Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή ακυρώσεως * Πράξεις δεκτικές προσφυγής * Έννοια * Πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα * Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τις αρχές κράτους μέλους με την οποία τις καλεί να εισπράξουν ορισμένα ποσά τα οποία δεν είχαν εισπραχθεί ή είχαν αδικαιολογήτως καταβληθεί στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173)
Περίληψη
Συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος. Τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση ανακοινώσεως που η Επιτροπή απευθύνει στις αρχές κράτους μέλους, μετά το πέρας μιας έρευνας στην οποία είχε η ίδια συμμετάσχει, ζητώντας τους να προβούν, αφενός, στην ανάκτηση ορισμένων ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί, βάσει συστήματος θεσπισθέντος από κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, σε επιχείρηση, ενισχύσεις που η Επιτροπή χαρακτήρισε ως παράνομες, και, αφετέρου, στην είσπραξη ορισμένων εισαγωγικών δασμών που η επιχείρηση υποχρεούνταν να καταβάλει.
Πράγματι, τόσο όσον αφορά την ανάκτηση ενισχύσεων που εμπίπτουν στην κοινή γεωργική πολιτική και έχουν κακώς καταβληθεί όσο και όσον αφορά την εκ των υστέρων είσπραξη μη καταβληθέντων εισαγωγικών δασμών, στα κράτη μέλη εναπόκειται η εκτέλεση των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων και η λήψη, έναντι των οικείων επιχειρηματιών, σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, υπό την επιφύλαξη των θεσπισθέντων με το κοινοτικό δίκαιο ορίων, των αναγκαίων ατομικών αποφάσεων. Δεδομένου ότι μόνο οι αποφάσεις αυτές μπορούν να παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίγουν τα συμφέροντα των επιχειρηματιών αυτών, στους τελευταίους εναπόκειται, εφόσον θεωρούν τη σχετική τους αξίωση βάσιμη, να χρησιμοποιήσουν τα ένδικα μέσα που τους παρέχει το εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να τις αμφισβητήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Διάδικοι
Στις υποθέσεις T-492/93 και T-492/93 R,
Nutral SpA, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα το Casalbuttano (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους Emilio Cappelli και Paolo de Caterini, δικηγόρους Ρώμης, καθώς και τον Mario de Bellis, δικηγόρο Μάδουας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Charles Turk, 13 B, avenue Guillaume,
προσφεύγουσα-αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Alberto Dal Ferro, δικηγόρο Vicenza, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο,
στην υπόθεση Τ-492/93, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής SG(93) D/140.082, της 3ης Μαρτίου 1993, καθώς και κάθε άλλης προηγουμένης, συνδεομένης ή συναφούς, πράξεως, αφορώσας ειδικότερα την έκθεση έρευνας της μονάδας συντονισμού για την καταπολέμηση της απάτης SG(93) D/140.028, της 18ης Ιανουαρίου 1993,
και στην υπόθεση Τ-492/93 R,
* την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Μαρτίου 1993, καθώς και την αναστολή εκτελέσεως των προηγουμένων, συνδεομένων ή συναφών, πράξεων, ειδικότερα της εκθέσεως έρευνας της μονάδας συντονισμού για την καταπόλεμηση της απάτης της 18ης Ιανουαρίου 1993,
* να υποχρεωθεί η Επιτροπή να δώσει στις ιταλικές αρχές οδηγίες να αναστείλουν, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της προσφυγής της κύριας δίκης, την εκτέλεση κάθε μέτρου σχετικού με την ανάκτηση των καταβληθεισών στην προσφεύγουσα-αιτούσα ενισχύσεων και την είσπραξη των εισαγωγικών δασμών,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Cruz Vilaca, Πρόεδρο, C. P. Briet, D. P. M. Barrington, A. Saggio και J. Biancarelli, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Η προσφεύγουσα-αιτούσα είναι μία εταιρία ειδικευμένη στην παραγωγή, επεξεργασία, εισαγωγή και εξαγωγή ζωοτροφών. Θεωρώντας ότι είχαν διαπραχθεί παρατυπίες όσον αφορά ορισμένες εισαγωγές της προσφεύγουσας-αιτούσας, η Επιτροπή, με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1992, ζήτησε από τις ιταλικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 595/91 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1991, περί των ανωμαλιών και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στα πλαίσια της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ως και της οργανώσεως ενός συστήματος πληροφορήσεως στον τομέα αυτό και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 283/72 (ΕΕ L 67, σ. 11), να συμμετάσχουν σε έρευνα όσον αφορά την εισαγωγή από την Αυστρία ενός παρασκευάσματος με βάση το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, καλούμενο "παρασκεύασμα διατροφής με βάση υγρό αποκορυφωμένο γάλα, διαλυμένο με διυλισμένο βόειο λίπος διατροφής".
2 Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 986/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή ζώων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 120), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1725/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 12, στο εξής: κανονισμός 725/79), χορηγήθηκαν στην προσφεύγουσα-αιτούσα, μεταξύ των ετών 1988 και 1991, μέσω του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως, του Azienda di Stato per gli Interventi sul Mercato Agricola (στο εξής: ΑΙΜΑ), οι κοινοτικές ενισχύσεις που προβλέπονταν για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που είχε μετουσιωθεί ή χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή συνθέτων ζωοτροφών.
3 Εξάλλου, κατά το μέτρο που το εν λόγω παρασκεύασμα, αφενός, ενεφάνιζε δηλωμένη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες προερχόμενη από γάλα κατώτερη του 1,5 % και σε πρωτεΐνες προερχόμενες από γάλα κατώτερη του 2,5 % και, αφετέρου, ήταν καταγωγής χώρας ανήκουσας στην Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών, οι διαδοχικώς εισαχθείσες παρτίδες δεν επιβαρύνθηκαν ούτε με την επιβολή δασμού κατ' αξίαν, ούτε μ' αυτήν ενός "μεταβλητού στοιχείου", στο οποίο υπόκεινται συνήθως τα εμπορεύματα που εισάγονται από τρίτες χώρες, και τούτο δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3033/80 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1980, περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010, σ. 162).
4 Με έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 1993, ο διευθυντής της μονάδας συντονισμού για την καταπολέμηση της απάτης (στο εξής: ΜΣΚΑ) διαβίβασε στις ιταλικές αρχές την έκθεση που είχαν καταρτίσει οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή υπάλληλοι προκειμένου αυτές να συμμετάσχουν στην προμνημονευθείσα έρευνα. Ο εν λόγω διευθυντής ζήτησε από τις αρχές αυτές να λάβουν τα διοικητικά μέτρα που ήταν αναγκαία για την ανάκτηση των εν λόγω ποσών και να ενημερώσουν την Επιτροπή για τη συνέχεια που επρόκειτο να δώσουν στην υπόθεση αυτή ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων.
5 Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της εκθέσεως έρευνας, το εισαχθέν από την προσφεύγουσα-αιτούσα παρασκεύασμα περιείχε, αντίθετα προς ό,τι είχε δηλωθεί, πρωτεΐνες γάλακτος άνω του 2,5 % και, επομένως, έπρεπε να επιβληθεί επ' αυτού το "μεταβλητό στοιχείο" που εφαρμόζεται συνήθως επί των εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών. Από την έρευνα διαπιστώθηκε επίσης ότι μέρος του εν λόγω προϊόντος (500 τόνοι) προερχόταν, αρχικώς, από τον γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως, είχε ήδη τύχει της επιστροφής λόγω εξαγωγής και, συνεπώς, δεν μπορούσε να τύχει της ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', του προπαρατεθέντος κανονισμού 1725/79.
6 Στις 26 Φεβρουαρίου 1993, η "Comando nucleo polizia tributaria di Cremona della guardia di finanza" (στο εξής: guardia di finanza) συνέταξε, κατά της προσφεύγουσας-αιτούσας, πρακτικό "al fine di contestare l' indebita percezione di auiti comunitari nel settore agricolo su 500 tonnellate di latte in polvere, giusto quanto indicato al punto 2) delle concluzione della relazione di inchiesta trasmessa con lettera SG(92) D/140.028 del 19.01.93 dell' UCLAF" ["για τον σκοπό της γνωστοποιήσεως της αδικαιολόγητης εισπράξεως κοινοτικών ενισχύσεων στον γεωργικό τομέα όσον αφορά 500 τόνους γάλακτος σε σκόνη, όπως αναφέρεται στο σημείο 2 των συμπερασμάτων της εκθέσεως έρευνας που διαβιβάστηκε με το έγγραφο SG(92) D/140.028 της 19ης Ιανουαρίου 1993 της ΜΣΚΑ"].
7 Στις 3 Μαρτίου 1993, με το έγγραφο υπό στοιχεία SG(93) D/140.082, ο διευθυντής της ΜΣΚΑ ανακοίνωσε στις ιταλικές αρχές ότι:
"Α maggiore precisazione di quanto indicato al punto 2) delle conclusioni della relazione d' inchiesta (...) rappresento che, sebbene l' aiuto al latte scremato in polvere trasformato in alimenti per animali sia stato legittimamente corrisposto (...) da parte dell' organismo competente alla Nutral, il percepimento di tale aiuto (...) e da considerarsi illegitimo.
Per quanto precede, le Autorita nazionali competenti dovranno provvedere, oltre che all' accertamento dell' elemento mobile relativo alla totalita del prodotto importato ed al recupero dell' aiuto alla trasformazione relativo alla preparazione realizzata a partire dalle 500 tonnellate di polvere in provenienza da Ilyichevsk, al recupero di tutto l' aiuto alla trasformazione concesso alle polveri di latte ricavate dalla preparazione importata dal gennaio 1988 al 14 agosto 1991."
("Προς διευκρίνιση των όσων αναγράφονται στο σημείο 2 των συμπερασμάτων της εκθέσεως έρευνας (...) σας πληροφορώ ότι, καίτοι η ενίσχυση για το μεταποιημένο σε ζωοτροφή αποκορυφωμένο γάλα νομίμως χορηγήθηκε (...) στη Nutral από τον αρμόδιο οργανισμό, η είσπραξη τέτοιας ενισχύσεως (...) πρέπει να θεωρηθεί παράνομη.
Ενόψει των ανωτέρω, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να προβούν, εκτός από τον υπολογισμό του μεταβλητού στοιχείου σχετικά με το σύνολο του εισαχθέντος προϊόντος, και στην ανάκτηση της ενισχύσεως για μεταποίηση σχετικά με το παρασκεύασμα που προήλθε από τους 500 τόνους σκόνης προελεύσεως Ilyichevsk, στην ανάκτηση ολόκληρης της ενισχύσεως για μεταποίηση που χορηγήθηκε στο γάλα σε σκόνη και της οποίας έτυχε το παρασκεύασμα που εισήχθη μεταξύ Ιανουαρίου 1988 και 14ης Αυγούστου 1991".)
8 Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1993 του επιτρόπου Schmidhuber προς τον Υπουργό Οικονομικών, τον Υπουργό Γεωργίας και Δασών και τον Υπουργό Κοινοτικής Πολιτικής και Περιφερειακών Υποθέσεων, η Επιτροπή αφού υπέμνησε τις προηγούμενες από 19 Ιανουαρίου και 3 Μαρτίου 1993 ανακοινώσεις της, ζήτησε από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές να λάβουν, το ταχύτερο δυνατό, τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την ανάκτηση των εν λόγω ποσών σύμφωνα, αφενός, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254, στο εξής: κανονισμός 1697/79), και, αφετέρου, το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93, στο εξής: κανονισμός 729/70).
9 Στις 27 Απριλίου 1993, η guardia di finanza συνέταξε, κατά της προσφεύγουσας-αιτούσας, "διαπιστωτικό πρακτικό" σχετικά με τις ενισχύσεις για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που είχαν αδικαιολογήτως ληφθεί από το Ταμείο του ΑΙΜΑ μεταξύ των ετών 1988 και 1991. Αντίγραφο του διαπιστωτικού αυτού πρακτικού διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Δασών, προκειμένου αυτό να εκδώσει τη "διαταγή πληρωμής" που προβλέπεται από το άρθρο 3 του ιταλικού νόμου 898 της 23ης Δεκεμβρίου 1986.
10 Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες, η προσφεύγουσα-αιτούσα άσκησε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουλίου 1993, προσφυγή βάσει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής SG(93) D/140.082, της 3ης Μαρτίου 1993, καθώς και κάθε άλλης προηγουμένης, συνδεομένης ή συναφούς, πράξεως, αφορώσας ειδικότερα την έκθεση έρευνας του ΜΣΚΑ με ημερομηνία 18 Ιανουαρίου 1993.
11 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Αυγούστου 1993, η Επιτροπή πρότεινε ένσταση απαραδέκτου σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
12 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Σεπτεμβρίου 1993, η Nutral ζήτησε από το Δικαστήριο, αφενός, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Μαρτίου 1993 καθώς και των προηγουμένων πράξεων, ειδικότερα της εκθέσεως έρευνας της ΜΣΚΑ της 18ης Ιανουαρίου 1993, και, αφετέρου, να υποχρεώσει την Επιτροπή να δώσει στις ιταλικές αρχές οδηγίες σχετικά με την αναστολή εκτελέσεως οποιουδήποτε μέτρου ανακτήσεως των ληφθεισών υπ' αυτής ενισχύσεων καθώς και της εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της κυρίας προσφυγής.
13 Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Σεπτεμβρίου 1993, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της όσον αφορά την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
14 Με διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, το Δικαστήριο παρέπεμψε στο Πρωτοδικείο τις δύο αυτές υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 4 της αποφάσεως 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21).
15 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 106, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου έφερε την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του τμήματος στο οποίο είχε ανατεθεί η κύρια υπόθεση.
16 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Το Πρωτοδικείο (δεύτερο τμήμα) φρονεί ότι έχει εν προκειμένω επαρκώς ενημερωθεί και δεν είναι αναγκαία η προφορική διαδικασία.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 Με την ένστασή της απαραδέκτου, η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση δεν αποτελεί απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, εφόσον το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 1993 και η διαλαμβανόμενη σ' αυτό έκθεση έρευνας δεν αποτελούν απόφαση ούτε έναντι του αποδέκτη τους, δηλαδή των ιταλικών αρχών, ούτε, κατά μείζονα λόγο, έναντι της προσφεύγουσας-αιτούσας. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα έγγραφα της 3ης και 23ης Μαρτίου 1993, όπως και η έκθεση έρευνας, δεν επιβάλλουν, αυτά καθαυτά, καμία υποχρέωση σε βάρος ούτε του κράτους ούτε, πολλώ μάλλον, της προσφεύγουσας-αιτούσας. Στην πραγματικότητα, η υποχρέωση που έχουν τα κράτη μέλη να ανακτούν τα μη ληφθέντα ή αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά απορρέει, όχι από το προσβαλλόμενο έγγραφο, αλλά από τους προπαρατεθέντες κανονισμούς 729/70 και 1697/79.
18 Δεύτερον, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσβαλλομένη πράξη δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα-αιτούσα, καθόσον δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα στην έννομη κατάστασή της. Σύμφωνα με την Επιτροπή, μόνο μια πράξη εσωτερικού δικαίου, όπως το πρακτικό που καταρτίστηκε από τις ιταλικές αρχές και κατά του οποίου η προσφεύγουσα-αιτούσα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μέσα ένδικης προστασίας που παρέχει το ιταλικό δίκαιο, μπορεί να είναι βλαπτική γι' αυτήν. Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η κοινοτική νομοθεσία, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και στο πλαίσιο των ιδίων πόρων, διαπνέεται από ένα αυστηρό κριτήριο διαχωρισμού μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, αφενός, και μεταξύ των κρατών μελών και των επιχειρηματιών, αφετέρου. 'Οπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη είναι αυτά που, κατά την Επιτροπή, οφείλουν να λαμβάνουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις και εντός των καθορισμένων από το κοινοτικό δίκαιο ορίων, τα μέτρα που είναι αναγκαία για την ανάκτηση των αδικαιολογήτως καταβληθεισών ενισχύσεων (απόφαση της 25ης Μαΐου 1993, C-197/91, Frutticoltori, Συλλογή 1993, σ. Ι-2658, σκέψη 23).
19 Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η έκθεση έρευνας κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα-αιτούσα από τις εθνικές αρχές συνημμένη στο πρακτικό της 26ης Φεβρουαρίου 1993. Εξ αυτού έπεται, κατά την Επιτροπή, ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφυγή, κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της εν λόγω εκθέσεως, ασκήθηκε μετά την εκπνοή της προβλεπομένης από το άρθρο 173 της Συνθήκης προθεσμίας.
20 Κληθείσα να λάβει θέση επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η προσφεύγουσα-αιτούσα θεωρεί ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το ανακύψαν εν προκειμένω πρόβλημα δεν έχει σχέση με το ζήτημα ποιος υποχρεούται να προβεί στην ανάκτηση των αδικαιολογήτως καταβληθέντων ποσών αλλά με αυτό της διαπιστώσεως της παραβάσεως. 'Ομως, πάντα σύμφωνα με την προσφεύγουσα-αιτούσα, μόλις με το προσβαλλόμενο στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής έγγραφο χαρακτηρίσθηκε η ενίσχυση της οποίας είχε τύχει ως "παράνομη ενίσχυση" και διαπιστώθηκε η παράβαση. Επομένως, η οριστική διαπίστωση της παραβάσεως, που απαγγέλθηκε κατά τρόπο κατηγορηματικό και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία με το προσβαλλόμενο έγγραφο, είναι αυτή η οποία έθιξε τα έννομα συμφέροντά της. Εξάλλου, την περί τούτου απόδειξη αποτελούν οι μεταγενέστερες ενέργειες των ιταλικών αρχών. Πράγματι, οι εν λόγω αρχές περιορίστηκαν στο να δηλώσουν τα αποτελέσματα της έρευνας στο πρακτικό που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα-αιτούσα στις 27 Απριλίου 1993, όπου ήδη μνημονεύονταν τα ποσά που έπρεπε να επιστραφούν, και στο να ζητήσουν ρητώς, με έγγραφο του ΑΙΜΑ της 30ής Ιουνίου 1993 και με ένταλμα του τελωνείου του S. Candido της 9ης Αυγούστου 1993, την καταβολή των εν λόγω ποσών, χωρίς καμία από τις αρμόδιες αρχές να έχει εκδώσει "διαταγή πληρωμής", διαπιστώνουσα την παράβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιταλικού νόμου 689 της 24ης Νοεμβρίου 1981.
21 Εξάλλου, η προσφεύγουσα-αιτούσα επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές δεν κίνησαν την προβλεπομένη από τον προπαρατεθέντα νόμο 898 διαδικασία βάσει της οποίας το Υπουργείο Γεωργίας και Δασών προβαίνει, σε περίπτωση καταστρατηγήσεων του κοινοτικού δικαίου, στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων και εκδίδει, ενδεχομένως, "διαταγή πληρωμής", στερήθηκε κάθε ένδικης προστασίας. Συναφώς, η προσφεύγουσα-αιτούσα υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι οι εκδιδόμενες απο τα τελωνεία διαταγές πληρωμής δεν μπορούν να προσβάλλονται αποτελεσματικά στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεως, εφόσον η εφαρμοζομένη επί τελωνειακών θεμάτων διαδικασία δεν προβλέπει τη δυνατότητα αναστολής εισπράξεως των εισφορών. Επομένως, έχει ασκηθεί τώρα κατ' αυτής αγωγή για την εκ των υστέρων είσπραξη ποσού 130 περίπου δισεκατομμυρίων ιταλικών λιρών (LIT) χωρίς αυτή να μπορεί να αμφισβητήσει τα συμπεράσματα της έρευνας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
22 Κατά τη γνώμη της προσφεύγουσας-αιτούσας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής, το οποίο αντλείται από την έλλειψη κοινοτικής αρμοδιότητας προκειμένου να υποστηριχθεί ότι δεν υφίσταται προσβλητή πράξη. Πράγματι, κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα να διαφεύγει του δικαστικού ελέγχου κάθε μέτρο που λαμβάνεται από αναρμόδια αρχή.
23 Τέλος, η προσφεύγουσα-αιτούσα αμφισβητεί το επιχείρημα της Επιτροπής που αντλείται από το γεγονός ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της εκθέσεως έρευνας. Συναφώς, η εν λόγω εταιρία παρατηρεί ότι μόνον ύστερα από το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 1993, με το οποίο διαπιστώθηκε ο παράνομος χαρακτήρας της ενισχύσεως και επιβλήθηκε η ανάκτησή της από τις εθνικές αρχές, η εν λόγω έκθεση, η οποία είχε μέχρι τότε απλώς την αξία και την έννοια προπαρασκευαστικής πράξεως, απέκτησε διαφορετική σημασία και περιεχόμενο όσον αφορά τη διαπίστωση της παραβάσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
24 Προκειμένου να κριθεί το βάσιμο της προταθείσας από την Επιτροπή ενστάσεως απαραδέκτου πρέπει να επισημανθεί, προκαταρκτικώς, ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, "συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος" (διάταξη του Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 1991, C-66/91 και C-66/91 R, Emerald Meats κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1143, σκέψη 26).
25 Εν προκειμένω, και όπως εκτίθεται ανωτέρω, η Επιτροπή απευθύνθηκε στις ιταλικές αρχές, μετά το πέρας μιας έρευνας στην οποία είχε και η ίδια κατόπιν αιτήσεώς της συμμετάσχει, ζητώντας τους να προβούν, αφενός, στην ανάκτηση ορισμένων χορηγηθεισών στην προσφεύγουσα-αιτούσα ενισχύσεων που η Επιτροπή χαρακτήρισε παράνομες και, αφετέρου, στην είσπραξη ορισμένων εισαγωγικών δασμών που η προσφεύγουσα-αιτούσα υποχρεούνταν να καταβάλει. Μόνον ύστερα από τις προς αυτές ανακοινώσεις της Επιτροπής, οι ιταλικές αρχές προέβησαν στη λήψη ορισμένων μέτρων για την ανάκτηση των ποσών που αδικαιολογήτως είχε λάβει η προσφεύγουσα-αιτούσα.
26 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με το θεσμικό σύστημα της Κοινότητας και τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών, στα τελευταία εναπόκειται, ελλείψει αντίθετης διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, να διασφαλίζουν στο έδαφός τους την εκτέλεση των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων, ιδίως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1987, 89/86 και 91/86, Etoile commerciale και CNTA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3005, σκέψη 11). Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του προπαρατεθέντος κανονισμού 729/70, "τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να (...) προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες, ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά".
27 Πρέπει, στη συνέχεια, να υπογραμμιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του προπαρατεθέντος κανονισμού 1697/79, "όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών (...) δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθηκαν". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού, "η ενέργεια [αγωγή] εισπράξεως, από τις αρμόδιες αρχές, χωρεί βάσει των ισχυουσών επί του προκειμένου διατάξεων, κατά φυσικών ή νομικών προσώπων οφειλετών εισαγωγικών (...) δασμών (...)".
28 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται, όσον αφορά τον τομέα αυτό, η εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων και η λήψη, έναντι των οικείων επιχειρηματιών, των αναγκαίων ατομικών αποφάσεων σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπονται από την εθνική τους νομοθεσία, υπό την επιφύλαξη των τεθέντων από το κοινοτικό δίκαιο ορίων, προς ανάκτηση των αδικαιολογήτως καταβληθέντων ποσών (προπαρατεθείσα απόφαση Etoile Commerciale και CNTA κατά Επιτροπής, σκέψη 12). Κατά συνέπεια, μόνον τα ληφθέντα από τις εθνικές αρχές μέτρα μπορούσαν να παραγάγουν αναγκαστικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας-αιτούσας.
29 Επομένως, οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αποφάσεις ικανές να θίξουν άμεσα την έννομη κατάσταση της προσφεύγουσας-αιτούσας. Επομένως, σ' αυτήν εναπόκειται, εφόσον θεωρεί τα αιτήματά της βάσιμα, να χρησιμοποιήσει τα μέσα ένδικης προστασίας που της παρέχει το εσωτερικό δίκαιο προκειμένου να αμφισβητήσει, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα ληφθέντα ως προς αυτή μέτρα.
30 Σχετικώς, πρέπει να προστεθεί ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα-αιτούσα, η εσωτερική έννομη τάξη δεν προβλέπει διαδικασία επιτρέπουσα την αναστολή εκτελέσεως μιας εκ μέρους των τελωνείων διαταγής πληρωμής, ένα τέτοιο γεγονός δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να μεταβάλει τη θεσπισμένη από τη Συνθήκη ΕΟΚ κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, το ανωτέρω μνημονευόμενο σύστημα του παραδεκτού των προσφυγών στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί αν αυτή ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης προθεσμίας.
32 Κατά συνέπεια, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον στηρίζεται σε απαράδεκτη προσφυγή ακυρώσεως, πρέπει ωσαύτως να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή στην υπόθεση Τ-492/93 ως απαράδεκτη.
2) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση Τ-492/93 R ως απαράδεκτη.
3) Καταδικάζει την προσφεύγουσα-αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 21 Οκτωβρίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy