Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Διαδικασία * Δικαστικά έξοδα * Aγωγή με την οποία ζητείται η αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος * Παραίτηση λόγω της αποδοχής της εκ των υστέρων ληφθείσας προσφοράς αποζημιώσεως κατ' εφαρμογή του κανονισμού 2187/93, για την προσφορά αποζημιώσεως σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους * Οι προϋποθέσεις για να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα ο αντίδικος πληρούνται
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 87 PAR 5 κανονισμός 2187/93 του Συμβουλίου)
2. Διαδικασία * Δικαστικά έξοδα * Παραίτηση που δικαιολογείται από τη στάση του αντιδίκου * Έργο του δικαστή
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 87 PAR 5)
3. Διαδικασία * Δικαστικά έξοδα * Καθορισμός * Στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχ. β', και άρθρο 92 PAR 1)
Περίληψη
1. Εφόσον ένας παραγωγός γάλακτος άσκησε αγωγή κατά της Επιτροπής, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του συστήματος ποσοστώσεων γάλακτος, προτού το Συμβούλιο και η Επιτροπή να αναγνωρίσουν, με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την ευθύνη τους και να παραιτηθούν από το δικαίωμα ασκήσεως της ενστάσεως παραγραφής με την προοπτική ενός σφαιρικού κανονισμού, δηλαδή σε ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτός δεν ήταν καθόλου εξασφαλισμένος ότι θα αποζημιωθεί ακόμη και σε περίπτωση μη ασκήσεως αγωγής, πρέπει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, ο οποίος παραιτήθηκε αφού αποδέχθηκε την εκ των υστέρων ληφθείσα προσφορά αποζημιώσεως κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2187/93, για την προσφορά αποζημιώσεως σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους.
Πράγματι, ο ενάγων εδικαιούτο, κατ' αρχήν, να ασκήσει αγωγή και, επειδή το άρθρο 178 της Συνθήκης δεν προβλέπει μια προ της ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να του προσαφθεί ότι δεν κάλεσε την Επιτροπή, προτού να αποταθεί στο Δικαστήριο, να παραιτηθεί από την ένσταση της παραγραφής. Στην Επιτροπή εναπόκειτο να θεσπίσει αρκούντως νωρίς τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να αρθεί οποιαδήποτε νομική αβεβαιότητα έναντι όλων των θιγομένων προσώπων, ώστε να αποβεί άνευ ενδιαφέροντος η άσκηση αγωγής.
2. Η απόφαση επί των δικαστικών εξόδων στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας πρέπει να λαμβάνεται, σε περίπτωση παραιτήσεως, αποκλειστικά βάσει των διατάξεων του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και κυρίως του άρθρου 87, παράγραφος 5. Καμία άλλη νομοθετική διάταξη δεν επηρεάζει τα προκύπτοντα από τις διατάξεις αυτές δικαστικά έξοδα. Ειδικότερα, ακόμη και συμφωνία των διαδίκων σχετικά με τα δικαστικά έξοδα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον αν ρητώς επιβεβαιώνεται από τους διαδίκους έναντι του Πρωτοδικείου με δηλώσεις στις οποίες αυτοί προβαίνουν επ' ευκαιρία της παραιτήσεως. Δεν εναπόκειται στο Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο της αποφάσεώς του, να εξετάσει αν, ανεξάρτητα από τις δηλώσεις αυτές, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των διαδίκων άλλες συμφωνίες σχετικά με τα δικαστικά έξοδα. Τέλος, με την απόφαση επί των δικαστικών εξόδων, δυνάμει του άρθρου 87 του Κανονισμού Διαδικασίας, αποφασίζεται μόνο το βάρος των δικαστικών εξόδων καθαυτό και όχι το ύψος των εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν, επί του οποίου πρέπει να υπάρξει απόφανση, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
3. Όταν προβαίνει στον καθορισμό των δικαστικών εξόδων, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητούνται οι εν λόγω αμοιβές από τον διάδικο που καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επομένως, ο δικαστής δεν οφείλει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, εθνικό τιμολόγιο που καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων ούτε ενδεχομένη συναφή συμφωνία μεταξύ του ενδιαφερομένου διαδίκου και του εκπροσώπου του. Στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτιμήσεως των στοιχείων της συγκεκριμένης υποθέσεως, στην οποία προβαίνει ο δικαστής, παρεμβαίνουν στοιχεία όπως, αφενός, το γεγονός ότι ο διάδικος που οφείλει να φέρει τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου κατέβαλε ήδη σ' αυτόν ορισμένο ποσό για να συμψηφισθούν τα έξοδα δικηγόρου στα οποία υποβλήθηκε, και, αφετέρου, η προσαρμογή του ποσού αυτού προς τις αναγκαίες για την υπόθεση εργασίες.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-124/93,
Georg Werner, κάτοικος Niddatal (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), εκπροσωπούμενος από τον Volker Zuleger, δικηγόρο Niddatal, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Roger Nothar, 17, Bd. Royal,
ενάγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον νομικό σύμβουλο Dierk Booss, επικουρούμενο από τον Hans-Juergen Rabe, δικηγόρο Αμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ως προκληθείσα στον ενάγοντα με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), σύμφωνα με τα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Σεπτεμβρίου 1990, ο ενάγων άσκησε δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή κατά της Επιτροπής, ζητώντας αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε σ' αυτόν με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 13), καθόσον ο κανονισμός αυτός δεν προέβλεψε χορήγηση αντιπροσωπευτικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς, οι οποίοι είχαν δεσμευτεί, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και τη μετατροπή των αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (ABl. 1977, L 131, σ. 1), να μη παράγουν γάλα για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
2 Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου, η διαδικασία ανεστάλη έως ότου δημοσιευθεί η απόφαση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-104/89 (Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής) και C-37/90 (Heinemann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής). Με διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, η υπόθεση διαβιβάστηκε στο Πρωτοδικείο.
3 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Οκτωβρίου 1994, ο ενάγων, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ αποδεχθεί την υποβληθείσα σ' αυτόν προσφορά αποζημιώσεως βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για την προσφορά αποζημιώσεως σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (ΕΕ 1993, L 196, σ. 6), δήλωσε ότι παραιτείται από την αγωγή και ζήτησε να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα.
4 Η Επιτροπή δεν άσκησε ένσταση κατά της παραιτήσεως από την αγωγή και ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, πρώτη πρόταση, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ενάγων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Προς αιτιολόγηση του αιτήματός της, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν δικαιολογείται από τη στάση της να φέρει αυτή το βάρος των δικαστικών εξόδων, διότι έπρεπε να είναι σαφές στον ενάγοντα ότι στην περίπτωση νίκης των εναγόντων στην πρώτη του είδους δίκη "Mulder και Heinemann" θα ελάμβανε αποζημίωση και χωρίς την άσκηση αγωγής και ότι η Επιτροπή, καθόσον ο ενάγων θα την είχε πλησιάσει με τοιούτο αίτημα, θα είχε παραιτηθεί έναντι αυτού από την ένσταση της παραγραφής. Επί πλέον, το αποκτώμενο από τον ενάγοντα βάσει του κανονισμού 2187/93 ποσό της αποζημιώσεως είναι αισθητά κατώτερο του ποσού που διεκδικήθηκε με την αγωγή. Περαιτέρω, ο ενάγων έλαβε ήδη βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2648/93 της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93 (ΕΕ 1993, L 243, σ. 1 επ.), ποσό 500 ECU για την τακτοποίηση των δικηγορικών εξόδων στα οποία αυτός υποβλήθηκε, με το οποίο εξοφλήθηκαν επίσης οι αξιώσεις περί αποδόσεως εξόδων σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, δεύτερη πρόταση, του Κανονισμού Διαδικασίας, για την ενώπιον του Δικαστηρίου απασχόληση του δικηγόρου. Τέλος, ο ενάγων παραιτήθηκε κατά την αποδοχή της προσφοράς αποζημιώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 14, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93, από οποιαδήποτε άλλη αξίωση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τα υπερβαίνοντα το κατ' αποκοπήν ποσό των 500 ECU δικηγορικά έξοδα.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, πρώτη πρόταση, του Κανονισμού Διαδικασίας, εκείνος ο διάδικος, ο οποίος παραιτείται από την προσφυγή ή από ένα αίτημα, καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα κατόπιν αιτήματος του αντιδίκου. Εντούτοις, σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση της διατάξεως αυτής, κατόπιν αιτήσεως του παραιτουμένου διαδίκου, καταδικάζεται στα έξοδα ο αντίδικος, αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του.
6 Συναφώς, διαπιστώνεται κατ' αρχάς ότι, με την υποβληθείσα στον ενάγοντα μετά την άσκηση της αγωγής προσφορά αποζημιώσεως βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93, αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα του ενάγοντος να εγείρει αξίωση αποζημιώσεως κατά της Κοινότητας. Επομένως, ο ενάγων καταρχήν είχε λόγο να ασκήσει την αγωγή.
7 Ο ενάγων άσκησε την αγωγή πριν από τις 5 Αυγούστου 1992, επομένως σε μία εποχή κατά την οποία το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν είχαν ακόμη αναγνωρίσει την ευθύνη τους, πράγμα που συνέβη με τη δημοσίευση της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 (ΕΕ 1992, C 198, σ. 4) και, ενόψει σχεδιαζομένης συνολικής ρυθμίσεως, δεν είχαν παραιτηθεί από την άσκηση της ενστάσεως της παραγραφής. Κατά το χρονικό αυτό σημείο, ο ενάγων δεν μπορούσε να διαγνώσει τι στάση θα τηρούσε η Επιτροπή έναντι άλλων δικαιούχων. Επειδή το άρθρο 178 της Συνθήκης ΕΚ δεν προβλέπει μία προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία στο διοικητικό επίπεδο, δεν μπορεί να προσαφθεί στον ενάγοντα ότι δεν προέτρεψε την Επιτροπή αρχικά εξωδίκως να παραιτηθεί από την ένσταση της παραγραφής. Στην Επιτροπή εναπόκειτο να προβεί στα αναγκαία διαβήματα ώστε να καταστήσει σαφή τα πράγματα από νομικής απόψεως για όλους τους ζημιωθέντες και να απαλείψει τον λόγο ασκήσεως της αγωγής, όπως αργότερα, με την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2187/93 στη συνέχεια, το Συμβούλιο και η Επιτροπή πράγματι έπραξαν.
8 Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το ύψος του ποσού της αποζημιώσεως που ο ενάγων αργότερα δέχθηκε δεν έχει αποφασιστική σημασία στο πλαίσιο αυτό. Για την απόφαση επί των δικαστικών εξόδων αποφασιστική σημασία έχει μάλλον το ότι η άσκηση της αγωγής, κατ' ουσίαν, αποδεικνύεται δικαιολογημένη. Κατανομή των εξόδων, όπως θα ήταν δυνατόν να συμβεί σύμφωνα με το άρθρο 87, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, στην περίπτωση μερικής ήττας του ενάγοντος, δεν δικαιολογείται υπό τις δεδομένες συνθήκες, ήδη επειδή με την περιλαμβανομένη στην αγωγή αξίωση υψηλοτέρου ποσού αποζημιώσεως δεν προέκυψαν πρόσθετα έξοδα ούτε πρόσθετη δαπάνη εργασίας.
9 Καθόσον η Επιτροπή, περαιτέρω, στηρίζεται στο καταβληθέν σε εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2648/93 ποσό των 500 ECU για δικηγορικά έξοδα, διαπιστώνεται ότι η δικαστική απόφαση επί των εξόδων στην περίπτωση της παραιτήσεως από την προσφυγή πρέπει να ληφθεί αποκλειστικώς βάσει των διατάξεων του Κανονισμού Διαδικασίας και κυρίως του άρθρου 87, παράγραφος 5. Άλλες νομοθετικές διατάξεις δεν επηρεάζουν τα προκύπτοντα βάσει αυτού δικαστικά έξοδα. Ειδικότερα, ακόμη και τυχόν συμφωνία των διαδίκων σχετικά με τα δικαστικά έξοδα κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, έχει σημασία μόνον όταν ρητώς επιβεβαιώνεται από τους διαδίκους, έναντι του Πρωτοδικείου, στις δηλώσεις στις οποίες αυτοί προβαίνουν σε σχέση με την παραίτηση από την προσφυγή. Δεν εναπόκειται στο Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο της αποφάσεως για τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 5, να εξετάσει το ερώτημα αν ενδεχομένως, ανεξάρτητα από τις δηλώσεις αυτές, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των διαδίκων άλλες συμφωνίες σχετικά με τα δικαστικά έξοδα.
10 Στο πλαίσιο αυτό πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι με την απόφαση για τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 87 του Κανονισμού Διαδικασίας αποφασίζεται ποιος φέρει το βάρος των δικαστικών εξόδων αλλά όχι το ύψος των δυναμένων να καταβληθούν εξόδων. Για τα τελευταία αυτά, στην περίπτωση διενέξεων, πρέπει να ληφθεί απόφαση κατά τη διαδικασία του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, σύμφωνα με πάγια νομολογία (πρβλ. τη διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1985, 318/82, Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 3727 καθώς και τις διατάξεις του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 1992, Τ-18/89 και Τ-24/89, Ταγαράς κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-153 επ. και της 5ης Ιουλίου 1993, Τ-84/91, Meskens κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-757 επ.), ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν αυτές οι αμοιβές από τον διάδικο που καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επομένως, ο δικαστής δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ούτε εθνικό τιμολόγιο που καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων ούτε ενδεχομένη συμφωνία περί αμοιβών μεταξύ του διαδίκου και του εκπροσώπου του. Στο πλαίσιο των ελεύθερων εκτιμήσεων που πρέπει να γίνουν, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, στην περίπτωση διαφοράς κατά τη διαδικασία του άρθρου 92, παράγραφος 1, όλων των περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, θα πρέπει επίσης να εξετασθεί αν ο ενάγων έλαβε ήδη για δικηγορική δραστηριότητα, η οποία αποτελούσε αντικείμενο της αποφάσεως για τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 5, μία άλλη πληρωμή και αν, και σε τι ύψος, εκτός της ήδη με τα 500 ECU αμειφθείσας συνήθους δραστηριότητας δικηγόρου για την προβολή αξιώσεως αποζημιώσεως, όπως η εν προκειμένω, μπορεί να αναγνωριστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση κατ' εξαίρεση ακόμη μία πρόσθετη, σημαντική δαπάνη εργασίας του δικηγόρου του ενάγοντος για τη σύνταξη του δικογράφου της αγωγής και την κατά τη δίκη εκπροσώπηση.
11 Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει ότι οι αντιρρήσεις της Επιτροπής για την επιβάρυνσή της με τα δικαστικά έξοδα είναι αβάσιμες και ότι, ενόψει των περιστατικών της υποθέσεως, η Επιτροπή δικαιολογείται, λόγω της στάσεώς της, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, δεύτερη πρόταση, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Διαγράφει την υπόθεση Τ-124/93 από το Πρωτόκολλο του Πρωτοδικείου.
2) Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 20 Ιανουαρίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy