ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
της 28ης Νοεμβρίου 1996 ( *1 )
Στην υπόθεση Τ-447/93 (92),
Associazione Italiana Tecnico Economica del Cemento (AITEC), ένωση εταιριών ιταλικού δικαίου, με έδρα τη Ρώμη, εκπροσωπούμενη από τους Wilma Viscardini Dona, δικηγόρο Πάδουας, και Éric Morgan de Rivery, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Alex Schmitt, 62, avenue Guillaume,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμένης από τον Michel Nolin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων κατόπιν της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1995, Τ-447/93, Τ-448/93 και Τ-449/93, AITEC κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-1971),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(δεύτερο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους C W. Bellamy, Πρόεδρο, Η. Kirschner, C. P. Briët, Α. Καλογερόπουλο και Α. Potocki, δικαστές,
γραμματέας: Η. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Μαρτίου 1992, η Associazione Italiana Technico Economica del Cemento (στο εξής: AITEC), ένωση στην οποία μετέχουν διάφορες ιταλικές επιχειρήσεις παραγωγής τσιμέντου, ζήτησε την ακύρωση της από 1 Αυγούστου 1991 αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία περιλαμβάνεται στην κοινοποιηθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, ανακοίνωση 92/C 1/03 της Επιτροπής προς τα άλλα κράτη μέλη και τους ενδιαφερομένους, όσον αφορά την ενίσχυση προς τη Γενική Εταιρία Τσιμέντων «Ηρακλής» στην Ελλάδα (ΕΕ 1992, C 1, σ.4).
2
Ομοίως, με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Μαρτίου 1992, η TITAN Ανώνυμος Εταιρία Τσιμέντων, εταιρία ελληνικού δικαίου, αφενός, και η British Cement Association (στο εξής: BCA), καθώς και τρία από τα μέλη της, αφετέρου, άσκησαν προσφυγές με αίτημα την ακύρωση της ίδιας αποφάσεως. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1992, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των τριών υποθέσεων προς διευκόλυνση της γραπτής και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
3
Με διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 1992 και της 24ης Μαρτίου 1993, επετράπη στην Ελληνική Δημοκρατία και, στη συνέχεια, στη Γενική Εταιρία Τσιμέντων «Ηρακλής» να παρέμβουν στις τρεις υποθέσεις υπέρ της καθής. Οι παρεμβαίνουσες κατέθεσαν τα υπομνήματά τους παρεμβάσεως που αφορούσαν και τις τρεις συνεκδικασθείσες υποθέσεις στις 7 Δεκεμβρίου 1992 και στις 7 Ιουλίου 1993, αντιστοίχως.
4
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1993 το Δικαστήριο παρέπεμψε τις υποθέσεις στο Πρωτοδικείο.
5
Με την απόφαση του της 6ης Ιουλίου 1995, Τ-447/93, Τ-448/93 και Τ-449/93, AITEC κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Π-1971), το Πρωτοδικείο κήρυξε την προσφυγή της AITEC παραδεκτή και, όπως τις λοιπές προσφυγές, επίσης βάσιμη. Καταδίκασε την Επιτροπή στα δικά της δικαστικά έξοδα και στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγουσες, πλην των εξόδων που προκλήθηκαν από τις παρεμβάσεις. Οι παρεμβαίνουσες υποχρεώθηκαν να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγουσες λόγω των παρεμβάσεων.
6
Με έγγραφο της 1ης Φεβρουαρίου 1996, η AITEC ζήτησε την απόδοση του ποσού των 7566995 βελγικών φράγκων (BFR), ως εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν, το οποίο κατέβαλε για την υπεράσπιση της κατά τη διαδικασία. Κατά την AITEC, το ποσό αυτό αντιστοιχεί στα έξοδα και τις αμοιβές που κατέβαλε στο δικηγορικό γραφείο Siméon et Associés, στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, καθώς και στο δικηγορικό γραφείο Viscardini Dona, στην Πά-δουα, εξαιρουμένων όμως των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε λόγω των αιτήσεων παρεμβάσεως (180000 BFR).
7
Με έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 1996, η Επιτροπή θεώρησε ότι το αίτημα αυτό ήταν υπερβολικά υψηλό ενόψει της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά την οποία το αίτημα αυτό πρέπει να καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και της φύσεως της διαφοράς, της σημασίας της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, της δυσκολίας της υποθέσεως και της εκτάσεως της εργασίας. Διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την έκταση της εργασίας, ότι δεν προσκομίστηκε κανένα αντικειμενικό στοιχείο (για παράδειγμα, ο αριθμός των ωρών για τις οποίες εκδόθηκε τιμολόγιο). Επιπλέον, υπογράμμισέ óu η αμοιβή ενός μόνο δικηγόρου μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια των «αναγκαίων εξόδων» υπό την έννοια του άρθρου 91, στοιχείο β', του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
8
Με αίτηση περί καθορισμού των εξόδων που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Ιουνίου 1996, η AITEC ζήτησε να καθοριστούν τα αποδοτέα από την Επιτροπή έξοδα στο ποσό των 7566497 BFR.
Σύνοψη των επιχειρημάτων των διαδίκων
9
Η AITEC θεωρεί ότι η υπόθεση δικαιολογούσε την προσφυγή της στις υπηρεσίες γαλλικού δικηγορικού γραφείου ειδικευμένου στο κοινοτικό δίκαιο, εγκατεστημένου στις Βρυξέλλες. Εντούτοις, επειδή σημαντικό μέρος των εγγράφων είχε συνταχθεί στην ιταλική γλώσσα και αφορούσε την ιταλική αγορά, έκρινε επίσης χρήσιμο να διατηρήσει στην υπόθεση τον συνήθη Ιταλό δικηγόρο της σε θέματα ανταγωνισμού. Προσθέτει ότι δεν υπήρξε διπλασιασμός της εργασίας και εξηγεί την κατανομή των αρμοδιοτήτων.
10
Η υπόθεση αποδείχθηκε ιδιαιτέρως δύσκολη και χρονοβόρα, λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών και της ασαφούς ερμηνείας στην οποία προέβη η Επιτροπή με την απόφαση που εξέδωσε το 1987, καθώς και της μακράς διάρκειας της διαδικασίας κρατικών ενισχύσεων. Η AITEC επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τη δυσχέρεια προσκομίσεως αποδείξεων και αριθμητικών στοιχείων, ελλείψει σοβαρών οικονομικών μελετών που να έχουν εκπονηθεί με πρωτοβουλία της Επιτροπής όσον αφορά την επίδραση των οικείων κρατικών μέτρων επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
11
Η AITEC ισχυρίζεται ότι ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε παρατεταμένες έρευνες προκειμένου να αποδείξει ότι ήταν εσφαλμένη η ερμηνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1988, 166/86 και 220/86, Irish Cement κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 6473), στην οποία προέβη η Επιτροπή. Η μεταβολή της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής όσον αφορά τη νομική βάση της αποφάσεως της — από το πρωτογενές στο παράγωγο δίκαιο —, καθώς και ο αναγκαίος συντονισμός με τα δικηγορικά γραφεία των λοιπών υποθέσεων και οι λίαν εμπεριστατωμένες μελέτες επί του ζητήματος του παραδεκτού των προσφυγών των ενώσεων αποδεικνύουν τις δυσκολίες της υποθέσεως και την έκταση της εργασίας.
12
Το οικονομικό ενδιαφέρον που αντιπροσώπευσε η διαφορά αντιστοιχεί, κατά την προσφεύγουσα, στις ζημίες που υπέστησαν δώδεκα από τα μέλη της, οι οποίες αποτιμώνται σε 186 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες (LIT).
13
Η Επιτροπή, με τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 12 Αυγούστου 1996, ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η παρουσία δύο δικηγόρων είχε καταστεί αναγκαία και απαραίτητη λαμβανομένων υπόψη, για παράδειγμα, της φύσεως της διαφοράς, της ανάγκης αναλύσεως τόσον οικονομικών όσον και νομικών ζητημάτων, καθώς και της εξετάσεως περίπλοκων πραγματικών περιστατικών, όπως απαιτεί η παρατεθείσα από τον δικηγόρο της AITEC νομολογία του Πρωτοδικείου.
14
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αμοιβές του Viscardini περιλαμβάνουν ορισμένες εργασίες που αφορούν τις παρεμβάσεις, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επιβαρύνουν την Επιτροπή.
15
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η υπόθεση παρουσίαζε σημαντικές δυσκολίες. Το βασικό ζήτημα ήταν να διευκρινιστεί μέχρι ποιου βαθμού η Επιτροπή έπρεπε να αναλύσει και να αιτιολογήσει την απόφαση της και να καθοριστεί συναφώς εάν επρόκειτο για «κλασική» περίπτωση εφαρμογής προηγουμένως εγκεκριμένου καθεστώτος και, επομένως, κατά πόσον μπορεί να έχει εφαρμογή η νομολογία από την προπαρατεθείσα απόφαση Irish Cement κατά Επιτροπής. Δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο δικηγόρος της AITEC ήταν υποχρεωμένος λόγω του ζητήματος αυτού «να προβεί σε πλήρη εξέταση της νομολογίας σχετικά με το καθεστώς των ενισχύσεων». Δεν θα ήταν δυνατόν επίσης να υποχρεωθεί λόγω του ιδίου ζητήματος να επιδοθεί σε «διάφορες μελέτες».
16
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η επίμαχη ενίσχυση αφορά σχετικώς μικρό ποσό, ήτοι 170 εκατομμύρια ECU. Επιπλέον, το ύψος των ζημιών οι οποίες αφορούν δώδεκα μέλη της AITEC, ήτοι 186 δισεκατομμύρια LIT, το οποίο μνημόνευσε το Πρωτοδικείο μόνο στο πλαίσιο του ζητήματος του παραδεκτού, αποτελεί τεκμαρτό ποσό και, κατά συνέπεια, πρέπει να ληφθεί υπόψη με ορισμένες επιφυλάξεις.
17
Καταλήγοντας, η Επιτροπή θεωρεί υπερβολικό το αιτούμενο ποσό και, ελλείψει ακριβών και κρίσιμων για την υπόθεση ενδείξεων εκ μέρους της AITEC, ζητεί από το Πρωτοδικείο να ορίσει τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν στο ανώτατο ποσό του 1200000 BFR, κατ' αναλογία προς την εκτίμηση του Δικαστηρίου στη διάταξη της 30ής Νοεμβρίου 1994, C-222/92DEP, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-5431).
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
18
Κατά το άρθρο 91, στοιχείο β', του Κανονισμού Διαδικασίας, θεωρούνται ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν ol διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων».
19
Επιβάλλεται να υπομνησθεί, εκ προοιμίου, ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να καθορίσει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά να ορίσει το ύψος μέχρι του οποίου οι αμοιβές αυτές μπορούν να αναζητηθούν από τον διάδικο, ο οποίος έχει καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν οφείλει να λάβει υπόψη εθνικό τιμολόγιο που καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων, ούτε ενδεχόμενη συμφωνία που συνήφθη συναφώς μεταξύ του ενδιαφερομένου και των εκπροσώπων ή των συμβούλων του. Ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί τιμών, το Πρωτοδικείο οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους (βλ. τις διατάξεις του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουνίου 1993, T-78/89 DEP, PPG Industries Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-573, σκέψη 36, και της 8ης Μαρτίου 1995, Τ-2/93 (92), Air France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-533, σκέψη 16).
20
Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν δέχθηκε óu η προσφυγή σε περισσότερους από έναν δικηγόρους προκάλεσε έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν. Εντούτοις, κατά τη νομολογία του Πρωτοδικείου, όταν η φύση της διαφοράς παρουσιάζει ορισμένες ιδιομορφίες, η αμοιβή περισσοτέρων του ενός δικηγόρων μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια των «αναγκαίων εξόδων» (βλ. την προπαρατεθείσα διάταξη PPG Industries Glass κατά Επιτροπής, σκέψεις 39 και 40).
21
Η AITEC όμως αναγκάστηκε να προβάλει επιχειρήματα που αφορούσαν την ιταλική αγορά, ιδίως ως προς το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής της, χρησιμοποιώντας ορισμένα έγγραφα στην ιταλική γλώσσα. Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες του Ιταλού δικηγόρου της επιχειρήσεως ήταν αναγκαίες για την κατάρτιση των προσφυγών.
22
Προκειμένου περί του ύψους των αναγκαίων αυτών εξόδων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα έπρεπε να συντονίσει τα υπομνήματά της με τα υπομνήματα των λοιπών προσφευγουσών, η μία από τις οποίες ήταν ελληνικής και οι άλλες βρετανικής ιθαγένειας. Εξάλλου, οι αμοιβές του Ιταλού δικηγόρου περιλαμβάνουν πράγματι ορισμένες εργασίες που αφορούν τις παρεμβάσεις, οι οποίες δεν πρέπει να επιβαρύνουν την Επιτροπή.
23
Όσον αφορά τις αμοιβές του Γάλλου δικηγόρου, ειδικού στο κοινοτικό δίκαιο, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι στο πλαίσιο της υποθέσεως ανέκυψαν περίπλοκα ζητήματα. Το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από ένωση επιχειρήσεων κρίθηκε για πρώτη φορά. Η ουσία της υποθέσεως ήταν επίσης περίπλοκη, δεδομένου ότι οι απόψεις της Επιτροπής αποδείχθηκαν αντιφατικές. Επιπλέον, η διαδικασία αφορούσε περιστατικά οικονομικού χαρακτήρα, τα οποία έλαβαν χώρα, σε μεγάλο βαθμό, εκτός Ιταλίας. Προσέτι, έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία παράλληλης αποφάσεως, η οποία αφορούσε την ενίσχυση που χορηγήθηκε στην εταιρία «Χαλκίς». Η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει τις συνέπειες της ενισχύσεως επί του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού εκτός της ελληνικής επικράτειας, στην Ιταλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι ειδικές αυτές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δικαιολόγησαν την προσφυγή στις υπηρεσίες δύο δικηγόρων και το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ενδείκνυται να καθοριστεί ως ανώτατο όριο για τις αμοιβές και τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν το ποσό των 3500000 BFR.
24
Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο, για τον καθορισμό των εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν, λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υποθέσεως μέχρι του χρονικού σημείου της κρίσεώς του, δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί χωριστά επί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι στο πλαίσιο της παρούσας συναφούς διαδικασίας (βλ., για παράδειγμα, διάταξη του Πρωτοδικείου της 5ης Ιουλίου 1993, Τ-84/91, Meskens κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II-757, σκέψη 16).
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
Το συνολικό ποσό των αποδοτέων στην προσφεύγουσα δικαστικών εξόδων στην υπόθεση Τ-447/93 ορίζεται σε 3500000 BFR.
Λουξεμβούργο, 28 Νοεμβρίου 1996.
Ο Γραμματέας
Η. Jung
Ο Πρόεδρος
C.W. Bellamy
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy