ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
κ. ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΚΟΣΜΆ
της 10ης Μαΐου 1995 ( *1 )
1.
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Sø-og Handelsretten της Κοπεγχάγης, σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 1977 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (στο εξής: οδηγία) ( 1 ).
Ι — Πραγματικά περιστατικά
2.
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο μιας διαφοράς μεταξύ του ενάγοντος στην κύρια δίκη, Ole Rygaard, και του εργοδότου του, της εναγομένης εταιρίας Strø Mølle Akoustik A/S (στο εξής: Strø Mølle).
Σύμφωνα με την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, ο ενάγων ήταν υπάλληλος της εταιρίας οικοδομικών εργασιών Svend Pedersen A/S (στο εξής: Pedersen). Η εταιρία αυτή είχε αναλάβει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών για λογαριασμό της εταιρίας SAS Service Partner A/S (στο εξής: SAS).
Με επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1992, η εταιρία Pedersen εγνώρισε στην εταιρία SAS, τον κύριο του έργου, ότι επιθυμούσε να ανατεθεί η αποπεράτωση ενός μέρους των εργασιών (οροφές και ξυλουργικές εργασίες) στην εταιρία Strø Mølle.
Η τελευταία αυτή εταιρία υπέβαλε στις 29 Ιανουαρίου 1992, ύστερα από πρόσκληση της εταιρίας SAS, προσφορά σχετικά με την εκτέλεση των εργασιών αυτών. Στις 30 Ιανουαρίου 1992, η εταιρία Pedersen και η εταιρία Strø Mølle συνήψαν συμφωνία σχετικά με τις προϋποθέσεις αναλήψεως από την εταιρία Strø Mølle των παραχωρουμένων σε αυτήν εργασιών.
Η συμφωνία αυτή προέβλεπε ότι η εταιρία Strø Mølle ανελάμβανε την υποχρέωση να αποδώσει στην εταιρία Pedersen τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των μισθών, στα οποία είχε ήδη υποβληθεί η εταιρία Pedersen όσον αφορά τις εκχωρούμενες εργασίες. Η συμφωνία προέβλεπε επίσης ότι περιήρ-χοντο στην υπηρεσία της εταιρίας Strø Mølle δύο μαθητευόμενοι εργάτες της εταιρίας Pedersen για την περίοδο από 1ης Φεβρουαρίου 1992 έως 1ης Μαΐου του ιδίου έτους.
3.
Μία ημέρα μετά τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ Pedersen και Strø Mølle, ήτοι την 31η Ιανουαρίου 1992, η πρώτη από τις δύο αυτές εταιρίες κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με την αιτιολογία ότι η εταιρία ετέθη υπό εκκαθάριση και ότι αποφάσισε να μεταβιβάσει στην Strø Mølle ένα μέρος των υπόψη οικοδομικών εργασιών που εκτελούσε στο Kastrup. Η σχετική επιστολή διευκρίνιζε ότι η σχέση εργασίας του ενάγοντος έληγε στις 30 Απριλίου 1992 και ότι μέχρι τότε αυτός περιήρχετο στην υπηρεσία της εταιρίας Strø Mølle.
Στις 10 Φεβρουαρίου 1992 η εταιρία SAS απεδέχθη την προσφορά της Strø Mølle, η οποία ανέλαβε έτσι την εκτέλεση του τμήματος του έργου που αφορούσε τις οροφές και τις ξυλουργικές εργασίες. Ο ενάγων συνέχισε πράγματι να εργάζεται στην εταιρία Strø Mølle και στις 26 Μαΐου 1992 του κοινοποιήθηκε νέα καταγγελία με ημερομηνία απολύσεως του την 30ή Ιουνίου 1992. Ξστερα από αγωγή που κατέθεσε ο Ole Rygaard κατά της εταιρίας Strø Mølle, το αιτούν δικαστήριο θεώρησε αναγκαίο προς επίλυση της διαφοράς να απευθύνει στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα.
II — Τα προδικαστικά ερωτήματα
4.
Στο πλαίσιο της προεκτεθείσης διαφοράς, με την από 2 Φεβρουαρίου 1994 διάταξη του ( 2 ), το Sø-og Handelsretten ερωτά το Δικαστήριο εάν η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται όταν ένας επιχειρηματίας Β, ύστερα από συμφωνία με έναν επιχειρηματία Α, συνεχίζει την εκτέλεση ενός μέρους του οικοδομικού έργου που είχε αρχίσει ο επιχειρηματίας Α και
1)
συνάπτεται σύμβαση μεταξύ του επιχειρηματία Α και του επιχειρηματία Β βάσει της οποίας αφενός μεν περιέρχονται στην υπηρεσία του δευτέρου ορισμένοι υπάλληλοι του πρώτου, οι οποίοι θα συνεχίσουν την εργασία τους για λογαριασμό του επιχειρηματία Β, αφετέρου δε αυτός ο τελευταίος παραλαμβάνει προς αποπεράτωση του έργου μέρος του υλικού του εργοταξίου και
2)
ο επιχειρηματίας Α και ο επιχειρηματίας Β μετά τη μεταβίβαση εργάζονται συγχρόνως επί ορισμένο διάστημα στο ίδιο εργοτάξιο.
Επίσης, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό επηρεάζεται από το γεγονός ότι η σύμβαση αποπερατώσεως των εργασιών συνήφθη μεταξύ του κυρίου του έργου και του επιχειρηματία Β με τη συγκατάθεση του επιχειρηματία Α.
5.
Τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα θέτουν, στην ουσία, και πάλι το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής.
Πιο συγκεκριμένα, στην παρούσα περίπτωση τίθεται βασικά το ζήτημα εάν μπορεί να θεωρηθεί ως μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, η μεταβίβαση σε έναν επιχειρηματία Β απλώς και μόνον ενός τμήματος των εργασιών για την αποπεράτωση ενός συγκεκριμένου έργου από τον επιχειρηματία Α, ο οποίος εξακολουθεί και μετά τη μεταβίβαση αυτή να εργάζεται ταυτόχρονα με τον επιχειρηματία Β στο ίδιο εργοτάξιο.
Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο θέτει με το δεύτερο ερώτημά του το ζήτημα εάν η οδηγία εφαρμόζεται όταν η μεταβίβαση του συγκεκριμένου τμήματος των εργασιών προκύπτει από συμφωνία μεταξύ του επιχειρηματία Β και του κυρίου του έργου, η οποία συνήφθη με τη συγκατάθεση του επιχειρηματία Α.
IIΙ — Νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο
6.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 1 της οδηγίας ορίζει ότι «η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση».
Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διαμορφώσει μια πλούσια νομολογία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όπως αυτό προσδιορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1.
7.
Από την εξέταση της νομολογίας αυτής συνάγεται ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής οι περιπτώσεις μεταβιβάσεως επιχειρήσεων οι οποίες πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:
—
Πρώτον, η εφαρμογή της οδηγίας προϋποθέτει ότι υπάρχει μεταβολή του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της συγκεκριμένης επιχείρησης. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου «η οδηγία έχει εφαρμογή σε κάθε περίπτωση αλλαγής στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμετάλλευσης της επιχείρησης και το οποίο ως εκ τούτου αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων στην επιχείρηση χωρίς να έχει σημασία αν μεταβιβάζεται η κυριότητα της επιχείρησης» ( 3 ).
—
Δεύτερον, η μεταβιβαζόμενη οικονομική μονάδα πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται και να διατηρεί την ταυτότητά της ( 4 ). Η νομολογία του Δικαστηρίου δέχεται ότι η επιχείρηση διατηρεί την ταυτότητá της όταν η εκμετάλλευση της πράγματι συνεχίζεται ή αρχίζει εκ νέου από τον νέο επιχειρηματία με τις ίδιες ή με ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες ( 5 ).
—
Τρίτον, η οδηγία έχει εφαρμογή μόνον εφόσον η μεταβολή στο πρόσωπο του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης έχει συμβατική προέλευση, δηλαδή προκύπτει από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση. Αποκλείονται ούτω οι μεταβιβάσεις που πηγάζουν από τον νόμο ή από μονομερή δικαιοπραξία.
—
Τέταρτον, πρέπει να πρόκειται για μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως, μιας εγκαταστάσεως ή έστω ενός τμήματος εγκαταστάσεως ή έστω μιας οικονομικής μονάδας. Η απλή και μόνο εκποίηση περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης δεν θεμελιώνει την ύπαρξη μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως αυτής κατά την έννοια της οδηγίας ( 6 ).
8.
Για να κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου «να συνεκτιμηθούν όλες οι πραγματικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση συναλλαγή, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ιδίως ο τύπος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης για την οποία πρόκειται, η μεταβίβαση ή μη των υλικών στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του εργατικού δυναμικού από το νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχομένης αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών», με τη διευκρίνιση ωστόσο «ότι όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν επιμέρους πλευρές της γενικής αξιολόγησης που επιβάλλεται να γίνει και δεν μπορούν ως εκ τούτου να εκτιμηθούν μεμονωμένα» ( 7 ).
IV — Απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα
9.
Κατά πρώτο λόγο πρέπει να τονισθεί ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία είναι αναγκαία για να διαμορφωθεί η κρίση περί υπάρξεως ή μη μεταβιβάσεως επιχειρήσεως κατά την προαναφερθείσα έννοια, ανήκει στο αιτούν δικαστήριο το οποίο θα λάβει προς τούτο υπόψη του τα ερμηνευτικά στοιχεία που προκύπτουν από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου και τα οποία εξειδικεύτηκαν ανωτέρω ( 8 ).
Η τελική κρίση επί του ζητήματος εάν, ενόψει των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών, υφίσταται επί του προκειμένου μεταβίβαση επιχειρήσεως εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι σε θέση λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις να κρίνει τη σημασία των πραγματικών στοιχείων της υποθέσεως.
Παρόλα αυτά, για την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα παρίσταται χρήσιμη η εκτίμηση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών.
10.
Από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν τα ακόλουθα όσον αφορά τη συνδρομή στη συγκεκριμένη περίπτωση των προϋποθέσεων που μνημονεύθηκαν ανωτέρω:
—
Πράγματι υπάρχει επί του προκειμένου αλλαγή στο πρόσωπο που έχει την ευθύνη της επιχειρήσεως και συνεπώς στο πρόσωπο του εργοδότη, αφού η αποπεράτωση των υπόψη εργασιών ανατίθεται σε νέο επιχειρηματία.
—
Υπάρχει επίσης ταυτότης δραστηριοτήτων μεταξύ του νέου επιχειρηματία και του προκατόχου του, αφού ο πρώτος συνεχίζει τις εργασίες που είχε ήδη αρχίσει ο δεύτερος στο πλαίσιο του ιδίου έργου.
—
Η μεταβίβαση έχει, άλλωστε, όπως θα εκθέσω κατωτέρω, συμβατική προέλευση, αφού είναι αποτέλεσμα συμφωνιών που συνήψε ο νέος επιχειρηματίας αφενός μεν με τον προκάτοχό του αφετέρου δε με τον κύριο του έργου.
—
Ζήτημα ανακύπτει, αντιθέτως, ως προς το εάν στην παρούσα περίπτωση ευρισκόμεθα ενώπιον μεταβίβασης η οποία αφορά πράγματι «επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκατάστασης» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας.
11.
Είναι γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αντικείμενο μεταβιβάσεως δεν είναι μια επιχείρηση ή τμήμα επιχειρήσεως ή, έστω, μια συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα με διαρκή χαρακτήρα. Όπως υπογραμμίζουν στις παρατηρήσεις τους τόσο η εναγομένη στην κυρία δίκη όσο και η Επιτροπή, η εν προκειμένω μεταβιβαζόμενη δραστηριότητα συνίσταται στην ανάθεση αποπεράτωσης ειδικών εργασιών, χρονικά περιορισμένων, στο πλαίσιο εκτέλεσης ενός συγκεκριμένου έργου. Ερωτάται, συνεπώς, εάν μια τέτοια περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια της επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως που περιέχεται στην οδηγία.
12.
Το γράμμα της οδηγίας δεν εμποδίζει ευρεία ερμηνεία της έννοιας αυτής. Αντιθέτως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει προβεί σε αρκετά ελαστική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, συνάγεται ότι η έννοια αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει ευρύτατη σημασία.
Ειδικότερα, από τη νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ευρείας ερμηνείας που ακολούθησε, θεωρεί ότι οι έννοιες «επιχείρηση, εγκατάσταση και τμήμα εγκαταστάσεως» θεμελιώνονται πάνω στην έννοια της «οικονομικής μονάδας», η οποία πρέπει να γίνει αντιληπτή ως ένα σύνολο προσώπων και υλικών στοιχείων με οργανωτική αυτοτέλεια, ταχθέντων στην εξυπηρέτηση μιας συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, η οποία μπορεί να αποτελεί το αντικείμενο είτε μιας επιχειρήσεως είτε μέρους μόνο επιχειρήσεως. Σαφής αναφορά στην έννοια αυτή περιέχεται στην προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers, όπου το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι με την οδηγία επιδιώκεται η συνέχιση των υφισταμένων σχέσεων εργασίας «στο πλαίσιο μιας οικονομικής μονάδας» και ότι η ύπαρξη μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή τμήματος αυτής δεν μπορεί να θεμελιωθεί επί της απλής πωλήσεως περιουσιακών στοιχείων αυτής, αλλά πρέπει να εκτιμηθεί αν πρόκειται για «εκποίηση οικονομικής μονάδας που εξακολουθεί να υφίσταται» ( 9 ). Τη νομολογία αυτή ακολούθησε, άλλωστε, η Επιτροπή στην πρόταση οδηγίας που υπέβαλε πρόσφατα στο Συμβούλιο με στόχο την αναθεώρηση της οδηγίας 77/187 ( 10 ).
13.
Με βάση αυτή την αντίληψη η νομολογία έχει κάνει δεκτό ότι οι δραστηριότητες ειδικής φύσεως που συνιστούν αυτοτελές έργο μπορούν να εξομοιωθούν προς εγκαταστάσεις ή τμήματα εγκαταστάσεων κατά την έννοια της οδηγίας.
'Έτσι, έχει κριθεί ότι η εκ μέρους μιας επιχειρήσεως ανάθεση ενός μόνο μέρους των δραστηριοτήτων της, και συγκεκριμένα των βοηθητικών μόνο δραστηριοτήτων, μπορεί να επιφέρει την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας ( 11 ).
Ακόμη και παρακολουθηματικές δραστηριότητες οι οποίες δεν έχουν σχέση με τον σκοπό της επιχείρησης μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Έτσι, στην προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, Watson Rask, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «οσάκις ένας επιχειρηματίας αναθέτει, βάσει συμφωνίας, την ευθύνη εκμετάλλευσης ορισμένης υπηρεσίας της επιχείρησης του, όπως ένα εστιατόριο, σε έναν άλλον επιχειρηματία, που αναλαμβάνει, ως εκ τούτου, τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των υπαγομένων στην ενλόγω υπηρεσία μισθωτών, η προκύπτουσα μονάδα είναι δυνατό να υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο της 1, παράγραφος 1. Το γεγονός ότι, στην περίπτωση αυτή, η μεταβιβαζόμενη δραστηριότητα αποτελεί για τη μεταβιβάζουσα επιχείρηση παρακολουθηματική μόνο δραστηριότητα που δεν έχει κατ' ανάγκη σχέση με τον εταιρικό της σκοπό, δεν μπορεί να συνεπάγεται αποκλεισμό της ενλόγω συναλλαγής από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας» ( 12 ).
Πρόσφατα το Δικαστήριο επιβεβαίωσε αυτή τη νομολογία κρίνοντας ότι: «οσάκις ένας επιχειρηματίας αναθέτει, βάσει συμφωνίας, την ευθύνη εκμεταλλεύσεως ορισμένης υπηρεσίας της επιχειρήσεώς του, όπως είναι η εκτέλεση των εργασιών καθαριότητας, σε άλλον επιχειρηματία, που αναλαμβάνει, ως εκ τούτου, τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων για την παροχή της υπηρεσίας αυτής μισθωτών, η πράξη αυτή μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας» ( 13 ).
14.
Η ευρύτατη αυτή ερμηνεία δικαιολογείται και στηρίζεται στον κοινωνικό στόχο της οδηγίας.
Πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία αυτή αποτελεί μέρος του κοινωνικού προγράμματος δράσεως της Κοινότητας ( 14 ).
Η ίδια η οδηγία θέτει άλλωστε ως σκοπό στην αιτιολογία της «την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας), επιδιώκει δε την προώθηση της προσέγγισης των νομοθεσιών με στόχο την κοινωνική πρόοδο κατά την έννοια του άρθρου 117 της Συνθήκης το οποίο αποβλέπει στην βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας του εργατικού δυναμικού (πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας).
15.
Πρόκειται λοιπόν για διατάξεις οι οποίες έχουν σαφέστατο κοινωνικό σκοπό, τον οποίο άλλωστε έχει υπογραμμίσει και το Δικαστήριο. Κατά τη νομολογία «σκοπός της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει κατά το μέτρο του δυνατού, τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που είχαν συνομολογήσει με τον μεταβιβάζοντα» ( 15 ).
Οι διατάξεις της οδηγίας αποβλέπουν έτσι στη διαφύλαξη, προς το συμφέρον των εργαζομένων, των υφισταμένων σχέσεων εργασίας σε περίπτωση συμβατικής μεταβολής του προσώπου το οποίο είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της εν λόγω επιχειρήσεως.
Στις διατάξεις αυτές πρέπει, συνεπώς, να δίδεται ερμηνεία η οποία να ανταποκρίνεται προς τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η οδηγία. Το Δικαστήριο στην απόφαση του της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting (σκέψη 11), επιβεβαίωσε άλλωστε expressis verbis τον ερμηνευτικό αυτό κανόνα.
16.
Με γνώμονα λοιπόν αυτόν τον ερμηνευτικό κανόνα, λαμβανομένης δε υπόψη και της μέχρι τούδε νομολογίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι καθοριστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό των περιπτώσεων που καλύπτονται από την έννοια «επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκατάστασης» και, γενικότερα, για την εφαρμογή της οδηγίας είναι η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον μεταβιβάζεται μια δραστηριότητα στο πλαίσιο της οποίας είχε συγκεκριμενοποιηθεί, από οργανωτική άποψη, η σχέση των εργαζομένων με την επιχείρηση που προέβη στη μεταβίβαση. Πράγματι, όπως έκρινε και το Δικαστήριο στην υπόθεση Botzen ( 16 ), η εργασιακή σχέση χαρακτηρίζεται, ουσιαστικά, από τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ του εργαζόμενου και της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, στο πλαίσιο της οποίας ασκεί τα καθήκοντά του.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από κάποια οργανωτική αυτοτέλεια, υπό την έννοια ότι για την εξυπηρέτηση της έχουν ταχθεί ένας ή περισσότεροι εργαζόμενοι, καθώς επίσης, ενδεχομένως, και υλικά στοιχεία, με τη διευκρίνιση, βεβαίως, ότι αυτός ο τελευταίος παράγοντας δεν αποτελεί, ως προς τούτο, αποφασιστικό κριτήριο ( 17 ). Σε μια τέτοια περίπτωση, η μεταβίβαση της δραστηριότητας συνοδεύεται από την μεταβίβαση μιας οργανωτικής ενότητας ή έχει, εν πάση περιπτώσει, επιπτώσεις πάνω σ' αυτήν.
Στο μέτρο λοιπόν που το κριτήριο αυτό επαληθεύεται, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μεταβίβαση έστω και μιας μεμονωμένης και χρονικά περιορισμένης δραστηριότητας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και ότι, συνεπώς, οι μισθωτοί των οποίων η σχέση έχει οργανωτικά συνδεθεί με την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας απολαύουν της προβλεπόμενης από την οδηγία προστασίας. Η προστασία αυτή αφορά, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο, όλους τους εργαζόμενους στο πλαίσιο της υπόψη δραστηριότητας, πρέπει δε να παρέχεται ακόμη και όταν η μεταβιβαζόμενη δραστηριότητα συνδέεται με ένα μόνο μισθωτό ( 18 ).
Αντιθέτως, η έλλειψη του προαναφερθέντος κριτηρίου σημαίνει ότι η μεταβίβαση έχει ως αντικείμενο μια υπηρεσία ή δραστηριότητα χωρίς οργανωτική αυτοτέλεια, υπό την προεκτεθείσα έννοια, και συνεπώς σε μια τέτοια περίπτωση δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε, παράλληλα με την ανάθεση των συγκεκριμένων εργασιών στον νέο επιχειρηματία, μεταφορά υλικών στοιχείων και δύο μαθητευόμενων εργαζόμενων, όπως επίσης και το ότι ο εργοδότης συνέδεσε ευθέως την καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος στην κύρια δίκη με την εκχώρηση των υπόψη εργασιών, αποτελούν στοιχεία τα οποία συνηγορούν, εκ πρώτης όψεως, υπέρ της απόψεως ότι, επί του προκειμένου, υπήρξε, πράγματι, από οργανωτική άποψη, συγκεκριμενοποίηση της εργασιακής σχέσης των ενλόγω εργαζομένων στο πλαίσιο των εκχωρηθεισών εργασιών. Τούτο βεβαίως υπό την επιφύλαξη πάντοτε ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και η τελική κρίση ανήκει στον εθνικό δικαστή.
17.
Στο προδικαστικό ερώτημα γίνεται επίσης αναφορά στο γεγονός ότι ο επιχειρηματίας Α και ο επιχειρηματίας Β (εναγόμενος στην κυρία δίκη) εξακολούθησαν μετά τη μεταβίβαση να εργάζονται, επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, συγχρόνως στο ίδιο εργοτάξιο.
Δεν θεωρώ ότι το γεγονός αυτό μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας, στο μέτρο που ο μετα-βιβάσας τις συγκεκριμένες εργασίες έπαυσε, μετά τη μεταβίβαση, να ασχολείται με αυτές, εκτελών στο εργοτάξιο άλλες εργασίες, παράλληλες ενδεχομένως, όχι όμως τις ίδιες με αυτές που μεταβιβάσθηκαν ο δε νέος επιχειρηματίας ενεργεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από τον προηγούμενο του, φέρων ο ίδιος την ευθύνη εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών.
18.
Το αιτούν δικαστήριο θέτει επίσης το ζήτημα αν η οδηγία εφαρμόζεται στην περίπτωση που η σύμβαση αποπερατώσεως των μεταβιβασθεισών εργασιών συνήφθη μεταξύ του κυρίου του έργου και του νέου επιχειρηματία με τη συγκατάθεση του προκατόχου του.
Το ερώτημα αυτό μας οδηγεί να αναζητήσουμε την έννοια του όρου «συμβατική εκχώρηση» που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Προκειμένου να κρίνει αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει μεταβίβαση δυνάμει «συμβατικής εκχώρησης ή συγχώνευσης», το Δικαστήριο εξετάζει, παγίως, ποιο είναι το τελικό αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκει η συγκεκριμένη συναλλαγή. Από τη νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει και εδώ την τελολογική μέθοδο ερμηνείας που προεκτέθηκε.
19.
Πιστό σ' αυτή την προσέγγιση, το Δικαστήριο προέβη συστηματικά σε ευρύτατη ερμηνεία της εκφράσεως «συμβατική εκχώρηση». Έτσι, δεν απαιτείται να υφίσταται συμφωνία εκχωρήσεως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του τελικού δικαιούχου αρκεί ότι η μεταβίβαση πραγματοποιείται στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων.
Η απόφαση της 5ης Μαΐου 1988, Berg ( 19 ), έχει δεχθεί ότι υπάρχει συμβατική εκχώρηση στην περίπτωση επιστροφής, στον αρχικό υπεύθυνο, μιας επιχείρησης που είχε μεταβιβασθεί δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως κατόπιν λύσεως της συμβάσεως αυτής «χωρίς να έχει σημασία αν η λύση απορρέει από συμφωνία των συμβαλλομένων μερών ή από μονομερή δήλωση του ενός των μερών αυτών ή ακόμη από δικαστική απόφαση. Πράγματι, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μεταβίβαση επιχειρήσεως για την οποία πρόκειται εντάσσεται στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων».
Ακολουθώντας την ίδια προσέγγιση, το Δικαστήριο έκρινε επίσης με την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιουνίου 1988, Bork International, ότι «όταν ο μισθωτής που έχει την ιδιότητα του επικεφαλής της επιχείρησης χάνει μετά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως αυτή την ιδιότητα, την οποία αποκτά αργότερα ένας τρίτος δυνάμει νέας συμβάσεως πωλήσεως συναφθείσας με τον ιδιοκτήτη, η σχετική πράξη μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το γεγονός ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η μεταβίβαση πραγματοποιείται σε δύο φάσεις υπό την έννοια ότι η επιχείρηση αναμεταβιβάζεται, σε πρώτο στάδιο, από τον μισθωτή στον ιδιοκτήτη ο οποίος, στη συνέχεια, τη μεταβιβάζει στον νέο ιδιοκτήτη, δεν αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας, εφόσον η ενλόγω επιχείρηση διατηρεί την ταυτότητά της (...)» ( 20 ).
Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας η μίσθωση επιχειρήσεως την οποία ακολούθησε καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, κατόπιν δε ανάληψη της εκμεταλλεύσεως από τον ιδιοκτήτη ( 21 ), καθώς επίσης και η σύμβαση παραχωρήσεως της εκμεταλλεύσεως ενός εστιατορίου, η καταγγελία της συμβάσεως παραχωρήσεως και η σύναψη νέας συμβάσεως παραχωρήσεως της εκμεταλλεύσεως του εστιατορίου με νέο επιχειρηματία ( 22 ).
20.
Ενόψει της νομολογίας αυτής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εμπίπτουν στην έννοια της συμβατικής εκχωρήσεως, και κατά συνέπεια στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, περιπτώσεις όπως αυτή την οποία περιγράφει στο δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο, όπου γίνεται ανάθεση ορισμένων εργασιών που απαιτούνται για την εκτέλεση ενός έργου ευθέως από τον κύριο του έργου σε νέο επιχειρηματία με τη συγκατάθεση του επιχειρηματία ο οποίος είναι ο αρχικός εργολήπτης.
V — Πρόταση
21.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ως εξής:
1)
Σε περιπτώσεις όπως αυτή η οποία εκδικάζεται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η ανάθεση από τον κύριο ενός έργου, με τη συγκατάθεση του αρχικού εργολήπτη, σε άλλον επιχειρηματία, της συνέχισης συγκεκριμένων, ειδικών και χρονικά περιορισμένων, εργασιών οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο εκτέλεσης ενός έργου και τις οποίες είχε ήδη αρχίσει αυτός ο εργολήπτης, δύναται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 1977. Το γεγονός ότι, συγχρόνως με τον νέο επιχειρηματία, ο αρχικός εργολήπτης εξακολουθεί να εργάζεται στο εργοτάξιο προς εκτέλεση άλλων εργασιών στο πλαίσιο του υπόψη έργου δεν αποκλείει την εφαρμογή της ενλόγω οδηγίας. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει εάν η οδηγία αυτή έχει πράγματι εφαρμογή στην περίπτωση επί της οποίας καλείται να αποφανθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα ερμηνευτικά κριτήρια που έχει διαμορφώσει η νομολογία του Δικαστηρίου. Το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει, μεταξύ άλλων να εξετάσει αν η μεταβιβαζόμενη στη συγκεκριμένη περίπτωση δραστηριότητα εμφανίζει οργανωτική αυτοτέλεια με την έννοια ότι για την εξυπηρέτηση της έχουν ταχθεί πρόσωπα και, ενδεχομένως, υλικά περιουσιακά στοιχεία.
2)
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν η μεταβίβαση μιας μονάδας ή δραστηριότητας πραγματοποιείται δυνάμει συμβάσεως. Για την ύπαρξη μεταβιβάσεως δυνάμει συμβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας δεν απαιτείται η συνομολόγηση συμβάσεως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του προς ον η μεταβίβαση. Αρκεί το ότι η μεταβίβαση πραγματοποιείται στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση όπου, ύστερα από συγκατάθεση του εργολήπτη, συνάπτεται, για τη μεταβίβαση συγκεκριμένων εργασιών, συμφωνία αναλήψεως των εργασιών αυτών μεταξύ του κυρίου του έργου και του νέου επιχειρηματία.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171.
( 2 ) ΕΕ C 90 της 26ης Μαρτίου 1994, σ. 9.
( 3 ) Βλ. απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, C-392/92, Schmidt (Συλλογή 1994, σ. I-1311, σκέψη 12). Βλ. επίσης αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1992, C-209/91, Watson Rask (Συλλογή 1992, σ. I-5755, σκέψη 15), και της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 287/86, Ny Mølle Kro (Συλλογή 1987, σ. 5465).
( 4 ) Βλ. αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, 24/85, Spijkers (Συλλογή 1986, σ. 1119), της 19ης Μαΐου 1992, C-29/91, Redmond Stichting (Συλλογή 1992, σ. I-3189), και τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Ny Mølle Kro, και της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt.
( 5 ) Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (σκέψη 11), της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting (σκέψη 23), και της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (σκέψη 17).
( 6 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (σκέψη 12).
( 7 ) Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (σκέψη 13), και της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting (σκέψη 24).
( 8 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (σκέψη 14).
( 9 ) Υπόθεση 24/85, σκέψεις 11 και 12.
( 10 ) Βλ. ΕΕ C 274 της 1ης Οκτωβρίου 1994, σ. 10. Σημειώνεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της υπόψη προτάσεως οδηγίας προβλέπει ότι «θεωρείται ως μεταβίβαση, με την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας λειτουργίας, η οποία συνοδεύεται από μεταβίβαση οικονομικής οντότητας, η οποία διατηρεί την ταυτότητα της. Η μεταβίβαση μόνο κάποιας λειτουργίας της επιχείρησης, των εγκαταστάσεων ή των τμημάτων εγκαταστάσεων, ανεξάρτητα αν αυτή ασκείται άμεσα ή όχι, δεν αποτελεί αυτή καθ' εαυτή μεταβίβαση με την έννοια της οδηγίας».
( 11 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting (σκέψεις 30 και 31).
( 12 ) Υπόθεση C-209/91, σκέψη 17.
( 13 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (σκέψη 14).
( 14 ) Η οδηγία αναγγέλθηκε με το ψήφισμα του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 1974 σχετικά με ένα πρόγραμμα κοινωνικής δράσης (JO C 13 της 12ης Φεβρουαρίου 1974, σ. 1).
( 15 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Ny Mølle Kro (σκέψη 12). Βλ. επίσης αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Tellerup (η αποκαλούμενη Daddy's Dance Hall) (Συλλογή 1988, σ. 739, σκέψη 9), της 5ης Μαίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 144/87 και 145/87, Berg (Συλλογή 1988, α 2559, σκέψη 12), της 15ης Ιουνίου 1988, 101/87, Bork International (Συλλογή 1988, σ. 3057, σκέψη 13), της 25ης Ιουλίου 1991, C-362/89, d'Urso (Συλλογή 1991, α I-4105, σκέψη 9), και της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt, προαναφερθείσα (σκέψη 15).
( 16 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985,186/83 (Συλλογή 1985, σ. 519, σκέψη 15). Βλ. επίσης την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (σκέψη 13).
( 17 ) Σημειώνεται ότι όπως τονίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (σκέψη 16), «το γεγονός ότι στη νομολογία του Δικαστηρίου η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων απαριθμείται μεταξύ των διαφόρων κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να εξακριβώσει, στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως μιας πολύπλοκης πράξεως ή συναλλαγής, κατά πόσον υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται μεταβίβαση, εφόσον δεν υπάρχουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία. Η διατήρηση δηλαδή των δικαιωμάτων των εργαζομένων, η οποία αποτελεί τον σκοπό της οδηγίας (όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο της), δεν μπορεί να εξαρτάται από την εκτίμηση ενός μόνο παράγοντα, για τον οποίο εξάλλου το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν αποτελεί το μόνο αποφασιστικό κριτήριο (βλ απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers, σκέψη 12)».
( 18 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (σκέψη 15).
( 19 ) ΣυνεκδικασθεΟσες υποθέσεις 144/87 και 145/87, σκέψη 19.
( 20 ) Υπόθεση 101/87, σκέψη 14.
( 21 ) Βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Ny Mølle Kro.
( 22 ) Βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988, Tellerup.
Full & Egal Universal Law Academy