Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α * Εισαγωγή
1. Οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις με τις οποίες θα ασχοληθούμε σήμερα αφορούν επτά αιτήσεις του tribunal de grande instance de Charleville-Mezieres για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων, οι οποίες θέτουν όλες το ίδιο ερώτημα περί των εννόμων συνεπειών των κανόνων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζονται για τη μεταφορά της οδηγίας 82/489/ΕΟΚ (1) στο εσωτερικό δίκαιο. Η οδηγία αυτή περιέχει μέτρα που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών των κομμωτών.
2. 'Ολες οι εν λόγω υποθέσεις εντάσσονται στο πλαίσιο ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν κατά προσώπων που κατηγορούνται ότι εκμεταλλεύονταν κομμωτήρια χωρίς να είναι κάτοχοι επαγγελματικού διπλώματος κομμωτή ή πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας και χωρίς να υπάρχει διαχειριστής κάτοχος των απαιτουμένων τίτλων.
3. Ο νόμος 46-1173 (2) (στο εξής: νόμος) περί ρυθμίσεως των όρων προσβάσεως στο επάγγελμα του κομμωτή ορίζει, στο άρθρο 3, ότι ο κύριος ή ο διαχειριστής κομμωτηρίου πρέπει να είναι κάτοχος επαγγελματικού διπλώματος κομμωτή ή πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας. Προβλέπεται μόνον μία παρέκκλιση, η οποία προφανώς δεν αφορά την παρούσα υπόθεση, για κοινότητες με πληθυσμό μικρότερο από 2 000 κατοίκους.
4. Οι παραβάσεις των διατάξεων αυτών τιμωρούνται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 του νόμου. Οι κυρώσεις συνίστανται σε πρόστιμα ή και στο κλείσιμο του καταστήματος σε περίπτωση υποτροπής. Οι ποινικές διώξεις κατά των κατηγορουμένων στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 5 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 3 του νόμου.
5. Από τις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων, οι οποίες είναι πολύ σύντομες, προκύπτει ότι με το ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν ο νόμος 87-343, της 22ας Μαΐου 1987, περί μεταφοράς της οδηγίας 82/489 στο γαλλικό δίκαιο, εισάγει διάκριση αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο μεταξύ των κοινοτικών υπηκόων και των ημεδαπών. Ο εν λόγω νόμος 87 -343 προσέθεσε στον νόμο του 1946 το άρθρο 3-1 το οποίο ορίζει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2 της οδηγίας 82/489 (3), ότι οι υπήκοοι κρατών μελών της Κοινότητας μπορούν να απαλλάσσονται των όρων του άρθρου 3, αν έχουν ασκήσει το επάγγελμα του κομμωτή σε άλλο κράτος μέλος, υπό τις εξής προϋποθέσεις:
1) Η άσκηση της δραστηριότητας αυτής πρέπει να ήταν πραγματική και σύμφωνη με τις διατάξεις που διέπουν τη δραστηριότητα του κομμωτή στο κράτος του τόπου ασκήσεως του επαγγέλματος του κομμωτή.
2) Επιπλέον, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει ασκήσει τη δραστηριότητα του κομμωτή ως ελεύθερος επαγγελματίας ή ως διευθύνων επί εξαετία. Η περίοδος αυτή μειώνεται σε τρία έτη, αν ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει στις αρμόδιες γαλλικές αρχές:
* είτε ότι παρακολούθησε τουλάχιστον επί τριετία μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και έλαβε δίπλωμα αναγνωρισμένο από το κράτος ή τον οικείο επαγγελματικό φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την πρόσβαση στο επάγγελμα του κομμωτή
* είτε ότι άσκησε το επάγγελμα ως μισθωτός τουλάχιστον επί πενταετία.
6. Σ' αυτό προστίθεται, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας (4), ο καθορισμός ορίων ηλικίας και χρονικών ορίων για τις περιόδους που λαμβάνονται υπόψη (5).
7. Στο τέλος του κειμένου του νόμου 87-343, ο οποίος περιλαμβάνει ένα μόνο άρθρο, προβλέπεται ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μεταβατικά μέχρις ότου πραγματοποιηθεί ο συντονισμός των αναγκαίων προσόντων για την πρόσβαση στο επάγγελμα του κομμωτή, συντονισμός για τον οποίο έχουν δεσμευθεί τα κράτη μέλη της ΕΟΚ.
8. Η εγκύκλιος 88010, της 27ης Ιουλίου 1988, περί εφαρμογής του νόμου 87-343, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι διατάξεις του νόμου της 22ας Μαΐου 1987 έχουν επίσης εφαρμογή στους κομμωτές που έχουν τη γαλλική ιθαγένεια, εφόσον απέκτησαν τα προσόντα του κομμωτή σε άλλο κράτος μέλος της ΕΟΚ πλην της Γαλλίας.
9. Χωρίς να το μνημονεύει ρητώς, το αιτούν δικαστήριο εκκινεί προφανώς από την ιδέα ότι οι ισχύουσες διατάξεις είναι ευνοϊκότερες για τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών σε σχέση με τους ημεδαπούς των οποίων η κατάσταση δεν εμφανίζει κανένα συνδετικό στοιχείο με το κοινοτικό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο θέτει στο Δικαστήριο το εξής ερώτημα:
"Ενόψει του νόμου 87-343 της 22ας Μαΐου 1987, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν της κοινοτικής οδηγίας 82/489, της 19ης Ιουλίου 1982, εισάγουν τα άρθρα 3 και 3-1 του νόμου 46-1173 της 23ης Μαΐου 1946 διάκριση μεταξύ των Γάλλων υπηκόων και των λοιπών κοινοτικών υπηκόων;"
Β * Ανάλυση
10. Αν το προδικαστικό ερώτημα ερμηνευθεί κατά γράμμα, αποτελεί ερώτημα ερμηνείας του εθνικού δικαίου, για την οποία το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο (6). Αντιθέτως, πάγια πρακτική του Δικαστηρίου είναι να αναδιατυπώνει τα διφορούμενα προδικαστικά ερωτήματα, ως προς την ερμηνεία ή τη συμφωνία του δικαίου ενός κράτους μέλους με το κοινοτικό δίκαιο, υπό το φως της προβληματικής του κοινοτικού δικαίου. Με την απάντησή του στο αναδιατυπωμένο ερώτημα, το Δικαστήριο προσπαθεί να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα κριτήρια που του είναι αναγκαία προκειμένου να κρίνει επί της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς (7).
11. H Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει να αναδιατυπωθεί το προδικαστικό ερώτημα το οποίο, κατά τη γνώμη της, αφορά το αν η οδηγία 82/489 και το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία εισάγει διάκριση μεταξύ κοινοτικών υπηκόων και ημεδαπών.
12. Η Επιτροπή εξετάζει το προδικαστικό ερώτημα στο πλαίσιό του. Κατά την Επιτροπή, στην πραγματικότητα το αιτούν δικαστήριο με το ερώτημα θέλει να πληροφορηθεί αν η γαλλική νομοθεσία, όπως προκύπτει από τα άρθρα 3 και 3-1 του νόμου του 1946, εισάγει αντίστροφη δυσμενή διάκριση εις βάρος των Γάλλων υπηκόων που παρακολούθησαν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στη Γαλλία και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν το κοινοτικό δίκαιο δέχεται μια τέτοια κατάσταση.
13. Με λίγα λόγια, μου φαίνεται ότι το ερώτημα πρέπει να γίνει αντιληπτό υπό την εξής έννοια: η αντίστροφη δυσμενής διάκριση που εισάγουν τα άρθρα 3 και 3-1 του νόμου 46-1173 συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα με την οδηγία 82/489 και το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ;
14. Προτού απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα (8), η Επιτροπή διατυπώνει ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα του δικαιώματος εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών των κομμωτών. Δεν υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη νομοθετικές ρυθμίσεις για το επάγγελμα του κομμωτή. Ορισμένα μόνον κράτη απαιτούν την κατοχή τίτλου προκειμένου να γίνει κάποιος δεκτός στο επάγγελμα, ενώ άλλα δεν απαιτούν ειδικές γνώσεις. Σ' αυτό το πλαίσιο εξέδωσε το Συμβούλιο την οδηγία 82/489 για τη διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών των κομμωτών. Η οδηγία αυτή δεν περιέχει κοινοτικό ορισμό του επαγγέλματος του κομμωτή ούτε επομένως συντονισμό της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Ως προς αυτό, η οδηγία είναι απολύτως σαφής. Η τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική της σκέψη έχει ως εξής:
"(...) δεν φαίνεται δυνατό να γίνει, στο στάδιο αυτό, συντονισμός στο εν λόγω θέμα (...) παρόμοιος συντονισμός, όμως, αποτελεί επιθυμητό στόχο που πρέπει να επιτευχθεί το ταχύτερο δυνατόν
Εν αναμονή του συντονισμού αυτού, είναι, παρ' όλα αυτά, επιθυμητό και δυνατό να διευκολυνθεί η κινητικότητα των κομμωτών στο εσωτερικό της Κοινότητος αν αναγνωρισθεί ότι η πραγματική άσκηση της δραστηριότητας στη χώρα προελεύσεως, για μια εύλογη και αρκετά πρόσφατη χρονική περίοδο, υπό την ιδιότητα ελεύθερου επαγγελματία ή διευθύνοντος επιφορτισμένου με τη διαχείριση της επιχειρήσεως είναι ικανοποιητική προϋπόθεση για την ανάληψη των εν λόγω δραστηριοτήτων στα κράτη μέλη υποδοχής στα οποία υπάρχει ρύθμιση των δραστηριοτήτων αυτών, διότι έτσι εξασφαλίζεται ότι ο δικαιούχος έχει επαγγελματικές γνώσεις ισοδύναμες με εκείνες που απαιτούνται στη χώρα υποδοχής."
15. Επομένως, κάθε κράτος μέλος παραμένει αρμόδιο να καθορίσει επί του εδάφους του τις απαιτήσεις εκπαιδεύσεως και τους όρους προσβάσεως στο επάγγελμα καθώς και τους όρους χρησιμοποιήσεως του επαγγελματικού τίτλου. Το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει μόνον την αναγνώριση της ασκήσεως του επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος υπό τους όρους που προβλέπει το άρθρο 2 της οδηγίας 82/489 (9).
16. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η γαλλική νομοθεσία είναι απολύτως σύμφωνη με τους όρους αυτούς του κοινοτικού δικαίου, όπως εξάλλου ήδη ανέφερε σε απάντηση στην ερώτηση 839/92 που υπέβαλε ο ευρωβουλευτής Ernest Glinn (10).
17. Η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει τις αιτιολογικές σκέψεις και τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου της οδηγίας, τους οποίους αντιπαραβάλλει με τις διατάξεις του γαλλικού δικαίου καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι εθνικές διατάξεις είναι σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο. Εξάλλου, υπογραμμίζει ότι οι Γάλλοι υπήκοοι δεν είναι θύματα δυσμενούς διακρίσεως και η κατάστασή τους ρυθμίστηκε ρητώς με την εγκύκλιο 88010 προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου (11). Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ωστόσο ότι στην παρούσα υπόθεση οι περιπτώσεις αφορούν αποκλειστικά καταστάσεις που δεν εμφανίζουν κανένα στοιχείο αλλοδαπότητας και, δεδομένου ότι πρόκειται για αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή ούτε η οδηγία 82/489 ούτε το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ.
18. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο συγκεκριμένο νομικό ζήτημα που τίθεται, πρέπει να διαπιστωθεί ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να θεσπίζουν τους κανόνες περί επαγγελμάτων που ισχύουν στην επικράτειά τους (12). Ενόσω δεν υπάρχει εναρμόνιση στο κοινοτικό επίπεδο, οι υφιστάμενες μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών διαφορές δεν μπορούν να επηρεάζουν την ελευθερία εγκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 52. Αυτό έκρινε το Δικαστήριο προσφάτως, στην υπόθεση C-379/92 (13), όσον αφορά τους τεχνικούς κανόνες που αφορούν τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα:
"(...) οι δυσχέρειες που μπορεί να προκύψουν για τις επιχειρήσεις αυτές δεν θίγουν την ελευθερία εγκαταστάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 52 της Συνθήκης. Πράγματι, οι δυσχέρειες αυτές είναι, εξ ορισμού, διαφορετικής φύσεως από εκείνες που μπορεί να οφείλονται στις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και αφορούν, για παράδειγμα, το εργατικό κόστος, τις επιβαρύνσεις κοινωνικής ασφαλίσεως ή το φορολογικό καθεστώς" (14).
19. Eξάλλου, δεν διαπιστώνονται στοιχεία αποδεικνύοντα σύγκρουση της οδηγίας 82/489 * οδηγία που αφορά απλώς μια αναγνώριση * με τις γαλλικές διατάξεις εφαρμογής ή στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο γαλλικός νόμος αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, πράγμα που, ενδεχομένως, θα μπορούσε να οδηγήσει σε προσαρμογή των γαλλικών διατάξεων ή σε ερμηνεία τους σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.
20. Ωστόσο, το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ θα μπορούσε να έχει εφαρμογή μόνον κατά το μέτρο που οι ενδιαφερόμενοι επικαλούνται την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων επί της οποίας στηρίζεται (15). Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 52 συνεπάγεται προπάντων την υποχρέωση να τυγχάνουν οι κοινοτικοί υπήκοοι της αυτής μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς. Αντιθέτως, οι ημεδαποί μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 52 μόνον εφόσον η κατάστασή τους εμφανίζει κάποιο συνδετικό στοιχείο με το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, οσάκις ένας ημεδαπός παρακολούθησε μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας ή απέκτησε εκεί επαγγελματική εμπειρία από την οποία θέλει να επωφεληθεί στο εθνικό πλαίσιο. Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο, τα πρόσωπα που προστατεύονται από το κοινοτικό δίκαιο μπορούν επομένως να έχουν επίσης την ιθαγένεια του κράτους υποδοχής (16). H ειδική αυτή περίπτωση φαίνεται να ρυθμίζεται με την εγκύκλιο 88010 η οποία επιτρέπει ρητώς στους Γάλλους υπηκόους να επικαλούνται τις διατάξεις που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 82/489, εφόσον η κατάστασή τους πληροί την προϋπόθεση του συνδετικού στοιχείου με το κοινοτικό δίκαιο.
21. Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν όσον αφορά αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το κοινοτικό δίκαιο (17), και ειδικότερα το άρθρο 52 (18), δεν έχουν εφαρμογή σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις.
22. Η μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις εμποδίζει επομένως να γίνει επίκλησή του σε περιπτώσεις που κατά συνθήκη αποκαλούνται περιπτώσεις "αντίστροφης δυσμενούς διακρίσεως" (discrimination a rebours), ήτοι περιπτώσεις που οι ημεδαποί τυγχάνουν δυσμενέστερης μεταχειρίσεως σε σχέση με τους υπηκόους άλλων κρατών μελών. Η αντίστροφη δυσμενής διάκριση προκαλείται από το κοινοτικό δίκαιο μόνον οσάκις το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στους κοινοτικούς υπηκόους δικαιώματα που συνιστούν ευνοϊκότερη μεταχείριση σε σχέση με τη μεταχείριση των ημεδαπών (19).
23. Εντούτοις, σε τέτοιες καταστάσεις, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως του εθνικού δικαίου (20).
24. Αυτή η εκτίμηση του ζητήματος που τίθεται στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο δεν αντικρούεται από την απόφαση Lancry της 9ης Αυγούστου 1994 (21), με την οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί περί του αν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο τα θαλάσσια διαπύλια τέλη ("octroi de mer"). Τα θαλάσσια διαπύλια τέλη είναι τέλη που επιβάλλονται κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων στα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα (στο εξής: ΓΥΔ), οποιαδήποτε και αν είναι η καταγωγή των εμπορευμάτων. Ως προς το θέμα που αφορούσε μόνον την εισαγωγή στα ΓΥΔ εμπορευμάτων προερχομένων από τη γαλλική μητρόπολη, τόσον το Συμβούλιο όσον και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριζαν ότι επρόκειτο για κατάσταση περιοριζόμενη αποκλειστικά και μόνον στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους και, συνακόλουθα, οι διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου δεν είχαν εφαρμογή (22).
25. Το Δικαστήριο δεν ακολούθησε τη θέση αυτή, αλλ' αντιθέτως έκρινε ότι τα θαλάσσια διαπύλια τέλη δεν συμβιβάζονται, στο σύνολό τους, με το άρθρο 9 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο, αφενός, αιτιολόγησε την κρίση του αυτή με το ενιαίον του τελωνειακού εδάφους, το οποίο θίγεται τόσο με την είσπραξη επιβαρύνσεως λόγω της διελεύσεως περιφερειακών συνόρων όσο και λόγω της διελεύσεως εθνικών συνόρων (23) αφετέρου, στηρίχθηκε στην ιδέα ότι η εν λόγω επιβάρυνση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αμιγώς εσωτερική κατάσταση, της οποίας όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο έδαφος ενός κράτους μέλους, δεδομένου ότι ίσχυε για όλα τα εισαγόμενα προϊόντα στο οικείο ΓΥΔ, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους (24).
26. Εάν υπάρχει λόγος να αποφανθεί το Δικαστήριο εν προκειμένω, οι περιστάσεις είναι ριζικώς διαφορετικές. Πρώτον, δεν πρόκειται για πρόβλημα ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία, λόγω του ενιαίου του τελωνειακού χώρου, προϋποθέτει την ύπαρξη πανομοιότυπων όρων για το σύνολο της Κοινότητας. Αντιθέτως, πρόκειται για ζήτημα ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων που αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Ενόσω δεν θα έχουν εκδοθεί οι διατάξεις εναρμονίσεως, οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών θα πρέπει να γίνουν δεκτές (25). Επιπλέον, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το πιθανό μειονέκτημα εμφανίζεται σε καταστάσεις αμιγώς εσωτερικές, διότι δεν υπάρχει κανένας εξωτερικός αντίκτυπος των υπό κρίση επαγγελματικών κανόνων.
27. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
Η αντίστροφη δυσμενής διάκριση που εισάγουν τα άρθρα 3 και 3-1 του νόμου 469-1173 αποτελεί αμιγώς εσωτερική κατάσταση επί της οποίας το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει εφαρμογή.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) * Οδηγία 82/489/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1982 (ΕΕ L 218, σ. 24).
(2) * Νόμος 46-1173, της 23ης Μαΐου 1946, περί ρυθμίσεως των όρων προσβάσεως στο επάγγελμα του κομμωτή (JORF της 24ης Μαΐου 1946, σ. 4539), όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο 87-343 της 22ας Μαΐου 1987 περί μεταφοράς της οδηγίας 82/489/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο (JORF της 23ης Μαΐου 1987, σ. 5650).
(3) * Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: 'Οταν, σε ένα κράτος μέλος, η ανάληψη ή άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 εξαρτάται από την κατοχή γενικών, εμπορικών και επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων, το κράτος μέλος αυτό αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη των γνώσεων και των ικανοτήτων αυτών το να έχει ο δικαιούχος ασκήσει πραγματικά και θεμιτά τις εν λόγω δραστηριότητες σε άλλο κράτος μέλος:
α) είτε επί έξι συνεχή έτη, υπό την ιδιότητα ελεύθερου επαγγελματία ή υπό την ιδιότητα διευθυντή επιφορτισμένου με τη διαχείριση της επιχειρήσεως
β) είτε επί τρία συνεχή έτη, υπό την ιδιότητα ελεύθερου επαγγελματία ή υπό την ιδιότητα διευθυντή επιφορτισμένου με τη διαχείριση της επιχειρήσεως, όταν ο δικαιούχος μπορεί να αποδείξει ότι, για το εν λόγω επάγγελμα, έχει προηγούμενη τριετή τουλάχιστον κατάρτιση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως ικανοποιητική από έναν αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό
γ) είτε επί τρία συνεχή έτη, υπό την ιδιότητα ελεύθερου επαγγελματία, όταν ο δικαιούχος μπορεί να αποδείξει ότι έχει ασκήσει το εν λόγω επάγγελμα ως υπάλληλος επί πέντε τουλάχιστον έτη.
'Οταν το κράτος μέλος υποδοχής προβλέπει διαφορετικά τυπικά προσόντα, ανάλογα με το αν πρόκειται για δραστηριότητες κομμωτικής ανδρών και γυναικών, μπορεί να απαιτεί από τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να έχουν ασκήσει την εν λόγω δραστηριότητα και να έχουν λάβει την επαγγελματική τους εκπαίδευση στον ίδιο κλάδο με εκείνον για τον οποίο ο δικαιούχος ζητά να εγκατασταθεί στο κράτος μέλος υποδοχής.
2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπό α' και γ', η δραστηριότητα αυτή πρέπει να έχει παύσει το πολύ πριν από δέκα έτη από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3. Οι δραστηριότητες δικαιούχου, υπό την ιδιότητα ελεύθερου επαγγελματία ή υπό την ιδιότητα διευθυντή επιφορτισμένου με τη διαχείριση της επιχειρήσεως που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπό α' και γ', πρέπει να έχουν ασκηθεί μετά την ηλικία των 20 ετών.
(4) * Βλ. σημείωση 3.
(5) * 1. Η άσκηση της δραστηριότητας αυτής πρέπει να είναι πραγματική και σύμφωνη με τις διατάξεις που διέπουν τη δραστηριότητα του κομμωτή στο κράτος του τόπου ασκήσεως του επαγγέλματος του κομμωτή.
2. Επιπλέον, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει ασκήσει τη δραστηριότητα του κομμωτή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας ή ως διευθυντής επιφορτισμένος με τη διαχείριση της επιχειρήσεως επί έξι συναπτά έτη. Η περίοδος αυτή μειώνεται σε τρία έτη, αν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει ενώπιον των γαλλικών αρχών που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο της γνησιότητάς τους δικαιολογητικά από τα οποία εμφαίνεται:
* είτε ότι παρακολούθησε τουλάχιστον επί τριετία μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και έλαβε δίπλωμα αναγνωρισμένο από το κράτος ή από τον οικείο επαγγελματικό φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την πρόσβαση στο επάγγελμα του κομμωτή στο κράτος του τόπου ασκήσεως της εν λόγω δραστηριότητας
* είτε ότι άσκησε το επάγγελμα ως μισθωτός τουλάχιστον επί πενταετία.
Για τον υπολογισμό της απαιτουμένης περιόδου ασκήσεως της δραστηριότητας του κομμωτή ως ελευθέρου επαγγελματία ή ως διευθυντή επιφορτισμένου με τη διαχείριση της επιχειρήσεως, λαμβάνεται υπόψη μόνον η δραστηριότητα μετά την ηλικία των είκοσι ετών, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι παρακολούθησε τουλάχιστον επί τριετία μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως μετά το πέρας της οποίας έλαβε δίπλωμα αναγνωρισμένο σύμφωνα με τους όρους που παρατίθενται ανωτέρω.
3. Η δραστηριότητα αυτή δεν πρέπει να έχει παύσει περισσότερο από δέκα έτη πριν από την ημέρα που ο ενδιαφερόμενος ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση κατοχής διπλώματος που προβλέπει το άρθρο 3 εντούτοις, η υποχρέωση αυτή δεν υφίσταται σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι παρακολούθησε τουλάχιστον επί τριετία μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και έλαβε το δίπλωμα που μνημονεύεται ανωτέρω στο σημείο 2.
(...)
(6) * Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-285/92, Twee Provincien (Συλλογή 1993, σ. Ι-6045, σκέψη 10), και απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C-369/89, Piageme (Συλλογή 1991, σ. Ι-2971, σκέψη 7).
(7) * Υποθέσεις C-285/92 και C-369/89, ibidem.
(8) * Με το οικείο περιεχόμενο, όπως αυτό θα προσδιοριστεί δια της ερμηνείας.
(9) * Βλ. σημείωση 3.
(10) * ΕΕ C 247 της 24. 9. 1992, σ. 42.
(11) * Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 115/78, Knoors, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 169.
(12) * Η κατάσταση αυτή δεν μεταβάλλεται καθόλου από την ύπαρξη της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ (ΕΕ L 209 της 24. 7. 1992, σ. 25), της οποίας το άρθρο 17 προέβλεπε ότι θα έπρεπε να μεταφερθεί στα εσωτερικά δίκαια των κρατών μελών το αργότερο μέχρι τις 18 Ιουνίου 1994. Η γενική αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων δεν απαλλάσσει τους Γάλλους υπηκόους από την υποχρέωση αποκτήσεως τίτλου προκειμένου να μπορούν να ασκήσουν δραστηριότητα στη Γαλλία ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
(13) * Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση C-379/92, Peralta (Συλλογή 1994, σ. Ι-3453).
(14) * Σκέψη 34 της αποφάσεως Peralta.
(15) * Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1977 στην υπόθεση 90/76, Van Ameyde, Συλλογή τόμος 1977, σ. 333, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, σκέψη 27).
(16) * Βλ. την προμνησθείσα απόφαση Knoors.
(17) * Βλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 175/78, Saunders (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 637, σκέψεις 11 επ.) απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 44/84, Hurd (Συλλογή 1986, σ. 29, σκέψεις 55 και επ.) απόφαση της 23ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-41/90, Hoefner και Elser (Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 37).
(18) * Απόφαση της 20ής Απριλίου 1988 στην υπόθεση 204/87, Bekaert (Συλλογή 1988, σ. 2029, σκέψη 12) απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-54/88, C-91/88 και Nino κ.λπ. C-14/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3537, σκέψη 11) απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-330/90 και C-331/90, Lopez Brea και Hidalgo Palacios (Συλλογή 1992, σ. Ι-323, σκέψη 9) απόφαση της 19ης Μαρτίου 1992 στην υπόθεση C-60/91, Batista Morais (Συλλογή 1992, σ. Ι-2085, σκέψεις 7 έως 9) βλ. επίσης την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993 στην υπόθεση C-112/91, Werner (Συλλογή 1993, σ. Ι-429).
(19) * Παραδείγματος χάριν, το δικαίωμα διαμονής και το δικαίωμα παραμονής των μελών της οικογενείας των υπηκόων τρίτων χωρών: βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 297/88 και 197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. Ι-3783) ή η αναγνώριση της νομίμου ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας σε κράτος μέλος ως πιστοποιητικού επαγγελματικής ικανότητας.
(20) * Βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση C-332/90, Steen I (Συλλογή 1992, σ. Ι-341), και απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, στην υπόθεση C-132/93, Steen II (Συλλογή 1994, σ. Ι-2715).
(21) * Απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-363/93 και C-407/93 έως C-411/93, Lancry, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
(22) * Βλ. σκέψη 23 της αποφάσεως.
(23) * Βλ. σκέψεις 25 επ. της αποφάσεως.
(24) * Βλ. σκέψεις 30 επ. της αποφάσεως.
(25) * Βλ., για παράδειγμα, την προμνησθείσα απόφαση Peralta.
Full & Egal Universal Law Academy