Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ανταγωνισμός * Διοικητική διαδικασία * Λήψη προσωρινών μέτρων * Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα την αναστολή, μέσω προσωρινών μέτρων, συμφωνίας από κοινού αποκτήσεως δικαιωμάτων τηλοψίας, τυγχάνουσας απαλλαγής κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης * Αρμοδιότητα της Επιτροπής * Νομικός έλεγχος * Όρια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 85, 173 και 186 κανονισμός του Συμβουλίου 17, άρθρο 3 PAR 1)
2. Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη * Μη αποδειχθείσα οικονομική βλάβη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 185 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
Περίληψη
1. Σύμφωνα με το σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων που καθιερώνει η Συνθήκη, εναπόκειται στην Επιτροπή, στο πλαίσιο των εξουσιών ελέγχου του ανταγωνισμού τις οποίες της απονέμονται, ιδίως, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 85 της Συνθήκης και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, να λάβει, εάν το κρίνει αναγκαίο, προσωρινό μέτρο προκειμένου να αναστείλει συμφωνία από κοινού αποκτήσεως δικαιωμάτων τηλοψίας τυγχάνουσα απαλλαγής κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Ο ρόλος του κοινοτικού δικαστηρίου συνίσταται στην άσκηση του νομικού ελέγχου της συναφούς πράξεως της Επιτροπής και όχι στo να υποκαθιστά την Επιτροπή κατά την άσκηση των εξουσιών που της έχουν απονεμηθεί δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων.
Εξάλλου, στην περίπτωση διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων που εντάσσεται στο πλαίσιο προσφυγής με αίτημα την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, τα προσωρινά μέτρα, τα οποία το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο θεωρεί αναγκαία να ληφθούν, πρέπει, κατ' αρχήν, να εντάσσονται στο πλαίσιο της αποφάσεως που πιθανολογείται ότι θα εκδώσει το Πρωτοδικείο, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 173 και 176 της Συνθήκης, και να αφορούν τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Πάντως η απόφαση αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της συμφωνίας που αφορά την από κοινού απόκτηση δικαιωμάτων τηλοψίας και έχει συναφθεί μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες, επιπλέον, είναι ξένες προς την επίδικη διαφορά.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το αίτημα αποσκοπεί στην εκ μέρους του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστηρίου έκδοση προσωρινού μέτρου το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
2. Το επείγον μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, πρέπει να εκτιμάται βάσει της υπάρχουσας ανάγκης να αποφευχθεί μέσω των μέτρων αυτών η επέλευση, πριν την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης για τον διάδικο που αιτείται τη λήψη των μέτρων αυτών. Στον διάδικο αυτόν εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί βλάβη επιφέρουσα σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες.
Η αιτούσα, επικαλούμενη κατ' ουσίαν μόνο οικονομική βλάβη την οποία θα της προκαλέσει η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να προσκομίσει το παραμικρό αριθμητικό στοιχείο ως προς την έκταση της βλάβης αυτής, ενώ ορισμένα στοιχεία που προσκόμισε η καθής καθιστούν δυνατή την αμφισβήτηση της υπάρξεως της βλάβης, δεν απέδειξε ότι, αν δεν ληφθούν τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα, η επίδικη απόφαση μπορεί να της προκαλέσει βλάβη μη δυναμένη να επανορθωθεί κατ' εκτέλεση αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η οποία, ενδεχομένως, θα ακυρώσει την εν λόγω απόφαση στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής. Συνεπώς, η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-543/93 R,
Gestevision Telecinco SA, εταιρία με έδρα τη Μαδρίτη, εκπροσωπούμενη από τον Santiago Munoz Machado, επικουρούμενο από τη Maria Lopez-Contreras, δικηγόρους Μαδρίτης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Carlos Amo Quinones, 2, rue Gabriel Lippmann,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Francisco Enrique Gonzalez-Diaz και Berend Jan Drijber, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchebrg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 93/403/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1993, σχετικά με τη διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.150 * Σύστημα EBU/Eurovision, ΕΕ L 179, σ. 23), και αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων για την αναστολή της εφαρμογής του προγράμματος Eurovision μέχρι να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί της κύριας προσφυγής,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Οκτωβρίου 1993, η Gestevision Telecinco SA (στο εξής: Telecinco) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως 93/403/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1993, σχετικά με τη διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.150 * Σύστημα EBU/Eurovision, ΕΕ L 179, σ. 23).
2 Με χωριστό δικόγραφο το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την ίδια ημέρα, η Telecinco υπέβαλε επίσης, δυνάμει των άρθρων 185 της Συνθήκης ΕΟΚ και 104 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αίτηση αναστολής εκτελέσως της επίδικης αποφάσεως και λήψεως προσωρινών μέτρων για την αναστολή της εφαρμογής του προγράμματος Eurovision μέχρι να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί της κύριας προσφυγής.
3 Η Επιτροπή υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως της Telecinco περί ασφαλιστικών μέτρων στις 12 Νοεμβρίου 1993.
4 Το Πρωτοδικείο άκουσε τις προφορικές εξηγήσεις των διαδίκων στις 16 Νοεμβρίου 1993. Στις 24 Νοεμβρίου 1993 η αιτούσα κατέθεσε παρατηρήσεις επί της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Με απόφαση του Προέδρου του Πρωτοδικείου της ίδιας ημερομηνίας, το δικόγραφο αυτό περιελήφθη στη δικογραφία. Με έγγραφο της 30ης Νοεμβρίου 1993, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του δικογράφου αυτού.
5 Πριν εξετασθεί το βάσιμο της ενώπιον του Πρωτοδικείου αιτήσεως, πρέπει να υπομνησθούν συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά και το ιστορικό της παρούσας υποθέσεως, όπως προκύπτουν από τα υπομνήματα που κατέθεσαν οι διάδικοι και τις προφορικές εξηγήσεις που έδωσαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Νοεμβρίου 1993.
6 Η παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Telecinco στρέφεται κατ' αποφάσεως την οποία εξέδωσε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία κηρύσσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, για το χρονικό διάστημα από τις 26 Φεβρουαρίου 1993 μέχρι τις 25 Φεβρουαρίου 1998, όσον αφορά τις καταστατικές διατάξεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών (στο εξής: EBU) και τους λοιπούς κανόνες σχετικά με την απόκτηση δικαιωμάτων τηλεοπτικής μεταδόσεως αθλητικών εκδηλώσεων, την ανταλλαγή αθλητικών εκπομπών στο πλαίσιο του δικτύου της Eurovision και τη συμβατική πρόσβαση τρίτων στα προγράμματα αυτά. Αυτή η απόφαση εξαιρέσεως συνοδεύεται από δύο υποχρεώσεις: αφενός, την υποχρέωση της EBU και των μελών της να αποκτούν συλλογικώς δικαιώματα τηλεοπτικής μεταδόσεως αθλητικών εκδηλώσεων μόνο στο πλαίσιο συμφωνιών οι οποίες είτε επιτρέπουν στην EBU και τα μέλη της να παρέχουν πρόσβαση, είτε επιτρέπουν στους δικαιούχους να παρέχουν πρόσβαση σε τρίτους σύμφωνα με το σύστημα προσβάσεως, είτε, κατόπιν εγκρίσεως της EBU, με ευνοϊκότερους όρους για τα μη μέλη αφετέρου, την υποχρέωση να πληροφορούν την Επιτροπή για οποιεσδήποτε τροποποιήσεις ή προσθήκες έχουν επέλθει στους κοινοποιηθέντες κανόνες, για κάθε διαιτητική διαδικασία σχετικά με τις διαφορές που αναφύονται στο πλαίσιο του συστήματος προσβάσεως και για κάθε απόφαση σχετικά με αιτήσεις τρίτων προς απόκτηση της ιδιότητας του μέλους.
7 Η Telecinco συνεστήθη τον Μάρτιο του 1989 και της παρασχέθηκε η άδεια από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές να εκμεταλλεύεται ιδιωτική τηλεοπτική υπηρεσία στην Ισπανία, για χρονικό διάστημα δέκα χρόνων, το οποίο είναι δυνατόν να παραταθεί.
8 Η EBU είναι επαγγελματική ένωση ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών η οποία δεν επιδιώκει εμπορικούς σκοπούς, ιδρύθηκε το 1950 και εδρεύει στη Γενεύη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της, η EBU έχει σκοπό την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των μελών της και με τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς όλης της υφηλίου και την εκπροσώπηση των συμφερόντων των μελών της όσον αφορά τα προγράμματα, τα νομικά και τεχνικά ζητήματα καθώς και άλλους τομείς. Μετά τη συγχώνευσή της με τον αντίστοιχο φορέα της Aνατολικής Ευρώπης, η EBU αριθμεί 77 ενεργά μέλη σε 47 χώρες που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή ζώνη εκπομπών, η πλειονότητα των οποίων είναι οργανισμοί του δημοσίου τομέα ή οργανισμοί επιφορτισμένοι με δημόσια υπηρεσία. Ωστόσο, κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του '80 * η οποία χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη των ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων με εμπορικό κυρίως σκοπό * η EBU δέχθηκε ή διατήρησε στους κόλπους της, ως ενεργά μέλη, ιδιωτικούς οργανισμούς τηλεοράσεως, όπως οι γαλλικές εταιρίες Canal Plus και TF1, η δεύτερη από τις οποίες ιδιωτικοποιήθηκε το 1986.
9 Το καταστατικό της EBU τροποποιήθηκε το 1988, προκειμένου να δοθεί έμφαση, κατά την ίδια την EBU, "στην υποχρέωση των μελών να επιτελούν συγκεκριμένη αποστολή δημοσίου συμφέροντος, η οποία τους έχει επιβληθεί από τη νομοθεσία τους και/ή την εθνική πρακτική και η οποία τα χαρακτηρίζει ως ιδιαίτερη ομάδα ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών με κοινές υποχρεώσεις και κοινά συμφέροντα". Προκειμένου να λάβει υπόψη τα κεκτημένα δικαιώματα των παλαιών μελών, το καταστατικό της EBU, όπως έχει τροποποιηθεί, διευκρινίζει, στο άρθρο 21, ότι η νέα διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεν θίγει το καθεστώς των οργανισμών οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του * την 1η Μαρτίου 1988 *, έχουν ήδη την ιδιότητα του ενεργού μέλους αλλά δεν πληρούν πλέον τους όρους που θέτει η παράγραφος αυτή. Κατά τη νέα διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, τα μέλη της EBU κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: ενεργά μέλη και συμβεβλημένα μέλη. Ενεργά μέλη της EBU δύνανται να είναι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί ή όμιλοι των οργανισμών αυτών από χώρες που βρίσκονται εντός της ευρωπαϊκής ζώνης εκπομπών, οι οποίοι παρέχουν εντός των χωρών αυτών, με άδεια των αρμοδίων αρχών, ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες εθνικής σημασίας και χαρακτήρα και οι οποίοι, επιπλέον, πληρούν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις: καλύπτουν το σύνολο των κατοίκων της χώρας τους ή καλύπτουν πράγματι σημαντικό μέρος των κατοίκων μεταδίδουν προγράμματα που καλύπτουν ισόρροπα όλους τους τομείς και απευθύνονται σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού παράγουν οι ίδιοι σημαντικό μέρος των εκπεμπομένων προγραμμάτων, διατηρώντας τον έλεγχο του περιεχομένου τους.
10 Η Eurovision αποτελεί το βασικό πλαίσιο ανταλλαγών προγραμμάτων μεταξύ των ενεργών μελών της EBU. Υφίσταται από το 1954 και εξυπηρετεί σημαντικό μέρος των σκοπών της EBU. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, του καταστατικού: "Η Eurovision στηρίζεται στη δέσμευση των μελών να παρέχουν το ένα στο άλλο, υπό τον όρον της αμοιβαιότητας, την κάλυψη των σημαντικών ειδήσεων καθώς και τη μετάδοση επικαίρων και την κάλυψη των αθλητικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα στην εθνική επικράτεια, κατά το μέτρο που μπορούν να ενδιαφέρουν τα άλλα μέλη της Eurovision." Εξάλλου, όλα τα ενεργά μέλη της EBU μπορούν να μετέχουν σε σύστημα από κοινού αποκτήσεως και κατανομής των δικαιωμάτων (και των σχετικών τελών) τηλεοπτικής μεταδόσεως των διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων, των αποκαλουμένων "δικαιωμάτων Eurovision". Το άρθρο 3, παράγραφος 6, του καταστατικού, το οποίο προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 1988, προβλέπει συμβατική πρόσβαση στην Eurovision, της οποίας μπορούν να τύχουν τα συμβεβλημένα μέλη (54 σήμερα) και τα μη μέλη της EBU.
11 Στις 3 Απριλίου 1989, η EBU κοινοποίησε στην Επιτροπή τους κανόνες που διέπουν την απόκτηση των δικαιωμάτων τηλεοπτικής μεταδόσεως αθλητικών εκδηλώσεων, την ανταλλαγή εκπομπών αθλητικών προγραμμάτων στο πλαίσιο της Eurovision και τη συμβατική πρόσβαση τρίτων στα προγράμματα αυτά και ζήτησε, συγχρόνως, αρνητική πιστοποίηση ή, εναλλακτικά, απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, η συμβατική πρόσβαση τρίτων στα δικαιώματα τηλοψίας που αποκτούν τα μέλη της EBU δυνάμει συμφωνιών, οι οποίες αφορούν τις αθλητικές εκπομπές και συνάπτονται στο πλαίσιο της Eurovision, καθώς και στην κάλυψη των αθλητικών αυτών εκδηλώσεων θα πραγματοποιείται μέσω ενός συστήματος περαιτέρω χορηγήσεων, εκ μέρους της EBU ή των μελών της, αδειών που θα επιτρέπουν στα μη μέλη να συμπληρώνουν τα δικά τους αθλητικά προγράμματα κατά το μέτρο που δεν έχουν τα ίδια αποκτήσει τα δικαιώματα αναμεταδόσεως στην αγορά. Σύμφωνα με τη λεγόμενη αρχή του "embargo", τα μη μέλη αποκτούν κατ' αρχήν μόνο το δικαίωμα μαγνητοσκοπημένης αναμεταδόσεως.
12 Στις 5 Οκτωβρίου 1990 η Επιτροπή δημοσίευσε στην ΕΕ C 251, σ. 2, ανακοίνωση, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. εκδ. 08/001, σ. 25, στο εξής: κανονισμός 17), η οποία περιελάμβανε την ουσία του περιεχομένου της κοινοποιήσεως αυτής και ανακοίνωσε την πρόθεσή της να εκδώσει συναφώς ευνοϊκή απόφαση. Κατόπιν επικριτικών παρατηρήσεων τις οποίες της απηύθυναν τρίτοι, η Επιτροπή οργάνωσε στις 18 και 19 Δεκεμβρίου 1990 ακρόαση με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η αιτούσα υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις στην Επιτροπή και μετέσχε στην ακρόαση αυτή.
13 Στις 24 Ιουνίου 1991, η Επιτροπή απέστειλε στην EBU ανακοίνωση αιτιάσεων, με την οποία επισήμανε ότι το σύστημα περαιτέρω χορηγήσεων αδειών "δεν ήταν αποδεκτό".
14 Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε από την Επιτροπή κατόπιν της εκ μέρους της EBU υποβολής νέου κειμένου, αναθεωρημένου σε συνεννόηση με την Επιτροπή, των κανόνων που αφορούν το σύστημα περαιτέρω χορηγήσεων αδειών.
Νομική εκτίμηση
15 Δυνάμει των συνδυασμένων των διατάξεων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Πρωτοδικείο δύναται, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
16 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει ότι οι αιτήσεις για τα προσωρινά μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να παρουσιάζουν προσωρινό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 13ης Μαΐου 1993, υπόθεση Τ-24/93 R, CMTB κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-543).
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 Προς στήριξη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, προκειμένου να αποφευχθεί η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης εις βάρος της πριν την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, δεν αρκεί η αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής. Είναι επιπλέον απαραίτητη, ως συντηρητικό μέτρο, η αναστολή εφαρμογής του συστήματος Eurovision, το οποίο απαλλάσσεται με την απόφαση αυτή και, ιδίως, της συμφωνίας που αφορά την από κοινού απόκτηση δικαιωμάτων τηλεοπτικής μεταδόσεως διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων.
18 Συναφώς, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η οικονομική βλάβη την οποία της προκαλούν το σύστημα Eurovision και η επίδικη απόφαση είναι προφανής, σοβαρή και ανεπανόρθωτη. Αφενός, το εν λόγω σύστημα θα εμποδίζει την αιτούσα να αποκτήσει και, κατά συνέπεια, να περιλάβει στο πρόγραμμά της μεταδόσεις αθλητικών εκδηλώσεων, πράγμα το οποίο θα δημιουργεί στους τηλεθεατές σχεδόν ανεπανόρθωτα κακή εντύπωση για την επωνυμία της. Τούτο καθίσταται ακόμη σοβαρότερο, δεδομένου ότι η αιτούσα, ως ιδιωτική επιχείρηση η οποία εξαρτάται αποκλειστικά από τα διαφημιστικά έσοδα, έχει ανάγκη, προκειμένου να επιβιώσει, συγκεκριμένου ποσοστού ακροαματικότητας. Αφετέρου, η αδυναμία της αιτούσας να ανταγωνιστεί την EBU και τα μέλη της επιδεινώνεται περισσότερο λόγω του προνομιακού καθεστώτος που απολαύουν στην Ισπανία οι δημόσιες τηλεοπτικές επιχειρήσεις, συνισταμένου, ιδίως, στη διπλή χρηματοδότησή τους από τη διαφήμιση και από πολυάριθμες κρατικές ενισχύσεις. Η Επιτροπή, αντί να διορθώσει την κατάσταση αυτή, εξέδωσε απόφαση παρέχουσα στις εθνικές αρχές και στα εθνικά δικαστήρια έρεισμα για τη διατήρηση του προνομιακού αυτού καθεστώτος, το οποίο αντιβαίνει στη Συνθήκη. Κατά την αιτούσα, σε περίπτωση που οι συνθήκες αυτές διατηρηθούν, θα αναγκαστεί να εξαφανιστεί από την αγορά, ελλείψει επαρκών οικονομικών πόρων προκειμένου να συντηρηθεί.
19 Όσον αφορά το fumus boni juris, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η κύρια προσφυγή είναι εκ πρώτης όψεως βάσιμη. Πρώτον, η επίδικη απόφαση πάσχει ελάττωμα λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου, δεδομένου ότι η Επιτροπή, αντιθέτως προς την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 19 του κανονισμού 17, δεν κοινοποίησε στην αιτούσα τους πραγματικούς λόγους χορηγήσεως απαλλαγής και δεν άκουσε την άποψή της μετά την τροποποίηση εκ μέρους της EBU του συστήματός της περαιτέρω χορηγήσεων αδειών. Δεύτερον, η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει, εις βάρος των ιδιωτικών επιχειρήσεων, την αρχή της ισότητας μεταξύ των επιχειρήσεων, επιτρέποντας τη μη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού σε επιχειρήσεις-μέλη της EBU οι οποίες, από σφάλμα της Επιτροπής, κακώς θεωρήθηκαν ως επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και, κατά συνέπεια, ως εμπίπτουσες στο άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, ενώ εμπίπτουν μόνο στα άρθρα 85 και 86 και μάλιστα δύο εξ αυτών * η TF 1 και το Canal Plus * είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Τρίτον, η επίδικη απόφαση αποτελεί συγχρόνως μέτρο με το οποίο η Επιτροπή ευνοεί, κατά παράβαση του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, τις δημόσιες επιχειρήσεις. Τέταρτον, δεδομένου ότι το σύστημα περαιτέρω χορηγήσεων αδειών το οποίο τροποποιήθηκε κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, δεν έχει, κατά την αιτούσα, καμιά αποτελεσματικότητα στην πράξη, δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το σύστημα Eurovision πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Πέμπτον, το σύστημα Eurovision ενισχύει σαφώς τη δεσπόζουσα θέση που κατέχουν η EBU και ορισμένα μέλη της στην αγορά των αθλητικών αναμεταδόσεων και, ως εκ τούτου, συνιστά κατάχρηση, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης. Τέλος, η επίδικη απόφαση έχει ως σκοπό και ως αποτέλεσμα, όχι την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, αλλά μάλλον τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων στην αγορά των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και την εξουσιοδότηση της δημόσιας εξουσίας και των δημοσίων επιχειρήσεων να διατηρούν κάθε μέτρο που χορηγεί προνόμια στις εν λόγω επιχειρήσεις, πράγμα το οποίο εξέρχεται του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής οσάκις αυτή κινεί διαδικασία σε ζητήματα ανταγωνισμού.
20 Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί, κατ' αρχάς, ότι από την αίτηση της προσφεύγουσας δεν μπορεί να συναχθεί ότι υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης. Κατά την Επιτροπή, η αιτούσα δεν προσκόμισε καμία απτή απόδειξη, όπως, επί παραδείγματι, αριθμητικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει μείωση της ακροαματικότητας ή μείωση των διαφημιστικών εσόδων. Αντιθέτως, τα στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή εμφαίνουν ότι η αιτούσα κατόρθωσε όχι μόνο να καθιερωθεί αλλά και να βελτιώσει τη θέση της στην αγορά. Επιπλέον, η αιτούσα μεταδίδει αθλητικά προγράμματα όπως οποιοσδήποτε άλλος τηλεοπτικός σταθμός και μάλιστα διαθέτει ορισμένα αποκλειστικά δικαιώματα για την αναμετάδοση στην Ισπανία αθλητικών εκδηλώσεων διεθνούς ενδιαφέροντος. Η Επιτροπή υπογραμμίζει συναφώς ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που της παρέσχε η RTVE (σταθμός της ισπανικής κρατικής τηλεοράσεως), η αιτούσα ουδέποτε υπέβαλε προσφορά ώστε να αποκτήσει δικαιώματα σε ορισμένους αθλητικούς τομείς και ουδέποτε ήλθε σε επαφή με την RTVE, προκειμένου να αποκτήσει άδεια αναμεταδόσεως αθλητικών εκδηλώσεων, είτε είχε αποκτήσει η RTVE τα συναφή δικαιώματα εντός του πλαισίου του συστήματος Eurovision είτε όχι. Εν πάση περιπτώσει, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι, εάν δεν υπήρχε το σύστημα Eurovision, θα ήταν σε θέση να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα αναμεταδόσεως. Τέλος, η επίδικη απόφαση ουδόλως δικαιολογεί τις πιθανές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, οι οποίες δημιουργούνται από τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ των δημοσίων τηλεοπτικών επιχειρήσεων, τις οποίες καταγγέλλει η αιτούσα.
21 Όσον αφορά το αίτημα αναστολής της εφαρμογής της συμφωνίας που συνήφθη εντός της EBU, η οποία αφορά την από κοινού απόκτηση δικαιωμάτων τηλεοπτικής μεταδόσεως αθλητικών εκδηλώσεων, και, γενικώς, της εφαρμογής του συστήματος Eurovision, η Επιτροπή θεωρεί το αίτημα αυτό απαράδεκτο, λόγω του ότι το Πρωτοδικείο δεν είναι αρμόδιο, βάσει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης, να διατάσσει την αναστολή συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ τρίτων ούτε να υποκαθιστά την Επιτροπή στην ενάσκηση των προνομιών που της χορηγεί το άρθρο 3 του κανονισμού 17. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή θεωρεί ότι το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους οι οποίοι δικαιολογούν, κατ' αυτήν, την απόρριψη του άλλου αιτήματος περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
22 Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, κανένας από τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει η αιτούσα προκειμένου να θεμελιώσει το παράνομο της επίδικης αποφάσεως δεν δικαιολογεί εκ πρώτης όψεως τη λήψη προσωρινών μέτρων. Όσον αφορά, αφενός, τον λόγο που βασίζεται στην παράβαση ουσιώδους τύπου, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 17 δεν της επιβάλλει ούτε την υποχρέωση να δημοσιεύσει εκ προοιμίου τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στην έκδοση αποφάσεως απαλλαγής ούτε να ακούσει την αιτούσα για δεύτερη φορά, δεδομένου ότι αυτή δεν βρίσκεται, από πλευράς διαδικασίας, στην ίδια κατάσταση με τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούσε άμεσα η διαδικασία την οποία κίνησε η Επιτροπή. Όσον αφορά, αφετέρου, τον λόγο που βασίζεται στην παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού της Συνθήκης, η Επιτροπή, δέχεται μεν ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει να εφαρμόζονται εξίσου στις δημόσιες και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, πλην όμως θεωρεί ότι πρέπει να λαμβάνει υπόψη της, στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλαγής, τις ιδιομορφίες του οικονομικού τομέα στον οποίο δρουν οι επιχειρήσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, ή τα βάρη ή τις υποχρεώσεις που υπέχουν, τούτο δε υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 90 της Συνθήκης, και ιδίως της παραγράφου 2 αυτού. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής δεν πληρούνται σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η συγκεκριμένη κατάσταση ενός ομίλου επιχειρήσεων όταν εφαρμόζεται το άρθρο 85, παράγραφος 3, σε συμφωνία συναφθείσα εντός του ομίλου αυτού. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε, κυρίως, στην "ειδική αποστολή του δημοσίου τομέα" προκειμένου να χορηγήσει την επίδικη απαλλαγή. Η Επιτροπή απλώς εκτίμησε τα θετικά αποτελέσματα των επιμάχων συμφωνιών και έλαβε επικουρικώς υπόψη της, στο πλαίσιο της εξετάσεως του αναγκαίου χαρακτήρα των συμφωνιών αυτών, τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται η συμμετοχή στην EBU. Όσον αφορά την προβαλλόμενη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως την οποία συνιστούν οι επίδικες συμφωνίες, η Επιτροπή παραπέμπει στην επίδικη απόφαση, με την οποία καταλήγει στο ότι η EBU δεν κατέχει καν δεσπόζουσα θέση. Τέλος, όσον αφορά τον λόγο που στηρίζεται στην αναρμοδιότητα της Επιτροπής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απόφαση απαλλαγής αναφέρεται σε κοινοποιηθείσα συμφωνία και ότι η σχετική με την απαλλαγή νομική της ανάλυση στηρίζεται στις ιδιομορφίες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστηρίου
23 Πρέπει πρώτα να επισημανθεί ότι η αιτούσα, με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητεί από το δικαστήριο τη λήψη δύο προσωρινών μέτρων: αφενός, της αναστολής της εφαρμογής του συστήματος Eurovision για την από κοινού απόκτηση δικαιωμάτων τηλεοπτικής μεταδόσεως διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων, το οποίο έχει απαλλαγεί με την επίδικη απόφαση, δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, και, αφετέρου, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής.
24 Όσον αφορά το πρώτο αίτημα, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με το σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων που καθιερώνει η Συνθήκη, στην Επιτροπή εναπόκειται, στο πλαίσιο των εξουσιών ελέγχου του ανταγωνισμού τις οποίες της απονέμουν, ιδίως, οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 85 της Συνθήκης και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, να λάβει, εάν το κρίνει αναγκαίο, προσωρινό μέτρο όπως το αιτούμενο εν προκειμένω. Ο ρόλος του Πρωτοδικείου συνίσταται στην άσκηση του νομικού ελέγχου της συναφούς πράξεως της Επιτροπής και όχι στο να υποκαθιστά την Επιτροπή κατά την άσκηση των εξουσιών που της έχουν απονεμηθεί δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων (βλ. τη διάταξη του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1980, 792/79 R, Camera Care κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1981/Ι, σ. 73, σκέψεις 18 και 20, και τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 1989, Τ-131/89 R, Cosimex κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-1, σκέψη 12).
25 Πρέπει να υπομνησθεί, εξάλλου, ότι η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων εντάσσεται στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης, με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα προσωρινά μέτρα τα οποία το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο θεωρεί αναγκαία να ληφθούν πρέπει, κατ' αρχήν, να εντάσσονται στο πλαίσιο της αποφάσεως που πιθανολογείται ότι θα εκδώσει το Πρωτοδικείο, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 173 και 176 της Συνθήκης, και να αφορούν τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, εν προκειμένω της αιτούσας και της Επιτροπής. Όμως, η απόφαση του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της συμφωνίας που αφορά την από κοινού απόκτηση δικαιωμάτων τηλοψίας και έχει συναφθεί εντός της EBU μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες, επιπλέον, είναι ξένες προς την επίδικη διαφορά.
26 Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι το πρώτο αίτημα αποσκοπεί στην εκ μέρους του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστηρίου έκδοση προσωρινού μέτρου το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
27 Όσον αφορά το δεύτερο αίτημα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το επείγον των αιτουμένων προσωρινών μέτρων πρέπει να εκτιμάται βάσει της υπάρχουσας ανάγκης να αποφευχθεί μέσω των μέτρων αυτών η επέλευση, πριν την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης για τον διάδικο που αιτείται τη λήψη των μέτρων αυτών. Στον διάδικο αυτόν εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί βλάβη επιφέρουσα σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες (βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα διάταξη CMBT κατά Επιτροπής, σκέψη 31).
28 Διαπιστώνεται συναφώς ότι η αιτούσα επικαλείται κατ' ουσίαν μόνο "οικονομική βλάβη", την οποία θα της προκαλέσει η επίδικη απόφαση και το σύστημα Eurovision, χωρίς να έχει προσκομίσει προς τούτο απτές αποδείξεις, όπως αριθμητικά στοιχεία που να αφορούν την πιθανή μείωση της ακροαματικότητας ή των διαφημιστικών εσόδων. Αντιθέτως, η Επιτροπή προσκόμισε αριθμητικά στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι η αιτούσα κατόρθωσε μάλιστα να βελτιώσει τη θέση της στην αγορά (από συμμετοχή στην αγορά 13,8%, από απόψεως ακροαματικότητας, το 1991, σε συμμετοχή στην αγορά 20,7% τον Μάιο του 1993). Επιπλέον, όπως υποστήριξε η Επιτροπή χωρίς να το αμφισβητήσει η αιτούσα, η δεύτερη δεν έχει καταφύγει μέχρι τώρα στο προαναφερθέν συμβατικό σύστημα προσβάσεως προκειμένου να συμπεριλάβει στο πρόγραμμά της αθλητικές εκδηλώσεις τα δικαιώματα των οποίων έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο του συστήματος Eurovision.
29 Όσον αφορά το νέο στοιχείο που επικαλέστηκε η αιτούσα με τις παρατηρήσεις της επί της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, αποδεικνύον ασυνήθιστο ποσοστό ακροαματικότητας της RTVΕ λόγω της μεταδόσεως ενός ιδιαίτερα σημαντικού ποδοσφαιρικού αγώνα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν πρόκειται παρά για μεμονωμένη περίπτωση, η οποία, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστική ως αποδεικτικό στοιχείο που δικαιολογεί το επείγον των αιτουμένων ασφαλιστικών μέτρων. Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η αιτούσα αναγνωρίζει ότι τα δικαιώματα τηλεοπτικής μεταδόσεως αυτής της αθλητικής εκδηλώσεως δεν αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του συστήματος Eurovision.
30 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η αιτούσα δεν απέδειξε, στο παρόν στάδιο, ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αν δεν ληφθούν τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα, η επίδικη απόφαση μπορεί να της προκαλέσει βλάβη μη δυναμένη να επανορθωθεί κατ' εκτέλεση αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η οποία, ενδεχομένως, θα ακυρώσει την επίδικη απόφαση στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής.
31 Συνεπώς, και χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί το prima facie βάσιμο της κύριας προσφυγής που έχει ασκήσει η αιτούσα, διαπιστώνεται ότι οι νομικές προϋποθέσεις που επιτρέπουν τη λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων δεν πληρούνται και ότι, κατά συνέπεια, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα έξοδα.
Λουξεμβούργο, 14 Δεκεμβρίου 1993.
Full & Egal Universal Law Academy