Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κινήθηκε από το ολλανδικό Raad van State. Τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την εφαρμογή και την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (1). Η διάταξη αυτή περιέχει τη διατύπωση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου. Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως θα χρησιμεύσει στο αιτούν δικαστήριο για να κρίνει τη νομιμότητα των όρων προσβάσεως σε συστήματα της κοινωνικής πρόνοιας. Τα συναφή συστήματα παροχών βρίσκονται, από άποψη αντικειμένου, στα μεταξύ της κοινωνικής ασφαλίσεως και της κοινωνικής πρόνοιας όρια.
2 Η κύρια δίκη στηρίζεται σε δύο διοικητικές διαφορές, οι οποίες αφορούν την αξίωση της Laperre (στο εξής: εφεσείουσα) για επίδομα ανεργίας. Έως την 1η Ιουνίου 1989, αυτή ελάμβανε επίδομα βάσει της Rijksgroepsregeling werklose werknemers (εθνική κλαδική κανονιστική ρύθμιση περί ανέργων, στο εξής: RWW). Ο τερματισμός του επιδόματος διατάχθηκε επειδή η περιουσία της εφεσείουσας υπερέβαινε το ύψος του προβλεπομένου από τον νόμο ποσού που δεν λαμβάνεται υπόψη.
3 Η αίτηση της εφεσείουσας για επίδομα βάσει του Wet inkomensvoorziening oudere en gedeeltelijk arbeidsongeschikte werklose werknemers (νόμος περί χορηγήσεως επιδόματος στους ανέργους μισθωτούς εργαζομένους που είναι ηλικιωμένοι και μερικώς ανίκανοι προς εργασία, στο εξής: ΙΟAW) απορρίφθηκε, επειδή αυτή δεν πληρούσε τις καθοριζόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, του IOAW προϋποθέσεις της αξιώσεως.
4 Αμφότερες οι διοικητικές αποφάσεις επικυρώθηκαν από την Bestuurscommissie beroepszaken in de provincie Zuid-Holland (διοικητική επιτροπή κοινωνικών υποθέσεων της επαρχίας Zuid-Holland, στο εξής: εφεσίβλητη).
5 Η εφεσείουσα ισχυρίστηκε με την έφεσή της ότι η προβλεπομένη από τον ΙΟAW προϋπόθεση σχετικά με την προηγούμενη δραστηριότητα του εργαζομένου έχει ως αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την προϋπόθεση που αφορά την ηλικία, έμμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών, δεδομένου ότι οι γυναίκες παρά πολύ σπανιότερα απ' ότι οι άνδρες μπορούν να πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Η λήψη υπόψη της περιουσίας (2), η οποία έχει αποφασιστική σημασία για τον τερματισμό του επιδόματος βάσει της RWW, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αγνοηθεί ως προς τις γυναίκες που έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους, το δε άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ΙΟAW δεν είναι δεσμευτικό.
6 Τα συγκεκριμένα συστήματα παροχών βρίσκονται σε σχέση επικουρικότητας μεταξύ τους. Έχουν κοινό χαρακτηριστικό την εξασφάλιση εισοδήματος στο ύψος του ελαχίστου ορίου συντηρήσεως. Η RWW, θεσπισθείσα βάσει του ABW, αποτελεί τη νομική βάση για επιδόματα ανέργων, οι προϋποθέσεις αξιώσεως των οποίων μπορούν να συγκριθούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες ενός επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας βάσει του ABW. Επομένως, αξίωση επιδόματος δεν υφίσταται οσάκις η περιουσία του εγείροντος την αξίωση υπερβαίνει ορισμένο μη λαμβανόμενο υπόψη ποσό και, συνεπώς, αυτός διαθέτει επαρκή μέσα για την εξασφάλιση των προς το ζην. Αντιθέτως προς το αμιγές επίδομα κοινωνικής πρόνοιας βάσει του ABW, δημιουργούνται πρόσθετα κίνητρα για την εξασφάλιση της διατροφής με ίδιες δυνάμεις, παραμένοντας ένας δυνατός δικαιούχος διαθέσιμος, για παράδειγμα, για την αγορά εργασίας.
7 Τα βάσει του ΙΟAW επιδόματα έχουν αντιθέτως προβλεφθεί για συγκεκριμένο κύκλο προσώπων και συνδέονται με εν μέρει αυστηρότερες προϋποθέσεις προσβάσεως. Σε σχέση προς την RWW, ο ΙΟAW αποτελεί ειδικότερη ρύθμιση. Ως προς τη λήψη υπόψη της περιουσίας, οι προϋποθέσεις της αξιώσεως επιδόματος βάσει του ΙΟΑW είναι λιγότερο αυστηρές, δεδομένου ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας περιουσίας δεν αντιτίθεται σε μία αξίωση.
8 Ο κύκλος των κατά τον ΙΟΑW δικαιούχων αποτελείται από ηλικιωμένους εργαζομένους που έχουν καταστεί άνεργοι καθώς και από εν μέρει ανικάνους προς εργασία ανέργους. Μία των προϋποθέσεων αξιώσεως για επίδομα σύμφωνα με τον ΙΟΑW είναι η εξάντληση των επιδομάτων σύμφωνα με τον Werkloosheidswet (νόμος περί ανεργίας, στο εξής: WW). Αυτοί που μπορούν να είναι δικαιούχοι αξιώσεως είναι, επομένως, οι για μακρύ χρονικό διάστημα άνεργοι οι οποίοι, λόγω της ηλικίας τους ή της μερικής ανικανότητάς τους προς εργασία, αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες όσον αφορά την επανενσωμάτωσή τους στην αγορά εργασίας. Το βάσει του ΙΟΑW επίδομα αποτελεί μεταβατική ρύθμιση για τον εν λόγω κύκλο προσώπων έως τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
9 Η ευνοϋκότερη, σε σύγκριση προς ένα βάσει της RWW επίδομα, προϋπόθεση για τη λήψη επιδόματος βάσει του ΙΟΑW, υπό τη μορφή της μη λήψεως υπόψη του στοιχείου της περιουσίας, έχει ως σκοπό να προστατεύσει τους δυνατούς δικαιούχους αξιώσεως από την κατασπατάληση περιουσίας αποκτηθείσας κατά τη διάρκεια μακρόχρονου επαγγελματικού βίου, ενόψει της πολύ μικρής πιθανότητας να επαναποκτήσουν μια τέτοια περιουσία αναλαμβάνοντας εκ νέου επαγγελματική δραστηριότητα.
10 Εκείνος που ευνοείται από τον νόμο αυτόν δεν πρέπει να εξαναγκασθεί «να ξεπουλήσει το σπίτι του» προτού να έχει εξασφαλίσει ένα κρατικό επίδομα.
11 Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απαγορεύει, καταρχήν, εθνικό νομικό σύστημα, όπως αυτό που περιλαμβάνεται στον ΙΟΑW, να προβλέπει παροχή αποσκοπούσα στην εξασφάλιση ενός επιπέδου εισοδημάτων ίσου προς το ελάχιστο όριο συντηρήσεως, η χορήγηση της οποίας - καθόσον έχει σημασία εν προκειμένω - δεν εξαρτάται από την περιουσία, αλλά εξαρτάται - εν συντομία - από προϋποθέσεις αφορώσες τον προηγούμενο επαγγελματικό βίο και την ηλικία, ενώ, αντιθέτως, η περιουσία λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο άλλου εθνικού νομικού συστήματος που προβλέπει παροχή του ιδίου τύπου, όπως είναι το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που περιλαμβάνεται στην RWW, όταν είναι αποδεδειγμένον ότι σημαντικά μεγαλύτερος αριθμός ανδρών παρά γυναικών πληρούν τις προϋποθέσεις για να τύχουν της εφαρμογής του ευνοϋκότερου συστήματος που προβλέπει ο IOAW;
2) Μπορεί η εφαρμογή του πρώτου αναφερομένου στο ερώτημα 1 συστήματος, η οποία συνεπάγεται ότι σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό ανδρών παρά γυναικών δεν εφαρμόζεται η προϋπόθεση της περιουσίας που προβλέπει η νομοθεσία περί κοινωνικής πρόνοιας, να δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα άτομα, ως προς τα οποία εφαρμόζεται το σύστημα αυτό, έχουν ελάχιστες ευκαιρίες να βρουν εκ νέου εργασία και, επομένως, δεν μπορούν, ή σχεδόν δεν μπορούν, να έχουν κάποτε τη δυνατότητα να δημιουργήσουν εκ νέου μία στο παρελθόν αναλωθείσα περιουσία; (3)»
12 Για να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο του πρώτου ερωτήματος, το Δικαστήριο απηύθυνε στους μετέχοντες στη δίκη - την Ολλανδική Κυβέρνηση και την Επιτροπή - την ακόλουθη ερώτηση:
«Κατά πόσον μπορεί η ύπαρξη ενδεχομένης έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως, βάσει συστήματος όπως το θεσπιζόμενο από τον ΙΟΑW, να εξαρτάται από την ύπαρξη συστήματος όπως αυτό που έχει θεσπισθεί από τον ABW και την RWW;»
13 Η άποψη των διαδίκων θα εξεταστεί στο πλαίσιο της γνωματεύσεως επί της υποθέσεως.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
14 Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να μάθει αν, με τον τρόπο που ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις για τη λήψη επιδόματος βάσει του ΙΟΑW, δημιουργείται έμμεση δυσμενής διάκριση λόγω φύλου ασυμβίβαστη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
15 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ως προς τις πραγματικές σχέσεις, όσον αφορά το δικαίωμα επιδόματος βάσει του ΙΟΑW, ότι από τις στατιστικές του Centraal Bureau voor de Statistiek συνάγεται ότι, το έτος 1989, σημαντικά μεγαλύτερος αριθμός ανδρών παρά γυναικών ελάμβαναν επίδομα βάσει του ΙΟΑW. Στις Κάτω Ξώρες ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα πολύ περισσότεροι άνδρες απ' ό,τι γυναίκες. Από αυτό μπορεί να εικασθεί ότι, την εποχή εκείνη, σημαντικά περισσότεροι άνδρες απ' ό,τι γυναίκες πληρούσαν τις προβλεπόμενες από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ΙΟΑW προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος που αφορούν - με λίγα λόγια - τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου και ορισμένη ηλικία.
16 Κατ' αρχάς, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η παρούσα διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7.
Το άρθρο 2 ορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ως «τον ενεργό πληθυσμό συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητα εργαζομένων, των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότητα έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και [τα] πρόσωπ[α] που αναζητούν εργασία, καθώς και [τους] συνταξιούχ[ους] και [τους] αναπήρ[ους] εργαζομέν[ους]». Ενόψει του γεγονότος ότι η εφεσείουσα έλαβε άλλοτε επίδομα βάσει της RWW, ελλείψει αντιθέτων πληροφοριών, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι αυτή, ως ζητούσα εργασία, πρέπει να υπαχθεί στον ενεργό πληθυσμό κατά την έννοια της οδηγίας.
17 Το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής καθορίζεται από το άρθρο 3 της οδηγίας. Σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο αα, η οδηγία έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία από τον κίνδυνο της ανεργίας και, σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο ββ, στις αφορώσες την κοινωνική πρόνοια κανονιστικές ρυθμίσεις, κατά το μέτρο που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τα συστήματα που αναφέρονται υπό στοιχείο αα. Τα βάσει του ΙΟΑW επιδόματα ευχερώς μπορούν να αναγνωριστούν ως επιδόματα σε περίπτωση ανεργίας. Για την υπαγωγή των βάσει του ΙΟΑW επιδομάτων στο συγκρίσιμο κανονιστικό πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (4), το Δικαστήριο διαπίστωσε ήδη ότι αυτά έχουν άμεση σχέση με τον κίνδυνο της ανεργίας (5). Ακόμη και αν τεθεί το ερώτημα σχετικά με τη νομική φύση των βάσει του ΙΟΑW επιδομάτων, ως επιδομάτων της κοινωνικής ασφαλίσεως ή ως επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας, τα βάσει του ΙΟΑW επδόματα θα καλύπτονται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας, ως ένα σύστημα πρόνοιας που παρεμβαίνει, συνδεόμενο με τα βάσει του νόμου περί ανεργίας επιδόματα. Η τελευταία αυτή σκέψη πρέπει να ισχύει, επίσης, για τα βάσει της RWW επιδόματα, τα οποία από την πλευρά τους - επικουρικώς ως προς τα επιδόματα βάσει του ΙΟΑW - προορίζονται για την εξασφάλιση των προς το ζην των ανέργων.
18 Η απαγόρευση των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει ως εξής:
«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, (...) και ιδιαίτερα όσον αφορά:
- το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά (...)»
19 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (6), μία απαγορευομένη από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας έμμεση δυσμενής διάκριση υφίσταται οσάκις ένα εθνικό μέτρο, καίτοι έχει ουδέτερη διατύπωση, θέτει στην πράξη σε δυσμενή μοίρα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν το μέτρο αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (7).
20 Η δυνατότητα της δικαιολογήσεως ενός αντικειμενικού μέτρου, το οποίο εισάγει έμμεση διάκριση, αποτελεί, συναφώς, τμήμα του εξεταστέου πραγματικού γεγονότος της δυσμενούς διακρίσεως. Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται άμεσα στην εξέταση του στοιχείου αυτού.
21 Κατ' αρχάς τίθεται, εντούτοις, το ερώτημα αν κατά τη διαμόρφωση των περί ων ο λόγος επιδομάτων διακρίνεται έμμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου. Μια τέτοια άνιση μεταχείριση θα μπορούσε, αφενός, να στηρίζεται στον ορισμό του κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ΙΟΑW δικαιώματος αξιώσεως για επίδομα βάσει του ΙΟΑW και, αφετέρου, ενδεχομένως, να διακρίνεται στη συνύπαρξη των συστημάτων της RWW και του ΙΟΑW με διαφορετικά καθοριζόμενες προϋποθέσεις προσβάσεως. Αυτό το τελευταίο αφορούσε η ερώτηση του Δικαστηρίου προς τους διαδίκους.
22 Ας δούμε πρώτα τις προϋποθέσεις αξιώσεως για επίδομα βάσει του ΙΟΑW σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ΙΟΑW. Πρέπει να εξεταστεί αν η διάταξη χαρακτηρίζεται από μία ουδέτερη διατύπωση, η οποία εντούτοις, κατά κανόνα, καλύπτει μόνον τους ανήκοντες σε ένα φύλο και, επομένως, παράγει ένα ειδικό αποτέλεσμα για την οικεία ομάδα προσώπων.
23 Κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ΙΟΑW, δικαίωμα έχει εκείνος ο οποίος
1) είναι άνεργος και δεν έχει ακόμη συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του·
2) έχει καταστεί άνεργος μετά τη συμπλήρωση του 50ού έτους αλλά πριν από τη συμπλήρωση του 57,5 έτους της ηλικίας του, και ο οποίος,
3) από της λήξεως της πλήρους περιόδου αποζημιώσεως, που προβλέπουν τα άρθρα 42, παράγραφοι 1 και 2, ή 43, παράγραφος 2, και 49, παράγραφος 1, καθώς και το άρθρο 76, καθόσον έχει εφαρμογή, του WW (νόμου περί ανεργίας), έχει λάβει επίδομα λόγω στερήσεως μισθού και επίδομα συνεχιζόμενο δυνάμει του νόμου αυτού.
24 Πρώτα πρώτα, επιθυμώ να επισημάνω ότι στο γεγονός ότι γίνεται σύνδεση με μία, όπως και αν αυτή έχει διαμορφωθεί, προγενέστερη επαγγελματική δραστηριότητα δεν διακρίνεται κανένα στοιχείο εισάγον διακρίσεις, ακόμη και αν στο παρελθόν συμμετείχε ενεργώς στην επαγγελματική ζωή σημαντικά μεγαλύτερο τμήμα του ανδρικού πληθυσμού απ' ό,τι του γυναικείου, δεδομένου ότι μία ασφαλιστική παροχή, για την περίπτωση της ανεργίας, υφίσταται κατ' ανάγκη στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας (8). Οι περιπτώσεις 1 και 2 του στοιχείου a της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ΙΟΑW ορίζουν εκάστη, ως προς το φύλο, ουδέτερα όρια ηλικίας. Επίσης, στην περίπτωση 3 του στοιχείου a της παραγράφου 1 του άρθρου 2 δεν μπορεί να διακριθεί καμία άμεση διαφοροποίηση ανάλογα με το φύλο. Στην περίπτωση αυτή ορίζεται η προϋπόθεση ότι τα επιδόματα σύμφωνα με τον WW πρέπει να εξαντλούνται πριν από την διεκδίκηση δικαιώματος αξιώσεως βάσει του ΙΟΑW. Προβληματικό θα μπορούσε μόνο να είναι το κριτήριο της «πλήρους περιόδου αποζημιώσεως».
25 Από τα στοιχεία που γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο, τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι διάδικοι, δεν μπορεί μετά βεβαιότητας να καθοριστεί ποια σημασία πρέπει να αποδοθεί στον εν λόγω όρο της έννομης τάξεως του κράτους μέλους. Μου φαίνεται αναμφίβολο ότι γενικώς κάποτε πρέπει να υπήρξε δικαίωμα αξιώσεως σύμφωνα με τον WW. Διάρκεια και ύψος των επιδομάτων - επιδομάτων λόγω στερήσεως μισθού και επιδόματος συνεχιζομένου - δεν εξαρτώνται από την προγενέστερη βιοποριστική δραστηριότητα.
26 Η Επιτροπή ανέφερε ότι η ελαχίστη διάρκεια επιδόματος λόγω στερήσεως μισθού ανέρχεται σε έξι μήνες (άρθρο 43, παράγραφος 1). Η διάρκεια αυτή παρατείνεται, εντούτοις, εκάστοτε για άλλα πέντε έτη προγενέστερης βιοποριστικής δραστηριότητας του εγείροντος την αξίωση. Η ανωτάτη διάρκεια του επιδόματος ανέρχεται σε πέντε έτη για εκείνα τα πρόσωπα τα οποία άσκησαν επαγγελματική δραστηριότητα επί 40 έτη και περισσότερο (άρθρο 43, παράγραφος 2). Στις περιόδους της χορηγήσεως επιδόματος λόγω στερήσεως μισθού επισυνάπτεται, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της προηγούμενης βιοποριστικής δραστηριότητας, η χορήγηση του «συνεχιζομένου επιδόματος» για ένα έτος (9).
27 Ερωτάται, επομένως, αν το πραγματικό γεγονός «της πλήρους περιόδου αποζημιώσεως» σημαίνει ότι πρέπει εν γένει να υπήρξε αξίωση για επίδομα βάσει του WW, η οποία εξαντλήθηκε, ή αν η ανωτάτη διάρκεια του επιδόματος έπρεπε να συμπληρωθεί για να μπορεί να δημιουργηθεί αξίωση για επίδομα βάσει του ΙΟΑW.
28 Η διάκριση έχει σημασία επειδή η σύνδεση με προηγούμενο δικαίωμα αξιώσεως, όπως και αν έχει διαμορφωθεί - έστω και μόνο για την ελαχίστη διάρκεια - κατά τη γνώμη μου, δεν δημιουργεί πρόβλημα ενόψει δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου. Η απαίτηση προγενέστερης βιοποριστικής δραστηριότητας είναι καθαυτή - όπως ήδη επισημάνθηκε - αβλαβής. Βασικά, διαφορετικά έχουν τα πράγματα σε περίπτωση που η μεγίστη διάρκεια επιδόματος βάσει του WW θα πρέπει να έχει εξαντληθεί. Πράγματι, σύμφωνα με την πείρα, οι βιογραφίες των γυναικών, όσον αφορά τη βιοποριστική δραστηριότητά τους, εμφανίζουν σημαντικά συχνότερα κενά απ' ό,τι αυτές των ανδρών λόγω της εκπληρώσεως οικογενειακών καθηκόντων. Η προϋπόθεση μιας περισσότερο ή λιγότερο αδιάλειπτης βιοποριστικής δραστηριότητας, ιδίως στην ηλικία των 20 έως 45 ετών περίπου, ως προϋπόθεση για τη συμπλήρωση μιας «πλήρους περιόδου αποζημιώσεως» ασφαλώς θα αποτελούσε δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών.
29 Πιθανολογείται κάπως ότι σημαντικός αριθμός ετών της βιοποριστικής δραστηριότητας πρέπει να έχουν συμπληρωθεί προτού να είναι δυνατή η λήψη επιδόματος βάσει του ΙΟΑW. Στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως γίνεται λόγος για εισόδημα πραγματοποιούμενο από εργασία «επί μακρό χρόνο» (10). Στο δικόγραφο της Ολλανδικής Κυβερνήσεως επίσης, όπως και στην απάντηση στην ερώτηση του Δικαστηρίου, λαμβάνεται κατ' επανάληψη υπόψη η μακρά διάρκεια (11) της βιοποριστικής δραστηριότητας ως χαρακτηριστικό κριτήριο όσον αφορά το δικαίωμα αξιώσεως για επίδομα βάσει του ΙΟΑW.
30 Εντούτοις, η ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν επιτρέπει το βέβαιο συμπέρασμα ότι η προϋπόθεση του προγενέστερου βιοποριστικού βίου έχει αποτελέσματα εισάγοντα διακρίσεις (12). Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για πρόβλημα ερμηνείας του δικαίου του κράτους μέλους ή για πραγματικό ζήτημα, το οποίο εν τέλει θα πρέπει να διευκρινιστεί από το δικαστήριο του κράτους μέλους.
31 Επειδή δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί οριστικώς η σημασία του κριτηρίου «πλήρης περίοδος αποζημιώσεως», επιθυμώ, για την περαιτέρω εξέταση, να λάβω ως βάση το ότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για προϋπόθεση λήψεως επιδόματος βάσει του ΙΟΑW η οποία έχει αποτελέσματα εισάγοντα διακρίσεις.
32 Ως ένα δεύτερο σύνολο μιας ενδεχομένως εισάγουσας διακρίσεις περιστάσεως, επιθυμώ να εξετάσω το ερώτημα σχετικά με τη σημασία της συνυπάρξεως της RWW και του ΙΟΑW. Η εφεσείουσα φαίνεται να διακρίνει μία δυσμενή διάκριση στην αλληλοεξάρτηση των συστημάτων, όταν ισχυρίζεται, κατά την κύρια δίκη, ότι το στηριζόμενο στην περιουσία κριτήριο του ABW δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως προς τις γυναίκες άνω των 50 ετών και το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ΙΟΑW δεν πρέπει να είναι υποχρεωτικό.
33 Το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να μην έχει αποφύγει τον ειρμό αυτών των σκέψεων, δεδομένου ότι στο ερώτημά του σχετικά με τον χαρακτηρισμό των προϋποθέσεων λήψεως επιδόματος βάσει του ΙΟΑW δέχεται ως σύστημα αναφοράς την RWW.
34 Έχοντας αυτά υπόψη πρέπει να γίνεται αντιληπτή η ερώτηση του Δικαστηρίου προς τους διαδίκους, με την οποία ερωτάται κατά πόσον μπορεί να οφείλεται μία έμμεση δυσμενής διάκριση λόγω φύλου στη συνύπαρξη των συστημάτων.
35 Η Ολλανδική Κυβέρνηση, η οποία, κατ' αρχάς, δεν είχε λάβει θέση με το δικόγραφό της ως προς την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως, διατυπώνει με την απάντησή της στην ερώτηση του Δικαστηρίου την ακόλουθη άποψη.
36 Περιγράφει τη σχέση των ΙΟΑW, RWW και ABW ως μία σχέση επικουρικότητας. Αξίωση για επίδομα βάσει της RWW έχει μόνον αυτός ο οποίος δεν έχει αξίωση για «προηγούμενο» βάσει του ΙΟΑW επίδομα. Κατά παρόμοιο τρόπο, αξίωση για επίδομα βάσει του ABW έχει μόνον όποιος δεν έχει αξίωση για προηγούμενο αυτού επίδομα βάσει της RWW. Η λήψη επιδόματος βάσει του ΙΟΑW δεν ρυθμίζεται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις λόγω φύλου. Το πρόσωπο το οποίο δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της RWW ή του ABW. Εντούτοις, η ύπαρξη επικουρικών συστημάτων επιδομάτων σύμφωνα με την RWW ή τον ABW δεν ενδείκνυται για να θεωρηθούν οι προϋποθέσεις λήψεως επιδόματος βάσει του ΙΟΑW ως εισάγουσες έμμεση διάκριση. Αυτό καθίσταται σαφέστερο αν ληφθεί ως βάση η υπόθεση ότι δεν υπάρχει επίδομα ούτε βάσει της RWW ούτε βάσει του ABW. Αν σε μια τέτοια περίπτωση δεν χορηγηθεί επίδομα βάσει του ΙΟΑW, δεν θα υπάρχει καμία αξίωση για άλλο επίδομα. Στην περίπτωση αυτή θα είχε σημασία μόνον αν η άρνηση είχε ενδεχομένως χαρακτήρα έμμεσης διακρίσεως.
37 Η Ολλανδική Κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την ερώτηση του Δικαστηρίου υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο ζητεί μία εξήγηση γιατί στην πράξη φαινομενικά μεγαλύτερος αριθμός ανδρών παρά γυναικών έχουν αξίωση για επίδομα βάσει του ΙΟΑW, ενώ οι γυναίκες μάλλον εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της RWW. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει δύο λόγους που εξηγούν το φαινόμενο αυτό. Πρώτον, λαμβάνει υπόψη τον ορισμό των προϋποθέσεων προσβάσεως, οι οποίες εξαρτώνται, αφενός, από το επαγγελματικό παρελθόν και, αφετέρου, από το ανεπαρκές των εισοδημάτων των δικαιούχων. Αποτελεί κοινωνική πραγματικότητα ότι, στην ηλικία των δικαιούχων, σημαντικά περισσότεροι άνδρες, σχεδόν κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής τους, έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα, ενώ αντιθέτως αυτό συνήθως δεν συμβαίνει στην περίπτωση των γυναικών. Ως προς το εισόδημα πρέπει να ληφθεί ως βάση το γεγονός ότι, στην περίπτωση συζύγων, τα εισοδήματα αμφοτέρων των συζύγων λαμβάνονται υπόψη, ώστε, στην περίπτωση εισοδήματος των ανδρών συζύγων, το ζευγάρι δεν έχει αξίωση για επίδομα βάσει του ΙΟΑW. Η τελευταία αυτή σκέψη ισχύει εξάλλου και για το βάσει της RWW επίδομα, ώστε, ενόψει της κοινωνικής δομής, ένας σχετικά μεγαλύτερος αριθμός γυναικών σε σχέση προς τους άνδρες δεν έχει αξίωση για επίδομα βάσει της RWW.
38 Ως δεύτερο λόγο για τη φαινομενική υπερεκπροσώπηση των ανδρών στον κύκλο των δικαιούχων της αξιώσεως για επίδομα βάσει του ΙΟΑW, η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρει τη μέθοδο συλλογής των στατιστικών στοιχείων. Όταν ένα ανδρόγυνο λαμβάνει επίδομα βάσει του ΙΟΑW, στατιστικά λαμβάνεται υπόψη εκείνος στο πρόσωπο του οποίου δημιουργήθηκε η αξίωση, κατά κανόνα δε αυτοί είναι οι άνδρες. Εντούτοις, η Ολλανδική Κυβέρνηση κρίνει ότι αξίζει να αναφερθεί ότι, στην περίπτωση επιδομάτων για ανδρόγυνα βάσει του ΙΟΑW, κάθε σύζυγος έχει αξίωση για «το μερίδιό του» από το επίδομα.
39 Η απάντηση της Επιτροπής στην ερώτηση του Δικαστηρίου μπορεί να αποδοθεί ως εξής:
Κατ' αρχάς, υπογραμμίζει ότι μπορεί εν γένει να γίνεται λόγος για έμμεση διάκριση μόνον αν σχετικά σημαντικά μικρότερος αριθμός γυναικών παρά ανδρών είχαν αξίωση για επίδομα βάσει του ΙΟΑW. Για να μπορεί να δοθεί απάντηση στην ερώτηση του Δικαστηρίου πρέπει να γίνει διάκριση αν τα δύο νομικά συστήματα εφαρμόζονται επαλλήλως ή αλλεπαλλήλως.
Στην πρώτη περίπτωση δεν μπορεί από τη συνύπαρξη των συστημάτων να προέλθει έμμεση διάκριση. Στην κατάσταση αυτή βασίζονται οι σχέσεις της κύριας υποθέσεως. Εκείνοι οι οποίοι δεν μπορούν να τύχουν επιδόματος βάσει του ΙΟΑW θα «υπαχθούν» στα επικουρικά συστήματα σύμφωνα με την RWW και τον ABW. Στην περίπτωση αυτή πρέπει μόνο να εξεταστεί αν η λήψη επιδόματος βάσει του ΙΟΑW ρυθμίζεται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις.
Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι τα συστήματα βρίσκονται μεταξύ τους σε αμοιβαία σχέση εξαρτήσεως, ώστε ο εισάγων διακρίσεις χαρακτήρας του τελευταίου εφαρμοστέου συστήματος απορρέει άμεσα από τον εισάγοντα διακρίσεις χαρακτήρα του πρώτου εφαρμοστέου συστήματος. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο ΙΟΑW εμφανίζεται ως προέκταση του WW, υπό την έννοια ότι ο δικαιούχος έχει αξίωση για επίδομα βάσει του ΙΟΑW μόνον αν αυτός προηγουμένως έχει λάβει επίδομα βάσει του WW. Αν - αντίθετα προς αυτό που δέχεται η Επιτροπή - πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι το άρθρο 2 του ΙΟΑW, όσον αφορά τον προηγούμενο βιοποριστικό βίο, αποτελεί την πηγή έμμεσων διακρίσεων, τότε αυτή οφείλεται στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για πλήρες επίδομα ανεργίας βάσει του WW. Επομένως, ο WW έχει ως αποτέλεσμα έμμεση διάκριση, η οποία συνεχίζεται στο επόμενο επίπεδο.
Καταλήγοντας, η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι στην ερώτηση του Δικαστηρίου πρέπει να δοθεί απάντηση υπό την έννοια ότι ενδεχομένη έμμεση διάκριση δεν εξαρτάται από την ύπαρξη των συστημάτων σύμφωνα με την RWW και τον ABW.
40 Κατά τη γνώμη μου, μια σφαιρική θεώρηση των επικουρικώς παρεμβαινόντων συστημάτων του ΙΟΑW, της RWW και του ABW δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η απλή συνύπαρξη των συστημάτων - όπου οι δυνατοί δικαιούχοι που προβάλλουν αξίωση, όπως στην περίπτωση ενός κλιμακωτού καταρράκτη, «πέφτουν» εκάστοτε στην υψηλότερη αλλά και στην κατώτερη βαθμίδα, για να προσγειωθούν τελικά σ' αυτήν των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας σύμφωνα με τον ABW - δημιούργησε έμμεση διάκριση, η οποία βαίνει πέραν εκείνης, η οποία ενδεχομένως οφείλεται στον τρόπο ορισμού των προϋποθέσεων λήψεως επιδόματος βάσει του ΙΟΑW. Επειδή, εντούτοις, μία τέτοια διάκριση δεν μπορεί να αποκλειστεί, τίθεται το ερώτημα αν αυτή μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους άσχετους προς διάκριση λόγω φύλου, ώστε μία ενδεχομένως σε αντικειμενικούς λόγους οφειλομένη διάκριση να μην πρέπει να θεωρηθεί ως απαγορευμένη διάκριση λόγω φύλου.
41 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η δικαιολογία μπορεί να έγκειται στο ότι τα επιλεγέντα μέσα ανταποκρίνονται σε θεμιτό σκοπό της κοινωνικής πολιτικής του κράτους μέλους, είναι κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού αυτού και αναγκαία προς τούτο (13).
42 Η Ολλανδική Κυβέρνηση, προκειμένου να αιτιολογήσει τους περί ων ο λόγος κανόνες, αναφέρει τα εξής. Ο ΙΟΑW χορηγεί επίδομα για το ελάχιστο όριο συντηρήσεως υπό την έννοια ότι αυτό εξασφαλίζει στον οικείο εργαζόμενο εισόδημα του επιπέδου του ελαχίστου ορίου συντηρήσεως, ο οποίος λόγω της απώλειας της θέσεώς του εργασίας δεν διαθέτει πλέον επαρκή εισοδήματα από βιοποριστική δραστηριότητα ή συνδεόμενα με βιοποριστική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το ερώτημα αν ο ενδιαφερόμενος διαθέτει περιουσία. Ενώ αυτό δεν εξαρτάται από την περιουσία, ο νομοθέτης πέτυχε ένα επίπεδο προστασίας, το οποίο αυτός ήθελε να παράσχει σε ηλικιωμένους εργαζομένους, οι οποίοι ήσαν άνεργοι ήδη για μακρύ χρονικό διάστημα, ασκούσαν δε επαγγελματική δραστηριότητα κατά το μεγαλύτερο μέρος μακράς χρονικής περιόδου, προτού να χάσουν τη θέση τους. Οι προϋποθέσεις για λήψη επιδόματος βάσει του ΙΟΑW είναι έτσι διατυπωμένες ώστε μόνον εκείνοι οι οποίοι ανήκουν στην κατηγορία αυτή μπορούν να λάβουν επίδομα βάσει του ΙΟΑW και όχι οποιοσδήποτε, είτε νέος είτε ηλικιωμένος, είτε έχει εργαστεί παλαιότερα είτε όχι.
43 Καταλήγοντας, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει την άποψη ότι ο νόμος επιδιώκει θεμιτό σκοπό (14) της κοινωνικής πολιτικής, επομένως, η διατύπωση των προϋποθέσεων προσβάσεως ενδείκνυται και απαιτείται για την επίτευξη του σκοπού.
44 Η Επιτροπή, επίσης, υποστηρίζει, στηριζομένη στις αποφάσεις Teuling (15), Molenbroek (16) και Roks κ.λπ. (17), την άποψη ότι η κοινωνική εξασφάλιση των για μεγάλο χρονικό διάστημα ανέργων ηλικίας άνω των 50 ετών αποτελεί σκοπό μη έχοντα σχέση με δυσμενή διάκριση λόγω φύλου και κινείται στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής ενός κράτους μέλους. Όχι μόνον ο σκοπός του μέτρου είναι νόμιμος, αλλά τα χρησιμοποιηθέντα μέτρα είναι, επιπλέον, κατάλληλα και σχετικά.
45 Πρέπει στο εξής να κριθεί αν το προσβαλλόμενο μέτρο εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό (18) της κοινωνικής πολιτικής ενός κράτους μέλους. Νόμιμος πρέπει να θεωρείται ο σκοπός της κοινωνικής πολιτικής κράτους μέλους ο οποίος δεν είναι ασυμβίβαστος προς το κοινοτικό δίκαιο. Όπως, εν τω μεταξύ, κατ' επανάληψη αναφέρθηκε, ο Ολλανδός νομοθέτης επιδίωξε, με τη θέσπιση του ΙΟΑW τον Ιανουάριο του 1987, τον σκοπό να προσφέρονται σε ηλικιωμένους, οι οποίοι είναι ανέργοι επί μεγάλο χρονικό διάστημα και οι οποίοι (και ενδεχομένως οι οικογένειές τους) κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ζωής τους συντηρήθηκαν με εισοδήματα από δική τους βιοποριστική δραστηριότητα, μέσα συντηρήσεως, για τη μεταβατική περίοδο μετά την παύση της αξιώσεως για βοήθημα ανεργίας και πριν από την ύπαρξη αξιώσεως για παροχή συντάξεως. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση της συγκεκριμένης αυτής κατηγορίας, δηλαδή των προσώπων που κατέστησαν άνεργοι άνευ δικού τους πταίσματος. Σ' αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι λόγω της ηλικίας τους ή της καταστάσεως της υγείας τους αντιμετωπίζουν ειδικά εμπόδια, τα οποία δυσχεραίνουν την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας, αν δεν την καθιστούν αδύνατη, θα πρέπει να προσφερθεί παροχή πρόνοιας, οι προϋποθέσεις λήψεως της οποίας βρίσκονται πάνω από το επίπεδο εκείνων της κοινωνικής πρόνοιας. Το ύψος των επιδομάτων κινείται στο επίπεδο του ελαχίστου ορίου συντηρήσεως. Οπωσδήποτε, αυτός ο κύκλος προσώπων πρέπει να προστατεύονται από τον κίνδυνο καταναλώσεως μιας περιουσίας που ενδεχομένως αποταμίευσαν κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου τους, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να προφυλαχθούν από την πλήρη πενία στα γηρατειά τους.
46 Αυτός ο νομοθετικός σκοπός πρέπει να αναγνωριστεί απολύτως ως θεμιτός σκοπός της κοινωνικής πολιτικής του κράτους μέλους. Ερωτάται μόνον αν οι προϋποθέσεις λήψεως που αφορούν προηγούμενο επαγγελματικό βίο μακράς διάρκειας, σε συνδυασμό με τη μη λήψη υπόψη μιας ενδεχομένως υπάρχουσας περιουσίας ως εισοδήματος, ενδείκνυνται και απαιτούνται. Η πρόθεση να τυγχάνουν των παροχών μόνον εκείνοι οι οποίοι «επί μεγάλο χρονικό διάστημα» ασκούσαν βιοποριστική δραστηριότητα, υλοποιείται με το να πρέπει να έχει εξαντληθεί ένα «πλήρες επίδομα» σύμφωνα με τον WW. Επειδή το επίδομα ανεργίας, σύμφωνα με τον WW, συνδέεται με μια προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα, η δε διάρκεια του επιδόματος αυτού έχει σχέση με προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα, ενδείκνυται το κριτήριο της υλοποιήσεως του επιδιωκομένου σκοπού.
47 Η άλλη πρόθεση, η ενδεχομένως αποταμιευθείσα περιουσία να μείνει ανέπαφη, πραγματοποιείται καταλλήλως με το να μη ληφθεί υπόψη ενδεχομένη περιουσία στο πλαίσιο των προϋποθέσεων της αξιώσεως.
48 Τελικώς, αμφότερα τα στοιχεία απαιτούνται για την επιδίωξη του επιζητουμένου σκοπού. Αν το στοιχείο της προηγουμένης, για μεγάλο χρονικό διάστημα διαρκούσας επαγγελματικής δραστηριότητας δεν είχε καθοριστεί επακριβώς με τον επιχειρηθέντα τρόπο, τότε το επίδομα θα μπορούσε να λαμβάνεται από έναν ευρύτερο κύκλο προσώπων, αποτέλεσμα το οποίο σαφώς θα έπρεπε να αποφευχθεί. Κατά παρόμοιο τρόπο, μπορούσε να επιτευχθεί η μη ανάλωση της ενδεχομένως υπάρχουσας περιουσίας μόνον αν δεν λαμβανόταν υπόψη η περιουσία κατά τον ορισμό των προϋποθέσεων της αξιώσεως.
49 Η έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών που ενδεχομένως εμφανίζεται με τον καθορισμό των εν λόγω προϋποθέσεων προσβάσεως πρέπει, συνεπώς, να θεωρείται ότι δικαιολογείται από αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία είναι άσχετα προς μία διάκριση λόγω φύλου.
Γ - Πρόταση
Ως αποτέλεσμα των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα η εξής απάντηση:
«1) Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατ' αρχήν, συμβιβάζεται με τη διάταξη αυτή εθνική νομοθετική ρύθμιση, όπως αυτή του ΙΟΑW, η οποία προβλέπει παροχή αποσκοπούσα στην εξασφάλιση ενός επιπέδου εισοδημάτων ίσου προς το ελάχιστο όριο συντηρήσεως, η χορήγηση της οποίας είναι ανεξάρτητη της περιουσίας αλλά εξαρτάται από προϋποθέσεις αφορώσες την ηλικία και την επαγγελματική ζωή, ενώ στο πλαίσιο άλλης εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως, όπως είναι η ρύθμιση κοινωνικής πρόνοιας της RWW, η οποία επίσης προβλέπει την παροχή του ιδίου τύπου, βεβαίως λαμβάνεται υπόψη η περιουσία, ακόμη και αν αποδεικνύεται ότι σημαντικά μεγαλύτερος αριθμός ανδρών παρά γυναικών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ευνοϋκότερης αυτής ρυθμίσεως.
2) Η υπό στοιχείο 1 αναφερομένη ρύθμιση, της οποίας η εφαρμογή έχει ως αποτέλεσμα να μην πραγματοποιείται στην περίπτωση σημαντικά μεγαλύτερου αριθμού ανδρών παρά γυναικών η προβλεπομένη στις διατάξεις περί κοινωνικής πρόνοιας λήψη υπόψη της περιουσίας, μπορεί επομένως να δικαιολογείται λόγω του ότι η κατηγορία την οποία αφορά η ρύθμιση αυτή έχει ελάχιστες δυνατότητες στην αγορά εργασίας και επομένως δεν έχει ή σχεδόν δεν έχει την ευκαιρία να αντικαταστήσει την άπαξ αναλωθείσα περιουσία.»
(1) - Οδηγία του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
(2) - Η λήψη υπόψη της περιουσίας συνάγεται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο b, του Algemene Bijstandswet (γενικού νόμου περί κοινωνικής πρόνοιας, στο εξής: ABW), ο οποίος αποτελεί το νομικό έρεισμα για την RWW.
(3) - Η υπογράμμιση έγινε από τον συντάκτη· η μετάφραση των προδικαστικών ερωτημάτων αποκλίνει ελάχιστα από αυτήν που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, ΕΕ 1994, C 59, σ. 9.
(4) - Κωδικοποιηθέν κείμενο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ 1992, C 325, σ. 1).
(5) - Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993 στην υπόθεση C-66/92, Acciardi (Συλλογή 1993, σ. Ι-4567, σκέψη 17).
(6) - Bλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 7ης Μαου 1991 στην υπόθεση C-229/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2205, σκέψη 13), και της 24ης Φεβρουαρίου 1994 στην υπόθεση C-343/92, Roks κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-571, σκέψη 33).
(7) - Πρβλ. απόφαση Roks κ.λπ., όπ.π., σκέψη 33.
(8) - Δεν παραγνωρίζεται ότι, για παράδειγμα, τα επιδόματα για ανέργους νεαρής ηλικίας δεν προϋποθέτουν οπωσδήποτε προγενέστερη επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά ενδεχομένως αρκεί να ήσαν αυτοί διαθέσιμοι για την αγορά εργασίας. Εντούτοις, τα περί ων ο λόγος συστήματα επιδομάτων δεν αφορούν τέτοιου είδους περιπτώσεις.
(9) - Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, σ. 4.
(10) - Βλ. σ. 7 της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, στο πρωτότυπο: «geruime tijd een inkomen uit arbeid».
(11) - Πρβλ. το δικόγραφο της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, σ. 6, στο πρωτότυπο: «werknemers die geruime tijd een inkomen uit arbeid hebben»· σ. 7: «werknemers die lange tijd hebben gewerkt»· σ. 9: «werknemers die (...) lange tijd gewerkt». Απάντηση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, σ. 2: «(...) die een aanmerkelijk arbeidsverleden hebben (...)».
(12) - Κατά της απόψεως ότι μια «πλήρης περίοδος αποζημιώσεως» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, περίπτωση 3, του ΙΟΑW προϋποθέτει τη μεγίστη διάρκεια επιδόματος βάσει του WW είναι το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος ηλικίας μεταξύ 50 και 57,5 ετών, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, περίπτωση 2, του ΙΟΑW, εξαιρετικά σπάνια μπορεί να έχει πίσω του 40ετή βιοποριστικό βίο.
(13) - Πρβλ. την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, όπ.π., σκέψη 19, και την απόφαση Roks κ.λπ., όπ.π., σκέψη 34.
(14) - «gerechtvaardigde doelstelling».
(15) - Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 30/85 (Συλλογή 1987, σ. 2497).
(16) - Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-226/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5943).
(17) - Υπόθεση Roks κ.λπ., όπ.π.
(18) - Βλ. υπόθεση Roks κ.λπ., όπ.π., σκέψη 34.
Full & Egal Universal Law Academy