Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Διαδικασία * Παρέμβαση * Ασφαλιστικά μέτρα * Ενδιαφερόμενα πρόσωπα * Διαφορά στην κύρια δίκη σχετικά με το κύρος αποφάσεως εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού * Καταγγέλλουσα επιχείρηση
[Οργανισμός (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, άρθρο 37, εδ. 2 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 115]
2. Διαδικασία * Παρέμβαση * Ανακοίνωση των διαδικαστικών εγγράφων στους παρεμβαίνοντες * Παρέκκλιση * Εμπιστευτικός χειρισμός
[Οργανισμός (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, άρθρο 37, εδ. 2 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 116 PAR 2]
3. Ασφαλιστικά μέτρα * Προϋποθέσεις παραδεκτού * Παραδεκτό της προσφυγής στην κύρια δίκη * Προσφυγή στην κύρια δίκη που δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως απαράδεκτη * Παραδεκτό
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 185 και 186 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
4. Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως σε θέματα ανταγωνισμού * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη * 'Εννοια * Κίνδυνος μέλλων, αβέβαιος και άδηλος * Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 85, 86 και 185)
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-24/93 R,
Compagnie Maritime Belge Transport NV, εταιρία βελγικού δικαίου, με έδρα την Αμβέρσα (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους Michel Waelbroeck και Denis Waelbroeck, δικηγόρους Βρυξελλών, και από τον Aurelio Pappalardo, δικηγόρο Trapani, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Ernest Arendt, 8-10, rue Mathias Hardt,
αιτούσα
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Bernd Langeheine και Richard Lyal, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από τις
Grimaldi, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα το Παλέρμο (Ιταλία), και
Cobelfret, εταιρία βελγικού δικαίου, με έδρα την Αμβέρσα (Βέλγιο),
εκπροσωπούμενες από τον Mark Clough, barrister of Gray' s Inn, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-rue,
αιτούσες να παρέμβουν,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 93/82/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.448 και IV/32.450: Cewal, Cowac, Ukwal) και του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.448 και IV/32.450: Cewal * ΕΕ L 34, σ. 20),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Ιστορικό
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Μαρτίου 1993, η Compagnie Maritime Belge Transport NV (στο εξής: CMBT) και η Compagnie Maritime Belge NV (στο εξής: CMB) άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως 93/82/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.448 και IV/32.450: Cewal, Cowac, Ukwal) και του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.448 και IV/32.450: Cewal * ΕΕ L 34, σ. 20).
2 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 13 Απριλίου 1993, η CMBT υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση με την οποία ζητεί, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της κύριας δίκης, να ανασταλεί η εκτέλεση, αφενός μεν, των άρθρων 6 και 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως που επιβάλλουν πρόστιμο στη CMB, αφετέρου δε, του άρθρου 3 της αποφάσεως κατά το μέρος που επιβάλλει στη διάσκεψη Cewal (Associated Central West Africa Lines) και στα μέλη της να θέσουν τέλος στη συμφωνία συνεργασίας με την Office zairois de gestion du fret maritime (στο εξής: Ogefrem).
3 Η Επιτροπή κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 26 Απριλίου 1993.
4 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 3 Μαΐου 1993, οι Grimaldi και Gobelfret ζήτησαν να τους επιτραπεί να παρέμβουν στις υποθέσεις Τ-24/93 και Τ-24/93 R υπέρ της Επιτροπής.
5 Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 3 Μαΐου 1993, η CMBT απέσυρε την αίτησή της αναστολής εκτελέσεως των άρθρων 6 και 7 της αποφάσεως, τη διατήρησε όμως καθόσον αφορά το άρθρο 3.
6 Με έγγραφο της 3ης Μαΐου 1993, ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου κοινοποίησε στους διαδίκους αντίγραφο της αιτήσεως παρεμβάσεως των Grimaldi και Cobelfret και τους κάλεσε να εκφράσουν προφορικά τη γνώμη τους, πριν από τη συνεδρίαση, επί της αιτήσεως, καθώς και επί ενδεχομένων ζητημάτων σχετικά με την εμπιστευτικότητα ορισμένων διαδικαστικών εγγράφων που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με έγγραφο της ίδιας ημέρας ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου κάλεσε επίσης τις αιτούσες να παρέμβουν να παραστούν στη συνεδρίαση και τις πληροφόρησε ότι τους επιτρέπεται να υποβάλουν τις προφορικές παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως, υπό την επιφύλαξη της αποφάσεως που θα λάβει ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου αφού ακούσει τις παρατηρήσεις των διαδίκων της κύριας δίκης.
7 Οι διάδικοι της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων πληροφόρησαν, πριν από τη συνεδρίαση, τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου ότι δεν έχουν να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της αιτήσεως παρεμβάσεως. Η CMBT ζήτησε πάντως να κοινοποιηθεί στις αιτούσες να παρέμβουν μόνον απόσπασμα της αιτήσεώς της αναστολής εκτελέσεως και των συνημμένων εγγράφων, χωρίς ορισμένα εμπιστευτικά στοιχεία που αποτελούν επιχειρηματικό απόρρητο, και δήλωσε ότι έχει ήδη κοινοποιήσει, στις 4 Μαΐου 1993, στις Grimaldi και Cobelfret μη εμπιστευτικό απόσπασμα της εν λόγω αιτήσεώς της.
8 Οι διάδικοι διατύπωσαν τις προφορικές τους εξηγήσεις κατά τη συνεδρίαση επί των ασφαλιστικών μέτρων της 5ης Μαΐου 1993.
9 Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έδωσαν λαβή στη διαφορά της οποίας επελήφθη το Πρωτοδικείο, όπως προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και από τα υπομνήματα που κατέθεσαν οι διάδικοι και τις προφορικές εξηγήσεις που έδωσαν κατά τη συνεδρίαση, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
10 Το 1987 η Επιτροπή έλαβε ορισμένες καταγγελίες που αναφέρονταν σε φερόμενες περιοριστικές του ανταγωνισμού πρακτικές στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ Ευρώπης και Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής από πλοία τακτικής γραμμής. Κατόπιν των καταγγελιών αυτών, η Επιτροπή άρχισε να διεξάγει έρευνες σχετικά με τις πρακτικές των διαφόρων ναυτιλιακών διασκέψεων που εκμεταλλεύονται τις υπηρεσίες μεταφορών μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής.
11 Με την απόφασή της της 23ης Δεκεμβρίου 1992, η Επιτροπή έκρινε, κατ' ουσίαν, ότι:
* οι διασκέψεις Cewal, Cowac (Continent West Africa Conference) και Ukwal (United Kingdom West Africa Lines Joint Service) καθώς και οι επιχειρήσεις μέλη των διασκέψεων αυτών παρέβησαν το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, με το να αναλάβουν δεσμεύσεις μη ασκήσεως ανταγωνισμού, προκειμένου να κατανείμουν μεταξύ τους, σε γεωγραφική βάση, την αγορά στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ Βόρειας Ευρώπης και Δυτικής Αφρικής από πλοία τακτικής γραμμής (άρθρο 1)
* οι επιχειρήσεις μέλη της διασκέψεως Cewal χρησιμοποίησαν καταχρηστικά την κοινή δεσπόζουσα θέση τους, με το να συμμετάσχουν στην υλοποίηση της συμφωνίας συνεργασίας με την Ogefrem και σε διαβήματα για την εξασφάλιση της αυστηρής τηρήσεώς της, με το να καταφύγουν στη λεγόμενη πρακτική των fighting ships και με το να καταρτίσουν διακανονισμούς πίστεως που βαίνουν πέραν αυτών που επιτρέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4056/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές (ΕΕ L 378, σ. 4, στο εξής: κανονισμός 4056/86) (άρθρο 2).
12 Με το άρθρο 3, η απόφαση επιβάλλει, αφενός μεν, στις επιχειρήσεις που είναι αποδέκτες της αποφάσεως αυτής να παύσουν την παράβαση που διαπιστώθηκε στο άρθρο 1, αφετέρου δε, στις επιχειρήσεις μέλη της ναυτιλιακής διασκέψεως Cewal να παύσουν τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν στο άρθρο 2. Αποδέκτες της αποφάσεως είναι, δυνάμει του άρθρου 8, οι ναυτιλιακές διασκέψεις Cewal, Cowac και Ukwal, καθώς και οι επιχειρήσεις μέλη αυτών των διασκέψεων, ο πίνακας των οποίων περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι της αποφάσεως. Λόγω των διαπιστωθεισών στο άρθρο 2 παραβάσεων, επιβλήθηκαν πρόστιμα σε ορισμένες επιχειρήσεις μέλη της διασκέψεως Cewal, μεταξύ των οποίων και στη CMB, στην οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 9 600 000 ECU.
13 Το 1991 η CMB μεταβίβασε τις δραστηριότητές της σχετικά με το εμπόριο προορισμού και/ή προελεύσεως Ζαΐρ στη CMBT, κοινή θυγατρική εταιρία, σε ίσα μερίδια, της CMB και της Saffron Holdings.
Σκεπτικό
Επί της αιτήσεως παρεμβάσεως
14 Πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ότι η αίτηση παρεμβάσεως των Grimaldi και Cobelfret υποβλήθηκε εντός της τασσομένης προθεσμίας.
15 Πρέπει να παρατηρηθεί περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περατώνει διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή κατόπιν ορισμένων καταγγελιών, μεταξύ των οποίων και αυτής που κατέθεσε στις 7 Σεπτεμβρίου 1987 η Aiwasi (Association of Independent West African Shipping Interests), στην οποία ανήκουν οι αιτούσες να παρέμβουν, οι οποίες και αυτές παρέχουν τακτικές υπηρεσίες θαλάσσιας μεταφοράς μεταξύ λιμένων της Βόρειας Θάλασσας και λιμένων του Ζαΐρ και της Αγκόλα. Εξάλλου, οι εταιρίες αυτές μετέσχον στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, ειδικά με την κατάθεση γραπτών παρατηρήσεων και με την παράστασή τους στις ακροάσεις.
16 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να κριθεί ότι οι Grimaldi και Cobelfret δικαιολογούν έννομο συμφέρον να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής στην παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
Επί της αιτήσεως περί εμπιστευτικού χειρισμού
17 'Οσον αφορά τα στοιχεία που αποτελούν επιχειρηματικό απόρρητο, ως προς τα οποία η αιτούσα ζήτησε εμπιστευτικό χειρισμό, δικαιολογείται, στο στάδιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η αποδοχή της αιτήσεως της CMBT, κατά το μέτρο που τα στοιχεία αυτά είναι, εκ πρώτης όψεως, ικανά να αποτελούν επιχειρηματικό απόρρητο.
Επί της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως
18 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι το απαιτούν οι περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
19 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει ότι οι αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως που προβλέπει το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα ζητούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς.
* Επιχειρήματα των διαδίκων
20 Η αιτούσα τονίζει καταρχάς ότι υφίσταται ορισμένη σύγχυση όσον αφορά τον αποδέκτη της αποφάσεως. Η απόφαση αυτή, μολονότι απευθύνεται στη CMB, στην οποία επιβλήθηκε πρόστιμο, κοινοποιήθηκε στη διεύθυνση της CMBT, η οποία από το 1991 ανέλαβε όλες τις δραστηριότητες της CMB που αφορούν το εμπόριο προορισμού και/ή προελεύσεως Ζαΐρ. Φρονεί ότι, όσον αφορά το πρόστιμο, καθώς και όσον αφορά τις επιβαλλόμενες από την απόφαση υποχρεώσεις να παύσουν οι διαπιστωθείσες παραβάσεις, πρέπει να θεωρηθεί ότι η απόφαση απευθύνεται στη CMBT.
21 'Οσον αφορά τα στοιχεία που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη χορήγηση της ζητουμένης αναστολής εκτελέσεως, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι όλη η συμπεριφορά της Επιτροπής αποτελεί πρόδηλη κατάχρηση εξουσίας και ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε καμία από τις παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης που επικαλείται στην απόφασή της.
22 Η αιτούσα αμφισβητεί κατ' ουσίαν την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των διασκέψεων Cewal, Cowac και Ukwal προβλέπουσας ότι τα μέλη της μιας διασκέψεως πρέπει να απέχουν από το να επεμβαίνουν ως "outsiders" στο έδαφος των άλλων διασκέψεων και παρατηρεί ότι ούτε η διάσκεψη Cewal ούτε τα μέλη της κατέχουν ατομική ή συλλογική δεσπόζουσα θέση. Η CMBT τονίζει ειδικότερα ότι δεν μπορεί να καταδικαστεί για τη φερομένη συμμετοχή της Cewal και των μελών της στην υλοποίηση της συμφωνίας συνεργασίας με την Ogefrem, συμφωνίας η οποία οφείλεται σε πράξη της Κυβερνήσεως του κράτους του Ζαΐρ, και υπογραμμίζει ότι στην πραγματικότητα η Επιτροπή αγνόησε τόσο τις περιστάσεις που έδωσαν λαβή στη φερομένη αποκλειστικότητα * η οποία άλλωστε ουδέποτε υπήρξε πραγματικά * που χορηγήθηκε από το Ζαΐρ στη Cewal όσο και τις επανειλημμένες προσπάθειες της διασκέψεως αυτής να αντιταχθεί στην πολιτική των αρχών του Ζαΐρ. Εν πάση περιπτώσει, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι προβαλλόμενες παραβάσεις είχαν αποτελέσματα στην κοινή αγορά ή στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.
23 'Οσον αφορά το επείγον, η αιτούσα τονίζει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να λύσει τη συμφωνία συνεργασίας με την Ogefrem, δεδομένου, αφενός μεν, ότι πρόκειται για συμφωνία που επιβλήθηκε από τις αρχές του Ζαΐρ και που δεν κατόρθωσαν να τροποποιήσουν όλες οι προσπάθειες των εταιριών, δημοσίων οργανισμών και της ίδιας της Επιτροπής, αφετέρου δε, ότι η λύση της συμφωνίας δεν εξαρτάται από τη βούληση μόνον της αιτούσας, αλλά από τη βούληση της διασκέψεως Cewal, η πλειοψηφία της οποίας ανήκει σε ναυτιλιακή εταιρία του Ζαΐρ (στη CMZ). Η αιτούσα υπογραμμίζει ειδικότερα ότι, και αν υποτεθεί ότι έχει τη δυνατότητα να λύσει αυτή τη συμφωνία, η λύση αυτή θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για τη διάσκεψη Cewal και τα μέλη της, δεδομένου ότι το κράτος του Ζαΐρ μπορεί πράγματι να αποφασίσει να αρνηθεί την πρόσβαση στους λιμένες του Ζαΐρ σε όλα τα μη ζαϊρινά πλοία της Cewal ή να επιβάλει στο μέλλον όρους πολύ αυστηρότερους, καθιστώντας έτσι αδύνατη την εξυπηρέτηση των λιμένων του Ζαΐρ.
24 Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η αιτούσα, όσον αφορά τον αληθινό αποδέκτη της προσβαλλομένης αποφάσεως, στερούνται βάσεως και, εν πάση περιπτώσει, εμπίπτουν στην κύρια δίκη.
25 'Οσον αφορά τους λόγους που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, να διαταχθεί η ζητουμένη αναστολή εκτελέσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι, αντίθετα από τους ισχυρισμούς της αιτούσας, ούτε υπερέβη τις εξουσίες της ούτε έλαβε απόφαση έχοντας υποπέσει σε πλάνη. Υποστηρίζει ότι η πλειονότητα των επιχειρημάτων της αιτούσας αφορούν νομικά και πραγματικά ζητήματα που εμπίπτουν στην κύρια δίκη. 'Ετσι έχουν τα πράγματα ιδίως όσον αφορά το ζήτημα των καταχρηστικών πρακτικών της Cewal ή των αποτελεσμάτων τους εντός της κοινής αγοράς, καθώς και το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ του κανονισμού 4056/86 και των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή υπενθυμίζει άλλωστε ότι η συμφωνία συνεργασίας με την Ogefrem περιέχει ρήτρα που αποκλείει κάθε ανταγωνισμό εκ μέρους των εταιριών μη μελών της Cewal. Παρατηρεί ότι δεν αντιλαμβάνεται πώς η συμμετοχή της διασκέψεως Cewal ή των μελών της στην υλοποίηση μιας συμφωνίας θα μπορούσε να αποτελέσει πράξη τρίτου κράτους.
26 'Οσον αφορά τον κίνδυνο σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η παύση μιας παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη, έστω και αν προκληθούν οικονομικές απώλειες. Τονίζει ότι η αιτούσα περιορίστηκε να δηλώσει ότι η καταγγελία της συμφωνίας Ogefrem θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για τη Cewal και για τα μέλη της, ειδικότερα δε, ότι το Ζαΐρ θα μπορούσε να αρνηθεί την πρόσβαση στους λιμένες του σε όλα τα μη ζαϊρινά πλοία της Cewal. Κατά την άποψη της Επιτροπής, δυσχερώς γίνεται αντιληπτό γιατί θα ενεργούσε έτσι το Ζαΐρ, ενώ, αφενός μεν, η μοναδική εταιρία του κράτους αυτού δεν διαθέτει κανένα πλοίο, αφετέρου δε, η ίδια η συμφωνία προβλέπει ήδη, στο άρθρο 11, δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας. Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, τέτοιες υποθέσεις δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι υφίσταται σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη.
* Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων
27 Πρέπει να τονιστεί πρώτον ότι το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως επιβάλλει στις επιχειρήσεις που είναι μέλη της Cewal να παύσουν τις διαπιστωθείσες στο άρθρο 2 παραβάσεις, και ιδίως την παράβαση που συνίσταται στη συμμετοχή στην υλοποίηση της συμφωνίας συνεργασίας με την Ogefrem.
28 Δεύτερον, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η CMB και όχι η CMBT είναι αυτή που περιλαμβάνεται στον αποτελούντα το παράρτημα Ι της αποφάσεως πίνακα των επιχειρήσεων μελών των ναυτιλιακών διασκέψεων Cewal, Cowac και Ukwal, επιχειρήσεων τις οποίες η απόφαση χαρακτηρίζει στο άρθρο 8 ως αποδέκτες της.
29 Πρέπει να υπομνηστεί σχετικά ότι τα άλλα πρόσωπα εκτός των αποδεκτών μιας αποφάσεως μπορούν να ισχυριστούν ότι η απόφαση τα αφορά, κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνον όταν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ειδικών ιδιοτήτων τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα διαχωρίζει από κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με τον τρόπο που εξατομικεύει τον αποδέκτη (βλ., ως την πλέον πρόσφατη, τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 2ας Απριλίου 1993, Τ-12/93 R, CCE Vittel και CE Pierval κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-449, σκέψη 21).
30 Δεν αμφισβητείται ότι η CMB μεταβίβασε στη CMBT από 1ης Ιανουαρίου 1991 τις δραστηριότητές της σχετικά με το εμπόριο προορισμού και/ή προελεύσεως Ζαΐρ και ότι η CMBT είναι τώρα μέλος της Cewal. Υπό τις περιστάσεις αυτές και μολονότι η απόφαση δεν απευθύνθηκε ρητά στη CMBT, δεν μπορεί να αποκλειστεί, εκ πρώτης όψεως, ότι ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλει η απόφαση, ιδίως δε η υποχρέωση συμμετοχής στην υλοποίηση της συμφωνίας Ogefrem, αφορούν άμεσα και ατομικά τη CMBT. Κατόπιν αυτού, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί στο στάδιο των ασφαλιστικών μέτρων.
Επί του κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης
31 Από πάγια νομολογία προκύπτει (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 1992, Τ-96/92 R, CCE Grandes Sources κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2579, σκέψη 42) ότι το επείγον μιας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγεται η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης στον διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου. Στον διάδικο που ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως απόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης, χωρίς να υποστεί βλάβη με σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες.
32 Πρέπει να υπομνηστεί σχετικά ότι, για να στηρίξει την αίτησή της αναστολής εκτελέσεως, η αιτούσα περιορίστηκε στη δήλωση ότι, αφενός μεν, δεν έχει, από μόνη της, τη δυνατότητα λύσεως της συμφωνίας συνεργασίας με την Ogefrem, αφετέρου δε, ότι η λύση της συμφωνίας θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για τη Cewal και για τα μέλη της.
33 'Οσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, προκύπτει, όπως τόνισε η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση, ότι εν πάση περιπτώσει το άρθρο 3 της αποφάσεως δεν επιβάλλει στους αποδέκτες της την υποχρέωση λύσεως της συμφωνίας συνεργασίας με την Ogefrem. Επιβάλλει μόνο στους αποδέκτες της αποφάσεως να παύσουν τη συμμετοχή τους στην υλοποίηση της συμφωνίας αυτής και σε διαβήματα που αποβλέπουν στην αυστηρή τήρησή της. 'Ομως, η αιτούσα δεν απέδειξε, ούτε καν προέβαλε, ότι βρίσκεται σε αδυναμία να παύσει τη συμμετοχή της στην υλοποίηση της συμφωνίας ή ότι η μη συμμετοχή της στην υλοποίηση της συμφωνίας αυτής μπορεί να αποτελέσει γι' αυτή κίνδυνο σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης.
34 'Οσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι απρόβλεπτες περιστάσεις, όπως αυτές που επικαλείται η αιτούσα, δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης επιτρέπων τη χορήγηση του ζητουμένου προσωρινού μέτρου. Τέτοιες περιστάσεις δεν αποτελούν ενεστώτα κίνδυνο βλάβης, αλλά μέλλοντα, αβέβαιο και άδηλο κίνδυνο, κατά του οποίου η αιτούσα θα μπορέσει, σε περίπτωση που αυτός συγκεκριμενοποιηθεί, να προβάλει τα δικαιώματά της ενώπιον του κοινοτικού δικαστή (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουνίου 1991, Τ-19/91 R, Vichy κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-265).
35 Κατά συνέπεια, και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν εκ πρώτης όψεως είναι βάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η αιτούσα στο εισαγωγικό της κύριας δίκης δικόγραφό της, πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν, κατά νόμο, τη χορήγηση του ζητουμένου προσωρινού μέτρου και ότι, κατόπιν αυτού, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Επιτρέπει στις Grimaldi και Cobelfret να παρέμβουν στην υπόθεση Τ-24/93 R υπέρ της καθής.
2) Πρέπει να γίνει δεκτή, στο στάδιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η αίτηση της CMBT περί εμπιστευτικού χειρισμού ορισμένων στοιχείων που περιλαμβάνονται στην αίτησή της αναστολής εκτελέσεως.
3) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
4) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Μαΐου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy