ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 14ης Δεκεμβρίου 1995 ( *1 )
1.
Στην παρούσα υπόθεση το tribunal de commerce de Paris ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί ορισμένων ερωτημάτων αφορώντων, ειδικότερα, τις αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων σε δίκη που κινούν οι ανταγωνιστές επιχειρήσεως, ισχυριζόμενοι ότι έχει χορηγηθεί στην επιχείρηση αυτή μη κοινοποιηθείσα κρατική ενίσχυση. Τα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης που κίνησαν η Syndicat français de l'express international (στο εξής: SFEI) και ορισμένες επιχειρήσεις ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας κατά των Γαλλικών Ταχυδρομείων (στο εξής: Ταχυδρομεία) και λοιπών.
Τα πραγματικά περιστατικά
2.
Τα Γαλλικά Ταχυδρομεία, οργανισμός διεπόμενος από το δημόσιο δίκαιο, πέραν των εκ του νόμου καθοριζομένων λειτουργιών τις οποίες ασκούν μονοπωλιακώς, ασκούν ορισμένες δραστηριότητες τις οποίες δύνανται να ασκούν και εμπορικές επιχειρήσεις. Το 1985η Sofipost (η εταιρία μέσω της οποίας τα Ταχυδρομεία μετέχουν στις διάφορες θυγατρικές τους) συνέστησε, με συνεταίρο τη Société de transport aérien transrégional (στο εξής: TAT), τη Société française de messagerie internationale (στο εξής: SFMI), με σκοπό την παροχή υπηρεσιών ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας. Η συμμετοχή της Sofipost και της TAT στην SFMI ήταν 66 και 34 % αντιστοίχως. Η SFMI ασκούσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα χρησιμοποιώντας το σήμα «Chronopost».
3.
Το 1992 μεταβλήθηκε η δομή της επιχειρήσεως. Η Sofipost και η TAT συνέστησαν νέα εταιρία, την Chronopost SA, η συμμετοχή τους στην οποία ήταν και πάλι 66 και 34 % αντιστοίχως. Η Chronopost SA ανέλαβε την επιχειρηματική δραστηριότητα της SFMI εντός Γαλλίας. Η δραστηριότητα της SFMI μεταβλήθηκε σε διεθνή επιχειρηματική δραστηριότητα ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, ασκούμενη από κοινού από τα Γαλλικά, Γερμανικά, Ολλανδικά, Καναδικά και Σουηδικά Ταχυδρομεία σε συνεργασία με μια αυστραλιανή επιχείρηση, την TNT. Η SFMI κατέστη κατά ποσοστό 100 % θυγατρική της GD Express Worldwide France, θυγατρικής επίσης κατά 100 % της GD Express Worldwide NV. Η τελευταία αυτή εταιρία ανήκει καθ' ισομοιρία στην TNT και στην GD Net BV, εταιρία η οποία ανήκει στα διάφορα εθνικά ταχυδρομεία. Η Sofipost κατέχει το 25 % των μετοχών της GD Net BV. Συνεπώς, τα Ταχυδρομεία ελέγχουν πλέον, μέσω της Sofipost, το 66 % της ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας εντός Γαλλίας, την οποία έχει αναλάβει η Chronopost SA, και εμμέσως το 12,5 % (25 % x 50 % x 100 % x 100 %) της διεθνούς δραστηριότητας επιδόσεως αλληλογραφίας την οποία έχει αναλάβει η SFMI.
4.
Βάσει της νέας δομής, η Chronopost SA παρέχει υπηρεσίες στην SFMI και την εκπροσωπεί, συλλέγοντας και διανέμοντας εντός της Γαλλίας δέματα που αποστέλλονται μέσω του δικτύου της GD Express Worldwide. Βάσει συμφωνιών συναφθεισών κατά τη σύσταση της GD Express Worldwide, η Chronopost δεν θα ανταγωνιζόταν την SFMI και θα αποτελούσε τον αποκλειστικό της αντιπρόσωπο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1995· επιπλέον, τα Ταχυδρομεία παρέσχον στην SFMI (και, συνεπώς, κατ' ουσίαν στην Chronopost SA) δικαίωμα αποκλειστικής προσβάσεως στο ταχυδρομικό δίκτυο μέχρι την ημερομηνία αυτή.
5.
Στις 21 Δεκεμβρίου 1990 η SFEI, ένωση επιχειρήσεων ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, υπέβαλε καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής κατά του Γαλλικού Δημοσίου, βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης. Σε μεταγενέστερη συνάντηση μεταξύ των εκπροσώπων της SFEI και της Επιτροπής τέθηκε επίσης το ζήτημα ενδεχομένης παραβάσεως του άρθρου 86 από τα Ταχυδρομεία ως επιχείρηση. Στις 10 Μαρτίου 1992 η Επιτροπή απέστειλε δύο έγγραφα προς τη SFEI, με τα οποία την ενημέρωσε για την πρόθεση της να περατώσει τις έρευνες που αφορούσαν την κρατική ενίσχυση και την παράβαση του άρθρου 86.
6.
Με προσφυγή της 16ης Μαΐου 1992, η SFEI και οι τρεις επιχειρήσεις ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας ζήτησαν από το Πρωτοδικείο την ακύρωση του εγγράφου που αφορούσε τις έρευνες τις σχετικές με την παράβαση του άρθρου 86. Με διάταξη του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 1992, η προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι το έγγραφο της Επιτροπής δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα. Οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο, με απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994 ( 1 ), αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου και ανέπεμψε την υπόθεση σ' αυτό. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή απέσυρε το έγγραφο και το Πρωτοδικείο, με διάταξη της 3ης Οκτωβρίου 1994, έκρινε ότι παρείλκε η έκδοση αποφάσεως επί της υποθέσεως. Η Επιτροπή εξέδωσε στις 30 Δεκεμβρίου 1994 νέα απόφαση περί περατώσεως της βάσει του άρθρου 86 έρευνας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως Τ-77/95, η οποία εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Πρωτοδικείου.
7.
Με προσφυγή της 16ης Μαΐου 1992 ενώπιον του Δικαστηρίου, η SFEI και οι ίδιες τρεις επιχειρήσεις ζήτησαν την ακύρωση της αποφάσεως περί περατώσεως της έρευνας ως προς την κρατική ενίσχυση. Αφού η Επιτροπή απέσυρε το έγγραφο αυτό τον Ιούλιο του 1992, το Δικαστήριο, με διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-222/92, έκρινε ότι παρείλκε η έκδοση αποφάσεως και επιδίκασε τα δικαστικά έξοδα υπέρ των προσφευγουσών. Η Επιτροπή δεν έχει λάβει ακόμη θέση επί του ζητήματος.
8.
Τα παρόντα προδικαστικά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο αγωγής που άσκησαν στις 16 Ιουνίου 1993 ενώπιον του tribunal de commerce de Paris η SFEI κ.λπ. κατά των Γαλλικών Ταχυδρομείων, της Sofipost, της SFMI, της TAT, της TAT Express και της Chronopost. Ol ενάγουσες ζητούν από το δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η υλικοτεχνική και εμπορική υποστήριξη που παρέχουν τα Ταχυδρομεία προς την SFMI και την Chronopost, χωρίς τη δέουσα αντιπαροχή, συνιστά κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης·
—
να αναγνωρίσει ότι η ενίσχυση είναι παράνομη λόγω του ότι δεν κοινοποιήθηκε προς την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης·
—
να αναγνωρίσει ότι οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε πράξεις αθεμίτου ανταγωνισμού·
—
να αναγνωρίσει ότι τα Ταχυδρομεία, η Sofipost, η SFMI και η Chronopost εκμεταλλεύθηκαν καταχρηστικώς τη δεσπόζουσα θέση τους, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης·
—
να αναγνωρίσει ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν την αρχή της ισότητας στον ανταγωνισμό·
—
να υποχρεώσει τα Ταχυδρομεία να παύσουν αμέσως να χορηγούν στην SFMI και στην Chronopost την παράνομη ενίσχυση [σε περίπτωση δε μη συμμορφώσεως να διατάξει την επιβολή ποινής ύψους 250000 γαλλικών φράγκων (FF) ημερησίως]·
—
να υποχρεώσει την SFMI να επιστρέψει στα Ταχυδρομεία όλα τα ποσά παρανόμων κρατικών ενισχύσεων που έχει λάβει από της συστάσεως της, ανερχόμενα σε 2139000000 FF για το χρονικό διάστημα από το 1986 μέχρι το 1991, και
—
να υποχρεώσει τους εναγομένους να καταβάλουν στις ενάγουσες αποζημίωση ύψους 216000000 FF.
9.
Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο υπέρ της Επιτροπής ή, επικουρικώς, υπέρ των γαλλικών διοικητικών δικαστηρίων.
10.
Η διάταξη περί παραπομπής δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός της SFEI ότι τα Ταχυδρομεία έχουν χορηγήσει παρανόμως ενίσχυση προς την SFMI και την Chronopost. Η SFEI, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, συνοψίζει την προβαλλόμενη υλικοτεχνική υποστήριξη ως εξής:
«Η SFMI μπορεί να χρησιμοποιεί, καταβάλλοντος υπερβολικά χαμηλή αντιπαροχή, το ταχυδρομικό δίκτυο, το οποίο περιλαμβάνει προσωπικό 300000 ατόμων, 73000 διαδρομές ταχυδρομικών διανομέων ημερησίως, 16835 κτίρια, 50000 οχήματα, 300 σιδηροδρομικά βαγόνια και 22 αεροπλάνα.
Για την SFMI ισχύει προνομιακή διαδικασία τελωνειακής διασαφήσεως.
Τα Ταχυδρομεία θέτουν στην SFMI ασυ-νήθως ευνοϊκούς όρους πληρωμής.»
Η προβαλλόμενη εμπορική υποστήριξη συνίσταται στο ότι:
«Η SFMI έχει πρόσβαση στην πελατεία των Ταχυδρομείων και αντλεί οφέλη από την καλή τους φήμη και
η SFMI αντλεί οφέλη από τις διαφημιστικές εκστρατείες των Ταχυδρομείων.»
11.
Με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 1995 το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει γιατί, αφότου ανακάλεσε την απόφαση της τον Ιούλιο του 1992, δεν έχει λάβει θέση επί του ζητήματος αν η υλικοτεχνική και η εμπορική υποστήριξη που παρέχουν τα Ταχυδρομεία προς την SFMI και την Chronopost συνιστούν κρατική ενίσχυση. Με έγγραφο της 29ης Αυγούστου 1995, η Επιτροπή απάντησε ότι οι καταγγέλλουσες είχαν στηρίξει την καταγγελία τους κυρίως σε μια μελέτη πραγματοποιηθείσα από εμπειρογνώμονες για λογαριασμό τους. Η Επιτροπή αμφισβητεί ορισμένους ισχυρισμούς στους οποίους στηρίζονται η διαπίστωση της υπάρξεως και ο ποσοτικός προσδιορισμός της προβαλλόμενης ενισχύσεως υπό τη μορφή υλικοτεχνικής υποστηρίξεως· επιπλέον, οι γαλλικές αρχές αντέκρουσαν ορισμένους πραγματικούς ισχυρισμούς, συγκεκριμένα τους αφορώντες την προνομιακή διαδικασία τελωνειακής διασαφήσεως. Η Επιτροπή έχει επίσης σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί ενισχύσεως υπό τη μορφή εμπορικής υποστηρίξεως.
Τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου
12.
Το εθνικό δικαστήριο, πριν αποφανθεί επί του ζητήματος εάν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση ή πριν αρχίσει την εξέταση των πραγματικών περιστατικών, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1)
Πρέπει να θεωρούνται ως κρατικές ενισχύσεις που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, υπό την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος μέλος το οποίο, μεταξύ άλλων, επιδοτεί μέσω του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών μια εταιρία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, παρέχοντας της υλικοτεχνική και εμπορική υποστήριξη χωρίς να ζητεί ως αντιπαροχή τη συνήθη αμοιβή για τις τεχνικές, εμπορικές ή οικονομικές υπηρεσίες που της παρέχει;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι η επιστροφή των οικονομικών ενισχύσεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατά παράβαση της θεσπιζόμενης με την τελευταία περίοδο του άρθρου 93, παράγραφος 3, απαγορεύσεως, πέραν της άμεσης παύσεως της καταβολής της συγκεκριμένης ενισχύσεως, το μόνο μέσο που μπορεί να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως αυτής;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχει η επιχείρηση που λαμβάνει τέτοιες ενισχύσεις την υποχρέωση, βάσει του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα βάσει της αρχής της υπεροχής του δικαίου αυτού, να επιδείξει επιμέλεια και να εξακριβώσει ιδίως κατά πόσο είναι νόμιμη η χορήγηση της ενισχύσεως από πλευράς του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, πριν δεχθεί να λάβει την εν λόγω ενίσχυση;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, πρέπει επίσης η ζημία που υπέστησαν οι επιχειρήσεις, οι οποίες ανταγωνίζονται την ως άνω ενι-σχυομένη επιχείρηση, λόγω του ότι αυτή παρέβη την υποχρέωση επιμελείας που υπέχει, να αποκατασταθεί σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες του εθνικού δικαίου, προκειμένου να αρθεί η παράβαση των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου;
5)
Βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, έχει το εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή με την οποία ζητείται να συναχθούν, κατά το εθνικό δίκαιο, οι αστικές συνέπειες κρατικού μέτρου θεσπισθέντος χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία προηγουμένου ελέγχου του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, της Συνθήκης, την υποχρέωση να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, σε περίπτωση που έχει υποβληθεί καταγγελία στην Επιτροπή, η οποία καλείται να διαπιστώσει το ασυμβίβαστο του βαλλομένου μέτρου προς την κοινή αγορά, ενόσω η Επιτροπή δεν έχει λάβει τελική απόφαση και μάλιστα δεν έχει διευκρινίσει εάν τα βαλλόμενα μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση ή όχι;
6)
Επικουρικώς, υπό τις ίδιες συνθήκες, οφείλει πάντως το εθνικό δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι είναι αρμόδιο, να αναστείλει τη διαδικασία αναμένοντας την απόφαση της Επιτροπής ως προς το ζήτημα αν τα επικρινόμενα μέτρα αποτελούν κρατικές ενισχύσεις;
7)
Επηρεάζεται η κατάσταση που περιγράφεται στο πέμπτο και έκτο ερώτημα από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη αποφανθεί, καίτοι επελήφθη του ζητήματος πριν από δύο χρόνια και πλέον, και ότι ο ενάγων απέδειξε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι επείγει η παύση των ζημιογόνων γι' αυτόν συνεπειών της παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος;
8)
Μήπως αντιθέτως συνάγεται, υπό τις περιστάσεις που εκτίθενται ανωτέρω στα ερωτήματα 5 έως 7, από την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991 στην υπόθεση C-354/90 (ιδίως από τη σκέψη 14) ότι το εθνικό δικαστήριο που κηρύσσει εαυτό αρμόδιο και αποφαίνεται κατά τα αιτηθέντα δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, απλώς επιτελεί την αποστολή του να διασφαλίζει, μέχρι τη λήψη της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, τα δικαιώματα των διοικούμενων σε περίπτωση παραβάσεως εκ μέρους των κρατικών αρχών της απαγορεύσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, της Συνθήκης;»
13.
Η διάταξη περί παραπομπής επικυρώθηκε κατ' έφεση με διάταξη του πρώτου προέδρου του cour d'appel de Paris, της 24ης Μαρτίου 1994.
Οι περί κρατικών ενισχύσεων κανόνες της Συνθήκης και ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων
14.
Πριν εξετάσω τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, θα ήταν χρήσιμο να συνοψίσω τους περί κρατικών ενισχύσεων κανόνες της Συνθήκης και την αποστολή αφενός της Επιτροπής και αφετέρου των εθνικών δικαστηρίων σε σχέση με τη διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων αυτών.
15.
Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ορίζει τα εξής:
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.»
16.
Το άρθρο 92, παράγραφοι 2 και 3, απαριθμεί ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων οι οποίες πρέπει ή δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
17.
Βάσει του άρθρου 93, η Επιτροπή έχει τη βασική ευθύνη για τη διασφάλιση της τηρήσεως του άρθρου 92. Η Επιτροπή έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνει αν οι ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, η δε κρίση της υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου ( 2 ). Το άρθρο 93, παράγραφοι 1 και 2, αφορά τις ήδη υφιστάμενες ενισχύσεις. Το άρθρο 93, παράγραφος 1, επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση «να εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων» που υφίστανται στα κράτη μέλη. Βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, η Επιτροπή, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, δύναται, αν διαπιστώσει ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, να εκδώσει απόφαση επιβάλλουσα στο εν λόγω κράτος μέλος να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση της Επιτροπής, αυτή δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο.
18.
Το άρθρο 93, παράγραφος 3, καθιερώνει ένα σύστημα το οποίο διέπει τα σχέδια που αποβλέπουν στη θέσπιση νέας ενισχύσεως ή στην τροποποίηση υφισταμένης ενισχύσεως. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»
19.
Επομένως, η απαγόρευση εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως ισχύει καθ' όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Επιτροπή διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση της ενισχύσεως και, εάν η Επιτροπή αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, εξακολουθεί να ισχύει μέχρι αυτή να καταλήξει σε τελική απόφαση. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, κατ' αναλογία προς τα άρθρα 173 και 175 της Συνθήκης, η προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ολοκληρώνεται εντός δύο μηνών. Αν η Επιτροπή δεν ενεργήσει εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει το σχέδιο, αφού ειδοποιήσει την Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή η ενίσχυση αντιμετωπίζεται ως υφιστάμενη ενίσχυση, υποκείμενη σε εξέταση βάσει του άρθρου 93, παράγραφοι 1 και 2 ( 3 ).
20.
Το άρθρο 94 εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής, να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 και ιδίως να καθορίζει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 93, παράγραφος 3, και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία αυτή.
21.
Ο βασικός κανόνας του άρθρου 92, παράγραφος 1, δυνάμει του οποίου μπορεί να κριθεί ότι ορισμένη ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, δεν έχει αυτομάτως άμεσο αποτέλεσμα στις εθνικές έννομες τάξεις. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Capolongo, έκρινε τα εξής ( 4 ):
«(...) οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 92 θεσπίστηκαν με σκοπό να επάγονται αποτελέσματα στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, εφόσον έχουν συγκεκριμενοποιηθεί δυνάμει των γενικής ισχύος πράξεων που προβλέπει το άρθρο 94 ή δυνάμει αποφάσεων, στις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 93, παράγραφος 2».
22.
Ο πρωταρχικός ρόλος των εθνικών δικαστηρίων στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων απορρέει, αντίθετα, από το άμεσο αποτέλεσμα της θεσπιζόμενης με την τελευταία περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 93 απαγορεύσεως της εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως πριν η Επιτροπή εκδώσει τελική απόφαση. Με την απόφαση FNCE ( 5 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε τα εξής:
«(...) το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως επηρεάζεται από τη μη τήρηση, εκ μέρους των εθνικών αρχών, της τελευταίας φράσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 93 της Συνθήκης. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξασφαλίζουν στους διοικούμενους που μπορούν να επικαλεστούν την εν λόγω παράβαση ότι θα συναχθούν όλες οι συνέπειες, κατά το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως όσο και την αναζήτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής ή ενδεχομένων προσωρινών μέτρων».
23.
Με την ίδια απόφαση ( 6 ), το Δικαστήριο συνόψισε τους ρόλους της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων αντιστοίχως ως εξής:
«(...) ο κεντρικός και αποκλειστικός ρόλος που επιφυλάσσουν τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης στην Επιτροπή όσον αφορά την αναγνώριση του τυχόν ασυμβιβάστου ορισμένης ενισχύσεως με την κοινή αγορά είναι ριζικά διαφορετικός από τον ρόλο των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία οι διοικούμενοι αρύονται από το άμεσο αποτέλεσμα της απαγορεύσεως που προβλέπεται στην τελευταία φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Ενώ η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει κατά πόσον η σχεδιαζόμενη ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, τα εθνικά δικαστήρια απλώς διασφαλίζουν, μέχρι τη λήψη της τελικής αποφάσεως από την Επιτροπή, τα δικαιώματα των διοικούμενων σε περίπτωση τυχόν παραβάσεως, εκ μέρους των εθνικών αρχών, της απαγορεύσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, της Συνθήκης. Ωστόσο, τα εν λόγω δικαστήρια, όταν λαμβάνουν προς τούτο απόφαση, δεν αποφαίνονται επί του συμβιβαστού των μέτρων ενισχύσεως με την κοινή αγορά, δεδομένου ότι η τελική κρίση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία ασκείται υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου».
Επί του παραδεκτού
24.
Η TAT, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ισχυρίζεται ότι η αίτηση του εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη για τέσσερις λόγους: έλλειψη δικαιοδοσίας του αιτούντος δικαστηρίου, πλήρης έλλειψη περιγραφής του πραγματικού και νομικού πλαισίου της αιτήσεως, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας (principe du contradictoire) και καταστρατήγηση διαδικασίας. Οι ισχυρισμοί της TAT αναπτύχθηκαν περαιτέρω κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από τον δικηγόρο της SFMI. Τα επιχειρήματα τους μπορούν να συνοψισθούν ως εξής.
25.
Πρώτον, στη Γαλλία αρμόδια για την εξέταση της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων μέσω των οποίων καταβάλλεται η ενίσχυση είναι τα διοικητικά δικαστήρια και όχι τα εμποροδικεία. Επιπλέον, τα εμποροδικεία δεν είναι αρμόδια να διατάσσουν την επιστροφή της ενισχύσεως ή να υποχρεώνουν το Δημόσιο σε καταβολή αποζημιώσεως. Δεδομένου ότι το tribunal de commerce στερείται προδήλως δικαιοδοσίας, δεν είναι ανάγκη να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα για να επιλυθεί η διαφορά.
26.
Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει τη φύση της υλικοτεχνικής και εμπορικής υποστηρίξεως που παρέχουν τα Ταχυδρομεία προς την SFMI. Επιπλέον, το ότι η αντιπαροχή για την υποστήριξη αυτή είναι υπερβολικά χαμηλή θεωρείται ως δεδομένο. Ως εκ τούτου, είναι αδύνατη η υποβολή παρατηρήσεων συναφώς. Η TAT και η SFMI, παραπέμποντας στην απόφαση Telemarsicabruzzo ( 7 ), ισχυρίζονται ότι τα στοιχεία που παρέχονται με τις γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο δεν θεραπεύουν την παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να εκθέσει το πραγματικό και νομικό πλαίσιο των ερωτημάτων του στη διάταξη περί παραπομπής.
27.
Τρίτον, η ανταλλαγή ισχυρισμών ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αφορούσε μόνον ζητήματα αρμοδιότητας ή δικαιοδοσίας και το εθνικό δικαστήριο δέχθηκε ότι ορισμένα πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται. Αν το Δικαστήριο αποφανθεί επί της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, θα στηριχθεί σε εσφαλμένους ισχυρισμούς, με συνέπεια την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των εναγομένων.
28.
Τέταρτον, η διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικώς, προκειμένου να υπερκερασθεί το εμπόδιο που συνίσταται στην καθυστέρηση της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση. Πράγματι, με το πρώτο ερώτημα ερωτάται όχι μόνον αν τα εν λόγω μέτρα συνιστούν ενίσχυση, αλλά επίσης αν είναι ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά, ζήτημα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής. Ο ορθός τρόπος ενέργειας θα ήταν να ασκήσουν οι ενάγουσες προσφυγή κατά της Επιτροπής είτε λόγω της παραλείψεως της να ενεργήσει είτε για την ακύρωση της αρνήσεως της να κινήσει τη διαδικασία διαβουλεύσεως βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2.
29.
Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί απλώς το παραδεκτό του πρώτου ερωτήματος που υπέβαλε το tribunal de commerce. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει τους πραγματικούς ή νομικούς λόγους βάσει των οποίων κατέληξε ότι η SFMI και η Chronopost έχουν λάβει πλεονεκτήματα αντί υπερβολικά χαμηλής αντιπαροχής. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το απαράδεκτο είναι ιδιαιτέρως πρόδηλο, ενόψει των εξαιρετικά περίπλοκων πραγματικών ζητημάτων που τίθενται.
30.
Κατά την άποψη μου, τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να κριθούν παραδεκτά. Πρώτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της TAT και της SFMI ότι το tribunal de commerce δεν έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν διοικητικά μέτρα χορηγούντα ενισχύσεις και ότι η έλλειψη δικαιοδοσίας του καθιστά περιττή την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν εναπόκειται στο παρόν Δικαστήριο να ελέγχει αν τα αιτούντα δικαστήρια είναι βάσει του εθνικού δικαίου αρμόδια να εκδικάζουν τις υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων ανέκυψαν τα προδικαστικά ερωτήματα και να διατάσσουν τα αιτούμενα μέτρα. Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση επί της υποθέσεως Balocchi ( 8 ), στην οποία είχε προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ήταν απαράδεκτη διότι το εθνικό δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο επί φορολογικών θεμάτων,
«το Δικαστήριο (...) δεν έχει την εξουσία να εξετάσει αν η απόφαση με την οποία του υποβάλλονται προδικαστικά ερωτήματα είναι σύμφωνη με τους οργανωτικούς και δικονομικούς κανόνες του εθνικού δικαίου.
Επομένως, το Δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση περί παραπομπής που εξέδωσε το δικαστήριο κράτους μέλους, εφόσον η απόφαση αυτή δεν ακυρώθηκε κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου που ενδεχομένως προβλέπει το εθνικό δίκαιο».
31.
Συνεπώς, οποιοδήποτε ζήτημα ανακύπτει ως προς την κατά το εθνικό δίκαιο δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου εμπίπτει στην εθνική έννομη τάξη. Σημειώνεται ότι, στην παρούσα υπόθεση, έχει απορριφθεί η έφεση των Ταχυδρομείων και της Sofipost κατά της διατάξεως του αιτούντος δικαστηρίου.
32.
Εν πάση περιπτώσει, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο πρωταρχικός ισχυρισμός των Ταχυδρομείων και της Sofipost ήταν ότι το tribunal de commerce έπρεπε να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο υπέρ της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το εθνικό δικαστήριο δικαίως έκρινε ότι είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως για την επίλυση του ζητήματος αυτού.
33.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό της TAT και της SFMI, είναι αληθές ότι η διάταξη περί παραπομπής περιορισμένες μόνο διευκρινίσεις παρέχει ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Συγκεκριμένα, δεν εξηγεί ποια είναι η δομή του ομίλου στον οποίο ανήκει η SFMI ούτε τη φύση της εικαζόμενης υλικοτεχνικής και εμπορικής υποστηρίξεως που παρέχουν τα Ταχυδρομεία.
34.
Μολονότι είναι χρήσιμο να παρέχει το εθνικό δικαστήριο με τη διάταξη περί παραπομπής συνοπτική περιγραφή του πλαισίου εντός του οποίου ανέκυψαν τα ερωτήματα, η τακτική του Δικαστηρίου είναι να απαντά στα ερωτήματα ακόμη και αν δεν υπάρχει η περιγραφή αυτή, εφόσον τούτο είναι δυνατό βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία και από τις υποβληθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις ( 9 ). Εντούτοις, σε ορισμένες πρόσφατες υποθέσεις, και συγκεκριμένα στις υποθέσεις Telemarsicabruzzo ( 10 ), Banchero ( 11 ), Monin Automobiles ( 12 ), La Pyramide ( 13 ) και Saddik ( 14 ), το Δικαστήριο αρνήθηκε να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα, οσάκις έκρινε ότι τα ζητήματα κοινοτικού δικαίου επί των οποίων του εζητείτο να αποφανθεί δεν είχαν τεθεί με επαρκή σαφήνεια ώστε να μπορέσει να παράσχει χρήσιμη απάντηση στο εθνικό δικαστήριο. Στις υποθέσεις αυτές το Δικαστήριο υπογράμμισε την ανάγκη να καθορίζει το εθνικό δικαστήριο, ιδίως στις υποθέσεις που αφορούν πολύπλοκα πραγματικά και νομικά ζητήματα, όπως αυτά που σχετίζονται με το δίκαιο του ανταγωνισμού, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο των ερωτημάτων ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει τα πραγματικά ενδεχόμενα επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Το Δικαστήριο τόνισε επίσης το δικό του καθήκον να διασφαλίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι που δικαιούνται να καταθέσουν γραπτές παρατηρήσεις, οι οποίες καταρτίζονται αποκλειστικά βάσει της διατάξεως περί παραπομπής, έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους επί των ζητημάτων που υποβάλλονται στην κρίση του Δικαστηρίου ( 15 ).
35.
Στην παρούσα υπόθεση η διάταξη περί παραπομπής εκθέτει λεπτομερώς τις απόψεις που υποστηρίζουν οι διάδικοι της κύριας δίκης, ιδίως δε τα αιτήματα των εναγουσών και τους ισχυρισμούς των εναγομένων όσον αφορά τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Θεωρώ ότι οι λεπτομέρειες αυτές αρκούσαν για να παράσχουν τη δυνατότητα σε όσους θα υπέβαλλαν παρατηρήσεις να λάβουν θέση επί των ερωτημάτων 2 έως 9 και στο Δικαστήριο να δώσει χρήσιμη απάντηση στο εθνικό δικαστήριο. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι ορθώς η Γαλλική Κυβέρνηση διατηρεί αμφιβολίες μόνον ως προς το παραδεκτό του πρώτου ερωτήματος.
36.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, θεωρώ σημαντικό να ληφθεί υπόψη ο σκοπός του ερωτήματος. Στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, σκοπός του εθνικού δικαστηρίου είναι να εξακριβώσει αν πρέπει να συνεχίσει την εξέταση της υποθέσεως, μολονότι το ζήτημα έχει υποβληθεί στην κρίση της Επιτροπής, και ποια είναι η κατάλληλη έννομη προστασία που πρέπει να παράσχει σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι χορηγήθηκε ενίσχυση παρανόμως. Με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητεί απλώς, πριν αρχίσει να εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά, να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του βασικού ζητήματος αν η παροχή εμπορικής και υλικοτεχνικής υποστηρίξεως από το Δημόσιο υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται ανωτέρω συνιστά ενίσχυση. Δεν ζητεί διευκρινίσεις επί των λεπτομερέστερων νομικών ζητημάτων τα οποία ενδέχεται να ανακύψουν από την έρευνα των πραγματικών περιστατικών. Όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, θεωρώ ότι είναι δυνατόν να παρασχεθούν στο αιτούν δικαστήριο οι διευκρινίσεις που ζητεί στο παρόν στάδιο, χωρίς να εξετασθούν τα ζητήματα τα οποία δεν είχαν τη δυνατότητα να σχολιάσουν όσοι μετέχουν στην παρούσα διαδικασία.
37.
Ο τρίτος ισχυρισμός της TAT και της SFMI είναι επίσης αβάσιμος. Μολονότι μπορεί να είναι χρήσιμο, αναλόγως των συνθηκών, να έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και να έχουν επιλυθεί τα εθνικού δικαίου ζητήματα πριν ζητηθεί η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, εναπόκειται εν τέλει στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστηρίου να αποφασίσει σε ποιο στάδιο της διαδικασίας πρέπει να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, λαμβάνοντας υπόψη λόγους οικονομίας και διευκολύνσεως της δίκης ( 16 ). Εν πάση περιπτώσει, όπως έχω ήδη επισημάνει, η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως φαίνεται δικαιολογημένη, αν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του.
38.
Αντιθέτως προς την άποψη της TAT και της SFMI, το γεγονός ότι το εθνικό δικαστήριο στηρίζει τα ερωτήματα του σε ορισμένα πραγματικά ενδεχόμενα τα οποία δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί δεν προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας των διαδίκων. Πράγματι, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σε αρχικό στάδιο της δίκης, προκειμένου να είναι σε θέση να εντοπίσει τα ασκούντα επιρροή πραγματικά ζητήματα.
39.
Ο τέταρτος ισχυρισμός επί του παραδεκτού είναι επίσης αβάσιμος. Το εθνικό δικαστήριο δεν ζητεί από το Δικαστήριο να υφαρπάσει τον ρόλο της Επιτροπής αποφαινόμενο επί του αν τα εν λόγω μέτρα συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Σκοπός του εθνικού δικαστηρίου είναι να διευκρινιστεί αν τα μέτρα αυτά μπορούν να συνιστούν ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η οποία θα έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3. Όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, ο ρόλος του εθνικού δικαστηρίου στη διασφάλιση της εφαρμογής της απαγορεύσεως της θέσεως σε ισχύ μέτρων που συνιστούν μη εγκριθείσα ενίσχυση προϋποθέτει ότι το δικαστήριο αυτό είναι σε θέση να αποφανθεί περί του αν υφίσταται ενίσχυση η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί. Η ενδεχόμενη ύπαρξη δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής κατά της Επιτροπής δεν αποκλείει την έναρξη δίκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος. Η άποψη αυτή θα ήταν ασυμβίβαστη με το άμεσο αποτέλεσμα της διατάξεως αυτής. Επιπλέον, η παρεχόμενη από τα εθνικά δικαστήρια έννομη προστασία ενδέχεται να είναι ευρύτερη και δραστικότερη από την έννομη προστασία που μπορεί να ζητηθεί έναντι της Επιτροπής.
Επί της ουσίας
40.
Δεδομένου ότι τα ερωτήματα 5 έως 8 αφορούν το ζήτημα της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου και το αν το εθνικό δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση της υποθέσεως, παρά την εκ μέρους της Επιτροπής έρευνα, κρίνω σκόπιμο να τα εξετάσω πριν από τα ερωτήματα 1 έως 4, τα οποία αφορούν την έννοια της κρατικής ενισχύσεως και τα μέτρα τη λήψη των οποίων πρέπει να διατάξει το εθνικό δικαστήριο σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος.
Επί των ερωτημάτων 5 έως 8
41.
Με τα ερωτήματα αυτά ζητούνται διευκρινίσεις περί του αν το εθνικό δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται αγωγής βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρέπει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, οσάκις έχει υποβληθεί καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής (ερώτημα 5) ή να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι να αποφανθεί η Επιτροπή αν τα εν λόγω μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση (ερώτημα 6). Το tribunal de commerce ερωτά περαιτέρω αν έχει σημασία το ότι η Επιτροπή εξετάζει την καταγγελία από έτους και πλέον και ότι ο ενάγων έχει αποδείξει το επείγον της υποθέσεως (ερώτημα 7). Τέλος, το tribunal de commerce ερωτά μήπως, κρίνοντας ότι έχει αρμοδιότητα και αποφαινόμενο επί της υποθέσεως, δεν εκπληρώνει απλώς την αποστολή την οποία του έχει αναθέσει το Δικαστήριο με την απόφαση επί της υποθέσεως FNCE, δηλαδή την αποστολή να διασφαλίζει τα δικαιώματα των διοικούμενων έναντι της εκ μέρους του Δημοσίου παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, μέχρι τη λήψη της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής (ερώτημα 8). Είναι χρήσιμο να εξετασθούν τα ερωτήματα αυτά από κοινού.
42.
Η SFEI, η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή στηριζόμενη σε παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, και να αποφανθεί επ' αυτής, ανεξαρτήτως του ότι το ζήτημα έχει υποβληθεί στην κρίση της Επιτροπής.
43.
Η TAT υποστηρίζει ότι, οσάκις το ζήτημα έχει υποβληθεί στην κρίση της Επιτροπής, αλλά αυτή δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν τα εν λόγω μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, δεδομένου ότι άλλως η απόφαση του μπορεί να έλθει σε αντίθεση προς την απόφαση της Επιτροπής. Αν η Επιτροπή αποφασίσει κατόπιν ότι τα μέτρα δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση, η εθνική δίκη για την επιστροφή της ενισχύσεως βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, θα στερείται νομικής βάσεως. Επικουρικώς, η TAT υποστηρίζει ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να υποχρεωθεί να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι τη λήψη της αποφάσεως της Επιτροπής επί του ζητήματος αν τα μέτρα συνιστούν ενίσχυση. Τέλος, η TAT υποστηρίζει ότι, αν τα μέτρα συνιστούν πράγματι ενίσχυση, πρέπει να θεωρηθούν ως υφιστάμενη ενίσχυση λόγω του ασυ-νήθως μακρού χρονικού διαστήματος που χρειάστηκε για τη λήψη της αποφάσεως της Επιτροπής.
44.
Όπως έχω ήδη εξηγήσει, η αποστολή των εθνικών δικαστηρίων σε περίπτωση ενισχύσεως χορηγούμενης κατά παράβαση της τελευταίας περιόδου της παραγράφου 3 του άρθρου 93 είναι να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των διοικούμενων μέχρι την έκδοση τελικής αποφάσεως από την Επιτροπή. Είναι σαφές ότι για την εκπλήρωση της αποστολής τους πρέπει να είναι σε θέση να αποφαίνονται αν τα εν λόγω μέτρα συνιστούν ενίσχυση χορηγηθείσα κατά παράβαση της διατάξεως αυτής και, στην περίπτωση αυτή, να διατάσσουν τη λήψη των καταλλήλων μέτρων. Έτσι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής επί ζητημάτων κρατικών ενισχύσεων δεν εμποδίζει την υποβολή του ζητήματος στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου και την εκ μέρους του δικαστηρίου αυτού ερμηνεία και εφαρμογή της εννοίας της ενισχύσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 92, προκειμένου να αποφανθεί επί του αν ορισμένα μέτρα έπρεπε να έχουν κοινοποιηθεί στη Επιτροπή ( 17 ). Επιπλέον, η εκ μέρους της Επιτροπής κίνηση της προκαταρκτικής έρευνας, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, ή της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεν θίγει την άμεση ισχύ της απαγορεύσεως της εφαρμογής των μέτρων ενι-σχύεως ( 18 ).
45.
Η TAT ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα με την Επιτροπή για την ερμηνεία και την εφαρμογή της εννοίας της ενισχύσεως μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Ειδικότερα, υπάρχει κίνδυνος να παράσχει το εθνικό δικαστήριο έννομη προστασία, κατόπιν δίκης βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, όσον αφορά μέτρα για τα οποία η Επιτροπή αποφαίνεται στη συνέχεια ότι δεν συνιστούν ενίσχυση.
46.
Όπως παρατήρησε η Γαλλική Κυβέρνηση, ανάλογο πρόβλημα προκύπτει στο πλαίσιο του άρθρου 85 της Συνθήκης. Το άρθρο 85, παράγραφος 1, ορίζει ότι ορισμένες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και εναρμονισμένες πρακτικές είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, οι συμφωνίες αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες. Το άρθρο 85, παράγραφος 3, ορίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες σε ορισμένες συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για την έκδοση αποφάσεων κατ' εφαρμογήν του άρθρου 85, παράγραφος 3 ( 19 ), και σε ορισμένες περιπτώσεις η Επιτροπή εκδίδει τέτοιες αποφάσεις, χορηγώντας συνολική απαλλαγή σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών. Εντούτοις, για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφοι 1 και 2, η Επιτροπή έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα εθνικά δικαστήρια ( 20 ).
47.
Στην υπόθεση Δηλιμίτης ( 21 ), ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν το άρθρο 85 στις συμφωνίες που δεν εμπίπτουν στις ευεργετικές διατάξεις κανονισμού περί εξαιρέσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί της επίμαχης συμφωνίας εφόσον είναι προφανές ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή, αντιθέτως, εφόσον δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, και ότι για τη συμφωνία αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των κανονισμών περί εξαιρέσεων και των προηγουμένων αποφάσεων της Επιτροπής, να εκδοθεί απόφαση περί εξαιρέσεως βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3.
48.
To Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η απόφαση περί εξαιρέσεως συμφωνίας βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, μπορεί να εκδοθεί μόνο για τις συμφωνίες που έχουν κοινοποιηθεί ή για τις οποίες δεν υπήρχε υποχρέωση κοινοποιήσεως. Αν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις και το εθνικό δικαστήριο κρίνει, ενόψει των κανόνων και της πρακτικής που εφαρμόζει η Επιτροπή, ότι για τη συμφωνία αυτή ενδέχεται να εκδοθεί απόφαση περί εξαιρέσεως, μπορεί να αποφασίσει την αναστολή της διαδικασίας ή τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Το ίδιο ισχύει εφόσον συντρέχει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων κατά την εφαρμογή των άρθρων 85, παράγραφος 1, και 86. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι το εθνικό δικαστήριο έχει πάντοτε τη δυνατότητα, εντός των ορίων του εφαρμοστέου εθνικού δικονομικού δικαίου και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 214 της Συνθήκης, να ζητεί από την Επιτροπή να το ενημερώνει για την πορεία της διαδικασίας ενώπιον της και για την πιθανότητα να αποφανθεί το όργανο αυτό επισήμως επί της συμφωνίας κατ' εφαρμογή του κανονισμού 17 ( 22 ). Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, το εθνικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητήσει από την Επιτροπή, όταν η συγκεκριμένη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή του άρθρου 86 παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες, να του παράσχει τα οικονομικά και νομικά στοιχεία που διαθέτει. Συναφώς, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υποχρέωση που υπέχει η Επιτροπή από το άρθρο 5 της Συνθήκης να συνεργάζεται με τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών.
49.
Η αναλογία δεν είναι πλήρης, διότι στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να αποφανθούν επί της νομιμότητας της ενισχύσεως αλλά μόνον επί της νομιμότητας της εφαρμογής των σχετικών μέτρων. Πάντως, εντός των ορίων αυτών υπάρχει η ανάγκη να αποφευχθούν οι αντιφατικές αποφάσεις και η συνακόλουθη αβεβαιότητα περί το δίκαιο. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η απόφαση στην υπόθεση Δημιλίτης παρέχει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνουν τα εθνικά δικαστήρια όταν τους ζητείται να αποφανθούν αν υπάρχει ενίσχυση που έπρεπε να κοινοποιηθεί.
50.
Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Δηλιμίτης στο πλαίσιο του άρθρου 85, παράγραφος 1, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εκδίδουν απόφαση οσάκις καταλήγουν ότι είναι προφανές ότι τα εν λόγω μέτρα συνιστούν ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Το ίδιο ισχύει οσάκις φρονούν ότι είναι προφανές ότι τα μέτρα δεν συνιστούν ενίσχυση.
51.
Εφόσον το εθνικό δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες επί του ζητήματος αυτού, μπορεί κατά την άποψη μου να ζητήσει από την Επιτροπή, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δικονομικό δίκαιο και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 214 της Συνθήκης, να το ενημερώσει για την πορεία της διαδικασίας που ενδεχομένως έχει κινήσει το θεσμικό αυτό όργανο ( 23 ). Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, το εθνικό δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητεί κάθε διευκρίνιση που είναι σε θέση να του παράσχει η Επιτροπή επί των σχετικών πραγματικών και νομικών ζητημάτων. Παρατηρείται επίσης ότι η Επιτροπή, με την ανακοίνωση της 23ης Νοεμβρίου 1995 ( 24 ), ενεθάρρυνε ρητώς τα εθνικά δικαστήρια να έρχονται σε επαφή μαζί της οσάκις η εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 3, συνεπάγεται δυσχέρειες και εξήγησε τι είδους διευκρινίσεις μπορεί να παράσχει. Βεβαίως, τα εθνικά δικαστήρια έχουν επίσης τη δυνατότητα να ζητούν την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το παρόν Δικαστήριο επί των νομικών θεμάτων τα οποία πρέπει να επιλύσουν προκειμένου να αποφανθούν αν υφίσταται ενίσχυση.
52.
Οσάκις ενδέχεται να καθυστερήσει η έκδοση οριστικής αποφάσεως, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εξετάζουν αν ενδείκνυται να διατάξουν ασφαλιστικά μέτρα, όπως την αναστολή της καταβολής της ενισχύσεως, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δικονομικό δίκαιο, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των διαδίκων μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως.
53.
Είναι αληθές ότι εξακολουθεί να υπάρχει κάποια πιθανότητα εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, παρά τα μέτρα που μπορεί να λάβει το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό. Εντούτοις, τέτοιες δυσκολίες θα ανακύψουν μόνον αν η Επιτροπή αποφασίσει ότι ένα μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση, μολονότι το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι είναι αρκούντως προφανές ότι συνιστά ενίσχυση, ώστε να δικαιολογείται να διαταχθεί η επιστροφή της. Κατά την άποψη μου, το ενδεχόμενο τέτοιας αντιφάσεως δεν αποκλείει την εκπλήρωση της ουσιώδους αποστολής των εθνικών δικαστηρίων να διασφαλίζουν την τήρηση της Συνθήκης.
54.
Τέλος, αντιθέτως προς την άποψη της TAT, δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση της Επιτροπής στην ολοκλήρωση της προκαταρκτικής της έρευνας μπορεί να μεταβάλει τη νέα και παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση σε υφισταμένη ενίσχυση, της οποίας η κατάργηση μπορεί να παραγάγει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον. Όπως έχω ήδη εξηγήσει, το Δικαστήριο, με την απόφαση Lorenz ( 25 ), έκρινε ότι, οσάκις ένα κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή μελετώμενα μέτρα, η Επιτροπή πρέπει να αποφασίσει εντός δύο μηνών αν θα κινήσει ή όχι τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Εάν η Επιτροπή δεν λάβει θέση εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, το κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει τα μέτρα ενισχύσεως, αφού γνωστοποιήσει την πρόθεση του αυτή. Η απόφαση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε στην ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον του ενδιαφερομένου κράτους μέλους να ενημερώνεται ταχέως ως προς τη νομική κατάσταση. Εντούτοις, φρονώ ότι το κράτος μέλος που αμφιβάλλει αν τα μέτρα που σκοπεύει να λάβει συνιστούν ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του κοινοποιώντας τα μελετώμενα μέτρα στην Επιτροπή και υποχρεώνοντας την έτσι να λάβει θέση εντός του χρονικού διαστήματος των δύο μηνών.
55.
Θα εξετάσω τώρα τα ερωτήματα 1 έως 4.
Επί του πρώτου ερωτήματος
56.
Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν το γεγονός ότι το Δημόσιο επιδοτεί, μέσω δημοσίου οργανισμού, εταιρία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, παρέχοντας της υλικοτεχνική και εμπορική υποστήριξη, χωρίς να ζητεί τη συνήθη αμοιβή για τις υπηρεσίες που της παρέχει, συνιστά ενίσχυση που νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, υπό την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης.
57.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παροχή εμπορικής και υλικοτεχνικής υποστηρίξεως υπό τις συνθήκες αυτές μπορεί να συνιστά ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Το άρθρο 92, παράγραφος 1, αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται «υπό οποιαδήποτε μορφή» από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να μην επηρεάζεται το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο από πλεονεκτήματα χορηγούμενα από δημόσιες αρχές τα οποία, υπό διάφορες μορφές, νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής ( 26 ). Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής ( 27 ) στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ:
«η έννοια της ενισχύσεως είναι (...) γενικότερη από την έννοια της επιδοτήσεως, διότι περιλαμβάνει όχι μόνο θετικές παροχές, όπως οι ίδιες οι επιδοτήσεις, αλλά επίσης παρεμβάσεις οι οποίες, υπό διαφορετική μορφή, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικά βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και που, για τον λόγο αυτό, χωρίς να είναι επιδοτήσεις κατά τη στενή έννοια της λέξεως, είναι της αυτής φύσεως και έχουν ταυτόσημα αποτελέσματα».
58.
Το Δικαστήριο υιοθέτησε την ίδια ευρεία ερμηνεία στο πλαίσιο του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚ ( 28 ). Ετσι, με την απόφαση π.χ. Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 29 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο καθορισμός προτιμησιακής τιμολογήσεως για ορισμένη πηγή ενεργείας, η οποία ισχύει για συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων, μπορεί να συνιστά ενίσχυση. Πρόκειται περί ενισχύσεως, οσάκις:
«(...) το κράτος ή η μονάδα την οποία επηρεάζει δεν ορίζει την τιμή όπως ένας συνήθης επιχειρηματίας, αλλά τη χρησιμοποιεί, όπως ακριβώς συμβαίνει και με ορισμένες επιχειρήσεις στις οποίες χορηγεί ενίσχυση, προκειμένου να παρέχει στους καταναλωτές ενεργείας χρηματικό όφελος, παραιτούμενο από το κέρδος που θα μπορούσε κανονικά να πραγματοποιήσει» ( 30 ).
59.
Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι η προτιμησιακή τιμολόγηση δεν θα συνιστούσε ενίσχυση:
«(...) αν αποδεικνυόταν ότι η (...) προτιμη-σιακή τιμή είναι, στο πλαίσιο της οικείας αγοράς, αντικειμενικά δικαιολογημένη από οικονομικούς λόγους, όπως η ανάγκη αντιμετωπίσεως του ανταγωνισμού των άλλων πηγών ενεργείας στην αγορά αυτή, των οποίων η τιμή θα ήταν ανταγωνιστική σε σχέση με την τιμή της εξεταζόμενης πηγής ενεργείας» ( 31 ).
60.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αντλεί όφελος το οποίο δεν θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ( 32 ). Η αρχή αυτή εξειδικεύεται σαφέστατα από τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του ζητήματος της εκ μέρους του Δημοσίου εισφοράς κεφαλαίων στις επιχειρήσεις. Με την απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής ( 33 ), το Δικαστήριο υιοθέτησε το κριτήριο που εφαρμόζει η Επιτροπή στον τομέα αυτόν, δηλαδή το αν η επιχείρηση θα μπορούσε να εξεύρει τα ποσά αυτά στην ιδιωτική κεφαλαιαγορά. Προκειμένου να μην θεωρούνται ενίσχυση οι εκ μέρους των δημοσίων αρχών επενδύσεις, η συμπεριφορά του δημοσίου επενδυτή πρέπει να είναι τουλάχιστον παρόμοια με τη συμπεριφορά μιας ιδιωτικής εταιρίας χαρτοφυλακίου (holding) που ακολουθεί διαρθρωτική πολιτική, γενική ή κλαδική, με γνώμονα προοπτικές μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας ( 34 ).
61.
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι η εκ μέρους δημοσίου οργανισμού παροχή υλικοτεχνικής και εμπορικής υποστηρίξεως σε επιχείρηση της οποίας έχει τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο, υπό χρηματοοικονομικούς όρους ευνοϊκότερους από αυτούς που η επιχείρηση θα μπορούσε να επιτύχει συμβαλλόμενη με παρόμοιο εμπορικό επενδυτή, συνιστά ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Ελλείψει δικαιολογητικού λόγου εμπορικής φύσεως, το όφελος που αντλεί η επιχείρηση αποτελεί κατ' ουσίαν επιδότηση χρηματοδοτούμενη από δημόσια έσοδα, είτε τα έσοδα αυτά προέρχονται από άλλες δραστηριότητες του ιδίου του δημοσίου οργανισμού ή από άλλους δημοσίους πόρους. Προκειμένου να ληφθεί απόφαση περί του αν υφίσταται ενίσχυση, θεωρώ αναγκαίο να εξετάζεται αν ένας εμπορικός επενδυτής θα ήταν ικανοποιημένος με το ύψος της καταβαλλομένης για την υποστήριξη αντιπαροχής, ενόψει παραγόντων όπως το κόστος παροχής της υποστηρίξεως, το μέγεθος της επενδύσεως του στην επιχείρηση και το κέρδος του από αυτήν, η σπουδαιότητα της δραστηριότητας της επιχειρήσεως για τον επενδυτικό όμιλο ως σύνολο, οι συνθήκες στην εν λόγω αγορά και το χρονικό διάστημα για το οποίο χορηγείται η ενίσχυση. Συνεπώς, όπως παρατηρεί η Γαλλική Κυβέρνηση, η λήψη αποφάσεως περί του αν υφίσταται ενίσχυση στην παρούσα υπόθεση προϋποθέτει εξαιρετικά περίπλοκες διαπιστώσεις οικονομικής και χρηματοοικονομικής φύσεως.
62.
Θεωρώ σαφές ότι, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, εάν αποδειχθεί ότι τα μέτρα συνιστούν ενίσχυση, θα νοθεύουν ή θα απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Επίσης θα επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Philip Morris κατά Επιτροπής ( 35 ):
«Όταν μια κρατική ενίσχυση οικονομικού χαρακτήρα ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις που την ανταγωνίζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, οι τελευταίες πρέπει να θεωρούνται ότι επηρεάζονται από την ενίσχυση.»
63.
Στην παρούσα υπόθεση, η εικαζόμενη ενίσχυση ενισχύει τη θέση της SFMI στη διεθνή αγορά των υπηρεσιών ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας εις βάρος των ανταγωνιστών της.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
64.
Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν, εκτός από την άμεση αναστολή της καταβολής της ενισχύσεως, η αναζήτηση της ήδη καταβληθείσας κατά παράβαση της τελευταίας περιόδου της παραγράφου 3 του άρθρου 93 ενισχύσεως συνιστά το μόνο μέσο που θα εξασφάλιζε την αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως αυτής.
65.
Επί του ζητήματος αυτού διατυπώθηκαν διαφορετικές απόψεις. Η SFEI, αναφερόμενη στην απόφαση FNCE ( 36 ), ισχυρίζεται ότι, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, όπως αυτή της πλήρους αδυναμίας, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση από πλευράς ανταγωνισμού, διατάσσοντας την επιστροφή της ενισχύσεως εντόκως. Αν διατασσόταν απλώς η αναστολή της ενισχύσεως, τούτο θα είχε αποτελέσματα για το μέλλον και δεν θα επαρκούσε για να αποτρέπει τα κράτη μέλη από την εφαρμογή μέτρων ενισχύσεως χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση.
66.
Η TAT ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση FNCE, θεώρησε την επιστροφή της ενισχύσεως ως ένα από τα μέσα για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της απαγορεύσεως που θεσπίζεται με την τελευταία περίοδο του άρθρου 93, παράγραφος 3. Η TAT παρατηρεί ότι η επιστροφή χρηματικής συνδρομής, ως προς την οποία η Επιτροπή αποφαίνεται στη συνέχεια ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, θα αντέβαινε στην ασφάλεια δικαίου. Η TAT προσθέτει ότι, για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ανταγωνιστών, αρκεί να διατάξει το εθνικό δικαστήριο, εάν καταλήγει ότι τα μέτρα ενισχύσεως είναι εκ πρώτης όψεως παράνομα, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μέχρι την έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή. Τα δικαιώματα των ανταγωνιστών διασφαλίζονται επίσης με το δικαίωμα τους να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου. Η TAT, αναφερόμενη στην απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής ( 37 ), παρατηρεί ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διατάξει την επιστροφή της ενισχύσεως και έχει την εξουσία να το πράξει μόνον αφού έχει εκδώσει την τελική της απόφαση επί της υπάρξεως και της νομιμότητας της ενισχύσεως. Θα ήταν ασυνεπές να προστατεύονται τα δικαιώματα των κρατών μελών έναντι της Επιτροπής και συγχρόνως να επιτρέπεται στα εθνικά δικαστήρια να αγνοούν τις διαδικαστικές εγγυήσεις που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο.
67.
Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι συνέπειες που απορρέουν από την παράβαση της τελευταίας περιόδου του άρθρου 93, παράγραφος 3, εξαρτώνται από τη φύση της διαδικασίας και από το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως. Στις δίκες για υπέρβαση εξουσίας, τα γαλλικά διοικητικά δικαστήρια μπορούν να ακυρώσουν το προσβαλλόμενο μέτρο, αλλά δεν μπορούν να διατάξουν ρητώς την επιστροφή της ενισχύσεως, μολονότι η ακύρωση του μέτρου θα συνεπάγεται καταρχήν την υποχρέωση επιστροφής της ενισχύσεως. Τα πολιτικά δικαστήρια και τα εμποροδικεία μπορούν να διατάξουν διάφορα μέτρα, περιλαμβανομένης της αναστολής της καταβολής και της αναζητήσεως όλης ή μέρους της ενισχύσεως. Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει το μέτρο που είναι το πλέον ενδεδειγμένο υπό τις παρούσες περιστάσεις. Τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διατάσσουν την επιστροφή μόνον εάν τούτο αποτελεί το μοναδικό μέσο που μπορεί να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση από πλευράς ανταγωνισμού. Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι ούτε η ίδια η Επιτροπή υποχρεούται να διατάξει την επιστροφή της ενισχύσεως για την οποία έχει κρίνει ότι είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
68.
Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, το αυστηρότερο των οποίων είναι η αναστολή της καταβολής της ενισχύσεως. Η επιστροφή της ενισχύσεως δεν μπορεί να διαταχθεί μέχρι να αποδειχθεί ότι ένα μέτρο συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Η επιβολή της υποχρεώσεως επιστροφής της ενισχύσεως πριν η ενίσχυση αυτή κριθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά θα ισοδυναμούσε με εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, πριν από την πλήρωση των προϋποθέσεων που θέτει η διάταξη αυτή. Επιπλέον, δεδομένου ότι η επιστροφή της ενισχύσεως δεν αποτελεί αναγκαία συνέπεια της διαπιστώσεως ότι η ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να αποτελεί συνέπεια μιας διαδικαστικής παρατυπίας, πριν περατωθεί η εξέταση επί της ουσίας. Τα μέτρα που λαμβάνουν τα εθνικά δικαστήρια στις περιπτώσεις αυτές δεν πρέπει να προδικάζουν το αποτέλεσμα της επί της ουσίας εξετάσεως, πράγμα το οποίο θα συνέβαινε αν διατασσόταν η επιστροφή. Την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως συμμερίζεται και η Γερμανική Κυβέρνηση.
69.
Η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση FNCE προς στήριξη της απόψεως ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να διατάσσουν την επιστροφή ενισχύσεως καταβληθείσας κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3. Η Επιτροπή, αναφερόμενη στην απόφαση Factortame Ι ( 38 ), ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν επίσης την εξουσία να διατάσσουν, ως ασφαλιστικό μέτρο, την αναστολή της καταβολής της ενισχύσεως.
70.
Θεωρώ ότι από την απόφαση FNCE προκύπτει σαφώς ότι η διαπίστωση ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε κατά παράβαση της τελευταίας περιόδου του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρέπει καταρχήν να συνεπάγεται την επιστροφή της σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξασφαλίζουν στους διοικούμενους που επικαλούνται την παράβαση της διατάξεως αυτής «ότι θα συναχθούν όλες οι συνέπειες, κατά το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεως όσο και την αναζήτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής ή τη λήψη ενδεχομένως προσωρινών μέτρων» ( 39 ). Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι το γεγονός ότι με τις αποφάσεις Γαλλία κατά Επιτροπής ( 40 ) και Βέλγιο κατά Επιτροπής ( 41 ) αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να κηρύσσει παράνομες τις ενισχύσεις με μόνη αιτιολογία ότι δεν της γνωστοποιήθηκαν, χωρίς να εξετάζει κατά πόσον η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, δεν έχει καμία επίπτωση στις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια και οι οποίες απορρέουν από το άμεσο αποτέλεσμα της τελευταίας περιόδου του άρθρου 93, παράγραφος 3 ( 42 ). Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι η μεταγενέστερη απόφαση της Επιτροπής ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την εκ των υστέρων νομιμοποίηση των πράξεων εφαρμογής που ήταν ανίσχυρες λόγω ελλείψεως κοινοποιήσεως· κατά τη συλλογιστική του Δικαστηρίου, κάθε άλλη ερμηνεία θα ενθάρρυνε τα κράτη μέλη να μην τηρούν την απαγόρευση του άρθρου 93, παράγραφος 3, και θα στερούσε από το άρθρο αυτό την πρακτική αποτελεσματικότητα του ( 43 ).
71.
Η άποψη της Ισπανικής και της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι τα εθνικά δικαστήρια, όταν εκδικάζουν υποθέσεις που αφορούν την τελευταία περίοδο του άρθρου 93, παράγραφος 3, μπορούν μόνο να διατάσουν την αναστολή της καταβολής της ενισχύσεως είναι σαφώς ασυμβίβαστη με την ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου. Τα μέτρα εφαρμογής της ενισχύσεως κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση τελικής αποφάσεως της Επιτροπής είναι και παραμένουν παράνομα όσον αφορά το χρονικό διάστημα αυτό, ακόμη και οσάκις η Επιτροπή κρίνει ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η απόφαση αυτή της Επιτροπής επιτρέπει την εφαρμογή των μέτρων ενισχύσεως για το μέλλον μόνο και ενδέχεται να επιβάλλει, σε σχέση με την εφαρμογή των μέτρων αυτών, προϋποθέσεις που τροποποιούν τα αποτελέσματα τους. Αντιθέτως προς την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ο ρόλος του εθνικού δικαστηρίου που εκδικάζει υπόθεση αφορώσα την τελευταία περίοδο του άρθρου 93, παράγραφος 3, βαίνει πέραν της εκδικάσεως αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων· το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να παράσχει, με την οριστική απόφαση του στις δίκες αυτές, μόνιμη προστασία από τα αποτελέσματα της παράνομης εφαρμογής. Παρέχοντας την προστασία αυτή, το εθνικό δικαστήριο ουδόλως προδικάζει την τελική απόφαση της Επιτροπής ως προς τη νομιμότητα της ενισχύσεως.
72.
Η άποψη ότι η διαπίστωση του παρανόμου πρέπει κανονικά να συνεπάγεται την επιστροφή της ενισχύσεως είναι σύμφωνη με την πρακτική της Επιτροπής να απαιτεί την επιστροφή όταν διαπιστώνει ότι η ενίσχυση είναι παράνομη. Το εθνικό δικαστήριο, διατάσσοντας την επιστροφή, συμπληρώνει τον ρόλο της Επιτροπής, διασφαλίζοντας τα δικαιώματα των ανταγωνιστών μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής. Εφόσον κάποιος ανταγωνιστής κινήσει αμέσως δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, η αναζήτηση της ενισχύσεως μπορεί ακόμη να είναι δυνατή σε περιπτώσεις που τούτο θα ήταν αδύνατο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής.
73.
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ενδέχεται να υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες δεν θα ήταν σκόπιμο να διαταχθεί η επιστροφή της ενισχύσεως. Στην υπόθεση RSV κατά Επιτροπής ( 44 ), ο λήπτης μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως, αφού άσκησε προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, πέτυχε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της διατάσσουσας την επιστροφή της ενισχύσεως. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αναιτιολόγητη 26μηνη καθυστέρηση της Επιτροπής να εκδώσει την απόφαση της επί της νομιμότητας της ενισχύσεως είχε δημιουργήσει στον λήπτη της ενισχύσεως δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, λόγω της οποίας η Επιτροπή δεν μπορούσε να απαιτήσει από τις ολλανδικές αρχές να αναζητήσουν την ενίσχυση.
74.
Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 45 ), το Δικαστήριο επισήμανε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εκτιμήσουν εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δεν επιτρέπουν την αναζήτηση της ενισχύσεως. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η επιχείρηση προς την οποία χορηγείται ενίσχυση δεν μπορεί, καταρχάς, να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη νομιμότητα της ενισχύσεως, παρά μόνον αν η ενίσχυση έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 3· ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να εξακριβώσει ότι έχει τηρηθεί η διαδικασία αυτή. Επομένως, το κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του λήπτη της ενισχύσεως για να αποφύγει να εκπληρώσει την υποχρέωση του να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής που το διατάσσει να αναζητήσει την ενίσχυση. Ωστόσο, το Δικαστήριο προσέθεσε τα εξής:
«Δεν μπορεί (...) να αποκλειστεί η δυνατότητα του δικαιούχου της παράνομης ενίσχυσης να επικαλεστεί τις εξαιρετικές περιστάσεις που στήριξαν δικαιολογημένα την εμπιστοσύνη του στον νόμιμο χαρακτήρα της ενισχύσεως αυτής και, κατά συνέπεια, να αντιταχθεί στην αναζήτηση της. Στην περίπτωση αυτή εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, στο οποίο έχει ίσως αχθεί η υπόθεση, να εκτιμήσει τις εν λόγω περιστάσεις, αφού υποβάλει, ενδεχομένως, στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία.» ( 46 )
75.
Φρονώ ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν παρόμοια ευθύνη στις υποθέσεις που αφορούν την τελευταία περίοδο του άρθρου 93, παράγραφος 3. Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εκτιμούν αν ένας επιμελής επιχειρηματίας έπρεπε να έχει αντιληφθεί ότι τα εν λόγω μέτρα συνιστούν ενίσχυση· που μπορούσε να χορηγηθεί μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 3.
76.
Στην παρούσα υπόθεση φαίνεται αμφίβολο αν ισχύει αυτό. Πρώτον, δεν είναι αυτονόητο ότι τα εν λόγω μέτρα συνιστούν ενίσχυση· το αν συνιστούν ενίσχυση ή όχι εξαρτάται από το αν τα Ταχυδρομεία έλαβαν επαρκή αμοιβή για τις υπηρεσίες τους, πράγμα που η SFMI δεν θα μπορούσε (ή τουλάχιστον θα δυσκολευόταν) να εξακριβώσει. Δεύτερον, η Επιτροπή αφού διεξήγαγε την προκαταρκτική έρευνα της, αποφάσισε να μη συνεχίσει την εξέταση του ζητήματος. Επιπλέον, η Επιτροπή, ενώ έχουν παρέλθει τρία και πλέον έτη αφότου κίνησε εκ νέου την έρευνα της, δεν έχει λάβει ακόμη καμία απόφαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εθνικό δικαστήριο, εάν διαπιστώσει ότι τα μέτρα συνιστούν ενίσχυση, μπορεί δικαιολογημένα, κατά την άποψη μου, να θεωρήσει άτοπο να διατάξει την επιστροφή της ενισχύσεως.
77.
Τέλος, σημειώνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η επιστροφή ήδη χορηγηθείσας ενισχύσεως μπορεί να μην αποτελεί πλήρως αποτελεσματικό μέτρο κατά της παραβάσεως της απαγορεύσεως που διατυπώνεται στην τελευταία περίοδο του άρθρου 93, παράγραφος 3, ιδίως οσάκις η ενίσχυση είχε ως συνέπεια για τους ανταγωνιστές την απώλεια κερδών και μεριδίων στην αγορά. Ωστόσο, η επιστροφή της ενισχύσεως δεν αποτελεί — για να υπενθυμίσω τη διατύπωση του δευτέρου ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου — το μόνο μέσο που μπορεί να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως αυτής. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το Δημόσιο μπορεί επίσης — ανεξαρτήτως οποιασδήποτε υποχρεώσεως αναζητήσεως της ενισχύσεως — να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση κατόπιν αγωγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ασκηθείσας βάσει του κοινοτικού δικαίου από ανταγωνιστές που υφίστανται θετική ή αποθετική ζημία συνεπεία μέτρων εφαρμογής παρανόμου ενισχύσεως. Εντούτοις, το ερώτημα αυτό δεν υποβλήθηκε στην παρούσα διαδικασία.
Επί του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
78.
Με τα ερωτήματα αυτά το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν ο λήπτης ενισχύσεως έχει καθήκον επιμελείας και οφείλει συνεπώς να ελέγχει τη νομιμότητα της διαδικασίας κατόπιν της οποίας χορηγήθηκε η ενίσχυση (τρίτο ερώτημα) και εάν, παραλείποντας να το πράξει, μπορεί να υποχρεωθεί να αποζημιώσει τους ανταγωνιστές του (τέταρτο ερώτημα).
79.
Μόνον η SFEI δίδει καταφατική απάντηση και στα δύο ερωτήματα, προβάλλοντας επιχειρήματα στηριζόμενα στο άμεσο αποτέλεσμα και στην υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, στην πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 93, παράγραφος 3, στη νομολογία περί της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και στην πρακτική αξία της απόψεως της. Η TAT, η Γαλλική, η Γερμανική και η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή απορρίπτουν όλες την άποψη ότι από το κοινοτικό δίκαιο απορρέει καθήκον επιμελείας του λήπτη της ενισχύσεως, βάσει του οποίου μπορεί να γεννηθεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Η Επιτροπή φρονεί εντούτοις ότι, εάν θεωρηθεί ότι ο λήπτης γνωρίζει το παράνομο της ενισχύσεως, μπορεί να υποχρεωθεί, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των αξιώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, σε αποζημίωση βάσει των σχετικών εθνικών κανόνων. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί επίσης óu είναι δυνατόν να ασκηθεί αγωγή κατά του λήπτη της ενισχύσεως βάσει του εθνικού δικαίου περί ευθύνης προς αποζημίωση, άπαξ και αναγνωρισθεί ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και ότι υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της.
80.
Αντιθέτως προς την άποψη της SFEI, η υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου δεν επιβάλλει στους λήπτες ενισχύσεων την υποχρέωση να αποκαθιστούν τη θετική ή αποθετική ζημία που υπέστησαν οι ανταγωνιστές τους συνεπεία της εφαρμογής μέτρων παράνομης ενισχύσεως. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί απλώς ότι η υποχρέωση επιστροφής της ενισχύσεως δεν μπορεί να αντικρουσθεί βάσει της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του λήπτη της ενισχύσεως ( 47 ).
81.
Η SFEI, προς στήριξη της απόψεως της, αναφέρεται στο σημείο 19 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 48 ). Στο σημείο αυτό, ο γενικός εισαγγελέας, επαναλαμβάνοντας την άποψη που είχε διατυπώσει με προηγούμενες προτάσεις του ( 49 ), παρατήρησε ότι «μπορώ από τη φιλοσοφία της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη να συναγάγω την υποχρέωση κάθε επιχειρήσεως που λαμβάνει κρατική ενίσχυση να επαληθεύσει αν αυτή έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή». Εντούτοις, φρονώ ότι η παρατήρηση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί εντός του πλαισίου στο οποίο έγινε, συγκεκριμένα ως απάντηση στον ισχυρισμό της Γερμανίας ότι η αναζήτηση της εν λόγω ενισχύσεως ήταν αδύνατη λόγω της αναγνωριζομένης από το εθνικό δίκαιο δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αποδέκτη.
82.
Επιπλέον, δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να επεκτείνει τη νομολογία του ούτως ώστε να παρέχει στους ανταγωνιστές τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως κατά των ληπτών της ενισχύσεως. Όπως επισημαίνει η Γαλλική Κυβέρνηση, το άρθρο 93 θεσπίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθούν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση να κοινοποιούν την ενίσχυση στην Επιτροπή. Επιπλέον, δεν συμμερίζομαι την άποψη της SFEI ότι η δυνατότητα αυτή είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλίζεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3. Οι διάφορες μορφές έννομης προστασίας που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, στις οποίες περιλαμβάνονται, οσάκις είναι αναγκαίο, η επιβολή στο κράτος μέλος της υποχρεώσεως αναζητήσεως και, ενδεχομένως, της υποχρεώσεως αποζημιώσεως, αποτελούν αποτελεσματικά μέτρα κατά της παραβιάσεως της απαγορεύσεως αυτής.
83.
Αντιθέτως, η υφιστάμενη νομολογία εξηγείται από την ανάγκη διασφαλίσεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας της απαγορεύσεως. Τα άρθρα 92 και 93 θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας αν ένα κράτος μέλος μπορούσε να επικαλεσθεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του λήπτη της ενισχύσεως προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψη του να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αναζήτηση της. Όπως παρατήρησε το Δικαστήριο στην απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 50 ), «αυτό θα στερούσε (...) κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα από τις διατάξεις των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, στο μέτρο που οι εθνικές αρχές θα μπορούσαν έτσι να στηριχθούν στη δική τους παράνομη συμπεριφορά για να εμποδίσουν την αποτελεσματικότητα των αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει αυτών των διατάξεων της Συνθήκης». Η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως κατά του αποδέκτη της ενισχύσεως δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στην ίδια συλλογιστική.
84.
Τέλος, όσον αφορά την παρατήρηση που διατυπώνει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι δηλαδή το εθνικό δικαστήριο πρέπει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των βασιζόμενων στο κοινοτικό δίκαιο αξιώσεων, φρονώ ότι η αρχή αυτή θα μπορούσε να έχει εφαρμογή μόνον αν η λήψη παράνομης ενισχύσεως μπορούσε αφ' εαυτής να συνεπάγεται κατά το εθνικό δίκαιο την ευθύνη έναντι τρίτων. Όπως έχει παγίως αποφανθεί το Δικαστήριο, οι εθνικοί κανόνες δεν πρέπει να προβαίνουν σε διάκριση μεταξύ των αξιώσεων βάσει του εθνικού δικαίου και των αντιστοίχων αξιώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
Πρόταση
85.
Συνεπώς, είμαι της γνώμης ότι στα υποβληθέντα από το tribunal de commerce de Paris ερωτήματα πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
1)
Η μέσω δημοσίου οργανισμού παροχή εκ μέρους ενός κράτους μέλους υλικοτεχνικής και εμπορικής υποστηρίξεως σε επιχείρηση ταχείας επιδόσεως διεθνούς αλληλογραφίας, την οποία ο δημόσιος οργανισμός ελέγχει αμέσως ή εμμέσως, υπό χρηματοοικονομικούς όρους ευνοϊκότερους αυτών που θα μπορούσε να επιτύχει η επιχείρηση συμβαλλόμενη με ανάλογο εμπορικό επενδυτή συνιστά, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, ενίσχυση που νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
2)
Τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκδίκαση υποθέσεως στηριζομένης στην τελευταία περίοδο του άρθρου 93, παράγραφος 3, παρά το γεγονός ότι το κρίσιμο ζήτημα έχει υποβληθεί στην κρίση της Επιτροπής. Στις περιπτώσεις αυτές, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να ζητεί από την Επιτροπή να το πληροφορεί για την εξέλιξη της ενώπιον της διαδικασίας και να ζητεί κάθε άλλο νομικό και πραγματικό στοιχείο που μπορεί να παράσχει η Επιτροπή. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει επίσης να εξετάσει αν θα ήταν πρόσφορο να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δικονομικό δίκαιο, προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματα των διαδίκων μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του.
3)
Εφόσον το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι ορισμένη ενίσχυση χορηγήθηκε από κράτος μέλος κατά παράβαση της απαγορεύσεως που διατυπώνεται στην τελευταία φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρέπει να διατάξει την επιστροφή της ενισχύσεως σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κατά το εθνικό δίκαιο διαδικασίες. Το δικαστήριο αυτό πρέπει πάντως να εξετάσει αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δημιουργούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον λήπτη της ενισχύσεως και δεν επιτρέπουν την αναζήτηση της ενισχύσεως αυτής.
4)
Μολονότι ορισμένο κράτος μέλος ή δημόσιος οργανισμός που χορηγεί παρανόμως ενίσχυση μπορεί, βάσει του κοινοτικού δικαίου, να υποχρεούται σε αποζημίωση, ο λήπτης της ενισχύσεως αυτής δεν υποχρεούται, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να αποκαταστήσει τη θετική ή αποθετική ζημία που υπέστη ορισμένος ανταγωνιστής του συνεπεία της παράνομης χορηγήσεως ενισχύσεως, εκτός εάν, σε ανάλογες περιπτώσεις, η είσπραξη παρανόμως καταβληθέντος ποσού γεννά, βάσει του εθνικού δικαίου, υποχρέωση αποζημιώσεως έναντι τρίτων.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Υπόθεση C-39/93 Ρ, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-2681).
( 2 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76, Stcinikc και. Wcinlig (Συλλογή τόμος 1977, σ. 171, σκέψη 9)· απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Fédération nationale du commerce extérieur des produits alimentaires και Syndicat national des négociants et transformateurs de saumon, καλούμενη «απόφαση FNCE» (Συλλογή 1991, σ. I-5505, σκέψη 14).
( 3 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Loren/. (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 815, σκέψεις 4 και 5).
( 4 ) Απόφαση της 19ης Ιουνίου 1973, 77/72 (Συλλογή τόμος 1972-1973, ο. 567, σκέψη 6).
( 5 ) ΠροπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 12.
( 6 ) ΠροπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 14.
( 7 ) Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, συνεκδικασΟείσες υποθέσεις C-320/90 έως C-322/90 (Συλλογή 1993, σ. I-393).
( 8 ) Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, C-10/92 (Συλλογή 1993, σ. I-5105, σκέψεις 16 και. 17). Βλ. επίσης την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1982, 65/81, Reina (Συλλογή 1982, σ. 33, σκέψεις 7 και 8).
( 9 ) Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994, C-316/93, Vancctvcld (Συλλογή 1994, σ. I-763, ειδικότερα σκέψη 14).
( 10 ) ΠροπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 7.
( 11 ) Διάταξη της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92 (Συλλογή 1993, σ. I-1085).
( 12 ) Διάταξη της 26ης Απριλίου 1993, C-386/92, (Συλλογή 1993, σ. I-2049).
( 13 ) Διάταξη της 9ης Αυγούστου 1994, C-378/93 (Συλλογή 1994, σ. I-3999).
( 14 ) Διάταξη της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93 (Συλλογή 1995, σ. I-511).
( 15 ) Saddik, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 12 και 13.
( 16 ) Βλ. την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1981, 36/80 και. 71/80, Irish Creamery Milk Suppliers Association (Συλλογή 1981, σ. 735, σκέψεις 6 ίως 8).
( 17 ) Βλ. την απόφαση Stcinikc και. Wcinlig, προπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 14. Βλ. επίσης την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1993, C-189/91, Kirsammcr-Hack (Συλλογή 1993, σ. I-6185, σκέψη 14).
( 18 ) Βλ. την απόφαση Loren/, προπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 8. Βλ. επίσης την απόφαση FNCE, προπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 2, ειδικότερα τις σκέψεις 10 και 11.
( 19 ) Βλ. το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης EOK (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
( 20 ) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, 127/73, BRT (Συλλογή τόμος 1974, ο. 35).
( 21 ) Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-234/89 (Συλλογή 1991, σ. I-935, σκέψεις 43 έως 55).
( 22 ) ΠροπαρατεΟέντος στην υποσημείωση 19.
( 23 ) Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-44/93, Namur-Lcs assurances du crédit (Συλλογή 1994, σ. I-3829, σημεία 103 έως 104).
( 24 ) Ανακοίνωση 95/C/312/07 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ 1995, C 312, σ. 8).
( 25 ) ΠροπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 3.
( 26 ) Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 26).
( 27 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547, στη σ. 557).
( 28 ) Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της 15ης Μαρτίου 1994, C-387/92, Banco Exterior dc España (Συλλογή 1994, α I-877, σκέψη 13).
( 29 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85 (Συλλογή 1988, σ. 219).
( 30 ) Βλ. σκέψη 28.
( 31 ) Βλ. σκέψη 30.
( 32 ) Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451, 1501), τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, 2269), και τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-278/92, C-279/92 και C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4103, σημείο 28).
( 33 ) ΠροπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 32.
( 34 ) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, C-305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1603, σκέψη 20).
( 35 ) Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79 (Συλλογή τόμος 1980/111, σ. 13, σκέψη 11).
( 36 ) ΠροπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 2.
( 37 ) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87 (Συλλογή 1990, σ. I-307, σκέψη 22).
( 38 ) Απόφαση της 19ης Ιουνίου 1990, C-213/89, Factortame κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-2433).
( 39 ) ΠροπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 12.
( 40 ) ΠροπαρατεΟείσα στην υποσημείωση 37.
( 41 ) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87 (Συλλογή 1990, σ. I-959).
( 42 ) Σκέψη 13.
( 43 ) Σκέψη 16.
( 44 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1987, 223/85 (Συλλογή 1987, α 4617).
( 45 ) Απόφαση της 20ης Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89 (Συλλογή 1990, σ. I-3437, σκέψη 14).
( 46 ) Όπ.π., σκέψη 16.
( 47 ) Βλ. την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, προπαρατε0ε(σα στην υποσημείωση 45.
( 48 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45.
( 49 ) Στην υπόθεση 94/87, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 175, σημεία 14 έως 18 των προτάσεων).
( 50 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45, σκέψη 17.
Full & Egal Universal Law Academy