Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Διαδικασία * Έξοδα * Παραίτηση μη δικαιολογούμενη από τη στάση του αντιδίκου
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 87 PAR 5)
2. Διαδικασία * Έξοδα * Παρέμβαση * Κατάργηση δίκης
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 87 PAR 6)
Διάδικοι
Στις υποθέσεις T-343/93 και άλλες, προσδιοριζόμενες στο παράρτημα,
Michael McCullough, κάτοικος Omagh (Ηνωμένο Βασίλειο), και άλλοι παραγωγοί γάλακτος τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο παράρτημα της παρούσας Διάταξης, εκπροσωπούμενοι από τον James O' Reilly, SC, και τη Philippa Watson, barrister, του Δικηγορικού Συλλόγου της Ιρλανδίας, κατόπιν εντολής του Oliver Ryan-Purcell, solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το Fyfe Business Centre, 29, rue Jean-Pierre Brasseur,
ενάγοντες,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους Arthur Brautigam, νομικό σύμβουλο, και Michel Bishop, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Bruno Eynard, διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Dierk Booss, νομικό σύμβουλο, και Christopher Docksey, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον δικηγόρο Αμβούργου Hans-Juergen Rabe, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγόμενοι,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αποζημιώσεως, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, για τη ζημία που προβάλλουν ότι υπέστησαν οι ενάγοντες εκ της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου μεταξύ 21ης και 26ης Απριλίου 1993, ο Michael McCullough και οι άλλοι ενάγοντες που αναφέρονται στο παράρτημα της παρούσας Διάταξης, άσκησαν, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, με αντικείμενο την αποζημίωση για τη ζημία που προβάλλουν ότι υπέστησαν εκ της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), καθόσον ο εν λόγω κανονισμός δεν προέβλεπε τη χορήγηση αντιπροσωπευτικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς εκείνους οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μην παράγουν γάλα κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί συστάσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη διάθεση σε εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και την αναδιάρθρωση αγελών βοειδών γαλακτοπαραγωγής (ΟJ L 131, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1078/77).
2 Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 23ης Απριλίου 1993, η διαδικασία στις εν λόγω υποθέσεις ανεστάλη μέχρι τις 19 Μαΐου 1993. Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 1993, η διαδικασία ανεστάλη μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως επί των υποθέσεων C-104/89, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, και C-37/90, Heinemann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής.
3 Με Διατάξεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου (στο εξής: Οργανισμός), παρέπεμψε τις αγωγές στο Πρωτοδικείο, κατά το άρθρο 3 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί συστάσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21).
4 Οι ενάγοντες είναι επίσης διάδικοι στην υπόθεση Τ-541/93, McCutcheon κ.λπ. κατά Συμβουλίου, στο πλαίσιο της οποίας ζητούν την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (ΕΕ L 196, σ. 6, στο εξής: κανονισμός 2187/93). Υπήρξαν επίσης διάδικοι στην υπόθεση Τ-541/93 R, στο πλαίσιο της οποίας είχαν ζητήσει την αναστολή εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Αυτό το αίτημα αναστολής απερρίφθη με Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου, της 1ης Φεβρουαρίου 1994, Τ-278/93 R και Τ-555/93 R, Τ-280/93 R και Τ-541/93 R, Jones κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-0000).
5 Με έγγραφα που πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 24 Φεβρουαρίου 1994, οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από τις προσφυγές τους στις προαναφερθείσες υποθέσεις.
Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 5, πρώτη φράση, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο παραιτούμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, οι ενάγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο να εφαρμόσει το άρθρο 87, παράγραφος 5, δεύτερη φράση, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο ο αντίδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εάν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του.
6 Με έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Νοεμβρίου 1993, το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε να παρέμβη στις εν λόγω υποθέσεις προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Δεδομένου ότι οι υποθέσεις πρέπει να διαγραφούν κατόπιν της παραιτήσεως των εναγόντων, δηλώνεται ότι παρέλκει να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί των εν λόγω αιτήσεων παρεμβάσεως.
7 Με τις παρατηρήσεις τους, που πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία στις 10 και 11 Μαΐου 1994, αντιστοίχως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αντιτάχθηκαν στο αίτημα των εναγόντων το σχετικό με τη ρύθμιση των δικαστικών εξόδων.
8 Προς στήριξη του αιτήματός τους οι ενάγοντες προβάλλουν τρία επιχειρήματα.
Πρώτον, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τα εναγόμενα όργανα είναι υπεύθυνα για τον μεγάλο αριθμό δικαστικών διαφορών που προέκυψαν στον τομέα των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, επειδή αναφέρθηκαν, με την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 (ΕΕ C 198, σ. 4), και τον κανονισμό 2187/93, στην παραγραφή έναντι παραγωγών ευρισκομένων σε κατάσταση όμοια με τη δική τους. Κατά τους ενάγοντες, αυτή η άποψη τους στερεί το δικαίωμά τους να ζητήσουν αποζημίωση για μέρος των ζημιών που κατά τη γνώμη τους υπέστησαν.
Δεύτερον, οι ενάγοντες προβάλλουν το γεγονός ότι εφόσον η Επιτροπή δέχθηκε, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2648/93, της 28ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2187/93 (ΕΕ L 243, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 2648/93), να καταβάλει, κατ' αποκοπή, τις αμοιβές των δικηγόρων όλων εκείνων των γαλακτοπαραγωγών που ενήργησαν πριν από την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992, οφείλει να καταβάλει, επίσης, κατ' αναλογία, τις αμοιβές δικηγόρων, που καταβλήθηκαν μετά τις 5 Αυγούστου 1992 επειδή τα διαβήματα των εν λόγω δικηγόρων αποδείχθηκαν αναγκαία για τη βελτίωση της θέσεως των παραγωγών.
Τρίτον, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα Διάταξη Jones κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, και, ειδικότερα, από τη σκέψη 52 αυτής, σε περίπτωση που κριθούν παράνομες οι προσβληθείσες στις κύριες υποθέσεις διατάξεις του κανονισμού 2187/93, δεν θα υποστούν ζημία επειδή θα έχουν, εν τω μεταξύ, αποδεχθεί την προτεινόμενη με τον εν λόγω κανονισμό αποζημίωση. Η σκέψη αυτή αποτελεί συνέπεια σχετικής δηλωσεως των εκπροσώπων των εναγομένων οργάνων, η οποία έγινε κατά τη διάρκεια της ακροάσεων των διαδίκων και η οποία περιελήφθη στη σκέψη 51 της Διατάξεως. Οι ενάγοντες διευκρινίζουν ότι, λόγω της αυξημένης νομικής ασφάλειας που προκύπτει γι' αυτούς από τη Διάταξη, έχουν πλέον τη δυνατότητα να παραιτηθούν.
9 Στις γραπτές παρατηρήσεις τους το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν τα επιχειρήματα των εναγόντων.
'Οσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, τα εναγόμενα όργανα υποστηρίζουν ότι, μετά την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 και τις εγγυήσεις που παρέσχε η Επιτροπή στους ενάγοντες, η άσκηση των εν λόγω αγωγών ήταν τελείως ατελέσφορη. Με την ανακοίνωση αυτή τα όργανα ανέλαβαν την υποχρέωση να αναζητήσουν γενική λύση για την αποζημίωση όλων των γαλακτοπαραγωγών που εθίγησαν παράλληλα, ανέλαβαν επίσης την υποχρέωση να μην προβάλλουν την παραγραφή έναντι αυτών των παραγωγών, εφόσον το δικαίωμά τους για αποζημίωση δεν είχε παραγραφεί στις 5 Αυγούστου 1992. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, υπογραμμίζουν τα όργανα, κανείς παραγωγός δεν υπέστη ζημία επειδή δεν άσκησε προσφυγή πριν από τη δημοσίευση της πράξεως με την οποία καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες της γενικής προσφοράς με την οποία επιδιώχθηκε να επιλυθεί το ζήτημα της αποζημιώσεως των γαλακτοπαραγωγών.
Ως προς τα δύο άλλα επιχειρήματα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η προαναφερθείσα Διάταξη Jones κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, περιορίζεται να αναγνωρίσει την υποχρέωση των οργάνων να λάβουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την εκτέλεση μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου, με την οποία θα ακυρωνόταν, ενδεχομένως, ο κανονισμός 2187/93, λόγω πεπλανημένης εφαρμογής των σχετικών με την παραγραφή κανόνων του Οργανισμού. Η Διάταξη αυτή δεν δικαιολογεί την προβολή, εκ μέρους των οικείων γαλακτοπαραγωγών, μετά τις 5 Αυγούστου 1992, ατομικών αιτημάτων αποζημιώσεως. Η σχετική με την καταβολή των αμοιβών δικηγόρων προσφορά του κανονισμού 2648/93 συνδέεται με την αποδοχή της προσφοράς αποζημιώσεως, τις λεπτομέρειες της οποίας καθορίζει ο κανονισμός 2187/93 και δεν έχει εφαρμογή εκτός του πλαισίου αυτού.
10 Επιβάλλεται καταρχάς να τονισθεί ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα και το περιεχόμενο του επεξηγηματικού υπομνήματος του σχετικού με την ανακοίνωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα (έγγραφο SΕC 1480 τελικό), με την ανακοίνωση που δημοσίευσαν στις 5 Αυγούστου 1992 το Συμβούλιο και η Επιτροπή επεδίωκαν διττό σκοπό. Αφενός, τα εν λόγω όργανα εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να λάβουν μέτρα γενικής ισχύος προς εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 19ης Μαΐου 1992, C-104/89 και C-37/90, Μulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3061), με την οποία αναγνωρίστηκε η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας έναντι των γαλακτοπαραγωγών οι οποίοι, κατόπιν της συμμετοχής τους στο πρόγραμμα της μη εμπορίας γάλακτος, που προέβλεπε ο κανονισμός 1078/77, δεν έλαβαν ποσότητα αναφοράς για την παραγωγή γάλακτος. Εξάλλου, τα εναγόμενα όργανα είχαν την πρόθεση να παράσχουν στους οικείους παραγωγούς την εγγύηση ότι μέχρι τη θέσπιση γενικών μέτρων αποζημιώσεως δεν θα προβληθεί έναντι αυτών η παραγραφή, υπό τον όρο ότι δεν θα έχει ήδη παρέλθει η προθεσμία παραγραφής κατά την ημερομηνία εκδόσεως της ανακοινώσεως ή κατά την προγενέστερη ημερομηνία προβολής εκ μέρους των παραγωγών του αιτήματος αποζημιώσεως.
Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη θέση της αυτή στο πλαίσιο αλληλογραφίας της με τους ενάγοντες μετά τη δημοσίευση της ανακοινώσεως.
11 Λόγω των διαβεβαιώσεων που παρέσχον τα κοινοτικά όργανα, ιδίως με την προαναφερθείσα ανακοίνωση, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι οικείοι παραγωγοί δεν χρειαζόταν να ασκήσουν αγωγή κατά το διάστημα μεταξύ της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως και της εκδόσεως του κανονισμού 2187/93, προκειμένου να αποφύγουν την παραγραφή του δικαιώματός τους για αποζημίωση.
12 Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από την έκδοση, μετά τη λήξη της προαναφερθείσας περιόδου, του κανονισμού 2648/93, ο οποίος προβλέπει απλώς, στο άρθρο 2, την καταβολή των εξόδων για αμοιβές δικηγόρων που πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 5 Αυγούστου 1992. Δεν επηρεάζεται, επίσης, από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας Διάταξης Jones κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, η οποία εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του κανονισμού 2187/93, με τον οποίο δόθηκε απλώς συνέχεια στην ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 (βλ., ανωτέρω, σκέψη 9). Συνεπώς, η Διάταξη αυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει, στο πλαίσιο αιτημάτων αποζημιώσεως που προβλήθηκαν μετά τις 5 Αυγούστου 1992 και πριν από τη δημοσίευση του κανονισμού 2187/93, την επιβάρυνση των εναγομένων οργάνων με τα έξοδα των εναγόντων, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 2, δεύτερη φράση.
13 Ωστόσο, δεν θα ήταν δικαιολογημένο να επιβαρυνθούν οι ενάγοντες με τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν τα εναγόμενα όργανα, η συμπεριφορά των οποίων, όπως έχει ήδη αναγνωρίσει το Δικαστήριο, τελευταία με την προαναφερθείσα απόφασή του Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, προκάλεσε τις δικαστικές διαφορές περί γαλακτοκομικών ποσοστώσεων.
14 Συνεπώς, θα συνιστούσε δικαία εκτίμηση της καταστάσεως η απόφαση να φέρουν οι διάδικοι τα δικαστικά τους έξοδα.
15 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης το Πρωτοδικείο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του. Δεδομένου ότι δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί της αιτήσεως παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το αιτούν την παρέμβασή του κράτος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Οι υποθέσεις διαγράφονται από το Πρωτόκολλο.
2) Οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
3) Παρέλκει απόφαση επί του αιτήματος παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου.
4) Το αιτούν την παρέμβαση κράτος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Λουξεμβούργο, 15 Ιουλίου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy