Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Εισαγωγή
1 Κατ' εφαρμογήν της βάσει του άρθρου της 181 της Συνθήκης ΕΚ ρήτρας διαιτησίας, περιληφθείσας στη σύμβαση έργου την οποία συνήψε στις 27 Ιουλίου 1990 με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο ή εναγόμενο), η εταιρία ολλανδικού δικαίου Heidemij Advies BV (στο εξής: ενάγουσα ή Heidemij) ζητεί από το Δικαστήριο, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του την 1η Φεβρουαρίου 1994, να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να καταβάλει την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 1794 του βελγικού Αστικού Κώδικα (στο εξής: ΑΚ).
Τα πραγματικά περιστατικά
2 Στο πλαίσιο της ανεγέρσεως των κτιρίων D1, D2 και D3 του Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες (καλουμένης άλλως: «πρόγραμμα επεκτάσεως του Κοινοβουλίου» ή «ανέγερση του συγκροτήματος Espace Lιopold»), το Κοινοβούλιο δημοσίευσε πρόσκληση για την υποβολή προσφορών με αντικείμενο την ανάληψη της μελέτης, της υποστηρίξεως και της παροχής συμβουλών σε ζητήματα ακινήτων (1).
3 Στη συγγραφή υποχρεώσεων (2), το Κοινοβούλιο, εργοδότης, προβλέπει ότι οι υποχρεώσεις του εργολάβου πρέπει να υποδιαιρεθούν σε τρεις διακεκριμένες κατηγορίες, καλούμενες Α, Β και Γ. Η κατηγορία Α αφορά τις χρηματοοικονομικές πτυχές του σχεδίου, η κατηγορία Β την τεχνική και αρχιτεκτονική αξιολόγηση και η κατηγορία Γ την επίβλεψη και τον έλεγχο της εκτελέσεως του σχεδίου. Σημειώνεται επίσης ότι η τιμή πρέπει να εκφράζεται ως συνολική κατ' αποκοπήν αμοιβή για κάθε κατηγορία υποχρεώσεων.
4 Η Heidemij ανέλαβε την εκτέλεση ολοκλήρου του έργου (3). Ως εκ τούτου, στις 27 Ιουλίου 1990 συνήφθη μεταξύ των μερών σύμβαση μισθώσεως έργου (στο εξής: σύμβαση).
5 Η υπό κρίση διαφορά αφορά αποκλειστικά την επίβλεψη και τον έλεγχο της εκτελέσεως του σχεδίου, ήτοι την κατηγορία υποχρεώσεων Γ.
6 Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Heidemij που αντιστοιχούσαν στην κατηγορία υποχρεώσεων Γ άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1994 (4) και έπρεπε να ολοκληρωθεί «(..) κατά την ημερομηνία οριστικής παραλαβής των ακινήτων» (5), ήτοι την 1η Ιουνίου 1996.
7 Στις 21 Ιανουαρίου 1993, κατόπιν διαφωνίας ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής για την εκτέλεση των εργασιών που ήταν αναγκαίες για την προσήκουσα εκτέλεση της κατηγορίας υποχρεώσεων Γ, το Κοινοβούλιο γνωστοποίησε στην Heidemij τα εξής:
- η σύμβαση καταγγέλλεται σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτής και παύει να παράγει τα αποτελέσματά της από 1ης Ιουλίου 1993·
- θα δημοσιευθεί δημόσια πρόσκληση προς υποβολή προσφορών (6).
8 Κατόπιν της προσκλήσεως αυτής, η Heidemij υπέβαλε προσφορά (7), η οποία απορρίφθηκε από το Κοινοβούλιο (8).
9 Στις 28 Ιουνίου και την 1η Ιουλίου 1993, η Heidemij ζήτησε να της καταβληθεί, ως αποζημίωση λόγω της κοινοποιηθείσας στις 21 Ιανουαρίου 1993 καταγγελίας της συμβάσεως, το 10 % της αμοιβής που ζήτησε κατά τη δεύτερη διαδικασία δημόσιας προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, για την περάτωση του έργου που αφορά τα κτίρια D2 και D3, πλέον τόκων υπερημερίας.
10 Στις 15 Ιουλίου 1993 το Κοινοβούλιο αρνήθηκε την καταβολή του ποσού αυτού.
11 Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν να απευθυνθούν στο Δικαστήριο, ως αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών τους από τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 10 της συμβάσεως αυτής, και προέβλεψαν ρητώς ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το βελγικό:
«Το εφαρμοστέο στην παρούσα σύμβαση δίκαιο είναι το βελγικό. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς από την παρούσα σύμβαση, τούτο δε δυνάμει των άρθρων 42 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, 181 της Συνθήκης ΕΟΚ και 153 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.»
12 Η αρμοδιότητα αυτή δεν αμφισβητείται.
Αιτήματα και ισχυρισμοί των διαδίκων
13 Η Heidemij ζητεί από το Δικαστήριο:
- να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να της καταβάλει, ως συμβατική αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως έργου, το ποσό των 797 150 ECU ως κεφάλαιο, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων με το συμβατικό επιτόκιο 8 % ετησίως από 15 Σεπτεμβρίου 1993·
- να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
14 Η Heidemij προβάλλει δύο ισχυρισμούς προς στήριξη των αιτημάτων της:
- σύμφωνα με τον πρώτο ισχυρισμό, το δικαίωμα συμβατικής αποζημιώσεως του εργολάβου, κατόπιν μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως έργου, αναγνωρίζεται κατ' αρχήν από το άρθρο 1794 του ΑΚ και ουδέποτε η Heidemij είχε την πρόθεση να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού·
- σύμφωνα με τον δεύτερο ισχυρισμό, το ύψος της οφειλομένης από τον εργοδότη αποζημιώσεως πρέπει να εκτιμηθεί βάσει του άρθρου 11 του ολλανδικού Κώδικα Δεοντολογίας των γραφείων μελετών (στο εξής: RVOI-1987), του οποίου την εφαρμογή προβλέπει το άρθρο 8 της συμβάσεως.
15 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
- κυρίως, να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει την Heidemij στα δικαστικά έξοδα·
- επικουρικώς, να καθορίσει το ύψος της αποζημιώσεως σε 20 883,33 ΕCU και να καταδικάσει την Heidemij στα δικαστικά έξοδα.
16 Το εναγόμενο προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
- κυρίως, αμφισβητεί το βάσιμο του αιτήματος περί συμβατικής αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 1794 του ΑΚ. Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν είναι δημοσίας τάξεως, από την εξέταση του της συμβάσεως προκύπτει, αφενός, ρητώς, ιδίως από τα άρθρα 4, πέμπτο εδάφιο, και 12, και, αφετέρου, σιωπηρώς, από τη στάση που τήρησε ο εργολάβος μετά την καταγγελία της συμβάσεως, ότι πρόθεση των μερών ήταν να παρεκκλίνουν από το άρθρο αυτό·
- επικουρικώς, ισχυρίζεται ότι το ύψος της αιτουμένης αποζημιώσεως πρέπει να εκτιμηθεί σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και τις διατάξεις του ΑΚ.
Το βελγικό θετικό δίκαιο - Περιεχόμενο του άρθρου 1794 του ΑΚ
17 Το άρθρο 1794 του ΑΚ ορίζει τα εξής:
«Ο εργοδότης δύναται να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση έργου αναλαμβανομένου κατ' αποκοπήν, ακόμη και μετά την έναρξη του έργου, καταβάλλων αποζημίωση στον εργολάβο για το σύνολο των δαπανών και εργασιών του, καθώς και για το σχετικό με τη σύμβαση διαφυγόν κέρδος.»
18 Επομένως, η διάταξη αυτή επιτρέπει στον εργοδότη να καταγγείλει, μονομερώς και χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει μη εκτέλεση ή κακή εκτέλεση της συμβάσεως εκ μέρους του εργολάβου, τη σύμβαση έργου αναληφθέντος κατ' αποκοπήν, ακόμη και μετά την έναρξη εκτελέσεως του έργου. Ως αντάλλαγμα, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εργολάβο για όλα τα έξοδά του, για όλες τις εργασίες του και για το σχετικό με τη σύμβαση διαφυγόν κέρδος.
19 Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν είναι δημοσίας τάξεως (9), οι συμβαλλόμενοι μπορούν να παραιτηθούν είτε της εφαρμογής του είτε ορισμένων από τα ευεργετήματα που παρέχει (10), χωρίς την τήρηση ορισμένου τύπου (11). Έτσι, έχει κριθεί ότι ο εργολάβος μπορεί εγκύρως να παραιτηθεί κάθε αποζημιώσεως. Η παραίτηση αυτή συνάγεται, μεταξύ άλλων, από τη στάση που τηρεί κατόπιν της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως έργου (12).
Πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος καταγγελίας
20 Κατόπιν αποφάσεως της 4ης Σεπτεμβρίου 1980 του πρώτου τμήματος του βελγικού Cour de cassation (13), η οποία έκρινε ότι:
«(...) λόγω της γενικής διατυπώσεώς της, η διάταξη αυτή (το άρθρο 1794 του ΑΚ) έχει εφαρμογή σε κάθε έργο, υλικό ή πνευματικό, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για την ανάληψη εργασίας που προσδιορίζεται από το αντικείμενό της ή από ρητώς καθοριζόμενη λήξη».
Γίνεται δεκτό
1) ότι το άρθρο 1794 του ΑΚ έχει εφαρμογή σε όλες τις μισθώσεις έργου: α) ανεξαρτήτως αντικειμένου (είτε πνευματική είτε χειρωνακτική εργασία) (14)· β) είτε πρόκειται περί έργου βάσει προϋπολογισμού είτε περί έργου κατ' αποκοπήν, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η αμοιβή προσδιορίζεται ή μπορεί να προσδιοριστεί συμβατικώς (15)·
2) υπό την προϋπόθεση ότι: α) οι σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων ρυθμίζονται από συναφθείσα σύμβαση, και β) το αντικείμενο της συμβάσεως είναι συγκεκριμένο ή έχει καθοριστεί συγκεκριμένη λήξη ισχύος της συμβάσεως. Με άλλα λόγια, το άρθρο 1794 του ΑΚ έχει εφαρμογή μόνον οσάκις η σύμβαση έχει διάρκεια η οποία καθορίζεται είτε με ρητώς οριζόμενη λήξη είτε απ' αυτό καθαυτό το αντικείμενό της (16).
21 Επιπλέον, το δικαίωμα μονομερούς καταγγελίας που παρέχεται αποκλειστικά στον εργοδότη (17) με το άρθρο 1794 του ΑΚ μπορεί να ασκηθεί όσο το έργο δεν έχει περατωθεί (18).
Περί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 1794 του ΑΚ στη σύμβαση
22 Από την εξέταση των όρων της συμβάσεως προκύπτει ότι μπορεί πράγματι να ασκηθεί στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής το δικαίωμα καταγγελίας του άρθρου 1794 του ΑΚ. Άλλωστε, τούτο δεν αμφισβητείται.
23 Η διαφορά που έχει υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου θέτει τα ακόλουθα δύο ζητήματα: υπήρξε παραίτηση μέσω της συμβάσεως από την κατ' αρχήν προβλεπόμενη από το άρθρο 1794 του ΑΚ συμβατική αποζημίωση; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ποιο είναι το ύψος της αποζημιώσεως που μπορεί να αξιώσει η Heidemij; Θα εξετάσω διαδοχικά τα δύο αυτά σημεία.
Α - Παραιτήθηκαν οι διάδικοι της εφαρμογής του άρθρου 1794 του ΑΚ ή ορισμένων από τα ευεργετήματα που παρέχει, όσον αφορά την κατηγορία υποχρεώσεων Γ;
24 Όσον αφορά τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος που παρέχεται στον εργοδότη, είναι προφανές ότι το Κοινοβούλιο, ως εργοδότης, δεν είχε την πρόθεση να παραιτηθεί της δυνατότητας αυτής, καθόσον στο άρθρο 4, πέμπτο εδάφιο, της συμβάσεως ορίζεται ότι:
«Το έργο που αφορά η κατηγορία υποχρεώσεων Γ τερματίζεται κατά την ημερομηνία οριστικής παραλαβής των ακινήτων. Εντούτοις, το Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να παύσει την ανάθεση του έργου στην Heidemij Adviesbureau BV κατά τη λήξη κάθε ετησίας περιόδου, κατόπιν προειδοποιήσεως με συστημένη επιστολή αποστελλόμενη τρεις μήνες τουλάχιστον προ της λήξεως κάθε ετησίας περιόδου.»
25 Η δήλωση της βουλήσεως περί ασκήσεως του δικαιώματος αυτού εκδηλώθηκε σε έγγραφο της 21ης Ιανουαρίου 1993 (19). Με το έγγραφο αυτό, το Κοινοβούλιο αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 4 της συμβάσεως και δεν προβάλει καμία αιτίαση κατά της Heidemij:
«(...)
Consequently, in accordance with Article 4 of our contract with you of 27 July 1990, I hereby give you notice of termination of this contract as at 30 June 1993.
On behalf of my colleagues in the Directorate-General for Administration I would like to express my appreciation and thanks for the services you have rendered to the Parliament in recent years.
We do hope that you will respond to the new call for tender to be issued shortly.»
[«(...)
Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 27 Ιουλίου 1990 μεταξύ μας συμβάσεως, σας γνωστοποιώ με την παρούσα τη λήξη της ισχύος της συμβάσεως αυτής από 30ής Ιουνίου 1993.
Εκ μέρους των συναδέλφων μου στη Γενική Διεύθυνση Διοικήσεως θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου και ευχαριστίες για τις υπηρεσίες που παρέσχατε στο Κοινοβούλιο τα τελευταία χρόνια.
Ελπίζουμε ότι θα υποβάλετε προσφορά κατόπιν της προσκλήσεως που θα δημοσιευθεί συντόμως.»]
26 Όσον αφορά το δικαίωμα συμβατικής αποζημιώσεως που αναγνωρίζεται κατ' αρχήν στον εργολάβο, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι είχε την πρόθεση να παρεκκλίνει από τον κανόνα αυτόν. Το εναγόμενο στηρίζεται στα άρθρα 4, πέμπτο εδάφιο, και 12 της συμβάσεως. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι η στάση που τήρησε η Heidemij μετά την καταγγελία της συμβάσεως πρέπει επίσης να ερμηνευθεί κατά τον τρόπο αυτόν.
27 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου (20), φρονώ ότι από τον συνδυασμό των άρθρων 4, πέμπτο εδάφιο, και 12 δεν προκύπτει ότι καταργήθηκε το δικαίωμα του εργολάβου να τύχει αποζημιώσεως λόγω μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως.
28 Όπως έχω εκθέσει, αυτό το άρθρο 4, πέμπτο εδάφιο, ουδόλως είναι ασαφές. Ο εργοδότης είχε μόνον την πρόθεση να ρυθμίσει την άσκηση του δικαιώματός του να προβεί σε μονομερή καταγγελία. Η ρήτρα αυτή ουδόλως ρυθμίζει τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η άσκηση του δικαιώματος αυτού στο δικαιώμα αποζημιώσεως του εργολάβου.
29 Η ρήτρα περί λύσεως της συμβάσεως του άρθρου 12 δεν αφορά την παρούσα υπόθεση.
30 Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση που, κατόπιν αποφάσεως ευρωπαϋκής πολιτικής, δικαστικής ή διοικητικής αρχής, το Κοινοβούλιο υποχρεωθεί να καταγγείλει τις συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων ή να παραιτηθεί από τις μελετώμενες συμβάσεις μισθώσεως, η παρούσα σύμβαση θα λυθεί κατόπιν τριμήνου προειδοποιήσεως, χωρίς να οφείλεται αποζημίωση λόγω καταγγελίας.
Όλα τα οφειλόμενα ποσά για ήδη πραγματοποιηθείσες παροχές θα καταβληθούν στην Heidemij Adviesbureau BV, αφού υποβάλει όλα τα σχετικά δικαιολογητικά.»
31 Φρονώ ότι, με τη ρήτρα αυτή, το Κοινοβούλιο είχε κατ' ουσίαν την πρόθεση να παρεκκλίνει από το άρθρο 1789 του ΑΚ - διάταξη μη δημοσίας τάξεως (21) - που ορίζει ότι:
«Σε περίπτωση που ο εργολάβος παρέχει μόνον την εργασία του ή την επινοητικότητά του, αν το πράγμα παύσει να υπάρχει, ο εργολάβος δεν ευθύνεται παρά μόνον για δικό του πταίσμα.»
Η θεωρία ερμηνεύει τη διάταξη αυτή ως εφαρμογή της αρχής «τον κίνδυνο του πράγματος φέρει ο εργοδότης [κύριος]» σε περίπτωση που το πράγμα το οποίο αφορά η σύμβαση έργου δεν ανήκει στον εργολάβο (22).
32 Με τη ρήτρα αυτή, το Κοινοβούλιο προνοεί για ένα πολύ συγκεκριμένο ενδεχόμενο:
- εφόσον υποχρεωθεί να καταγγείλει τις προηγουμένως συναφθείσες συμβάσεις μισθώσεως (23) είτε κατόπιν πράξεως άλλου (επί παραδείγματι: αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων) είτε κατόπιν δικής του πράξεως (η «ευρωπαϋκή πολιτική αρχή» δεν είναι άλλη από το ίδιο το Κοινοβούλιο),
- εφόσον λυθεί η σύμβαση έργου - κατά το μέτρο που το πράγμα επί του οποίου πρέπει να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων έχει παύσει να υπάρχει -,
- το Κοινοβούλιο επιφυλάσσεται ρητώς του δικαιώματος να μην αποζημιώσει την Heidemij, ενώ, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1794 και 1789 του ΑΚ, η Heidemij θα μπορούσε να προβάλει την αξίωση αυτή.
Συνεπώς, το άρθρο 12 της συμβάσεως στερεί τη Heidemij της δυνατότητας αυτής.
33 Στην υπόθεση που εξετάζουμε, όμως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 12 και, επιπλέον, όπως είδαμε (24), το Κοινοβούλιο επικαλέστηκε ρητώς το άρθρο 4.
34 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η Heidemij παραιτήθηκε σιωπηρώς της δυνατότητας να επικαλεστεί το δικαίωμα αποζημιώσεως του άρθρου 1794 του ΑΚ, μετέχοντας στη δεύτερη υποβολή προσφορών και καθυστερώντας να επικαλεστεί το δικαίωμα αυτό.
35 Είναι βέβαιον ότι η Heidemij δεν παραιτήθηκε ρητώς του δικαιώματός της προς αποζημίωση. Όπως είδαμε (25), η νομολογία έχει πει ότι η παραίτηση του εργολάβου από το κατ' αρχήν δικαίωμα αποζημιώσεως του άρθρου 1794 του ΑΚ μπορεί να είναι σιωπηρή. Μπορεί εγκύρως να αντληθεί επιχείρημα από τη στάση που τήρησε η Heidemij μετά την καταγγελία της συμβάσεως, προκειμένου να συναχθεί ότι αυτή εκδήλωσε την πρόθεση να παραιτηθεί του δικαιώματος αποζημιώσεως;
36 Δεν το νομίζω, για δύο ουσιώδεις λόγους.
37 Πρώτον, οι σχέσεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Heidemij, κατά το χρονικό διάστημα από την προμήνυση της καταγγελίας στις 21 Ιανουαρίου 1993 μέχρι τα αιτήματα αποζημιώσεως που υπέβαλε η Heidemij, πρέπει να εκτιμηθούν εντός δύο διαφορετικών νομικών πλαισίων:
- αφενός, εντός του πλαισίου της συμβάσεως και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν,
- αφετέρου, εντός του πλαισίου της διαδικασίας προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών και της εφαρμογής αυτού του εξωσυμβατικού δικαίου.
Συνεπώς, υφίστανται δύο διαφορετικές έννομες καταστάσεις, διεπόμενες από δύο διακεκριμένα νομικά καθεστώτα, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται.
38 Δεύτερον, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, φρονώ ότι η Heidemij, μετέχοντας στη διαδικασία υποβολής προσφορών, ενήργησε ως σώφρων εργολάβος. Πράγματι, η Heidemij έπρεπε να επιχειρήσει να γίνει δεκτή η προσφορά της, ούτως ώστε να μειωθεί, ενδεχομένως, το ύψος της οφειλομένης από το Κοινοβούλιο αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως.
39 Συνεπώς, φρονώ ότι η αγωγή αποζημιώσεως της Heidemij είναι βάσιμη.
Β - Επί του ύψους της οφειλομένης από το Κοινοβούλιο αποζημιώσεως
40 Κατά το άρθρο 1794 του ΑΚ, ο εργολάβος πρέπει να αποζημιώνεται «για το σύνολο των δαπανών και εργασιών του, καθώς και για το σχετικό με τη σύμβαση διαφυγόν κέρδος.»
41 Η Heidemij αξιώνει ως αποζημίωση μόνον το διαφυγόν κέρδος της, ήτοι ποσό 797 150 ECU, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων με το συμβατικό επιτόκιο 8 % ετησίως, σύμφωνα με τοv RVOI-1987, εφαρμοστέο βάσει του άρθρου 8 της συμβάσεως. Οι τόκοι αυτοί πρέπει να υπολογισθούν από τις 15 Σεπτεμβρίου 1993, σύμφωνα με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως.
42 Το Κοινοβούλιο προτείνει, επικουρικώς, να καταβληθεί στη Heidemij το 10 % του ποσού που θα μπορούσε νομίμως να απαιτήσει αν η σύμβαση είχε διαρκέσει μέχρι τη λήξη της ισχύος της, ήτοι το ποσό των 20 883,33 ECU.
43 Για την εκτίμηση του ύψους της αποζημιώσεως και των τόκων υπερημερίας που δικαιούται η Heidemij, φρονώ ότι πρέπει να εφαρμοσθεί το βελγικό δίκαιο, τούτο δε σύμφωνα με το άρθρο 10 της συμβάσεως, του οποίου η διατύπωση είναι σαφής και γενική. Όσον αφορά την ημερομηνία ενάρξεως της τοκοφορίας, επισημαίνω ότι το άρθρο 7 της συμβάσεως αφορά τους τόκους λόγω καθυστερήσεως καταβολής της αμοιβής για εκτελεσθείσες εργασίες και όχι των ποσών που ζητούνται ως διαφυγόν κέρδος. Για τον λόγο αυτόν, φρονώ ότι τα άρθρα 7, δεύτερο εδάφιο, και 8 δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα διαφορά.
44 Κατά το βελγικό δίκαιο, το διαφυγόν κέρδος πρέπει κατ' αρχήν να εκτιμάται in concreto. Εντούτοις, οσάκις δεν υπάρχουν στοιχεία εκτιμήσεως, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η νομολογία καθορίζει το ποσό στο 10 % της αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών (26).
45 Από τη μελέτη των προσκομισθέντων εγγράφων και από τη διατύπωση της συμβάσεως, κρίνω ότι το διαφυγόν κέρδος δεν πρέπει να υπολογισθεί επί της τιμής μιας προσφοράς την οποία απέρριψε το εναγόμενο, αλλά λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά ό,τι θα μπορούσε νομίμως να ζητήσει η ενάγουσα αν η σύμβαση είχε εκτελεστεί μέχρι τη λήξη της ισχύος της, δηλαδή μέχρι την 1η Ιουνίου 1996. Το μόνο ποσό που έχει προβλεφθεί συμβατικώς είναι το αναγραφόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση (ενώ οι συμπληρωματικές παροχές (27) δεν είναι υποχρεωτικώς απαραίτητες).
46 Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι η συμβατικώς καθορισθείσα αμοιβή για την εκτέλεση των εργασιών που αφορούν την κατηγορία υποχρεώσεων Γ ανέρχεται σε 71 600 ECU, το διαφυγόν κέρδος πρέπει να υπολογιστεί βάσει του ετησίου κατ' αποκοπήν ποσού των 71 600 ECU, ήτοι:
- η αμοιβή που οφείλεται για τριάντα πέντε μήνες (28):
71 600 ECU x 35 = 208 833,33 ECU 12
- η υπολογιζομένη επί του ποσού αυτού αποζημίωση:
208 833,33 ECU x 10 % = 20 883,33 ECU.
47 Όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας που απαιτεί η Heidemij, δεδομένου ότι πρόκειται περί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, έχει εφαρμογή το άρθρο 1153 του ΑΚ. Συνεπώς, οι τόκοι πρέπει να υπολογισθούν, από της ασκήσεως της αγωγής, με το ισχύον στο Βέλγιο νόμιμο επιτόκιο.
48 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι πρέπει:
1) να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να καταβάλει στη Heidemij, ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας, το ποσό των 20 883,33 ECU, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων με το νόμιμο επιτόκιο, σύμφωνα με το άρθρο 1153 του βελγικού Αστικού Κώδικα·
2) να καταδικασθεί το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα, βάσει του άρθρου 69, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
(1) - Συμπλήρωμα στην ΕΕ της 12ης Ιουνίου 1990, S 112, σ. 65.
(2) - Συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής αριθ. 13.
(3) - Στις 10 Ιουλίου 1990.
(4) - Βλ. συνημμένο προς στήριξη της αγωγής αρ. 6.
(5) - Άρθρο 4, πέμπτο εδάφιο, της συμβάσεως.
(6) - Συμπλήρωμα στην ΕΕ της 9ης Φεβρουαρίου 1993, S 27, σ. 72.
(7) - Η προσφορά αυτή, με ημερομηνία 5 Απριλίου 1993, προβλέπει ότι η κατ' αποκοπήν συνολική αμοιβή για το όλο έργο θα ανέλθει σε 7 971 500 ECU.
(8) - Στις 11 Ιουνίου 1993.
(9) - Βλ., μεταξύ άλλων, Flamme, Ph. και Flamme, M.-A.: Le contrat d'entreprise - Quinze ans de jurisprudence (1975-1990), εκδόσεις Larcier, 1991, σ. 194, παράγραφος 244· Delahaye, Th.: Rιsiliation et rιsolution unilatιrales en droit commercial belge, εκδόσεις Bruylant, 1984, σ. 57, παράγραφος 42.
(10) - Βλ. Flamme, M.-A. και Lepaffe, J.: Λήμμα «Devis et marchιs», Rιpertoire pratique du droit belge, συμπλήρωμα, τόμος ΙΙ (στο εξής: RPDB), εκδόσεις Bruylant, 1966, σ. 415, και, ιδίως, παράγραφος 285.
(11) - Delahaye, Th., όπ.π., παράγραφοι 71 και 72.
(12) - Cour de cassation, 24 Σεπτεμβρίου 1981, Journal des tribunaux, 1982, σ. 57.
(13) - SA Artic, πρώην SA «Iceberg», και SA «Bianca» κατά SPRL «Reprιsentations Wolff», Revue critique de jurisprudence belge, 1981, σ. 527.
(14) - Delahaye, Th., όπ.π., σ. 59, παράγραφος 44.
(15) - Όπ.π., σ. 60.
(16) - Βλ., συναφώς, RPDB, παράγραφος 278.
(17) - Βλ, μεταξύ άλλων, Delahaye, Th., όπ.π., σ. 84, παράγραφος 62· RPDΒ, παράγραφοι 279 και 280.
(18) - Όπ.π., Delahaye, Th., σ. 85, παράγραφος 63· RPDB, παράγραφοι 274 και 282.
(19) - Συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής αριθ. 11.
(20) - Σελίδα 19 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(21) - RPDB, παράγραφος 252.
(22) - Όπ.π., παράγραφος 252· De Page, H.: Traitι ιlιmentaire de droit civil belge, τόμος IV (πρώτο μέρος), εκδόσεις Bruylant, 1943, σ. 901, παράγραφος 877.
(23) - Βλ. την «Εισαγωγή» της προαναφερθείσας συγγραφής υποχρεώσεων, σ. 2.
(24) - Σημείο 25 των προτάσεών μου.
(25) - Όπ.π., σημείο 19.
(26) - Delahaye, Th., όπ.π., παράγραφος 68· RPDB, σ. 480, παράγραφος 288.
(27) - Άρθρο 3, έκτο εδάφιο, της συμβάσεως.
(28) - Δηλαδή από την ημερομηνία καταγγελίας, 30 Ιουνίου 1993, μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη ισχύος της συμβάσεως, ήτοι την 1η Ιουνίου 1996, επομένως τριάντα πέντε μήνες.
Full & Egal Universal Law Academy