Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1 Στην υπό κρίση υπόθεση, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ζητεί επιστροφή κατά την εξαγωγή σιτηρών ποσού άνω των 3 εκατομμυρίων ολλανδικών φιορινίων (HFL), την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να εκκαθαρίσει με την αιτιολογία ότι το εμπόρευμα είχε ήδη εγκαταλείψει το κοινοτικό τελωνειακό έδαφος πριν από την κατάθεση της διασαφήσεως και, επομένως, δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί κανένας έλεγχος. Η υπό κρίση διαφορά αφορά, επιπλέον, το κατά πόσον το προσφεύγον προσκόμισε εμπροθέσμως τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι ενήργησε νομοτύπως.
Β - Τα πραγματικά περιστατικά και οι ισχυρισμοί των διαδίκων
2 Η επιστροφή κατά την εξαγωγή ζητείται για ποσότητα κριθαριού η οποία παραδόθηκε στη Ρωσία από τις Κάτω Ξώρες. Η μεταφορά του κριθαριού πραγματοποιήθηκε με πλοίο, συγκεκριμένα με το MS Stankov. Το εν λόγω πλοίο εγκατέλειψε το έδαφος της Κοινότητας το Σάββατο 25 Νοεμβρίου 1989.
3 Στην ανακεφαλαιωτική έκθεση του Οκτωβρίου 1993, η Επιτροπή απέρριψε τη χρηματοδότηση με την αιτιολογία ότι οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές του Terneuzen έκαναν δεκτά τα τελωνειακά έγγραφα μόλις στις 27 Νοεμβρίου 1989, ενώ το πλοίο είχε ήδη εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στις 25 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εκθέσεως, οι ολλανδικές αρχές δήλωσαν ότι τα έγγραφα της διασαφήσεως εξαγωγής κατατέθηκαν στο διάστημα του σαββατοκύριακου. Επειδή η αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία ήταν κλειστή το σαββατοκύριακο, μια άλλη υπηρεσία (1) επιλήφθηκε του φακέλου και προέβη μάλιστα σε δειγματοληψία για μεταγενέστερη ανάλυση, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε. Στη συνέχεια, το αρμόδιο γραφείο έκανε δεκτή τη διασάφηση τη Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 1989. Η έκθεση αναφέρει, ωστόσο, ότι από την εξέταση του βιβλίου κινήσεως των πλοίων των Lloyds προέκυψε ότι το πλοίο δεν μετέβη στο Terneuzen, αλλά εγκατέλειψε το έδαφος της Κοινότητας απευθείας από τη Γάνδη. Η ανακεφαλαιωτική έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι η διασάφηση εξαγωγής έγινε δεκτή μετά τη φόρτωση και τον απόπλου του πλοίου και ελλείψει συγκεκριμένων αποδείξεων όσον αφορά την εμφάνιση του εμπορεύματος στο αρμόδιο τελωνείο ώστε να μπορέσει να πραγματοποιηθεί τυχόν (υλικός) έλεγχος, η επιστροφή κατά την εξαγωγή δεν μπορεί να τύχει χρηματοδοτήσεως.
4 Ο έλεγχος της Επιτροπής, επί του οποίου στηρίχθηκε η ανακεφαλαιωτική έκθεση, πραγματοποιήθηκε το 1991. Αφορούσε κυρίως τον αρμόδιο για τις πληρωμές ολλανδικό φορέα, ήτοι τον Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten (στο εξής: HPA). Τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού περιέχονταν ήδη σε έκθεση της 14ης Ιανουαρίου 1992. Και στην έκθεση αυτή επισημαινόταν η διαφορά μεταξύ, αφενός, των ημερομηνιών φορτώσεως και απόπλου του πλοίου και, αφετέρου της ημερομηνίας καταθέσεως της διασαφήσεως. Αυτό δημιουργούσε - κατά την έκθεση - αβεβαιότητα ως προς το αν τα εμπορεύματα διασαφήθηκαν προς εξαγωγή εγκαίρως, δηλαδή πριν από την αναχώρηση του πλοίου και ως προς το αν είχε παρασχεθεί στο τελωνείο η δυνατότητα να ελέγξει τα προϋόντα αυτά. Γ' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Επιτροπή (ΕΓΤΠΕ (2)) ζήτησε από το προσφεύγον συμπληρωματικές πληροφορίες προς άρση της αβεβαιότητας αυτής.
5 Στη συνέχεια, η Επιτροπή επανέλαβε πολλές φορές το αίτημά της για την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών ή αποδείξεων. Στο πλαίσιο αυτό, αντηλλάγη εκτεταμένη αλληλογραφία (3) μεταξύ της Επιτροπής και των ολλανδικών αρχών. Τελικά, η Επιτροπή όρισε τις 15 Δεκεμβρίου 1992 ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την παροχή των ζητηθέντων εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων.
6 Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1992, οι ολλανδικές αρχές ανήγγειλαν ότι θα απέστελλαν αργότερα ορισμένα έγγραφα. Στις 19 και 20 Ιουλίου 1993, διαβιβάστηκαν ορισμένα έγγραφα στην Επιτροπή. Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιεχόταν και συμπληρωμένο τελωνειακό έντυπο το οποίο έφερε χειρόγραφες σημειώσεις του αρμοδίου τελωνειακού υπαλλήλου, στις οποίες αναφερόταν ότι τα εμπορεύματα είχαν διασαφηθεί και εκτελωνιστεί στις 25 Νοεμβρίου και ότι η διαδικασία είχε περατωθεί στις 27 Νοεμβρίου 1989. Τα στοιχεία αυτά προστέθηκαν από τον αρμόδιο υπάλληλο τον Δεκέμβριο του 1989, κατόπιν αιτήσεως του HPA.
7 Κατά το προσφεύγον, οι αρμόδιες αρχές έπραξαν ό,τι ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση της τηρήσεως των κοινοτικών διατάξεων. Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, εφόσον το αρμόδιο τελωνειακό γραφείο είναι κανονικά κλειστό τα σαββατοκύριακα, άλλο τελωνειακό γραφείο του Terneuzen εκτελώνισε τα εμπορεύματα στις 25 Νοεμβρίου, προβαίνοντας παράλληλα σε δειγματοληψία. Το προσφεύγον αναφέρει, εξάλλου, ότι, κατόπιν αυτού, τα έγγραφα διαβιβάστηκαν στο αρμόδιο τελωνειακό γραφείο το οποίο, την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι τη Δευτέρα 27 Νοεμβρίου, περάτωσε την έλεγχο του φακέλου, αναφέροντας, ωστόσο, επί του εντύπου όχι την ημερομηνία της πραγματικής αποδοχής της διασαφήσεως, ήτοι την 25η Νοεμβρίου, αλλά, εκ λάθους, την 27η Νοεμβρίου.
8 Κατά τα λοιπά, το προσφεύγον εξηγεί διά μακρών ότι στις 25 Νοεμβρίου το πλοίο βρισκόταν πράγματι στο Terneuzen.
9 Ωστόσο, η Επιτροπή εκτιμά ότι το στοιχείο αυτό δεν είναι καθοριστικό. Εξάλλου, δεν αμφισβητεί ότι το πλοίο απέπλευσε στις 25 Νοεμβρίου. Κατά τη γνώμη της, πρέπει προπαντός να εξεταστεί αν η διασάφηση εξαγωγής έγινε δεκτή πριν από την έξοδο του εμπορεύματος από το τελωνειακό έδαφος και αν υπήρξε η δυνατότητα διεξαγωγής ελέγχων. Κατ' αυτήν, το προσφεύγον δεν προσκόμισε εγκαίρως αποδείξεις επιτρέπουσες να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό.
10 Το προσφεύγον, μη συμμεριζόμενο την άποψη αυτή, άσκησε προσφυγή και ζήτησε από το Δικαστήριο
- να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής C (93) 3364 τελικό, της 25ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών των κρατών μελών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1990, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 8ης Δεκεμβρίου 1993 (L 301, σ. 13), καθόσον δεν δέχεται την εκκαθάριση της επιστροφής κατά την εξαγωγή σιτηρών ύψους 3 317 344, 26 HFL, και
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο
- να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και
- να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
11 Το προσφεύγον εναντιώνεται στην εφαρμογή, εκ μέρους της Επιτροπής, του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (4). Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, δεν μπορεί να του προσαφθεί καμία ανωμαλία ή αμέλεια. Θεωρεί ότι, εν πάση περιπτώσει, οι ολλανδικές αρχές τήρησαν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70. Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι οι εν λόγω αρχές μερίμνησαν ώστε, στην προκειμένη περίπτωση, η επιστροφή κατά την εξαγωγή να χορηγηθεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως τα άρθρα 3, 4 και 47 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (5).
12 Η Επιτροπή, αντιθέτως, θεωρεί ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι καθοριστικής σημασίας. Κατ' αυτήν, σημασία έχει μάλλον το κατά πόσον τα στοιχεία προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσφεύγοντος προσκομίστηκαν εγκαίρως. «Εγκαίρως» σημαίνει, εν προκειμένω, εντός της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή και η οποία έληγε στις 15 Δεκεμβρίου 1992.
Γ - Οι κρίσιμες νομικές διατάξεις
13 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 έχει ως ακολούθως:
«Ξρηματοδοτούνται δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, περίπτωση αα, οι επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες που χορηγούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.»
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, περίπτωση αα, στο οποίο παραπέμπει το ως άνω κείμενο, ορίζει τα εξής:
«Το Τμήμα Εγγυήσεων χρηματοδοτεί:
α) τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες·
(...)»
14 Εξάλλου, κρίσιμα είναι και τα άρθρα 3, 4 και 47 του κανονισμού 3665/87. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 προβλέπει τα εξής:
«Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή.»
Η παράγραφος 2 ορίζει ότι:
«Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής προσδιορίζει:
α) το ποσοστό της ισχύουσας επιστροφής, εάν δεν έχει γίνει προκαθορισμός της επιστροφής·
(...)»
Η παράγραφος 4 ορίζει ότι:
«Η ημέρα της εξαγωγής είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγομένου προϋόντος.»
15 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1,
«(...) η πληρωμή της επιστροφής εξαρτάται από την προσκόμιση της αποδείξεως ότι τα προϋόντα για τα οποία έγινε αποδεκτή η διασάφηση εξαγωγής εγκατέλειψαν ως έχουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας το αργότερο σε προθεσμία 60 ημερών από την αποδοχή αυτή (6)».
16 Το άρθρο 47 περιέχει διατάξεις σχετικές με τη διαδικασία πληρωμής της επιστροφής.
17 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
- προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες,
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά.
(...)»
18 Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 προβλέπει ότι:
«Σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των ανωμαλιών ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από ανωμαλίες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών.»
Δ - Ανάλυση
19 Πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας στις 15 Δεκεμβρίου 1992, είχαν προσκομιστεί επαρκή στοιχεία προς απόδειξη του ότι η διασάφηση εξαγωγής είχε γίνει δεκτή από τις τελωνειακές αρχές ήδη πριν από τον απόπλου του πλοίου. Το προσφεύγον παραπέμπει, ως προς το σημείο αυτό, στον φάκελο του HPA. Αναφέρει ότι, όταν διεξήχθη ο έλεγχος της Επιτροπής το 1991, στον φάκελο του HPA περιλαμβανόταν το τελωνειακό έντυπο που έφερε τις χειρόγραφες σημειώσεις του αρμόδιου τελωνειακού υπαλλήλου (το έντυπο αυτό επισυνάφθηκε, ως παράρτημα 15, στην προσφυγή). Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι από τις σημειώσεις αυτές προκύπτει ότι η διασάφηση εξαγωγής έγινε δεκτή στις 25 Νοεμβρίου 1989, ότι το εμπόρευμα εκτελωνίστηκε την ίδια ημέρα και ότι η εξέταση των εγγράφων αυτών περατώθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1989. Από τα ανωτέρω το προσφεύγον συνάγει ότι δεν μπορούσε να υπάρξει αμφιβολία ως προς το ότι η διασάφηση των εμπορευμάτων κατατέθηκε στην τελωνειακή υπηρεσία πριν από τον απόπλου του πλοίου.
20 Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το έντυπο που υπήρχε στον φάκελο του HPA - και επισυνάφθηκε ως παράρτημα 13 στην προσφυγή (7) - δεν περιείχε τις σημειώσεις αυτές. Η Επιτροπή υποστηρίζει, επιπλέον, ότι σφραγίδα του HPA υπήρχε μόνο στο έντυπο που δεν περιείχε τις σημειώσεις του τελωνειακού (παράρτημα 13 της προσφυγής). Απ' αυτό η Επιτροπή συνάγει ότι ο HPA αποφάσισε τη χορήγηση της επιστροφής βάσει του εγγράφου που περιέχεται στο παράρτημα 13, ήτοι εν αγνοία των εξηγήσεων που παρέσχε αργότερα ο αρμόδιος τελωνειακός υπάλληλος.
21 Ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτη η συναγωγή αυτού του συμπεράσματος. Όπως αναφέρει το προσφεύγον, οι σημειώσεις αυτές συμπληρώθηκαν κατόπιν αιτήσεως του HPA. Συνεπώς, ο HPA ήταν εν γνώσει του περιεχομένου τους.
22 Όμως, αυτό δεν έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση. Καθοριστικής σημασίας είναι το κατά πόσον το έντυπο με τις χειρόγραφος σημειώσεις του τελωνειακού υπαλλήλου διαβιβάστηκε εγκαίρως στην Επιτροπή. Κατά την Επιτροπή, αυτό δεν συνέβη. Η καθής αναφέρει ότι το επίμαχο έντυπο (παράρτημα 15 της προσφυγής) διαβιβάστηκε στην Επιτροπή με τηλεαντίγραφο μόλις στις 19 Ιουλίου 1993.
23 Δεδομένου ότι το έντυπο που περιέχει τις χειρόγραφες σημειώσεις του τελωνειακού υπαλλήλου δεν φέρει τη σφραγίδα του HPA - αντίθετα προς το έντυπο που δεν περιέχει αυτές τις ενδείξεις -, μπορεί να θεωρηθεί ότι ευσταθεί η άποψη της Επιτροπής, υπό την έννοια ότι το έντυπο αυτό δεν πρωτοκολλήθηκε επισήμως από τον HPA. Κατά συνέπεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι το έντυπο αυτό δεν περιλαμβανόταν στον φάκελο του HPA κατά τον χρόνο του ελέγχου της Επιτροπής.
24 Για τον λόγο αυτόν, εξάλλου, δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα από μια άλλη παρατήρηση που περιέχεται στο έντυπο αυτό. Στο σημείο «Έλεγχος από το γραφείο αναχωρήσεως» υπάρχει η χειρόγραφη ένδειξη «σύμφωνος», καθώς και η σφραγίδα της υπηρεσίας φέρουσα ημερομηνία 27 Νοεμβρίου 1989. Από το σημείο αυτό δεν προκύπτει ότι η διασάφηση εξαγωγής είχε γίνει ήδη δεκτή στις 25 Νοεμβρίου. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να συναχθεί ότι είχε ήδη πραγματοποιηθεί έλεγχος στις 25 Νοεμβρίου, ώστε να καταλήξει στη σημείωση της ενδείξεως «σύμφωνη κατηγορία».
25 Το προσφεύγον επικαλείται, εξάλλου, τα έγγραφα της 25ης Ιουνίου και της 17ης Ιουλίου 1992, προκειμένου να καταδείξει ότι προσκόμισε εγκαίρως τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία (τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 2 και 3 της προσφυγής). Τα έγγραφα αυτά, ωστόσο, περιέχουν μόνον συμπληρωματικές εξηγήσεις εκ μέρους των αρμοδίων αρχών.
26 Στα έγγραφα αυτά, οι ως άνω αρχές αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι το τελωνείο του Terneuzen ήταν κλειστό κατά το σαββατοκύριακο της 25ης και 26ης Νοεμβρίου 1989 και ότι η διασάφηση εξαγωγής εξετάστηκε, παρά ταύτα, από άλλο τελωνειακό γραφείο. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, το MS Stankov ελλιμενίστηκε στο Terneuzen στις 25 Νοεμβρίου 1989. Εκεί, οι τελωνειακοί υπάλληλοι προέβησαν στη λήψη δειγμάτων τα οποία, στη συνέχεια, αναλύθηκαν από τους εμπειρογνώμονες της διοικήσεως. Η διασάφηση εξετάστηκε την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι στις 27 Νοεμβρίου.
27 Κατά το προσφεύγον, τα εν λόγω έγγραφα πρέπει να θεωρηθούν ως επίσημες ένορκες δηλώσεις. Ωστόσο, αυτό δεν προκύπτει από το κείμενο των εγγράφων. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Ως προς το θέμα αυτό, παραπέμπω στη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, όταν η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες, για τον λόγο ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας, σ' αυτό το κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδότησης που του αρνείται η Επιτροπή (8). Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον το κράτος μέλος προέβη στους αναγκαίους ελέγχους, δεν αρκεί να περιοριστεί το κράτος αυτό στη διαβεβαίωση ότι όντως το έπραξε, χωρίς να προσκομίσει συναφείς αποδείξεις (9).
28 Στην υπό κρίση περίπτωση, η Επιτροπή αρνήθηκε τη χρηματοδότηση για τον λόγο ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στον φάκελο του HPA, οι τελωνειακές διατυπώσεις έγιναν μετά την αναχώρηση του πλοίου. Στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι η διασάφηση εξαγωγής κατατέθηκε εγκαίρως και ότι, κατά συνέπεια, πληρούνταν οι προϋποθέσεις χρηματοδοτήσεως. Ωστόσο, οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές δεν προσκόμισαν, εντός της προθεσμίας η οποία έληγε στις 15 Δεκεμβρίου 1992, στοιχεία ικανά να αποδείξουν τους ισχυρισμούς που περιέχονταν στα έγγραφα του Ιουνίου και του Ιουλίου του 1992.
29 Παρά τον εν μέρει αντιφατικό και ατελή χαρακτήρα των αποσπασμάτων του βιβλίου του λιμεναρχείου του λιμένα και των φραγμάτων του Terneuzen καθώς και του βιβλίου κινήσεως των πλοίων, και αντίθετα προς τη γνώμη της Επιτροπής, φαίνεται ότι το επίμαχο πλοίο διήλθε από το Terneuzen στις 25 Νοεμβρίου 1989. (Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, για τα πλοία του μεγέθους του MS Stankov, είναι πρακτικώς αδύνατο να βγουν στη θάλασσα απευθείας από τη Γάνδη· κατά το προσφεύγον, τα πλοία αυτά πρέπει να διέλθουν από το σύστημα φραγμάτων του Terneuzen). Ωστόσο, η περίσταση αυτή, από μόνη της, δεν αποδεικνύει ότι και οι επίμαχες τελωνειακές διατυπώσεις πραγματοποιήθηκαν την ίδια ημερομηνία.
30 Τα έγγραφα, εξάλλου, που προσκόμισε το προσφεύγον αναφέρουν τη λήψη δειγμάτων, τα οποία στη συνέχεια αναλύθηκαν. Η Επιτροπή δικαίως παρατηρεί ότι δεν προσκομίστηκε κανένα πρακτικό αυτών των αναλύσεων. Φαίνεται, συνεπώς, ότι τα δύο έγγραφα της 25ης Ιουνίου και της 17ης Ιουλίου 1992 δεν συνιστούν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
31 Το προσφεύγον παραπέμπει, εξάλλου, σε μια ανακοίνωση του τελωνείου, προκειμένου να αποδείξει ότι ελήφθησαν δείγματα και ότι το αποτέλεσμα της αναλύσεώς τους ήταν σύμφωνο με τα στοιχεία της διασαφήσεως. (Η ανακοίνωση αυτή περιλαμβάνεται στο παράρτημα 14 της προσφυγής). Η ανακοίνωση αυτή, ωστόσο, δεν περιέχει παρά μόνον γενικές οδηγίες οι οποίες δεν επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι όντως πραγματοποιήθηκε, στις 25 Νοεμβρίου, δειγματοληψία στο MS Stankov.
32 Επ' αυτού, το προσφεύγον υποστηρίζει επίσης ότι δεν υφίσταται νόμιμη υποχρέωση δειγματοληψίας κατά την εξαγωγή κριθαριού για την οποία χορηγείται επιστροφή. Αυτό δεν το αμφισβητεί η Επιτροπή, η οποία, ωστόσο, παρατηρεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το ερώτημα που τίθεται είναι το αν η αρμόδια αρχή ήταν σε θέση να προβεί στη δειγματοληψία αυτή. Διευκρινίζει ότι το καθοριστικό στοιχείο είναι όχι η - μη υπάρχουσα εν προκειμένω - υποχρέωση ελέγχου του εμπορεύματος, αλλά η δυνατότητα πραγματοποιήσεως ενός τέτοιου ελέγχου.
33 Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87 θα μπορούσε να συνιστά ένδειξη υπέρ της υπάρξεως υποχρεώσεως ελέγχου του επιμάχου εμπορεύματος. Στη σκέψη αυτή αναφέρονται τα εξής: «Εκτιμώντας ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να βεβαιωθούν ότι τα προϋόντα που εξέρχονται της Κοινότητας (...) είναι τα ίδια ακριβώς που αποτέλεσαν αντικείμενο των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής». Και εδώ δεν προβλέπεται καμία δειγματοληψία. Ωστόσο, ούτε προσάπτεται στο προσφεύγον ότι δεν διενήργησε δειγματοληψία. Αντιθέτως, του καταλογίζεται ότι, κατά τον χρόνο της αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, το εμπόρευμα δεν βρισκόταν πλέον στο έδαφος της Κοινότητας. Έτσι, δεν είχε πλέον καμία δυνατότητα να εξακριβώσει αν, στην παρούσα περίπτωση, έπρεπε πράγματι να καταβληθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή.
34 Δεν πρόκειται για το αν - όπως ισχυρίζεται το προσφεύγον - από τις 25 έως τις 27 Νοεμβρίου μεταβλήθηκε το ποσό της επιστροφής, πράγμα το οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητείται. Και η αδικαιολόγητη χορήγηση του ευεργετήματος της επιστροφής κατά την εξαγωγή μπορεί να προξενήσει ζημία.
35 Ομοίως, όσον αφορά το κατά πόσον μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι η προθεσμία που έληγε στις 15 Δεκεμβρίου 1992 τηρήθηκε με την εκ μέρους του προσφεύγοντος αποστολή του εγγράφου της 14ης Δεκεμβρίου 1992, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το έγγραφο αυτό δεν περιέχει νέα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά περιορίζεται να προαναγγείλει την αποστολή ορισμένων εγγράφων στο μέλλον.
36 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, με την αποστολή του εγγράφου αυτού, τηρήθηκε η προθεσμία που έταξε η Επιτροπή. Η προσκόμιση των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων δεν απαιτούσε τόσο χρονοβόρες ενέργειες ώστε να καταστεί αδύνατη η τήρηση της προθεσμίας. Οι αρχές δεν επικαλούνται τη συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων. Δεδομένου, επιπλέον, ότι τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία δεν προσκομίστηκαν αμέσως μετά το έγγραφο αυτό, αλλά - όπως δικαίως επισημαίνει η Επιτροπή - μόλις επτά μήνες μετά το έγγραφο αυτό και χωρίς να παρασχεθεί καμία εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, με την αποστολή του εγγράφου της 14ης Δεκεμβρίου, το προσφεύγον τήρησε την προθεσμία.
37 Φαίνεται, συνεπώς, ότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών παρέλειψε - τουλάχιστον εντός της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή - να προσκομίσει να αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι καλώς καταβλήθηκαν οι επιστροφές κατά την εξαγωγή.
38 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 (10) επιτρέπει τον καθορισμό τέτοιας προθεσμίας. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, «είναι δυνατόν να διαβιβάζονται συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή, μέσα σε μια προθεσμία που αυτή θα καθορίσει λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο της εργασίας που απαιτείται για την παροχή των πληροφοριών αυτών. Αν δεν διαβιβασθούν οι συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες μέσα στην προκαθορισμένη προθεσμία, η Επιτροπή θα λαμβάνει αποφάσεις επί τη βάσει των στοιχείων που έχει στην κατοχή της, εκτός αν η καθυστερημένη διαβίβαση των πληροφοριών δικαιολογείται λόγω εξαιρετικών περιστάσεων». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η Επιτροπή μπορεί, επομένως, να αρνηθεί τη χρηματοδότηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή όταν ο αιτών προσκομίζει μεν τις αναγκαίες αποδείξεις, μετά όμως από τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή.
39 Αυτό, άλλωστε, επιβεβαιώθηκε και από το Δικαστήριο με την απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής που επικαλέστηκε η Επιτροπή (11). Όσον αφορά την εξουσία της Επιτροπή να τάσσει προθεσμία, το Δικαστήριο παραπέμπει στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 422/86 (12). Στην αιτιολογική αυτή σκέψη αναφέρεται ότι «(...) για την ταχεία εξέταση των λογαριασμών των κρατών μελών, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει προθεσμία για την υποβολή συμπληρωματικών πληροφοριών από τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο των εργασιών για την εκκαθάριση των λογαριασμών».
40 Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, η Επιτροπή λαμβάνει την απόφασή της βάσει των στοιχείων που έχει στην κατοχή της κατά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας. Όπως συνάγεται εμμέσως από τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, η αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής πρέπει να γίνεται προτού τα εμπορεύματα εγκατελείψουν το τελωνειακό έδαφος. Συναφώς, δεν παρασχέθηκε η αναγκαία απόδειξη - η οποία αναφέρεται και στο άρθρο 4, παράγραφος 1 -, δεδομένου ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας, δεν υπήρχε καμία απόδειξη όσον αφορά την αποδοχή της τελωνειακής διασαφήσεως στις 25 Νοεμβρίου.
41 Εφόσον το προσφεύγον δεν πληρούσε την προϋπόθεση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 για την πληρωμή της επιστροφής, πρέπει, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, να μην επιτραπεί η δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 729/70 χρηματοδότηση της επιστροφής κατά την εξαγωγή. Πράγματι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, χρηματοδοτούνται μόνον οι επιστροφές «που χορηγούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών».
42 Αντιθέτως, κατά το προσφεύγον, η απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του προμνησθέντος κανονισμού. Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το προοίμιο της αποφάσεως της Επιτροπής παραπέμπει τόσο στο άρθρο 2 όσο και στο άρθρο 8 και ότι η ίδια η απόφαση δεν αναφέρει ρητώς τον νομικό λόγο της αρνήσεως της χρηματοδοτήσεως στην υπό κρίση περίπτωση. Απ' αυτό, το προσφεύγον συνάγει ότι δεν μπορεί να υποτεθεί, εκ προοιμίου, ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στο άρθρο 2.
43 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ορθώς επικαλείται την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεώς της η οποία, όσον αφορά τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τις τρίτες χώρες, παραπέμπει ρητώς στα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70.
44 Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή - επίσης ορθώς - επισημαίνει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 2, δεν πληρούνται, δεδομένου ότι οι ολλανδικές αρχές, εφόσον δεν διαβίβασαν τα έγγραφα στην Επιτροπή παρά μόλις δεκαοκτώ μήνες αργότερα, ήτοι επτά μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η ίδια για την προσκόμισή τους, επέδειξαν αμέλεια, οπότε δεν δικαιολογείται η ανάληψη της χρηματοδοτήσεως από την Κοινότητα.
45 Εφόσον, συνεπώς, αποδεικνύεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών τουλάχιστον παρέλειψε να προσκομίσει εγκαίρως τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί τη (μερική) ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής.
46 Το προσφεύγον θεωρεί ότι η απόφαση είναι ακυρωτέα και λόγω παραβάσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο οι αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται. Υποστηρίζει, αφενός, ότι η απόφαση της Επιτροπής ελήφθη με βάση ανακριβή πραγματικά περιστατικά. Ακόμα και αν συνέβαινε αυτό - ανωτέρω αποδείχθηκε το αντίθετο -, δεν συνάγεται παράβαση του άρθρου 190. Το άρθρο αυτό περιορίζεται να επιβάλει την αιτιολόγηση των αποφάσεων. Το κατά πόσο η αιτιολογία είναι ορθή δεν αποτελεί θέμα ελέγχου δυνάμει του άρθρου 190.
47 Το προσφεύγον θεωρεί, αφετέρου, ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 190 και για τον λόγο ότι, με την απόφασή της, δεν εξέθεσε σαφώς τον λόγο για τον οποίο απέρριψε τις αποδείξεις τις οποίες το προσφεύγον θεωρεί πειστικές. Η Επιτροπή αμφισβητεί την ανάλυση αυτή.
48 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, που καθιερώνεται από το άρθρο 190, εξαρτάται από τη φύση της συγκεκριμένης πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου θεσπίστηκε. Συναφώς, λαμβάνεται επίσης υπόψη το ιδιαίτερο πλαίσιο της επεξεργασίας των σχετικών με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ αποφάσεων (13).
49 Στην προκειμένη περίπτωση, αντηλλάγη εκτεταμένη αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής (ΕΓΤΠΕ) και των αρμοδίων αρχών. Πρέπει, κατά συνέπεια, να υποτεθεί ότι οι εν λόγω αρχές ήταν ενήμερες των λόγων της αποφάσεως που έλαβε αργότερα η Επιτροπή. Εξάλλου, ήδη από την έκθεση της 14ης Ιανουαρίου 1992, φάνηκε ότι δεν ήταν βέβαιο ότι τα εμπορεύματα είχαν διασαφηθεί εγκαίρως προς εξαγωγή και ότι είχε δοθεί η δυνατότητα στις τελωνεικές αρχές να ελέγξουν το προϋόν. Γι' αυτό και ζητήθηκαν σημπληρωματικά έγγραφα. Η ανακεφαλαιωτική έκθεση του Οκτωβρίου 1993 αναφέρει, ως αιτιολογία της αρνήσεως της χρηματοδοτήσεως, ότι η διασάφηση εξαγωγής είχε γίνει δεκτή μετά την έξοδο των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος και ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη απόδειξη περί της υποβολής της διασαφήσεως του εμπορεύματος στο τελωνείο, ώστε αυτό να μπορέσει να προβεί ενδεχομένως σε ελέγχους. Επιπλέον, η Επιτροπή, με τηλετύπημα της - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της - 12ης Νοεμβρίου 1992, ζήτησε πιο συγκεκριμένες αποδείξεις περί του ότι η διασάφηση είχε πράγματι κατατεθεί στις 25 Νοεμβρίου 1989 και ότι όντως είχε πραγματοποιηθεί δειγματοληψία.
50 Κατά συνέπεια, το προσφεύγον έπρεπε να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους η χρηματοδότηση κινδύνευε να μη χορηγηθεί και γιατί τελικά δεν χορηγήθηκε, καθώς και τη φύση των αποδεικτικών στοιχείων που του είχαν ζητηθεί. Επιπλέον, το προσφεύγον είχε, στο πλαίσιο εκτεταμένης αλληλογραφίας, τη δυνατότητα να ζητήσει συμπληρωματικές διευκρινίσεις όσον αφορά τις αποδείξεις που του ζητούνταν.
51 Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται ούτε παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης.
Δικαστικά έξοδα
52 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
Ε - Πρόταση
53 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικασει το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε το προσφεύγον στην υπό κρίση υπόθεση, επρόκειτο για άλλη τελωνειακή υπηρεσία του Terneuzen.
(2) - Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
(3) - Βλ., μεταξύ άλλων, τα παραρτήματα 2 και 3 της προσφυγής.
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
(5) - ΕΕ L 351, σ. 1.
(6) - Η υπογράμμιση δική μου.
(7) - Το παράρτημα 13, όπως και το παράρτημα 15, περιέχει το έντυπο της τελωνειακής υπηρεσίας που αφορά τον εκτελωνισμό του επιδίκου εμπορεύματος. Οι σημειώσεις του αρμόδιου τελωνειακού υπαλλήλου υπάρχουν, ωστόσο, μόνο στο έντυπο του παραρτήματος 15.
(8) - Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 16), και της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 14).
(9) - Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψη 25 επ.).
(10) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 422/86 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού 1723/72 (ΕΕ L 48, σ. 31).
(11) - Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C-54/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-3399).
(12) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 13.
(13) - Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 327/85, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1065, σκέψη 13), και προμνησθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 10 και 12.
Full & Egal Universal Law Academy