Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προσωρινά μέτρα * Προϋποθέσεις λήψεως * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη * Στάθμιση του συνόλου των επιδίκων συμφερόντων * Αίτηση αναστολής αρνητικής πράξεως * Προφανώς αλυσιτελές αιτούμενο μέτρο * Αιτούμενο μέτρο μη εμπίπτον στην αρμοδιότητα του αρμόδιου επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή * Αιτούμενο μέτρο προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με τις συνέπειες για το οικείο όργανο * Βλάβη που μπορεί να αποκατασταθεί με την εκτέλεση της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της κύριας προσφυγής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 185 και 186 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-507/93 R,
Paulo Branco, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρώην υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος από τον Dieter Grozinger de Rosnay, δικηγόρο Λουξεμβούργου, επικουρούμενο από τον David M. Travessa Mendes, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο των πιο πάνω δικηγόρων, 6, avenue du X septembre,
αιτών,
κατά
Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Jean-Marie Stenier και Jan Inghelram, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων το Ελεγκτικό Συνέδριο, 12, rue Alcide de Gasperi, Kirchberg,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της 25ης Μαρτίου 1993, με την οποία το καθού απέκλεισε τον αιτούντα από τον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών για την περίοδο 1993, αίτηση αναστολής της δημοσιεύσεως των αποφάσεων προαγωγών στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας, καθώς και αίτηση άμεσης αναστολής εκτελέσεως των δύο αυτών πράξεων μέχρι την κοινοποίηση της περατώνουσας τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων διατάξεως,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Σεπτεμβρίου 1993 ο αιτών άσκησε, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 4, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως του καθού της 25ης Μαρτίου 1993, με την οποία αποκλείσθηκε ο αιτών από τον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών στο Ελεγκτικό Συνέδριο για το έτος 1993.
2 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την ίδια ημέρα ο αιτών υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 4, αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων διώκουσα να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης πράξεως, αίτηση αναστολής της δημοσιεύσεως των αποφάσεων προαγωγών του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 1993, καθώς και αίτηση άμεσης αναστολής εκτελέσεως των δύο αυτών πράξεων έως την ημερομηνία κοινοποιήσεως της διατάξεως που θα περατώσει τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
3 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 14 Ιουλίου 1993 ο αιτών είχε ασκήσει επίσης προσφυγή ακυρώσεως της διαδικασίας προαγωγών για το έτος 1992 στο Ελεγκτικό Συνέδριο (υπόθεση Τ-45/93).
4 Το καθού κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις του επί της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 24 Σεπτεμβρίου 1993.
5 Πριν εξεταστεί το βάσιμο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να υπομνηστούν συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όπως εκτίθενται στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι διάδικοι.
6 Ο αιτών υπήρξε υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από την 1η Οκτωβρίου 1989 έως την 1η Απριλίου 1993, ημερομηνία κατά την οποία μετατέθηκε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
7 Στην ανακοίνωσή της προς το προσωπικό 21-93, της 25ης Μαρτίου 1993, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) δημοσίευσε, στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών για το έτος 1993, τον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 45 του ΚΥΚ και της αποφάσεως 90-38 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 12ης Οκτωβρίου 1990, σχετικά με τις φάσεις της διαδικασίας που προβλέπεται στο πλαίσιο προαγωγών που αποφασίζονται από τον Γενικό Γραμματέα. Στην άνω δεξιά γωνία της πρώτης σελίδας αυτού του πίνακα υπήρχε η μνεία "Καταρτίστηκε την 1η Απριλίου 1993". Το όνομα του αιτούντος δεν περιλαμβανόταν στον πίνακα αυτό.
8 Με έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1993 ο αιτών ζήτησε από την ΑΔΑ αφενός μεν ο προαναφερθείς πίνακας να καταρτιστεί με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1993, η οποία, κατά τη γνώμη του, αποτελεί την ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας προαγωγών, αφετέρου δε να περιληφθεί στον πίνακα αυτό ως προαγώγιμος υπάλληλος με τη μνεία "Μετάθεση στην Επιτροπή την 1η Απριλίου 1993". Ισχυρίζεται ότι η διοίκηση είχε ακολουθήσει αυτή την πρακτική στη διαδικασία προαγωγών του έτους 1992, κατά την οποία είχε συμπεριληφθεί ένας υπάλληλος στον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων, τούτο δε τόσο στην πρώτη του μορφή, που καταρτίστηκε στις 20 Απριλίου 1992, όσο και στην οριστική του μορφή της 20ής Μαΐου 1992, με την αντίστοιχη μνεία: "Μετάθεση στην Επιτροπή την 1η Σεπτεμβρίου 1992".
9 Με διοικητική ένσταση που υπέβαλε στις 25 Ιουνίου 1993 δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ο αιτών, στηριζόμενος στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ζήτησε να περιληφθεί στον οριστικό πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων του 1993 με τη μνεία "Μετάθεση στην Επιτροπή την 1η Απριλίου 1993", τούτο δε σύμφωνα με την πρακτική που ακολούθησε το Ελεγκτικό Συνέδριο όχι μόνο στην περίπτωση που αναφέρεται ήδη στο έγγραφό του της 26ης Μαρτίου 1993, αλλά και στην περίπτωση που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών του έτους 1991, κατά την οποία ο πίνακας προαγώγιμων υπαλλήλων που δημοσιεύθηκε στις 13 Μαρτίου 1991 περιελάμβανε έναν υποψήφιο με τη μνεία "Μετάθεση στην Επιτροπή την 1η Απριλίου 1991".
10 Στις 14 Ιουνίου 1993 το Ελεγκτικό Συνέδριο εξέδωσε την απόφαση 93-41, σχετικά με τις φάσεις της διαδικασίας που προβλέπεται στο πλαίσιο των προαγωγών που αποφασίζονται από τον Γενικό Γραμματέα. Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι ο Γενικός Γραμματέας του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφαρμόζει τη νέα διαδικασία "από τις προαγωγές που σκόπευε να ενεργήσει το έτος 1993". Το άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως ακύρωσε ρητά την απόφαση 90-38, της 12ης Οκτωβρίου 1990. Η μόνη διαφορά της νέας διαδικασίας από την προηγούμενη συνίσταται στη συμμετοχή των διευθυντών του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις φάσεις μετά τη δημοσίευση του πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων.
11 Στις 21 Ιουλίου 1993 η ΑΔΑ δημοσίευσε την ανακοίνωση προς το προσωπικό 44-93, η οποία περιείχε τον ενημερωμένο πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων "ενόψει των τροποποιήσεων που μεσολάβησαν στο οργανόγραμμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τη δημοσίευση της ανακοινώσεως προς το προσωπικό (...) 21-93, της 25ης Μαρτίου 1993". Στην άνω δεξιά γωνία του ενημερωμένου πίνακα υπάρχει η μνεία "Καταρτίστηκε στις 15 Ιουλίου 1993". Το όνομα του αιτούντος δεν εμφαίνεται στον πίνακα αυτό.
Σκεπτικό
12 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Πρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
13 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως πράξεως ενός οργάνου πρέπει να προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που εκ πρώτης όψεως δικαιολογούν τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι προσωρινά υπό την έννοια ότι δεν μπορούν να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ. την πρόσφατη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 1993, Τ-497/93 R II, Hogan κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1005).
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Ο αιτών ισχυρίζεται καταρχάς ότι, εφόσον η διαδικασία προαγωγών για το έτος 1993 άρχισε στις 25 Μαρτίου 1993 με τη δημοσίευση του πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων, το όνομά του έπρεπε να εμφαίνεται στον πίνακα αυτό, δεδομένου ότι ήταν ακόμη στην υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την ημερομηνία αυτή και πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για να περιληφθεί στον πίνακα αυτό. Εκτιμά ότι, αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει, βάσει των πραγματικών αυτών περιστατικών, ότι το καθού έπρεπε να τον περιλάβει στη διαδικασία προαγωγών για το 1993 σε χρόνο που η διαδικασία αυτή έχει ήδη περατωθεί, οι δε αποφάσεις προαγωγών έχουν δημοσιευθεί, η πλημμέλεια την οποία έπασχε ήδη, κατ' αυτόν, η διαδικασία προαγωγών για το 1992, δηλαδή το γεγονός ότι η σύγκριση των προσόντων του έγινε εκτός της προβλεπομένης περιόδου, κατά τρόπο μερικό και υπό προϋποθέσεις άνισης μεταχειρίσεως σε σχέση με τους υποψηφίους που προήχθησαν εν τω μεταξύ, κινδυνεύει να επαναληφθεί.
15 Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο αιτών θεωρεί ότι τα συμφέροντά του δεν μπορούν να προστατευθούν δεόντως παρά μόνο με την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως με την οποία αποκλείσθηκε από τον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων, κατά συνέπεια δε να θεωρηθεί προσωρινά και υπό όρους ως προαγώγιμος υπάλληλος, έτσι ώστε η σύγκριση των προσόντων του να μπορεί, σύμφωνα με τον ΚΥΚ, να γίνει συγχρόνως και με τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και για τους υπαλλήλους που έχουν εγγραφεί στον οριστικό πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων. Κρίνει ακόμα αναγκαίο προς τούτο να απαγορευθεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο να δημοσιεύσει οποιαδήποτε απόφαση προαγωγής αυτών των υπαλλήλων μέχρι δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που θα κρίνει αν ο αιτών μπορεί να θεωρηθεί προαγώγιμος ή, τουλάχιστον, έως τις 16 Δεκεμβρίου 1993, ημερομηνία κατά την οποία, κατά τα προηγούμενα έτη, είχαν δημοσιευθεί οι αποφάσεις προαγωγών.
16 Ο αιτών ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απόφαση του καθού που τον απέκλεισε από τον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων για το 1993 του προκάλεσε ηθική βλάβη σημαντική, βεβαία και άμεση λόγω της καταστάσεως ανασφάλειας, αβεβαιότητας και ανησυχίας στην οποία βρίσκεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής που αναγκάσθηκε εν τω μεταξύ να ασκήσει και λόγω της φθοράς της επαγγελματικής του υπολήψεως, η οποία προκύπτει από την περιθωριοποίηση στην οποία τον εξανάγκασε αυτή η απόφαση.
17 Το Ελεγκτικό Συνέδριο επικαλείται καταρχάς το απαράδεκτο της επίδικης αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, τόσο ως προς το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως που απέκλεισε τον αιτούντα από τον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων όσο και ως προς το αίτημα προσωρινής και υπό όρους συμπεριλήψεως του αιτούντος στις μεταγενέστερες φάσεις της επίδικης διαδικασίας προαγωγών, καθώς, τέλος, και ως προς το αίτημα αναστολής της δημοσιεύσεως των αποφάσεων προαγωγών για το έτος 1993. Το καθού εκτιμά εξάλλου ότι ο αιτών δεν έχει προδήλως έννομο συμφέρον για την άσκηση της προσφυγής. Η έλλειψη εννόμου, ενεστώτος και πραγματικού συμφέροντος για την ακύρωση της αποφάσεως αυτής προκύπτει, κατά το καθού, από το γεγονός ότι ο αιτών δεν ήταν πλέον υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την ημερομηνία που καταρτίστηκε ο επίδικος πίνακας, δηλαδή την 1η Απριλίου 1993. Το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε παύσει επομένως να είναι αρμόδιο να αποφασίσει οτιδήποτε σχετικά με τη σταδιοδρομία του αιτούντος. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι ο επίδικος πίνακας είχε καταρτιστεί κατά την ημερομηνία της δημοσιεύσεώς του, στις 25 Μαρτίου 1993, θα είχε χάσει οποιαδήποτε σημασία για την επίδικη διαδικασία προαγωγών, δεδομένου ότι αντικαταστάθηκε από τον οριστικό πίνακα της 15ης Ιουλίου 1993. Εξάλλου, το καθού τονίζει ότι η αίτηση προσωρινής συμπεριλήψεως του αιτούντος στον επίδικο πίνακα αποσκοπεί στο να απευθυνθεί διαταγή στην ΑΔΑ, για την οποία το Πρωτοδικείο, κατά πάγια νομολογία, είναι αναρμόδιο (βλ. πρόσφατη απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1993, Τ-17/90, Τ-28/91 και Τ-17/92, Camara Alloisio κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-841, σκέψη 44). Κατά το καθού, αυτό ισχύει επίσης και για την αίτηση αναστολής εκτελέσεως των αποφάσεων προαγωγών, που αποβλέπει όχι στην αναστολή εκτελέσεως ήδη συντετελεσμένης πράξεως, αλλά στην έκδοση διαταγής να μη συντελεσθεί ορισμένη πράξη.
18 Το καθού υποστηρίζει περαιτέρω ότι ο αιτών δεν απέδειξε την ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης, λόγω της οποίας καθίσταται αναγκαία η λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων. Ο αιτών επικαλέσθηκε μόνον αόριστα την ύπαρξη "τεράστιας ηθικής βλάβης", χωρίς να αποδείξει ότι η βλάβη αυτή δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί στο πλαίσιο της εκτελέσεως αποφάσεως του Πρωτοδικείου που θα ακύρωνε την επίδικη απόφαση. Κατά το καθού, τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα είναι, σε κάθε περίπτωση, προδήλως δυσανάλογα με το συμφέρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου να συνεχίσει κανονικά τη διαδικασία προαγωγών.
Εκτίμηση του αρμόδιου επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
19 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, μολονότι ο πίνακας των προαγώγιμων υπαλλήλων στο Ελεγκτικό Συνέδριο για το έτος 1993 δημοσιεύθηκε στις 25 Μαρτίου 1993, αναφερόταν ρητά στη διοικητική κατάσταση του προσωπικού κατά την 1η Απριλίου 1993, δηλαδή λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση αυτή. Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι αυτός ο πίνακας αντικαταστάθηκε με πίνακα της 15ης Ιουλίου 1993 που καταρτίστηκε κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 93-41, περί της διαδικασίας προαγωγών στο Ελεγκτικό Συνέδριο, η οποία ρητώς ακύρωσε την απόφαση 90-38, βάσει της οποίας καταρτίστηκε ο πρώτος πίνακας. Τέλος, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο αιτών έπαυσε πράγματι να είναι υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου την 1η Απριλίου 1993.
20 Εξάλλου, από την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προκύπτει ότι ο αιτών ζήτησε από τον αρμόδιο επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να διατάξει τέσσερα προσωρινά μέτρα: πρώτον, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της ΑΔΑ που τον απέκλεισε από τον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων και ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 25 Μαρτίου 1993 δεύτερον, "την προσωρινή και υπό όρους συμπερίληψή του ως προαγώγιμου και τη σύγκριση των προσόντων του και του φακέλου του (...) από την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις προαγωγές" τρίτον, την αναστολή της τελευταίας φάσεως της διαδικασίας προαγωγών για το έτος 1993, η οποία συνίσταται στη δημοσίευση των επιδίκων αποφάσεων προαγωγών τέταρτον, την άμεση αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως που τον απέκλεισε από τον οικείο πίνακα, καθώς και την αναστολή της δημοσιεύσεως των αποφάσεων προαγωγών έως την ημερομηνία κοινοποιήσεως της περατώνουσας τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων διατάξεως.
21 'Οσον αφορά το πρώτο αίτημα, διαπιστώνεται ότι επιδιώκει τη λήψη προφανώς αλυσιτελούς προσωρινού μέτρου. Συγκεκριμένα, η αναστολή αρνητικής πράξεως όπως είναι η επίδικη απόφαση στερείται σε κάθε περίπτωση πρακτικής αποτελεσματικότητας για τον αιτούντα. Αυτό το δέχεται και ο ίδιος ο αιτών διατυπώνοντας το δεύτερό του αίτημα. Καθόσον αφορά το δεύτερο αυτό αίτημα, διαπιστώνεται ότι στην πραγματικότητα επιδιώκει την έκδοση διαταγής από τον αρμόδιο επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή προς την ΑΔΑ η οποία θα αποβλέπει στο να συμπεριλάβει η ΑΔΑ τον αιτούντα στις μεταγενέστερες φάσεις της διαδικασίας προαγωγών για το έτος 1993. Κατά πάγια όμως νομολογία (βλ. τελευταία την προαναφερθείσα απόφαση Camara Alloisio κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 44), η έκδοση τέτοιας διαταγής δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Πρωτοδικείου. 'Οσον αφορά το τρίτο αίτημα, διαπιστώνεται ότι στην πραγματικότητα αποβλέπει όχι στην αναστολή εκτελέσεως ήδη συντετελεσμένης πράξεως, αλλά στην έκδοση διαταγής που να υποχρεώνει την ΑΔΑ να μην προβεί σε συγκεκριμένη πράξη, η οποία εν προκειμένω είναι η πράξη που περατώνει αυτή την ίδια τη διαδικασία προαγωγών. Η λήψη όμως τέτοιου μέτρου, το οποίο ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με την αναστολή της ίδιας της διαδικασίας προαγωγών, είναι προφανώς δυσανάλογη με το συμφέρον του Ελεγκτικού Συνεδρίου να περατώσει τη διαδικασία αυτή (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1988, 176/88 R, Hanning κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 3915, σκέψη 9). Τέλος, όσον αφορά το τέταρτο αίτημα, διαπιστώνεται ότι, ενόψει των σκέψεων που αναπτύχθηκαν όσον αφορά το πρώτο και το τρίτο αίτημα, κατέστη προδήλως άνευ αντικειμένου.
22 Πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπογραμμιστεί ότι το επείγον της λήψεως των αιτουμένων προσωρινών μέτρων πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με την ανάγκη να αποφευχθεί με τα μέτρα αυτά η επέλευση, πριν εκδοθεί απόφαση στην κύρια διαδικασία, σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης για τον διάδικο που τα ζητεί.
23 Συναφώς, διαπιστώνεται κυρίως ότι ο αιτών περιορίζεται στην επίκληση "τεράστιας ηθικής βλάβης" λόγω της καταστάσεως ανασφαλείας, αβεβαιότητας και ανησυχίας, που δημιουργήθηκε από την απόφαση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως και της φθοράς της επαγγελματικής του υπολήψεως, η οποία προκύπτει από την περιθωριοποίηση στην οποία τον εξανάγκασε αυτή η απόφαση. Αλλά, κάποιο περιθώριο αβεβαιότητας πρέπει να θεωρηθεί για τον αιτούντα συμφυές με το γεγονός ότι μια τέτοια προσφυγή εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου.
24 Ούτως ή άλλως, ο αιτών δεν απέδειξε ότι, υπό τις ειδικές περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, η έλλειψη προσωρινών μέτρων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την επέλευση βλάβης που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί ακόμη και στην περίπτωση που η επίδικη πράξη θα ακυρωνόταν στην κύρια δίκη. Συγκεκριμένα, η βλάβη που υπέστη ο αιτών μπορεί να αποκατασταθεί με την εκτέλεση της αποφάσεως που θα εκδοθεί στα πλαίσια της κύριας δίκης και η οποία θα είναι ευνοϊκή για τον αιτούντα, ειδικότερα με το να τον συμπεριλάβει όπως οφείλει στη διαδικασία των επιδίκων προαγωγών ή, τουλάχιστον, με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως.
25 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει, και χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθεί το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της κύριας προσφυγής, ότι οι νομικοί και πραγματικοί λόγοι τους οποίους επικαλείται ο αιτών δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων και ότι κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 8 Οκτωβρίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy