Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Διαδικασία * Δικαστικά έξοδα * Δικαστικά έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν * 'Εννοια * Αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι * Αμοιβή δικηγόρου των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχ. β')
2. Διαδικασία * Δικαστικά έξοδα * Καθορισμός * Δικαστικά έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν * 'Εννοια * Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχ. β')
Περίληψη
1. 'Οταν σε δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου ένα κοινοτικό όργανο ή ένας κοινοτικός οργανισμός κάνει χρήση της ευχέρειας που του παρέχει το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ και επικουρείται από δικηγόρο, η αμοιβή του δικηγόρου αυτού αποτελεί μέρος των αναγκαίων εξόδων στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι λόγω της δίκης, υπό την έννοια του άρθρου 91, στοιχείο β', του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
2. Το Πρωτοδικείο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας, να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου ο νικήσας διάδικος μπορεί να αναζητήσει αυτές τις αμοιβές από τον διάδικο ο οποίος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Από αυτό προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ούτε το εθνικό τιμολόγιο που καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του ενδιαφερομένου διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του.
Δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει διατάξεις περί τιμών, το Πρωτοδικείο οφείλει να εκτιμά ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι δικηγόροι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευε η διαφορά για τους διαδίκους.
Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο, καθορίζοντας τα αποδοτέα έξοδα, λαμβάνει υπόψη όλα τα περιστατικά της υποθέσεως μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο αποφαίνεται, δεν συντρέχει λόγος να αποφαίνεται χωριστά επί των εξόδων στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι για τη διαδικασία καθορισμού των δικαστικών εξόδων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-460/93 DEP,
Εtienne Tete, κάτοικος Caluire-et-Cuire (Γαλλία),
Jean-Pierre Raffin, κάτοικος Παρισιού,
Felix Massola, κάτοικος Villeurbanne (Γαλλία),
Louis-Max Duplessy, κάτοικος Villeurbanne,
Marie-Louise Guigen, κάτοικος Villeurbanne,
Henri Chevaleyre, κάτοικος Villeurbanne,
Francois Meillasson, κάτοικος Villeurbanne,
Jean Margerand, κάτοικος Villeurbanne,
Jean-Claude Pagand, κάτοικος Villeurbanne,
Henri Alloix, κάτοικος Villeurbanne,
Groupe des elus verts au conseil regional, με έδρα το Charbonnieres-les-Bains (Γαλλία),
Collectif auto-stop, με έδρα τη Λυών (Γαλλία),
Association sauvegarde de l' Ouest lyonnais, με έδρα το Caluire-et-Cuire,
εκπροσωπούμενοι από τον Jean-Marc Bazy, δικηγόρο Λυών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Monique Wirion, 1, place du Theatre,
προσφεύγοντες,
κατά
Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, εκπροσωπουμένης από τον δικηγόρο Luigi La Marca, κύριο νομικό σύμβουλο στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων, επικουρούμενο από τον Charles Turk, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων την έδρα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων κατόπιν της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 26ης Νοεμβρίου 1993, Τ-460/93, Tete κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1257,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(πρώτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Cruz Vilaca, Πρόεδρο, A. Saggio, H. Kirschner, Α. Καλογερόπουλο και V. Tiili, δικαστές,
Γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Mε δικόγραφο της 18ης Νοεμβρίου 1992, οι προσφεύγοντες ζήτησαν την ακύρωση αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (στο εξής: ΕΤΕπ), της 12ης Νοεμβρίου 1991, περί χορηγήσεως στον οργανισμό αστικής περιφέρειας της Λυών δανείου για τη χρηματοδότηση της συμμετοχής του στο σχέδιο κατασκευής της βόρειας περιφερειακής λεωφόρου της μείζονος περιοχής Λυών. Με διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 1993, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή και καταδίκασε τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
2 Βάσει αυτής της διατάξεως η ΕΤΕπ ζήτησε από τους προσφεύγοντες να της καταβάλουν, έναντι της δικηγορικής αμοιβής και των εξόδων στα οποία είχε υποβληθεί, ποσό ύψους 1 016 640 βελγικών φράγκων (BFR). Κατόπιν της αρνήσεως των προσφευγόντων να καταβάλουν το ποσό αυτό, η ΕΤΕπ ζήτησε από το Πρωτοδικείο, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του στις 12 Οκτωβρίου 1994, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας,
* να κηρύξει την παρούσα αίτηση παραδεκτή και βάσιμη
* να δεχθεί ότι η ΕΤΕπ εδικαιούτο να διορίσει δικηγόρο προς επικουρία του εκπροσώπου της στην υπόθεση Τ-460/93
* να δεχθεί ότι η αμοιβή του δικηγόρου αυτού αποτελεί μέρος των αναγκαίων εξόδων της διαδικασίας
* να υποχρεώσει τους προσφεύγοντες, ενεχομένους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην ΕΤΕπ, σύμφωνα με τη διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 1993, ως δικαστικά έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Τράπεζα, ήτοι συνολικά 1 016 640 BFR, εντόκως με το νόμιμο επιτόκιο από τις 9 Ιουνίου 1994, ημερομηνία της οχλήσεως.
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
* να καθορίσει το σύνολο των δικαστικών εξόδων τα οποία πρέπει να αποδώσουν οι προσφεύγοντες σε 180 000 BFR, περιλαμβανομένων όλων των φόρων
* να απορρίψει όλα τα άλλα αιτήματα της ΕΤΕπ
* να ορίσει ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικαστικά έξοδα στα οποία θα υποβληθεί κατά την παρούσα διαδικασία.
3 Η ΕΤΕπ υπενθυμίζει ότι, κατά τα άρθρα 17, πρώτο εδάφιο, και 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, "(...) τα όργανα της Κοινότητος αντιπροσωπεύονται ενώπιον του Δικαστηρίου από εκπρόσωπο που διορίζεται για κάθε υπόθεση ο εκπρόσωπος δύναται να επικουρείται από σύμβουλο ή δικηγόρο εγγεγραμμένο σε δικηγορικό σύλλογο ενός των κρατών μελών". Η ΕΤΕπ υπογραμμίζει ότι η διάταξη αυτή της παρέχει ένα δικαίωμα το οποίο δεν περιορίζεται από καμία άλλη ρύθμιση. Επακόλουθο της αρχής αυτής είναι ότι τα έξοδα και οι αμοιβές που συνεπάγονται οι υπηρεσίες του δικηγόρου πρέπει να θεωρούνται ως αναγκαία έξοδα του διαδίκου λόγω της δίκης και αποτελούν δικαστικά έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν, κατά την έννοια του άρθρου 91, στοιχείο β', του Κανονισμού Διαδικασίας.
4 Η ΕΤΕπ διατείνεται ότι το συνολικό ποσό των καθαυτό εξόδων, ήτοι 66 640 BFR, δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως. Το δε ποσό των αμοιβών του δικηγόρου δικαιολογείται, κατά την ΕΤΕπ, από τη σημασία του αντικειμένου της δίκης, καθόσον η απόφαση της οποίας ζητούνταν η ακύρωση αφορούσε χορήγηση πιστώσεως πλέον των 7,2 δισεκατομμυρίων BFR. Το περίπλοκο της υποθέσεως, ήτοι η ερμηνεία ιδίως που έπρεπε να δοθεί στο άρθρο 180 της Συνθήκης ΕΚ, και η διακύβευση του κύρους της ΕΤΕπ δικαιολογούν επίσης το ποσό των εξόδων και των αμοιβών που ζητούνται. Τα ανακύψαντα ζητήματα και η οικονομική διάσταση της διαφοράς αποτέλεσαν αιτία για σημαντικής εκτάσεως ερευνητικές και ερμηνευτικές εργασίες, οι οποίες αποκρυσταλλώθηκαν συνοπτικά στο από 8 Μαρτίου 1993 υπόμνημα της ΕΤΕπ.
5 Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν το βάσιμο των ζητούμενων αμοιβών, με την αιτιολογία ότι η παρέμβαση δικηγόρου δεν ήταν αναγκαία, καθόσον η ΕΤΕπ είχε ήδη έναν εκπρόσωπο, το δε ποσό των αμοιβών είναι, εν πάση περιπτώσει, υπερβολικό. Ωστόσο, οι προσφεύγοντες θεωρούν θεμιτό ένα συνολικό ποσό 180 000 BFR, περιλαμβάνον τα έξοδα και τις αμοιβές.
6 Κατά το άρθρο 91, στοιχείο β', του Κανονισμού Διαδικασίας, θεωρούνται ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν "τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων".
7 Επομένως, πρέπει να εξετασθεί καταρχάς αν μπορούν να θεωρηθούν ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές που κατέβαλε η ΕΤΕπ στους δικηγόρους της, ενώ είχε ήδη έναν εκπρόσωπο.
8 Κατά το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, η ΕΤΕπ εξομοιώνεται ρητά, για την εφαρμογή του εν λόγω Κανονισμού, με τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Πράγματι, η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής: "Στον παρόντα κανονισμό, με τον όρο 'όργανα' νοούνται τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων."
9 Εξάλλου, το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου ορίζει τα εξής:
"Τα κράτη μέλη καθώς και τα όργανα της Κοινότητος αντιπροσωπεύονται ενώπιον του Δικαστηρίου από εκπρόσωπο που διορίζεται για κάθε υπόθεση ο εκπρόσωπος δύναται να επικουρείται από σύμβουλο ή δικηγόρο εγγεγραμμένο σε δικηγορικό σύλλογο ενός των κρατών μελών."
10 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα κοινοτικά όργανα είναι ελεύθερα να ζητούν την αρωγή δικηγόρου, οπότε η αμοιβή του αποτελεί αναγκαίο έξοδο λόγω της δίκης (βλ. τις διατάξεις του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1979, 126/76 DEP, Dietz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1979/ΙΙ, σ. 23, σκέψεις 5 και 6, και της 15ης Σεπτεμβρίου 1994, C-370/89 DEP, ΕΤΕπ κατά SGEEM και Etroy, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 9).
11 Δεδομένου ότι η πρώτη αυτή ένσταση των προσφευγόντων πρέπει να απορριφθεί, πρέπει να καθορισθεί το ύψος των δικαστικών εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν. Πρέπει να υπενθυμισθεί, εκ προοιμίου, ότι "ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν αυτές οι αμοιβές από τον διάδικο ο οποίος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Από αυτό προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ούτε το εθνικό τιμολόγιο που καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του. Δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει διατάξεις περί τιμών, το Πρωτοδικείο οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους (διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1985, 318/82, Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 3727)" (διάταξη του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουνίου 1993, Τ-78/89 DEP, PPG Industries Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-573, σκέψη 36).
12 Υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να τονιστεί ότι η ΕΤΕπ υπέβαλε, στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας, μόνο το αίτημα απορρίψεως της προσφυγής ως απαράδεκτης. Μολονότι η ΕΤΕπ προέβαλε, προς στήριξη του αιτήματος αυτού, διάφορα επιχειρήματα, από τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 26ης Νοεμβρίου 1993 προκύπτει ότι το απαράδεκτο αυτό προέκυπτε από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 180 της Συνθήκης. Ναι μεν το Πρωτοδικείο προσέθεσε με τη διάταξή του διάφορες επικουρικής φύσεως παρατηρήσεις, εντούτοις πρέπει να γίνει δεκτό ότι η άμυνα στην κύρια διαφορά ήταν σχετικά απλή και ότι ουδόλως διακυβευόταν το κύρος της ΕΤΕπ. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το συνολικό ποσό των δικαστικών εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν πρέπει να καθορισθεί σε 220 000 BFR, περιλαμβανομένων των μη αμφισβητηθέντων εξόδων.
13 Δεδομένου ότι το δικαίωμα της ΕΤΕπ να αναζητήσει το σύνολο του εν λόγω ποσού έχει ως νομική βάση την παρούσα διάταξη, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα καταβολής τόκων υπερημερίας για τον προηγούμενο χρόνο, δηλαδή από τις 9 Ιουνίου 1994 (βλ. σχετικά την προαναφερθείσα διάταξη PPG Industries Glass κατά Επιτροπής, σκέψεις 28 και 29).
14 Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο, καθορίζοντας τα αποδοτέα έξοδα, έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά της υποθέσεως μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο αποφαίνεται, δεν συντρέχει λόγος να αποφανθεί χωριστά για τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι για την παρούσα δίκη, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα (βλ. τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 5ης Ιουλίου 1993, Τ-84/91 DEP, Meskens κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-757, σκέψη 16).
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
Καθορίζει σε 220 000 BFR το συνολικό ποσό των δικαστικών εξόδων που μπορεί να αναζητήσει η καθής στην υπόθεση Τ-460/93.
Λουξεμβούργο, 6 Φεβρουαρίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy