Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Εισαγωγή
1 Στην προκειμένη υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που αφορά τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας έχει την έννοια ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν στους εισαγωγείς να διασαφούν τα εμπορεύματα για ελεύθερη κυκλοφορία μετά την εκπνοή των προβλεπομένων συναφών προθεσμιών και αν μπορούν να εξαρτούν την άδεια αυτή από την καταβολή του ποσού μιας ειδικής επιβαρύνσεως.
2 Ο κανονισμός ΕΟΚ 4151/88 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για τον καθορισμό των διατάξεων που εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (1) (στο εξής: κανονισμός) προβλέπει στο άρθρο 15 τα εξής:
«1. ςΟταν τα εμπορεύματα καλύπτονται από συνοπτική διασάφηση, πρέπει να διασαφίζονται για ελεύθερη κυκλοφορία ή για άλλο τελωνειακό καθεστώς ή να καλύπτονται από αίτηση για να λάβουν έναν από τους άλλους τελωνειακούς προορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 14, μέσα στις προθεσμίες που καθορίζει η τελωνειακή αρχή. Οι προθεσμίες αυτές δεν πρέπει να υπερβαίνουν:
α) τις σαράντα πέντε ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης της συνοπτικής διασάφησης για τα εμπορεύματα που φθάνουν δια θαλάσσης·
β) τις είκοσι ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης της συνοπτικής διασάφησης για τα εμπορεύματα που φθάνουν με άλλο τρόπο μεταφοράς, εκτός από μεταφορά δια θαλάσσης.
2. ςΟταν το απαιτούν οι περιστάσεις, η τελωνειακή αρχή μπορεί να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η παράταση αυτή δεν μπορεί εντούτοις να υπερβεί τις πραγματικές ανάγκες που δικαιολογούνται από τις περιστάσεις.»
Το άρθρο 19, παράγραφος 1 ορίζει τα εξής:
«Η τελωνειακή αρχή παίρνει χωρίς καθυστέρηση κάθε απαραίτητο μέτρο, περιλαμβανομένης της πώλησης των εμπορευμάτων, προκειμένου να ρυθμιστεί η κατάσταση των εμπορευμάτων για τα οποία δεν έχουν αρχίσει οι διατυπώσεις με σκοπό να δοθεί στα εμπορεύματα αυτά ένας από τους τελωνειακούς περιορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 14, μέσα στις προθεσμίες που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 15.»
3 Το άρθρο 638, παράγραφος 1, του πορτογαλικού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) ορίζει ότι τα εναποτεθημένα σε οποιαδήποτε αποθήκη εμπορεύματα, είτε υπόκεινται σε τελωνειακό καθεστώς είτε όχι, όταν παρέρχεται η κατά περίπτωση ισχύουσα προθεσμία εναπόθεσεώς τους, πωλούνται από τα οικεία τελωνεία, μετά την πλήρωση των νομίμων διατυπώσεων.
Το άρθρο 639 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει εξάλλου τα εξής:
«1. Οι κύριοι των εμπορευμάτων που έχουν καθυστερήσει πέρα από τις νόμιμες προθεσμίες παραμονής στις αποθήκες δύνανται να τα εκτελωνίζουν, υποβάλλοντας σχετική αίτηση εντός προθεσμίας 6 μηνών από της υπαγωγής του εμπορεύματος στο καθεστώς δημοσίου πλειστηριασμού.
2. Τα εμπορεύματα που εκτελωνίζονται κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο υπόκεινται στην πληρωμή όλων των οφειλομένων επιβαρύνσεων και φόρων, καθώς και ποσοστού 5 % επί της αξίας τους.»
4 Η εταιρία Siesse - Soluηυes Integrais em Sistemas Software e Aplicaηυes Ld.° (στο εξής: Siesse), με έδρα τη Λισσαβώνα, εισήγαγε το 1993 από τρίτη χώρα η οποία δεν διευκρινίζεται, μέσω της Ξάβρης (Γαλλία), ως λιμένος διαμετακομίσεως, μια παρτίδα μηχανογραφικού υλικού, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συνοπτικής διασαφήσεως και υπήχθη στο καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως για είκοσι ημέρες στον τερματικό σταθμό του Liscont (Πορτογαλία). Επειδή δεν προέβη εντός της εν λόγω προθεσμίας σε καμιά διατύπωση για να προσδωθεί στα εμπορεύματα άλλος τελωνειακός προορισμός, η Siesse ζήτησε από τις τελωνειακές αρχές την άδεια να διασαφήσει τα εμπορεύματα για ελεύθερη κυκλοφορία καταβάλλοντας την ίση προς το 5 % της αξίας των εμπορευμάτων επιβάρυνση, σύμφωνα με το άρθρο 639 του τελωνειακού κώδικα, προκειμένου να αποφευχθεί ο δημόσιος πλειστηριασμός των εμπορευμάτων. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή και η Siesse κατέβαλε το αντίστοιχο ποσόν.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
5 Στη συνέχεια, η Siesse άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunal Fiscal Aduaneiro de Lisboa κατά των πορτογαλικών τελωνειακών αρχών αμφισβητώντας τη νομιμότητα της εισπράξεως της επιβαρύνσεως του ποσοστού 5 %.
6 Το Tribunal Fiscal Aduaneiro de Lisboa, με διάταξη της 20ής Ιανουαρίου 1994, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μετά την πάροδο των προθεσμιών του άρθρου 15, στοιχεία αα και ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4151/88 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, εξακολουθεί να μπορεί η τελωνειακή αρχή να επιτρέπει στους κυρίους των εμπορευμάτων να τα διασαφούν για ελεύθερη κυκλοφορία;
2) Στην περίπτωση αυτή, είναι απαιτητοί μόνον οι δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που οφείλονται για την εισαγωγή, συν τις δαπάνες που ενδεχομένως προκύπτουν από την προσωρινή εναπόθεση;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορεί η ίδια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του εν λόγω κοινοτικού κανονισμού, να εξαρτά τη χορήγηση αυτής της αδείας από την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού, πέραν των αναφερομένων στο δεύτερο ερώτημα δασμών, λοιπών επιβαρύνσεων και δαπανών, το οποίο συνιστά έσοδο του κράτους μέλους;»
Το πρώτο ερώτημα
7 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί εάν οι εθνικές τελωνειακές αρχές νομιμοποιούνται εκ του κανονισμού να επιτρέπουν σε επιχειρηματία να διασαφεί για ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματα τα οποία έχουν αποτελέσει αντικείμενο συνοπτικής διασαφήσεως, ακόμη και μετά την εκπνοή των σχετικών προθεσμιών.
8 Με τις παρατηρήσεις της η Siesse ισχυρίζεται ότι οι πορτογαλικές αρχές δεν είναι αρμόδιες να παρατείνουν γενικώς κατά έξι μήνες τις προθεμίες που καθορίζονται στον κανονισμό για τον εκτελωνισμό, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 639 του τελωνειακού κώδικα.
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση φρονεί ότι ο κανονισμός δεν αντιτίθεται στο να προβαίνει σε τακτοποίηση της καταστάσεως ο κύριος εμπορευμάτων, τα οποία δεν έχουν εκτελωνιστεί εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, αφότου έχει λάβει την άδεια να διασαφήσει τα εμπορεύματα για ελεύθερη κυκλοφορία.
Κατά την Επιτροπή, από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού προκύπτει άμεσα ότι η κατάσταση που αφορά τα εμπορεύματα που δεν έχουν εκτελωνιστεί εντός των προβλεπομένων προθεσμιών μπορεί να ρυθμιστεί με τη χορήγηση άδειας διασαφήσεως των εμπορευμάτων για ελεύθερη κυκλοφορία, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή παρέχει στις εθνικές τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα παρατάσεως των καθορισμένων προθεσμιών. Κατά τα λοιπά, ο κανονισμός δεν περιέχει καμία διάταξη υποχρεώνουσα τις τελωνειακές αρχές να αρνούνται τη διασάφηση για ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, ακόμη και αν έχουν παρέλθει οι προβλεπόμενες προθεσμίες. Συνεπώς, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
9 Καταρχάς, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού προκύπτει άμεσα ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές μπορούν να παρατείνουν τις προβλεπόμενες προθεσμίες, εάν αυτό δικαιολογείται από τις περιστάσεις. Κατά τη γνώμη μου, το ίδιο θα πρέπει να ισχύει ακόμη και αν έχουν παρέλθει, οι καθορισμένες προθεσμίες στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχεία αα και ββ, δεδομένου ότι το ουσιώδες για τη λειτουργία του τελωνειακού καθεστώτος είναι να καταβάλλονται το συντομότερο δυνατόν οι δασμοί και οι επιβαρύνσεις και, καθώς φαίνεται, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα συμφέροντα που αντιτάσσονται στη λύση αυτή.
10 Εξάλλου, το αποτέλεσμα αυτό ενισχύεται από το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού που αφορά τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τα κράτη μέλη στην περίπτωση κατά την οποία οι εισαγωγείς υπερβαίνουν τις καθορισμένες στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού προθεσμίες. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι οι τελωνειακές αρχές πρέπει να λαμβάνουν χωρίς καθυστέρηση κάθε απαραίτητο μέτρο, συμπεριλαμβανομένης της πωλήσεως των εμπορευμάτων, προκειμένου να ρυθμιστεί η κατάσταση των εμπορευμάτων για τα οποία δεν έχουν αρχίσει οι διατυπώσεις προκειμένου να τους δοθεί τελωνειακός προορισμός μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Το άρθρο 19, παράγραφος 1, παρέχει συνεπώς μόνο τη δυνατότητα λήψεως των απαραίτητων μέτρων προκειμένου να ρυθμιστεί η κατάσταση των εμπορευμάτων τα οποία δεν έχουν εκτελωνιστεί εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Στη διάταξη αυτή αναφέρεται η δυνατότητα ρυθμίσεως, παραδείγματος χάριν, με πώληση των εμπορευμάτων. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει στις εθνικές αρχές την υποχρέωση να ρυθμίσουν την κατάσταση των οικείων εμπορευμάτων σύμφωνα με προκαθορισμένους τρόπους. Συνεπώς, οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να αποδεσμεύουν τα εμπορεύματα όταν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα ποσά και να παρατείνουν την προθεσμία ενόψει εκούσιας καταβολής των οφειλομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι αναγκαίο να προβούν σε αναγκαστική εκποίηση ή σε άλλα αναγκαστικά μέτρα προκειμένου να καλυφθούν τα ποσά αυτά.
11 Ομοίως, κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα και το συμφέρον του οφειλέτη συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος αυτού. Τακτοποίηση της καταστάσεως των εμπορευμάτων μέσω αδείας προς διασάφηση για ελεύθερη κυκλοφορία είναι, πράγματι, πλέον αποτελεσματική και λιγότερο δαπανηρή λύση, μάλιστα δε λιγότερο επαχθής, από π.χ. αναγκαστική εκποίηση δια πλειστηριασμού.
12 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν, και μετά την εκπνοή των καθορισμένων στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχεία αα και ββ του κανονισμού, προθεσμιών, να επιτρέπουν στους ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων να τα διασαφούν για ελεύθερη κυκλοφορία.
Το δεύτερο ερώτημα
13 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες χορηγείται άδεια για τη διασάφηση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μετά την εκπνοή των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχεία αα και ββ, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτούν άλλα ποσά εκτός από τους δασμούς και τις λοιπές επιβαρύνσεις που οφείλονται για την εισαγωγή, συν τις δαπάνες που ενδεχομένως προκύπτουν από την προσωρινή εναπόθεση. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο εννοεί την επιβάρυνση του ποσοστού 5 % επί της αξίας των εμπορευμάτων η οποία επιβλήθηκε στην Siesse σύμφωνα με το άρθρο 639 του τελωνειακού κώδικα.
14 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εκτός των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται για την εισαγωγή και τις ενδεχόμενες δαπάνες που προκύπτουν από την προσωρινή εναπόθεση, μπορούν να απαιτούνται μόνον τα ποσά που προορίζονται να αντισταθμίσουν απώλειες που έχουν πράγματι προκληθεί ή τα οποία αποτελούν αμοιβή για υπηρεσία η οποία πράγματι έχει παρασχεθεί στον εισαγωγέα. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η επίδικη επιβάρυνση είναι εξάλλου ασυμβίβαστη προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, που αφορά το κοινό δασμολόγιο έναντι των τρίτων χωρών. Επιβάρυνση η οποία επιβάλλεται μόνον επί των εισαγομένων εμπορευμάτων, η καταβολή του ποσού της οποίας δεν αντιστοιχεί στην παροχή οιασδήποτε υπηρεσίας και η οποία δεν είναι αναγκαία για να ρυθμιστεί η κατάσταση των οικείων εμπορευμάτων, πρέπει, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, να χαρακτηριστεί ως δασμός επί των εμπορευμάτων που κατάγονται από τρίτες χώρες.
15 Προς στήριξη της απόψεώς της για τη νομιμότητα της επιβαλλομένης επιβαρύνσεως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «τα απαραίτητα μέτρα» που πρέπει να λαμβάνουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, περιλαμβάνουν, εκτός από αυτά που προορίζονται να εξασφαλίσουν την καταβολή των δασμών και των λοιπών δαπανών, αυτά που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση της τηρήσεως των προθεσμιών που έχουν τεθεί με σκοπό να δοθεί στα εμπορεύματα συγκεκριμένος τελωνειακός προορισμός. ςΕτσι, οι εθνικές τελωνειακές αρχές μπορούν να λαμβάνουν μέτρα τα οποία, λόγω του ότι συνιστούν επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράνομης συμπεριφοράς, παροτρύνουν τους κυρίους των εμπορευμάτων να ενεργούν εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Τέτοιο μέτρο μπορεί να είναι, όπως εν προκειμένω, η επιβολή επιβαρύνσεως ποσοστού 5 % λόγω υπερβάσεως της καθορισμένης προθεσμίας. Κατά τη γνώμη της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, η επιβάρυνση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς τα άρθρα 9 και επ. της Συνθήκης, που αφορούν το δασμολόγιο που εφαρμόζεται έναντι των τρίτων χωρών, δεδομένου ότι η επιβάρυνση αυτή δεν επιβάλλεται σε κάθε εισαγωγέα, αλλά εφαρμόζεται μόνον ως προς ορισμένους εισαγωγείς λόγω παρατυπιών που συνίστανται στη μη τήρηση των προθεσμιών που καθορίζονται για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων.
16 Κατά τη γνώμη μου, οι τελωνειακές αρχές πρέπει να έχουν το δικαίωμα να εισπράττουν, εκτός από τους δασμούς και τις λοιπές επιβαρύνσεις, ως αποζημίωση ποσά τα οποία καλύπτουν τις δαπάνες που προκύπτουν από την προσωρινή εναπόθεση, καθώς και ποσά - με τη μορφή, π.χ., τόκων υπερημερίας - τα οποία καλύπτουν την απώλεια των τόκων λόγω καθυστερημένης καταβολής. Εξάλλου, οι τελωνειακές αρχές μπορούν νομίμως, κατά τη γνώμη μου, βάσει αναλόγων θεωρήσεων, να απαιτούν την καταβολή τέλους για τις επιπλέον δαπάνες και τις δυσχέρειες που προκαλούνται λόγω του γεγονότος ότι ο εισαγωγεύς δεν ενήργησε εγκαίρως για να δοθεί στα προϋόντα συγκεκριμένος τελωνειακός προορισμός.
17 Εντούτοις, το πρόβλημα εν προκειμένω είναι εάν οι εθνικές τελωνειακές αρχές μπορούν περαιτέρω να εισπράττουν ποσά τα οποία δεν προορίζονται, ούτε στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε γενικότερα, να καλύπτουν τις απώλειες και τις συνέπειες των δυσχερειών που προκύπτουν συναφώς, αλλά αντιθέτως έχουν τον χαρακτήρα διοικητικής κυρώσεως για υπέρβαση των καθορισμένων προθεσμιών, υπό μορφήν εκκαθαρίσεως, υπέρ του Δημοσίου, ενός ποσοστού επί της αξίας των επιδίκων εμπορευμάτων.
18 Κατά πάγια νομολογία (2) σε θέματα επιβολής κυρώσεων, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι, οσάκις κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει καμιά ειδική διάταξη που να προβλέπει κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως ή να παραπέμπει σχετικώς στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Συναφώς, διατηρώντας το δικαίωμα επιλογής των κυρώσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να επιβάλλονται κυρώσεις για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις ανάλογες προς τις ισχύουσες για παραβιάσεις παρεμφερούς φύσεως και σημασίας του εθνικού δικαίου και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Εξάλλου, προκειμένου να καθοριστούν τα όρια που επιβάλλονται στα κράτη μέλη κατά την επιλογή των κυρώσεων για παραβάσεις κανόνων κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο, προσφάτως, σε απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992 (3), αποφάνθηκε τα εξής:
«Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, ελλείψει εναρμονίσεως της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα των τελωνειακών παραβάσεων, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να επιλέγουν τις κυρώσεις που θεωρούν κατάλληλες (...) οφείλουν πάντως να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή, τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο και τις γενικές αρχές του και, κατά συνέπεια, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας.
Πράγματι, όπως το Δικαστήριο έκρινε κατ' επανάληψη, οι διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών (...)» (σκέψεις 19 και 20).
Επομένως, το μέτρο που οι κοινοτικοί κανόνες δεν προβλέπουν κυρώσεις, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να επιβάλλουν κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως κοινοτικών κανόνων. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή η κύρωση πρέπει να είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η τήρηση των κοινοτικών κανόνων και να μη υπερβαίνει αυτό που είναι απαραίτητο. Η κύρωση για παράβαση της οικείας κοινοτικής διατάξεως πρέπει να επιβάλλεται σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες που εφαρμόζονται στο εθνικό δίκαιο για παραβάσεις της ίδιας φύσεως και σοβαρότητας.
19 Επομένως, πρέπει εκ προοιμίου να λάβουμε θέση επί του ζητήματος εάν ο κανονισμός - ειδικότερα το άρθρο 19, παράγραφος 1 - ρυθμίζει την ευχέρεια των κρατών μελών να επιβάλλουν κυρώσεις στους εισαγωγείς επειδή παρέλειψαν, εντός των καθορισμένων προθεσμιών, να προσδώσουν στα εμπορεύματα συγκεκριμένο τελωνειακό προορισμό. Στο ερώτημα αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί αρνητική απάντηση. Αφενός, ο κανονισμός δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν κυρώσεις για τέτοιες παραβάσεις. Αφετέρου, φρονώ ότι οι διατάξεις του κανονισμού δεν αντιτίθενται ούτε στον καθορισμό, από τα κράτη μέλη, τέτοιων κυρώσεων οι οποίες προφανώς έχουν ως σκοπό, σε δεδομένη περίπτωση, να παροτρύνουν τους εισαγωγείς να προβαίνουν στις διατυπώσεις που απαιτούνται για να δοθεί στα εμπορεύματα συγκεκριμένος τελωνειακός προορισμός, πριν από την εκπνοή των προθεσμιών. Ειδικότερα, το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν λαμβάνει θέση επί του ζητήματος της ευχέρειας επιβολής κυρώσεων στον εισαγωγέα, επειδή παρέλειψε να συμπληρώσει τις απαραίτητες διατυπώσεις πριν από την εκπνοή των προθεσμιών. Το άρθρο 19, παράγραφος 1, αναφέρεται αντιθέτως επί του περιεχομένου της υποχρεώσεως των τελωνειακών αρχών να λαμβάνουν μέτρα μετά την εκπνοή των προθεσμιών προκειμένου να εξασφαλίσουν την καταβολή των οφειλομένων ποσών. Το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές έχουν την υποχρέωση να εισπράττουν τα οφειλόμενα ποσά, μέσω, π.χ. της πωλήσεως των εμπορευμάτων, δεν αποκλείει την περαιτέρω επιβολή, εκ μέρους των κρατών μελών, στους εισαγωγείς ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων, επειδή δεν προέβησαν, σε εύθετο χρόνο, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, ώστε να μην αναγκάζονται οι τελωνειακές αρχές να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση με όλους τους κινδύνους απωλειών που αυτό συνεπάγεται.
20 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια κύρωση δεν πρέπει να βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της τηρήσεως των προθεσμιών. νΟσον αφορά εμπορεύματα μη ελάχιστης αξίας, επιβάρυνση ανάλογη προς την αξία των εισαγομένων προϋόντων θα συνιστά για τους εισαγωγείς έντονη παρότρυνση για να μεριμνούν, εντός των προθεσμιών, για να προσδοθεί στα προϋόντα συγκεκριμένος τελωνειακός προορισμός. Προκειμένου για εμπορεύματα ελάχιστης αξίας, η κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογισθείσα κύρωση για υπέρβαση των προθεσμιών θα είναι, αναλόγως των περιστάσεων, σχετικά μικρή, οπότε η κύρωση δεν θα έχει, για τα προϋόντα αυτά, το ίδιο προληπτικό αποτέλεσμα όπως για προϋόντα μεγαλύτερης αξίας. Αντιθέτως, εάν πρόκειται για προϋόντα των οποίων η αξία είναι ιδιαιτέρως υψηλή, μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάρυνση η οποία θα έχει υπολογιστεί κατ' αναλογία προς την αξία των προϋόντων θα έχει τελικά ως αποτέλεσμα να είναι δυσανάλογη προς τη φύση της παραβάσεως, η οποία προσλαμβάνει, υπό τις παρούσες συνθήκες, μάλλον τυπικό χαρακτήρα, και προς το ποσόν της επιβαρύνσεως που καταβλήθηκε επομένως με καθυστέρηση. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει εάν μία τέτοιου είδους επιβάρυνση, η οποία υπολογίζεται και αναλογεί ;; ανάλογα προς την αξία των εμπορευμάτων συνάδει εν προκειμένω με την αρχή της αναλογικότητας. Συναφώς, παρατηρούμε ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δήλωσε κατά τη δημόσια συνεδρίαση ότι, εκτός από την επιβολή επιβαρύνσεως ποσοστού 5 % επί της αξίας των εμπορευμάτων, δεν εισπράττονται στην Πορτογαλία τόκοι υπερημερίας ή δαπάνες διοικητικής διαχειρίσεως. Επομένως, ένα μέρος της επιβαρύνσεως του ποσοστού 5 % επί της αξίας των εμπορευμάτων καλύπτει τις δαπάνες που προκύπτουν λόγω της καθυστερημένης καταβολής των δασμών κ.λπ., πράγμα το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη του το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να κρίνει εάν η κύρωση συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας.
21 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται επίσης να κρίνει εάν η κύρωση αντιστοιχεί στις κυρώσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου σε παραβάσεις ίδιας φύσεως και σοβαρότητας.
22 ςΟσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η επίμαχη επιβάρυνση είναι αντίθετη προς τα άρθρα 9 και επ. της Συνθήκης σχετικά με το κοινό δασμολόγιο, παρατηρούμε ότι το Δικαστήριο, σε θέματα ενδοκοινοτικών ανταλλαγών, έχει κρίνει ότι «συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό και εξαγωγικό δασμό κάθε χρηματική επιβάρυνση, έστω και μηδαμινή, που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξαρτήτως της ονομασίας της και της τεχνικής της, και που πλήττει τα εγχώρια ή αλλοδαπά προϋόντα επειδή διέρχονται τα σύνορα» (4).
23 ηΟσον αφορά τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου έναντι των τρίτων χωρών, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Συνθήκη δεν περιέχει ρητές διατάξεις ανάλογες με αυτές που απαγορεύουν, στο πλαίσιο των ενδοκοινοτικών ανταλλαγών, τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς (5). Η θέσπιση του κοινού δασμολογίου πάντως συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλουν μονομερώς νέες επιβαρύνσεις επί των εισαγωγών απευθείας προελεύσεως τρίτων χωρών ή να ανυψώνουν το επίπεδο των υφισταμένων επιβαρύνσεων κατά το χρονικό αυτό σημείο (6).
24 Οι εισαγωγείς που εισάγουν στην Πορτογαλία προϋόντα καταγωγής τρίτων χωρών δεν υπόκεινται στην επίμαχη επιβάρυνση, ως διοικητική κύρωση, παρά μόνο σε ιδιαίτερες καταστάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τη μη τήρηση των τελωνειακών κανόνων, η επιβάρυνση δε αυτή επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ίδιος ο εισαγωγέας επιθυμεί να κάνει χρήση της δυνατότητος εκτελωνισμού μετά την εκπνοή των προθεσμιών, δυνατότητα που προβλέπεται στον τελωνειακό κώδικα. Βρισκόμαστε λοιπόν σε εντελώς διαφορετική κατάσταση από αυτήν κατά την οποία κάθε εισαγωγεύς που εισάγει στην Πορτογαλία προϋόντα καταγωγής τρίτων χωρών θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει το ποσό της επιβαρύνσεως. Εξάλλου, η επιβάρυνση αυτή επιβάλλεται μόνον μετά την εκπνοή μιας σχετικά μακράς προθεσμίας, οπότε ο εισαγωγέας έχει πράγματι τη δυνατότητα να εκτελωνίσει τα εμπορεύματα πριν από την εκπνοή της προθεσμίας. Κατά την άποψή μου, η επίμαχη χρηματική επιβάρυνση δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως δασμός ή ως τέλος που η Πορτογαλία, μονομερώς, επιβάλλει γενικώς επί των προϋόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες και, κατ' αυτόν τον τρόπο, θίγει το κοινό δασμολόγιο της Κοινότητας. Συνεπώς δεν χρειάζεται, προκειμένου να λάβω θέση επί της παρούσας υποθέσεως, να εφαρμοσθεί ο ευρύς ορισμός, που έχει δώσει το Δικαστήριο στην έννοια της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό σε σχέση με το ενδοκοινοτικό εμπόριο, κατ' αναλογίαν ως προς τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει κράτος μέλος επί των εμπορευμάτων καταγωγής τρίτης χώρας.
25 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι, εκτός των δασμών και των λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται για την εισαγωγή παρτίδας εμπορευμάτων καθώς και των ενδεχομένων δαπανών που προκύπτουν από την εναπόθεση των εμπορευμάτων, τα κράτη μέλη μπορούν, αφενός, να απαιτούν τα ποσά που προορίζονται να καλύπτουν τόκους και δαπάνες, καθώς και την πρόσθετη προκληθείσα εργασία και τις δυσχέρειες σχετικά με τη χορήγηση άδειας για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά την εκπνοή των συναφώς προβλεπομένων προθεσμιών, και, αφετέρου, να επιβάλλουν στον εισαγωγέα την καταβολή ποσού ως διοικητική κύρωση για τη μη τήρηση των καθορισμένων προθεσμιών. Η κύρωση αυτή πρέπει να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και να αντιστοιχεί στις κυρώσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου σε παραβάσεις ίδιας φύσεως και σοβαρότητας. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει εάν πρέπει να θεωρηθεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Το τρίτο ερώτημα
26 Τέλος, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν οι εθνικές τελωνειακές αρχές μπορούν να εξαρτήσουν τη χορήγηση άδειας για τη διασάφηση για ελεύθερη κυκλοφορία μετά την εκπνοή των προθεσμιών που καθορίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχεία αα και ββ, του κανονισμού από την καταβολή, υπέρ του Δημοσίου, συγκεκριμένου χρηματικού ποσού εκτός των τελών και ενδεχομένων δαπανών.
Αντιλαμβάνομαι το ερώτημα αυτό υπό την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην πραγματικότητα αν οι τελωνειακές αρχές μπορούν, μετά την εκπνοή των προθεσμιών, να εξαρτούν τη χορήγηση της άδειας για τη διασάφηση για ελεύθερη κυκλοφορία από την επιβολή επιβαρύνσεως ποσοστού 5 % επί της αξίας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 639 του τελωνειακού κώδικα, και, κατά τα λοιπά, από την καταβολή των ποσών που αναφέρονται στο δεύτερο ερώτημα. Συνεπώς, θα λάβω θέση μόνον επί του ζητήματος αν υφίσταται η ευχέρεια αυτή και όχι επί του αν οι τελωνειακές αρχές μπορούν περαιτέρω να εξαρτούν την άδεια από την πληρωμή άλλων ποσών, τα οποία ένας εισαγωγέας θα όφειλε ενδεχομένως έναντι τρίτου.
27 Η είσπραξη των ποσών που μπορούν, κατά την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα να εισπραχθούν, εκ μέρους των τελωνειακών αρχών συνδέεται στενά με τη χορήγηση της άδειας για τη διασάφηση για ελεύθερη κυκλοφορία, κατόπιν της εκπνοής των καθορισμένων προθεσμιών. Για να είναι βέβαιον ότι θα εισπραχθούν τα ποσά αυτά είναι φυσικό, κατά τη γνώμη μου, οι εθνικές τελωνειακές αρχές να εξαρτούν τη χορήγηση της άδειας αυτής από την πληρωμή των εν λόγω ποσών. Πρόκειται για δαπάνες με την ευρεία έννοια του όρου, εφόσον τα εμπορεύματα χρησιμεύουν συναφώς ως ασφάλεια, σε περίπτωση μη καταβολής, για την εξόφληση των οφειλών προς τις τελωνειακές αρχές, πριν ικανοποιηθούν άλλοι δικαιούχοι. Μία τέτοια ασφάλεια δεν μπορεί να διαφυλαχθεί παρά μόνον εάν οι τελωνειακές αρχές έχουν πράγματι τη δυνατότητα παρακρατήσεως του εμπορεύματος μέχρις της αποπληρωμής των δαπανών που συνδέονται με αυτό. Μπορούν συνεπώς να εξαρτούν τη χορήγηση άδειας για τη διασάφηση του εμπορεύματος για ελεύθερη κυκλοφορία από την προϋπόθεση της αποπληρωμής των ποσών αυτών.
28 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μετά την εκπνοή των προθεσμιών που καθορίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχεία αα και ββ, του κανονισμού, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να εξαρτούν τη χορήγηση άδειας για τη διασάφηση για ελεύθερη κυκλοφορία από την καταβολή των ποσών που αναφέρονται στο πλαίσιο της απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα.
Πρόταση
29 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα:
«1) Παρά την εκπνοή των προθεσμιών που καθορίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχεία αα και ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4151/88 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για τον καθορισμό των διατάξεων που εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν στους κυρίους των εμπορευμάτων να τα διασαφούν για ελεύθερη κυκλοφορία.
2) Εκτός των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται για την εισαγωγή παρτίδας εμπορευμάτων, καθώς και των δαπανών που ενδεχομένως προκύπτουν από την εναπόθεση, τα κράτη μέλη μπορούν, αφενός, να απαιτούν ποσά που προορίζονται να καλύψουν τους τόκους και τις δαπάνες, καθώς και την πρόσθετη προκληθείσα εργασία και τις δυσχέρειες σχετικά με τη χορήγηση άδειας για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά την εκπνοή των συναφώς προβλεπομένων προθεσμιών και, αφετέρου, να επιβάλλουν στον εισαγωγέα την καταβολή ποσού ως κύρωση για τη μη τήρηση των καθορισμένων προθεσμιών. Η κύρωση αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και να αντιστοιχεί στις κυρώσεις που εφαρμόζονται στο εθνικό δίκαιο για παραβάσεις ίδιας φύσεως και σοβαρότητας. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει εάν πρέπει να θεωρηθεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
3) Μετά την εκπνοή των προθεσμιών που καθορίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχεία αα και ββ του κανονισμού (ΕΟΚ) 4151/88 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για τον καθορισμό των διατάξεων που εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να εξαρτούν τη χορήγηση άδειας για τη διασάφηση για ελεύθερη κυκλοφορία από την καταβολή των ποσών που αναφέρονται στο πλαίσιο της απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα.»KD/k
(1) - ΕΕ L367, σ. 1.
(2) - Βλ., π.χ., αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψεις 23 και 24), της 10ης Ιουλίου 1990, C-326/88, Hansen (Συλλογή 1990, σ. Ι-2911, σκέψη 17) και της 2ας Οκτωβρίου 1991, C-7/90, Vandevenne κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-4371, σκέψη 11).
(3) - Υπόθεση C-210/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. Ι-6735).
(4) - Βλ. πρόσφατα, την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1994, C-130/93, Lamaire (Συλλογή 1994, σ. Ι-3215, σκέψη 13).
(5) - Βλ. την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, 2/69 και 3/69, Diamantarbeiders (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 59).
(6) - Βλ. την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1973, 37/73 και 38/73, Diamantarbeiders (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 883).
Full & Egal Universal Law Academy