Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως * Φυσικά ή νομικά πρόσωπα * Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά * Κανονισμός που επεκτείνει το ευεργετικό καθεστώς πριμοδοτήσεως της θηλάζουσας αγελάδας σε νέα κατηγορία παραγωγών
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, εδ. 2 κανονισμός 125/93 του Συμβουλίου)
2. Προσφυγή ακυρώσεως * Φυσικά ή νομικά πρόσωπα * Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά * Επαγγελματικό σωματείο που ενεργεί για την υπεράσπιση των γενικών συμφερόντων κατηγορίας επιχειρηματιών * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, εδ. 2)
Περίληψη
1. Ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση λόγω της δυνατότητας προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται σε δεδομένη στιγμή, εφόσον είναι δεδομένο ότι η εφαρμογή αυτή γίνεται βάσει αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως, η οποία καθορίζεται από την πράξη σε σχέση με τον σκοπό της. Για να θεωρηθεί ότι η πράξη, της οποίας ζητείται η ακύρωση, αφορά ατομικά τα εν λόγω υποκείμενα δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, πρέπει να θίγεται η νομική τους θέση, λόγω πραγματικής καταστάσεως που τα διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον ενός αποδέκτη.
Κανονισμός που επεκτείνει το ευεργετικό καθεστώς πριμοδοτήσεως της διατηρήσεως αγέλης θηλαζουσών αγελάδων στους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς, των οποίων η ατομική ποσότητα αναφοράς είναι ανώτερη από 60 000 χιλιόγραμμα γάλακτος, αλλά κατώτερη ή ίση προς 120 000 χιλιόγραμμα, και οι οποίοι έχουν θηλάζουσες αγελάδες, εφαρμόζεται σε αντικειμενικά καθοριζόμενες καταστάσεις και επάγεται έννομα αποτελέσματα έναντι προσώπων που αντιμετωπίζονται γενικά και αφηρημένα. Δεν αφορά τους παραγωγούς γάλακτος που εμπίπτουν σ' αυτή την κατηγορία παρά υπό την αντικειμενική ιδιότητά τους ως επιχειρηματιών στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως αφορά και κάθε άλλον επιχειρηματία που βρίσκεται σε πανομοιότυπη κατάσταση.
2. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αρχή ότι ένα σωματείο, υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου κατηγορίας επιχειρηματιών, το αφορά ατομικά μια πράξη η οποία θίγει τα γενικά συμφέροντα της κατηγορίας αυτής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-476/93,
Federation regionale des syndicats d' exploitants agricoles (FRSEA), ένωση σωματείων γαλλικού δικαίου, με έδρα το Laxou (Γαλλία), και
Federation nationale des syndicats d' exploitants agricoles (FNSEA), ένωση σωματείων γαλλικού δικαίου, με έδρα το Παρίσι,
εκπροσωπούμενες από τους Stephane Masse, δικηγόρο Nancy, και Jean Kopf, δικηγόρο Epinal, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Claude Wassenich 6, rue Dicks,
προσφεύγουσες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Jean-Paul Jacque, διευθυντή στη Νομική Υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Bruno Eynard, διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 125/93 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 18, σ. 1),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Cruz Vilaca, Πρόεδρο, C. P. Briet, D. P. M. Barrington, A. Saggio και J. Biancarelli, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Περιστατικά, νομικό πλαίσιο της διαφοράς και διαδικασία
1 Οι προσφεύγουσες είναι δύο επαγγελματικές ομοσπονδίες που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων στη Γαλλία.
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1357/80 του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1980, περί καθιερώσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεως για τη διατήρηση του πληθυσμού των θηλαζουσών αγελάδων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 194), θέσπισε δικαίωμα πριμοδοτήσεως της θηλάζουσας αγελάδας υπέρ των παραγωγών που δεν παραδίδουν γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα προερχόμενα από την εκμετάλλευσή τους. Σκοπός του μέτρου αυτού, όπως προκύπτει από το προοίμιο του κανονισμού, ήταν να εξασφαλιστεί στους παραγωγούς που δεν παραδίδουν γάλα, λόγω της δυσμενούς καταστάσεως της αγοράς του βοείου κρέατος, δίκαιο εισόδημα, με τη διατήρηση αγέλης θηλαζουσών αγελάδων.
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1187/90 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1990, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1357/80, περί καθιερώσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεως για τη διατήρηση του πληθυσμού των θηλαζουσών αγελάδων (ΕΕ L 119, σ. 34), επεξέτεινε αυτή την πριμοδότηση στους παραγωγούς γάλακτος των οποίων "η ατομική πραγματική διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς (...) είναι μικρότερη ή ίση [προς] 60 000 χιλιόγραμμα για τη δωδεκάμηνη περίοδο κατά την οποία έχει κατατεθεί η αίτηση πριμοδοτήσεως (...). Στην περίπτωση αυτή, η πριμοδότηση περιορίζεται σε δέκα θηλάζουσες αγελάδες ανά εκμετάλλευση" (άρθρο 1, παράγραφος 3). Η επέκταση της πριμοδοτήσεως στους μικρούς παραγωγούς γάλακτος είχε ως σκοπό να μπορέσουν οι τελευταίοι να διαφοροποιήσουν την παραγωγή διαθέτοντας "αγέλη παραγωγής γάλακτος" και "θηλάζουσα αγέλη".
4 Αρχικά, το σύστημα αυτό διατηρήθηκε στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής εντούτοις, η μεταρρύθμιση αυτή επέφερε μείωση της τιμής στηρίξεως του βοείου κρέατος, η οποία αντισταθμίστηκε με αποζημίωση των παραγωγών. Για τον λόγο αυτό αυξήθηκε η πριμοδότηση της θηλάζουσας αγελάδας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2066/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 468/87 για τον καθορισμό γενικών κανόνων του καθεστώτος ειδικής πριμοδοτήσεως υπέρ των παραγωγών βοείου κρέατος καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1357/80 για την καθιέρωση καθεστώτος πριμοδοτήσεως για τη διατήρηση του πληθυσμού των θηλαζουσών αγελάδων (ΕΕ L 215, σ. 49).
5 Εντούτοις, στις κοινοτικές αρχές κατέστη εμφανές ότι η διατήρηση του ειδικού καθεστώτος υπέρ των μικρών παραγωγών έθετε ορισμένους άλλους παραγωγούς γάλακτος, που παράγουν επίσης θηλάζουσες αγελάδες, σε δυσχερή θέση, δεδομένου ότι, επειδή η ποσότητα αναφοράς τους υπερέβαινε τα 60 000 χιλιόγραμμα, δεν μπορούσαν πλέον να τύχουν της πριμοδοτήσεως, χωρίς ωστόσο να τυγχάνουν της χορηγουμένης στους ειδικευμένους παραγωγούς αποζημιώσεως.
6 Για τον λόγο ακριβώς της διορθώσεως της καταστάσεως αυτής εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 125/93 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 18, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός). Ο προσβαλλόμενος κανονισμός ανεβάζει, όσον αφορά τους παραγωγούς γάλακτος, την ποσότητα αναφοράς από 60 000 χιλιόγραμμα σε 120 000 χιλιόγραμμα (άρθρο 1, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο), αιτιολογώντας ως εξής στο προοίμιο του κανονισμού την τροποποίηση αυτή: "εκτιμώντας ότι, μέχρι σήμερα, η χορήγηση της πριμοδοτήσεως ανά θηλάζουσα αγελάδα περιορίζεται, για τις εκμεταλλεύσεις στις οποίες βρίσκεται αγέλη παραγωγής γάλακτος και θηλάζουσα αγέλη, στους μικρούς παραγωγούς των οποίων η ατομική ποσότητα αναφοράς είναι ίση ή μικρότερη από 60 000 χιλιόγραμμα γάλακτος ότι οι μικροί ή μεσαίοι παραγωγοί με ποσότητα αναφοράς μεγαλύτερη από 60 000 χιλιόγραμμα οι οποίοι κατέχουν θηλάζουσες αγελάδες χωρίς να επωφελούνται από την πριμοδότηση, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν, από το 1993, μείωση των τιμών ότι ενδείκνυται, επομένως, να αυξηθεί η ποσότητα αναφοράς για την παραγωγή γάλακτος".
7 Οι προσφεύγουσες άσκησαν, με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Απριλίου 1993, προσφυγή δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του προπαρατεθέντος κανονισμού 125/93. Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Μαΐου 1993, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν διορθωτικό της προσφυγής τους.
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 1993, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Οι προσφεύγουσες δεν υπέβαλαν καμία παρατήρηση επί της ενστάσεως απαραδέκτου, μολονότι προσκλήθηκαν προσηκόντως να το πράξουν.
9 Με διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, το Δικαστήριο διαβίβασε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4 της αποφάσεως 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21).
10 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
* να ακυρώσει την πράξη της 10ης Ιανουαρίου 1993 (προπαρατεθείς κανονισμός 125/93)
* να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
11 Το Συμβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη
* να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
12 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Το Πρωτοδικείο (δεύτερο τμήμα) εκτιμά ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει επαρκώς ενημερωθεί και ότι δεν συντρέχει λόγος να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
13 Το Συμβούλιο προέβαλε με την ένστασή του τρεις λόγους απαραδέκτου της προσφυγής: πρώτον, οι παραγωγοί στους οποίους αναφέρεται ο προσβαλλόμενος κανονισμός εμπίπτουν σ' αυτόν λόγω αντικειμενικής καταστάσεως και δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αυτός τους αφορά άμεσα δεύτερον, η προσφυγή ασκήθηκε από συνδικάτα κατόχων εκμεταλλεύσεων, οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι τους αφορά άμεσα και ατομικά ο προσβαλλόμενος κανονισμός τρίτον, τέλος, το δικόγραφο δεν πληροί τις επιβαλλόμενες από τον Κανονισμό Διαδικασίας προϋποθέσεις σχετικά με τη συνοπτική έκθεση του αντικειμένου της διαφοράς και των ισχυρισμών.
14 Το Συμβούλιο υποστηρίζει, πρώτον, ότι, για να αποδειχθεί ότι ένα μέτρο τους αφορά, πρέπει οι παραγωγοί που ανήκουν στις προσφεύγουσες ομοσπονδίες όχι μόνον να θίγονται από τον κανονισμό κατά τρόπο ειδικό, διακεκριμένο από τον τρόπο με τον οποίο θίγεται κάθε άλλο πρόσωπο, έστω και αν τα πρόσωπα στα οποία θα εφαρμοστεί μπορούν να εξατομικευθούν, αλλά επίσης πρέπει ο εκδότης της πράξεως να ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η πράξη αυτή θίγει αποκλειστικά τα συμφέροντα και τη νομική κατάσταση των προσώπων αυτών. Το Συμβούλιο αναφέρεται σχετικά στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 1965, 106/63 και 107/63, Toepfer και Getreide Import Gesellschaft κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 101), της 11ης Ιουλίου 1968, 6/68, Zuckerfabrik Watenstedt κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 791), της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207), και, τέλος, της 24ης Νοεμβρίου 1992, C-15/91 και C-108/91, Buckl κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-6061).
15 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αφορά, κατά τρόπο γενικό, όλους τους παραγωγούς γάλακτος που έχουν ποσότητα αναφοράς σε γαλακτοκομικά προϊόντα κατώτερη των 120 000 χιλιογράμμων, υπό την προϋπόθεση ότι κατέχουν, επί τουλάχιστον έξι διαδοχικούς μήνες, από της υποβολής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως, αριθμό θηλαζουσών αγελάδων τουλάχιστον ίσο με εκείνον για τον οποίο ζητείται η πριμοδότηση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι παραγωγοί στους οποίους αναφέρεται ο εν λόγω κανονισμός εμπίπτουν σ' αυτόν μόνον λόγω αντικειμενικής καταστάσεως σε σχέση με τον σκοπό του μέτρου και το μέτρο αυτό δεν μπορεί να τους αφορά.
16 Δεύτερον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, εφόσον η προσφυγή ασκήθηκε από επαγγελματικά συνδικάτα κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων, πρέπει να εφαρμοστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τέτοιες προσφυγές δεν μπορούν να κριθούν παραδεκτές. Συναφώς, το Συμβούλιο αναφέρεται στη διάταξη του Δικαστηρίου της 5ης Νοεμβρίου 1986, 117/86, UFADE κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 3255). Από τη διάταξη αυτή συνάγει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες.
17 Τρίτον, τέλος, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι το δικόγραφο, υπερβολικά λακωνικό, ναι μεν επικαλείται παραβίαση της Συνθήκης ΕΟΚ και ορισμένων γενικών αρχών του δικαίου, δεν περιέχει όμως τα αναγκαία επιχειρήματα για να μπορεί να εκτιμηθεί το περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών. Ειδικότερα, η προσφυγή δεν αποδεικνύει κατά πόσον ο κανονισμός αντιβαίνει στην απαίτηση εξασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου στους παραγωγούς περαιτέρω, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, ναι μεν με την προσφυγή προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, πλην όμως ουδόλως διευκρινίζεται τι θα μπορούσε να συνιστά διάκριση μεταξύ των παραγωγών γάλακτος και των λοιπών γεωργών που, ως εκ φύσεως, δεν αποτελούν ομοιογενή κατηγορία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσφυγή δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Κανονισμού Διαδικασίας, αφού δεν περιέχει καμία ακριβή αναφορά στο αντικείμενο της δίκης ή στη συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών τους οποίους επικαλείται.
18 Οι προσφεύγουσες, οι οποίες αρνήθηκαν να απαντήσουν στην έτσι προβαλλόμενη ένσταση απαραδέκτου, περιορίστηκαν να υποστηρίξουν στην προσφυγή τους ότι: "επί του εννόμου συμφέροντος ασκήσεως της προσφυγής, είναι προφανές ότι η προσβαλλομένη πράξη αφορά άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες (...). Το μέτρο αυτό θίγει ατομικά και άμεσα τους κτηνοτρόφους θηλαζουσών αγελάδων, δεδομένου ότι θα καταργηθούν οι πριμοδοτήσεις που μπορούσαν να λάβουν μέχρι τότε. Η FNSEA (...), που εκπροσωπεί το σύνολο σχεδόν των ενδιαφερομένων κτηνοτρόφων, βασίμως προσβάλλει τον επίδικο κανονισμό βάσει της ζημίας που αυτός προκαλεί στα μέλη της."
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
19 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ παρέχει στους ιδιώτες το δικαίωμα να προσβάλουν κάθε απόφαση η οποία, αν και εκδόθηκε υπό τη μορφή κανονισμού, τους αφορά άμεσα και ατομικά. 'Οπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 17ης Ιουνίου 1980, 789/79 και 790/79, Calpak και Societa Emiliana Lavorazione Frutta κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 311), σκοπός της διατάξεως αυτής είναι ιδίως να αποφευχθεί η δυνατότητα των κοινοτικών οργάνων να αποκλείουν, με την απλή επιλογή του τύπου του κανονισμού, την προσφυγή ιδιώτη κατά αποφάσεως που τον αφορά άμεσα και ατομικά και να καταστεί έτσι σαφές ότι η επιλογή του τύπου δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση μιας πράξεως. Ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση λόγω της δυνατότητας προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται σε δεδομένη στιγμή, εφόσον είναι δεδομένο ότι η εφαρμογή αυτή γίνεται βάσει αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως, η οποία καθορίζεται από την πράξη σε σχέση με τον σκοπό της (βλ., ως πλέον πρόσφατη, την προπαρατεθείσα απόφαση Buckl κ.λπ. κατά Επιτροπής).
20 Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι η πράξη, της οποίας ζητείται η ακύρωση, αφορά ατομικά τους επιχειρηματίες, αυτοί πρέπει να θίγονται στη νομική τους κατάσταση, λόγω πραγματικής καταστάσεως που τους διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον ενός αποδέκτη (βλ., ως πλέον πρόσφατη, τη διάταξη του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1993, C-288/93, Comaco κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή).
21 Εν προκειμένω, πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ότι ο κανονισμός 125/93, που οι προσφεύγουσες προσβάλλουν στο σύνολό του, δεν αφορά μόνον το όφελος του καθεστώτος πριμοδοτήσεως της θηλάζουσας αγελάδας, αλλά επίσης τη σύσταση επιπροσθέτων δικαιωμάτων πριμοδοτήσεως, την προστασία του περιβάλλοντος από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της παραγωγής βοείου κρέατος, καθώς και μια μεταβατική παρέκκλιση που θεσπίζεται υπέρ των παραγωγών στα νέα γερμανικά Laender. Οι προσφεύγουσες δεν διευκρίνισαν το περιεχόμενο του αιτήματός τους περί ακυρώσεως του προσβαλλομένου κανονισμού.
22 Το Πρωτοδικείο πρέπει να ερευνήσει διαδοχικά κατά πόσο ο προσβαλλόμενος κανονισμός μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά, αφενός μεν, τους επιχειρηματίες μέλη των προσφευγουσών επαγγελματικών ομοσπονδιών, αφετέρου δε, τις εν λόγω επαγγελματικές ομοσπονδίες.
23 Πρέπει να τονιστεί καταρχάς ότι, κατά το μέτρο που η προσφυγή ήθελε νοηθεί ως κατ' ουσίαν στρεφομένη κατά του άρθρου 1, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού, η διάταξη αυτή αποσκοπεί στο να αποφευχθεί να αντιμετωπίσουν μείωση τιμής από το 1993 οι μικροί και οι μεσαίοι παραγωγοί γάλακτος που βρίσκονται πάνω από μια ποσότητα αναφοράς 60 000 χιλιογράμμων και έχουν θηλάζουσες αγελάδες, χωρίς όμως να πριμοδοτούνται (βλ. την πιο πάνω σκέψη 6). Επομένως, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται σε αντικειμενικά καθοριζόμενες καταστάσεις και επάγονται νομικά αποτελέσματα έναντι προσώπων προσδιοριζομένων κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο.
24 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά τους παραγωγούς γάλακτος, μέλη των προσφευγουσών ομοσπονδιών, παρά υπό την αντικειμενική ιδιότητά τους ως επιχειρηματιών στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως αφορά και κάθε άλλο επιχειρηματία που βρίσκεται σε πανομοιότυπη κατάσταση.
25 Δεύτερον, ορθώς υποστήριξε το Συμβούλιο ότι οι προσφεύγουσες, που αποτελούν συνδικάτα κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων, εφόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν τις αφορά αυτές τις ίδιες άμεσα και ατομικά, δεν μπορούν να ζητήσουν παραδεκτώς την ακύρωση του επίδικου κανονισμού. Πράγματι, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αρχή ότι μια πράξη που θίγει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας επιχειρηματιών αφορά ατομικά ένα σωματείο, υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου αυτής της κατηγορίας επιχειρηματιών (βλ., κατ' αυτή την έννοια, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Confederation nationale des producteurs de fruits et legumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829, της 10ης Ιουλίου 1986, 282/85, DEFI κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2469, και την προπαρατεθείσα απόφαση UFADE κατά Συμβουλίου και Επιτροπής).
26 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο και να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να ερευνηθεί το απαράδεκτο λόγω του ότι η προσφυγή δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις των Κανονισμών Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, ιδίως ενόψει της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 28ης Απριλίου 1993, Τ-85/92, De Hoe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-523), κατά την οποία η αφηρημένη και μόνον επίκληση ισχυρισμών στην προσφυγή δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον Οργανισμό και τον Κανονισμό Διαδικασίας προϋποθέσεις, η δε έκφραση "συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών" που χρησιμοποιείται στα κείμενα αυτά σημαίνει ότι το δικόγραφο πρέπει να αναφέρει ρητά σε τι συνίσταται ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται η προσφυγή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 28 Οκτωβρίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy