Η Monin αναγκάστηκε συνεπώς να καταφύγει σε παράλληλες εισαγωγές. Τα οχήματα που εισάγονταν από άλλα κράτη μέλη θεωρούνταν, αφού τους είχε χορηγηθεί ήδη άδεια κυκλοφορίας, ως μεταχειρισμένα οχήματα και συνεπώς έπρεπε να παραλαμβάνονται και να εγκρίνονται χωριστά το καθένα. Οι γαλλικές διοικητικές αρχές δεν προέβαιναν στις παραλαβές αυτές εντός ευλόγων χρονικών διαστημάτων, οπότε οι αυτοκινητιστές διώκονταν από τις αστυνομικές αρχές, επειδή δεν είχαν λάβει άδεια κυκλοφορίας για τα οχήματά τους εντός της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπει ο νόμος. Για τον λόγο αυτό πλήθος αγοραστών ζήτησαν την αναστροφή της πωλήσεως και την καταβολή αποζημιώσεως, πράγμα που ανάγκασε τη Monin να παύσει τη λειτουργία της. Οι δυσχέρειες αυτές οδήγησαν στην έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας (procedure de redressement judiciaire, διαδικασία εξυγιάνσεως δια δικαστικής αποφάσεως), την οποία κήρυξε, με απόφαση της 7ης Μαρτίου 1990, το tribunal de commerce de Romans.
4 Ο εισηγητής δικαστής τονίζει στη συνέχεια ότι συνιστά δικαστήριο, στο οποίο έχει υποβληθεί διαφορά που έχει σχέση με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Η διαφορά αυτή έχει ανακύψει μεταξύ της Monin και των πιστωτών της. Η Monin ισχυρίζεται ότι ο εισηγητής δικαστής δεν μπορεί να προβεί στην εκκαθάρισή της, (...) πριν επιλυθεί το ζήτημα αν η παύση των πληρωμών οφείλεται στις παραβάσεις που έχουν τελέσει με τη συμπεριφορά τους το γαλλικό Δημόσιο και οι πέντε ευνοούμενοι εισαγωγείς σε σχέση με την εφαρμογή αφενός του άρθρου 85 και αφετέρου του άρθρου 30 της Συνθήκης, συμπεριφορά για την οποία θα μπορούσε να καταβληθεί αποζημίωση εκ μέρους του Δημοσίου και/ή των μετεχόντων στη συμφωνία (...) . Αντίθετα, οι πιστωτές υποστηρίζουν ότι (...) η τεχνητή επιβίωση της εταιρίας δεν έχει πλέον νόημα και επιβάλλεται η άμεση εκκαθάρισή της . Συνεπώς, ο εισηγητής δικαστής καλείται να επιλύσει τη διαφορά αυτή με την έκδοση δικαστικής αποφάσεως.
5 Τέλος, ο εισηγητής δικαστής παρατηρεί ότι υφίσταται νομικός δεσμός μεταξύ των προδικαστικών ερωτημάτων και της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του, αφού σκοπός της αιτούμενης ερμηνείας είναι να του παρασχεθούν τα μέσα ελέγχου της ορθότητας της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε η εταιρία Monin με σκοπό να επιβιώσει τεχνητά μέχρι την οριστική περάτωση της εκκαθαρίσεως. Η ερμηνεία αυτή θα του δώσει τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο απέβλεπαν απλώς στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα αφενός μπορεί να χρησιμεύσει στο διοικητικό δικαστήριο, στην κρίση του οποίου έχουν υποβληθεί τα προβλήματα αυτά, αλλ' οπωσδήποτε έχει επίσης μεγάλη σημασία για την εφαρμογή των κανόνων της πτωχευτικής διαδικασίας, για την οποία αρμόδιος είναι ο εισηγητής δικαστής. Ο εισηγητής δικαστής προσθέτει ότι, αν αποφασίσει, χωρίς να ζητήσει την ερμηνεία των κρίσιμων κοινοτικών διατάξεων, να προχωρήσει στην εκκαθάριση της εταιρίας, η απόφασή του θα έχει ως συνέπεια την οριστική περάτωση των εκκρεμών διαδικασιών, οπότε η εταιρία Monin δεν θα έχει πλέον, μετά την εκκαθάρισή της, καμία νομική υπόσταση και δεν θα μπορεί πλέον να επικαλεστεί παράβαση της Συνθήκης ή να αξιώσει την καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που έχει υποστεί.
6 Με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει, πρώτον, να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον εν προκειμένω ο εισηγητής δικαστής πρέπει να θεωρηθεί ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Δεδομένου ότι η εκκαθάριση της επιχειρήσεως αποφασίστηκε στις 4 Απριλίου 1990 με οριστική απόφαση του tribunal de commerce de Romans, ο ρόλος του εισηγητή δικαστή περιορίζεται, στο στάδιο αυτό, στη συλλογή και συγκέντρωση των αναγκαίων στοιχείων, αφού αρμόδιο για την έκδοση της αποφάσεως περί περατώσεως της πτωχευτικής διαδικασίας είναι μόνο το ανωτέρω tribunal.
7 Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί, δεύτερον, την ύπαρξη εν προκειμένω διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης, αφού αφενός δεν κατατέθηκε κανένα δικόγραφο με το οποίο να υποβάλλεται συγκεκριμένο αίτημα στον εισηγητή δικαστή και αφετέρου ο εισηγητής δικαστής μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, να υποβάλει ερώτημα στο Δικαστήριο, μόνο εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για την έκδοση της δικής του αποφάσεως επί της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του.
8 Η Επιτροπή τονίζει, πρώτον, ότι ο εισηγητής δικαστής, ο οποίος έχει ρόλο εποπτείας της πτωχευτικής διαδικασίας, έχει δύο ειδών εξουσίες, από τις οποίες οι μεν είναι δικαιοδοτικής φύσεως και οι δε αφορούν απλώς την οργάνωση της διαδικασίας. Από κανένα όμως από τα στοιχεία που εκτίθενται στη Διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι ο εισηγητής δικαστής καλείται να εκδώσει απόφαση που ανήκει στην πρώτη κατηγορία των εξουσιών του.
9 Δεύτερον, η Επιτροπή φρονεί ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, πρέπει, πρώτον, το εθνικό δικαστήριο να έχει επιληφθεί ορισμένης διαφοράς και, δεύτερον, η επίλυση του ερμηνευτικού προβλήματος να είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς αυτής. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η διαφορά της προκειμένης υποθέσεως, όπως περιγράφηκε από τον εισηγητή δικαστή με τη Διάταξη περί παραπομπής, αποτελεί πραγματική διαφορά. Από τη Διάταξη αυτή δεν προκύπτει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορούν να εξατομικευθούν οι πιστωτές στους οποίους αναφέρεται η Διάταξη αυτή και να καθοριστούν το αντικείμενο του αιτήματός τους και το περιεχόμενο των επιχειρημάτων τους.
10 Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρόκειται για πραγματική καταστρατήγηση της διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως απορρίπτεται, όταν είναι προφανές ότι η αιτούμενη ερμηνεία δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή δεν είναι αντικειμενικά αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς (βλ. Διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1990, C-286/88, Falciola, Συλλογή 1990, σ. Ι-191).
11 Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης δεν έχουν οπωσδήποτε διευκρινιστεί επαρκώς, παρά την έκδοση της προαναφερθείσας Διατάξεως περί απαραδέκτου, της 26ης Απριλίου 1993. Η παράθεση του ιστορικού και του κανονιστικού πλαισίου ορισμένων διαφορών που δεν έχουν υποβληθεί στην κρίση του αιτούντος δικαστή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ως αποτέλεσμα την πλήρωση της ανωτέρω προϋποθέσεως.
12 Τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 30, 85 και 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των αρχών της αναλογικότητας και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
13 Διαπιστώνεται ευθύς εξ αρχής ότι ο εισηγητής δικαστής, μολονότι αναφέρει ότι υφίσταται νομικός σύνδεσμος μεταξύ των προδικαστικών ερωτημάτων και της εκκρεμούς ενώπιόν του υποθέσεως, δεν υποχρεούται να εφαρμόσει τους νομικούς αυτούς κανόνες στο πλαίσιο της διαδικασίας της εκκαθαρίσεως.
14 Η σημασία που αποδίδει ο εισηγητής δικαστής στην απάντηση που θα δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα συναρτάται προς την εκτίμηση των προοπτικών ευδοκιμήσεως αφενός της αγωγής αποζημιώσεως που θα μπορούσε να ασκήσει η εταιρία Monin κατά του γαλλικού Δημοσίου και αφετέρου της προσφυγής της ενώπιον του Conseil de la concurrence. Ούτε όμως η αγωγή αυτή ούτε η προσφυγή αυτή έχουν ασκηθεί ενώπιον του δικαστή αυτού ούτε εξάλλου θα μπορούσαν να ασκηθούν ενώπιόν του.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι με τα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο δεν ζητείται ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι αντικειμενικώς αναγκαία για την απόφαση που καλείται να λάβει ο εισηγητής δικαστής.
16 Κατά συνέπεια, κατ' εφαρμογή πάγιας πλέον νομολογίας (βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia, Συλλογή 1981, σ. 1563, και προαναφερθείσα Διάταξη Falciola), είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε ο εισηγητής δικαστής τον οποίο έχει διορίσει το tribunal de commerce de Romans.
17 Πρέπει συνεπώς να εφαρμοστεί το άρθρο 92 του Κανονισμού Διαδικασίας και να αναγνωριστεί η αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εισηγητή δικαστή στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας, σ' αυτόν εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
Το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε ο εισηγητής δικαστής τον οποίο έχει διορίσει το tribunal de commerce de Romans.
Λουξεμβούργο, 16 Μαΐου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy