Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 1994, η Δημοκρατία της Ιρλανδίας ζήτησε, κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 93/659/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών των κρατών μελών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1990 (1). Το ιρλανδικό κράτος άσκησε αυτή την προσφυγή ακυρώσεως για τον λόγο ότι, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει ποσό 6 343 429 ιρλανδικών λιρών (IR£) που είχε καταβληθεί υπό μορφή επιστροφών λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος.
Πριν αναλύσω τους λόγους που προβάλλει η Ιρλανδία προς στήριξη του αιτήματός της ακυρώσεως της αποφάσεως 93/659, είναι αναγκαίο να εκθέσω την εφαρμοστέα επί του θέματος νομοθεσία, καθώς και το ιστορικό της διαφοράς.
Η εφαρμοστέα νομοθεσία
2 Για λόγους σαφήνειας και διοικητικής αποτελεσματικότητας, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87 (2), με τον οποίο κωδικοποίησε τους υφισταμένους κανόνες περί επιστροφών λόγω εξαγωγής και θέσπισε κοινό νομικό καθεστώς για τις επιστροφές λόγω εξαγωγής σε πολλές κοινές οργανώσεις αγορών, μεταξύ δε άλλων και στην κοινή οργάνωση της αγοράς βοείου κρέατος.
Οι επιστροφές λόγω εξαγωγής καταβάλλονται όταν το εμπόρευμα εξάγεται αμέσως ή όταν τίθεται υπό τελωνειακό έλεγχο για να μεταποιηθεί ή αποθεματοποιηθεί πριν εξέλθει από το κοινοτικό τελωνειακό έδαφος. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, η πληρωμή της επιστροφής μπορεί να γίνει πριν ή μετά την εξαγωγή. Η προπληρωμή των επιστροφών διέπεται από τα άρθρα 24 έως 34 του κανονισμού 3665/87, τα οποία θέτουν σε εφαρμογή τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80 (3). Κατά τα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού 565/80, είναι δυνατόν να προπληρωθεί η επιστροφή όταν τα προϋόντα βάσεως τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο εξασφαλίζοντα ότι τα μεταποιημένα προϋόντα θα εξαχθούν εντός καθορισμένης προθεσμίας, όπως και όταν ο εξαγωγέας θέτει τα εμπορεύματα υπό το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως ή της ελευθέρας ζώνης για να εξαχθούν εντός καθορισμένης προθεσμίας.
3 Η κοινή οργάνωση της αγοράς του βοείου κρέατος προβλέπει ενισχύσεις στην ιδιωτική αποθεματοποίηση. Το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1091/80 (4), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2629/80 (5), απαγορεύει να τύχουν συγχρόνως τα ίδια προϋόντα και ενισχύσεως προς την ιδιωτική αποθεματοποίηση και προπληρωμής της επιστροφής λόγω εξαγωγής. Εντούτοις, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2675/88 (6) θέσπισε μια εξαίρεση από την απαγόρευση αυτή για την περίοδο εμπορίας 1989, ορίζοντας ότι και το αποθεματοποιημένο βάσει ιδιωτικής συμβάσεως αποθεματοποιήσεως βόειο κρέας μπορούσε να τεθεί υπό το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως ή της ελευθέρας ζώνης τυγχάνοντας της προβλεπομένης από το άρθρο 5 του κανονισμού 565/80 προπληρωμής της επιστροφής. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2965/89 (7) θέσπισε την ίδια εξαίρεση για την περίοδο εμπορίας 1990.
4 Η εφαρμοστέα διοικητική διαδικασία σε περίπτωση προπληρωμής των επιστροφών λόγω εξαγωγής εκτίθεται λεπτομερώς στα άρθρα 24 έως 33 του κανονισμού 3665/87. Για να κινηθεί η διαδικασία αυτή, ο εξαγωγέας πρέπει να καταθέσει στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους μια δήλωση, που αποκαλείται «δήλωση πληρωμής», η οποία πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία δεδομένα για τον προσδιορισμό της επιστροφής. Το πληρωτέο πριν από την εξαγωγή ποσό καταβάλλεται από το κράτος μέλος στο οποίο έγινε δεκτή η δήλωση πληρωμής.
5 Τα προϋόντα μένουν υπό τελωνειακό έλεγχο από την ημερομηνία αποδοχής της δηλώσεως πληρωμής, η οποία χρησιμεύει για να προσδιοριστεί το ποσοστό επιστροφής, καθώς και οι προσαρμογές που, εφόσον παρίσταται ανάγκη, πρέπει να γίνουν στο ποσοστό αυτό. Από αυτό το χρονικό σημείο, ο εξαγωγέας διαθέτει προθεσμία έξι μηνών προκειμένου να εξέλθουν τα εμπορεύματα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Εντούτοις, όσον αφορά το βόειο κρέας, ο κανονισμός 2675/88 αύξησε την προθεσμία αυτή, την οποία καθόρισε σε εννέα μήνες για την περίοδο εμπορίας 1989. Η ίδια προθεσμία καθορίστηκε σε επτά μήνες για την περίοδο 1990 από τον κανονισμό 2965/89.
6 Για να εξασφαλιστεί η τήρηση των προθεσμιών αυτών, το άρθρο 30 του κανονισμού 3665/87 απαιτεί την κατάθεση διασαφήσεως εξαγωγής πριν από την εκπνοή των προθεσμιών αυτών. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, η ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, αποδοχής με την οποία εξομοιώνεται οποιαδήποτε άλλη πράξη παράγουσα τα αυτά έννομα αποτελέσματα, καθορίζει οριστικώς το εφαρμοστέο ποσοστό επιστροφής και τις προσαρμογές που, εφόσον παρίσταται ανάγκη, πρέπει να γίνουν στο ποσοστό αυτό. όΟσον αφορά τον τύπο της διασαφήσεως εξαγωγής, το άρθρο 3, παράγραφος 5, επιτρέπει αυτή να γίνεται μέσω ενός εγγράφου αποκαλουμένου «διασάφηση εξαγωγής» και φέροντος την ένδειξη «κώδικας επιστροφής» ή μέσω οποιουδήποτε άλλου εγγράφου, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία δεδομένα για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής.
Η αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι τα προϋόντα εξέρχονται του καθεστώτος αποθεματοποιήσεως υπό τελωνειακή αποταμίευση ή εντός ελευθέρας ζώνης και ότι τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Κατά το άρθρο 32 του κανονισμού 3665/87, τα εμπορεύματα πρέπει να εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ως έχουν εντός προθεσμίας εξήντα ημερών.
7 Η πληρωμή της επιστροφής εξαρτάται από την προσκόμιση της αποδείξεως εξαγωγής του εμπορεύματος. Αν δεν υφίσταται τέτοια απόδειξη, ο εξαγωγέας θα πρέπει να επιστρέψει την εισπραχθείσα προκαταβολή της επιστροφής, σε περίπτωση δε υπερβάσεως της προθεσμίας αποθεματοποιήσεως υπό τελωνειακό καθεστώς αποταμιεύσεως ή ελευθέρας ζώνης ή σε περίπτωση υπερβάσεως της προθεσμίας εξήντα ημερών εντός της οποίας πρέπει να γίνει η εξαγωγή, το ποσό της επιστροφής μειώνεται κατά 15 %, το δε ποσό που προκύπτει εντεύθεν μειώνεται ακόμη περισσότερο, αναλόγως της καθυστερήσεως που έχει σημειωθεί.
8 Τέλος, το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 (8) ορίζει ότι το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ θα χρηματοδοτεί τις επιστροφές λόγω εξαγωγών προς τρίτες χώρες που θα χορηγούνται κατά τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Από τη διάταξη αυτή μπορεί να συναχθεί a contrario το συμπέρασμα ότι το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ δεν θα χρηματοδοτεί τις επιστροφές λόγω εξαγωγών που θα χορηγούνται κατά παράβαση των κοινοτικών κανόνων.
Τα πραγματικά περιστατικά
9 Κατά τα οικονομικά έτη 1989 και 1990, το ιρλανδικό κράτος, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του κανονισμού 565/80, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από τον κανονισμό 3665/87, προπλήρωσε επιστροφές λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος που είχε τεθεί υπό το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως ή της ελευθέρας ζώνης. Συγχρόνως, χορηγήθηκαν ενισχύσεις για την ιδιωτική αποθεματοποίηση του κρέατος αυτού, δυνάμει του κανονισμού 2675/88, εφαρμοστέου επί της περιόδου εμπορίας 1989, και του κανονισμού 2965/89, εφαρμοστέου επί της περιόδου εμπορίας 1990.
10 Κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1989, η Επιτροπή έκρινε ότι τα έγγραφα που χρησιμοποιούσε η Ιρλανδία για να επιτρέψει την έξοδο του βοείου κρέατος από το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως με προπληρωμή των επιστροφών λόγω εξαγωγής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του κανονισμού 3665/87. Καθόσον καθίστατο αναγκαία λεπτομερέστερη έρευνα για να προσδιοριστούν οι οικονομικές συνέπειες της παραβάσεως αυτής, αναβλήθηκε η εκκαθάριση των πιο πάνω δαπανών (9).
Με τη συνοπτική έκθεση για το οικονομικό έτος 1990 (10), η Επιτροπή επισήμανε ότι το 1989 και το 1990 η Ιρλανδία είχε χρησιμοποιήσει μια διαδικασία που δεν ήταν σύμφωνη με τον κανονισμό 3665/87. Πρώτον, για μεγάλη ποσότητα βοείου κρέατος είχε σημειωθεί υπέρβαση της ανωτάτης περιόδου αποθεματοποιήσεως (εννέα μήνες το 1989 και επτά μήνες το 1990). Δεύτερον, σε ορισμένες περιπτώσεις, το κρέας είχε εξέλθει του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους μετά την εκπνοή της προθεσμίας εξήντα ημερών από τη διασάφηση εξαγωγής. Τέλος, τα έγγραφα που χρησιμοποιούσε η Ιρλανδία για να επιτρέψει την έξοδο του βοείου κρέατος από το καθεστώς αποθεματοποιήσεως δεν συνιστούσαν διασάφηση εξαγωγής ή ισοδύναμο έγγραφο υπό την έννοια του άρθρου 30 του κανονισμού 3665/87.
Τελικά, η Επιτροπή έκρινε ότι οι ιρλανδικές αρχές δεν απαιτούσαν από τους εξαγωγείς να προσκομίσουν τα αναγκαία έγγραφα ώστε να ελεγχθεί δεόντως αν τηρούνταν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιστροφών λόγω εξαγωγής, με αποτέλεσμα να έχουν σημειωθεί παρατυπίες. Δεδομένου όμως ότι η Ιρλανδία είχε δεσμευθεί να επιλύσει το πρόβλημα και ο κίνδυνος απάτης εις βάρος του ΕΓΤΠΕ ήταν περιορισμένος, η Επιτροπή αποφάσισε να μην αναγνωρίσει μόνον το 2 % του συνόλου των δαπανών που επηρεάστηκαν από αυτή την παρατυπία το 1989 και το 1990, δηλαδή να αρνηθεί συνολικό ποσό 6 343 429 ΙR£ (3 823 133 ΙR£ για το 1989 και 2 520 296 IR£ για το 1990).
11 Από την επιχειρηματολογία των διαδίκων προκύπτει ότι κατά το οικονομικό έτος 1989 και 1990 η Ιρλανδία χρησιμοποίησε μια αυτοτελή διοικητική διαδικασία διαφορετική αυτής που εφάρμοζε η πλειονότητα των άλλων κρατών μελών για την προπληρωμή των επιστροφών λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος. Συγκεκριμένα, το αποθεματοποιημένο κρέας ετίθετο υπό τελωνειακό έλεγχο από της αποδοχής της δηλώσεως πληρωμής, η οποία γινόταν με το έντυπο ΑΡ και συνιστούσε την αίτηση προπληρωμής της επιστροφής. Πέραν του εγγράφου αυτού, ο εξαγωγέας έπρεπε να καταθέσει στις ιρλανδικές τελωνειακές αρχές ένα πρόσθετο έγγραφο, το έντυπο C & E 977, που αποκαλείτο «Register of CAP Goods Placed under Control Prior to the Date of Export» (κατάλογος των αγαθών CΑΡ που έχουν τεθεί υπό τελωνειακό έλεγχο πριν από την ημερομηνία εξαγωγής).
12 Για να εξέλθει το εμπόρευμα του καθεστώτος της αποταμιεύσεως και να τεθεί υπό τελειωνειακό έλεγχο ενόψει της εξαγωγής του, ο εξαγωγέας έπρεπε να καταθέσει το έντυπο C & E 978, το οποίο έφερε τον τίτλο «Notice of Loading of CAP Products for Export» (ειδοποιητήριο φορτώσεως προϋόντων CΑΡ προς εξαγωγή) και ήταν δίπτυχο, η μία δε πτυχή αποτελούσε απόδειξη της εξόδου από την αποταμίευση, ενώ η άλλη έπρεπε να προσκομίζεται κατά την εξαγωγή του εμπορεύματος. Εντούτοις, η Ιρλανδία δέχθηκε ότι κατά τα οικονομικά έτη 1989 και 1990 το έντυπο αυτό δεν είχε χρησιμοποιηθεί συστηματικώς για τις εξαγωγές βοείου κρέατος και επιπλέον επιβεβαίωσε ότι τα έντυπα C & Ε 978 των αποθηκεύσεων που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο αυτή από την ΑΙΒΡ έχουν καταστραφεί λόγω απροσεξίας των κεντρικών γραφείων ελέγχου της ΑΙΒΡ στο Dundalk και ότι δεν έχει διατηρηθεί κανένα αντίγραφο.
13 Στη συνέχεια, οι ιρλανδικές τελωνειακές αρχές απαίτησαν τη συμπλήρωση ενός προσθέτου εντύπου διασαφήσεως και ελέγχου των εξαγωγών, το οποίο έφερε τον τίτλο «Declaration and Control Form for Goods Placed under Customs Control Prior to Exportation» (έντυπο διασαφήσεως και ελέγχου των εμπορευμάτων που έχουν τεθεί υπό τελωνειακό έλεγχο πριν από την εξαγωγή) και στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν, σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση, λεπτομερείς πληροφορίες περί των εξαγομένων εμπορευμάτων.
14 Προς στήριξη του αιτήματός της ακυρώσεως της αποφάσεως 93/659, η Δημοκρατία της Ιρλανδίας προέβαλε τέσσερις λόγους ακυρώσεως στηριζομένους στην εφαρμοστέα ρύθμιση και στον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Θα εξετάσω διαδοχικώς κάθε έναν από τους λόγους αυτούς.
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως
15 Η Ιρλανδία φρονεί ότι έχει τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 30 του κανονισμού 3665/87 και ότι, κατά συνέπεια, η απόφαση 93/659 πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέτρο που συνεπάγεται ότι το ΕΓΤΠΕ δεν θα αναλάβει το βάρος των επιστροφών λόγω εξαγωγής που προπληρώθηκαν σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση.
16 Κατά το ιρλανδικό κράτος, το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87 περιορίζεται να καθορίσει το περιεχόμενο της διασαφήσεως εξαγωγής που απαιτεί το άρθρο 30 και αφήνει στα κράτη μέλη την επιλογή των εγγράφων μέσω των οποίων πρέπει να γίνεται η διασάφηση αυτή. Συνεπώς, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τα έντυπα εξαγωγής που έχει καθιερώσει η κοινοτική ρύθμιση, αλλά μπορούν κάλλιστα να επιβάλλουν τη χρησιμοποίηση εθνικών εντύπων. Το έντυπο που χρησιμοποιούσε η πλειονότητα των κρατών μελών ήταν το στερεότυπο κοινοτικό έντυπο διασαφήσεως εξαγωγής (COΜ ΕΞ) που καθιέρωσε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1900/85 (11), το οποίο περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον υπολογισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1900/85 επιτρέπει τη χρησιμοποίηση διαφορετικών εντύπων διασαφήσεως εξαγωγής σε ορισμένες περιπτώσεις.
Εντούτοις, στην Ιρλανδία η διασάφηση εξαγωγής γινόταν με τη συνδυασμένη χρησιμοποίηση δύο εντύπων, του εντύπου C & Ε 977 και του εντύπου C & Ε 978, τα οποία περιείχαν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη χορήγηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος. Μέσω του εντύπου C & Ε 977, ο εξαγωγέας εκδήλωνε την πρόθεσή του να εξαγάγει τα εμπορεύματα και ζητούσε να τεθούν αυτά υπό καθεστώς αποταμιεύσεως ή ελευθέρας ζώνης και να προπληρωθεί η επιστροφή. Στη συνέχεια κατέθετε το έντυπο C & Ε 978 για να ζητήσει να εξέλθει το εμπόρευμα από το καθεστώς αποταμιεύσεως και να τεθεί υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της εξαγωγής του.
17 υΟσον αφορά την προβλεπομένη από τον κανονισμό 3665/87 διασάφηση εξαγωγής, το Δικαστήριο έχει πει ότι αυτή πρέπει να γίνεται γραπτώς, προκειμένου να παρέχεται η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να εξακριβώνουν ότι τα στοιχεία που παρέχει ο εξαγωγέας αντιστοιχούν στα προς εξαγωγή προσκομισθέντα εμπορεύματα. Προσέθεσε ότι η διασάφηση εξαγωγής μπορεί μεν να κατατεθεί πριν από την προσκόμιση των εμπορευμάτων, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κατατεθεί αφότου τα εμπορεύματα έχουν εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος (12).
ηΟσον αφορά την υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 5, και του άρθρου 30 του κανονισμού 3665/87 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν τη χρησιμοποίηση είτε του στερεοτύπου κοινοτικού εντύπου της διασαφήσεως εξαγωγής είτε ενός ή περισσοτέρων ισοδυνάμων εγγράφων περιεχόντων όλα τα αναγκαία δεδομένα για τον υπολογισμό του ποσού των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Το ή τα έγγραφα αυτά πρέπει να περιέχουν ειδικά τα ακόλουθα δεδομένα:
«α) την ονομασία των προϋόντων σύμφωνα με την ονοματολογία που χρησιμοποιείται για τις επιστροφές·
β) την καθαρή μάζα των προϋόντων ή, κατά περίπτωση, την ποσότητα εκφρασμένη στη μονάδα μετρήσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της επιστροφής·
γ) εφόσον αυτό χρειασθεί, για τον υπολογισμό της επιστροφής, τη σύνθεση των εν λόγω προϋόντων ή μια αναφορά σ' αυτή τη σύνθεση».
18 Κατά τα οικονομικά έτη 1989 και 1990, το ιρλανδικό κράτος επέλεξε να χρησιμοποιήσει τα έντυπα C & Ε 977 και C & Ε 978, τα οποία είναι διαφορετικά από το έντυπο διασαφήσεως εξαγωγής που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία. Το πρώτο από αυτά τα δύο έντυπα περιέχει όλα τα αναγκαία δεδομένα για τον υπολογισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής, ενώ το δεύτερο, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το πρώτο, περιέχει αποκλειστικώς την ημερομηνία κατά την οποία το βόειο κρέας εξήλθε του καθεστώτος αποθεματοποιήσεως υπό τελωνειακή αποταμίευση ή εντός ελευθέρας ζώνης. Παρ' όλον ότι η διαδικασία που χρησιμοποιούσε η Ιρλανδία είναι περίπλοκη και ήταν λογικότερο να χρησιμοποιηθεί το έντυπο D & C ως έντυπο εξαγωγής, η Ιρλανδία δεν παρέβη το άρθρο 30 του κανονισμού 3665/87 με το να χρησιμοποιήσει τα προαναφερθέντα έγγραφα.
Εντούτοις, η Επιτροπή εντόπισε διάφορες παρατυπίες κατά τη χρησιμοποίηση των εγγράφων αυτών, η δε Ιρλανδία δεν απέδειξε ότι δεν είχαν σημειωθεί οι παρατυπίες αυτές. Πρώτον, το έγγραφο C & Ε 978 δεν εχρησιμοποιείτο συστηματικώς για όλες τις εξαγωγές βοείου κρέατος και, δεύτερον, τα έγγραφα αυτά καταστράφηκαν αδικαιολογήτως από τις τελωνειακές αρχές στην περίπτωση της αποθηκεύσεως στην οποία είχε προβεί η ΑΙΒΡ.
19 Στη συνέχεια, θα πρέπει να επιλυθεί το ζήτημα αν τα έγγραφα C & Ε 977 και C & Ε 978 κατετίθεντο εντός των προθεσμιών που τάσσουν τα άρθρα 30 και 32 του κανονισμού 3665/87. ύΟπως παρατηρεί η Επιτροπή στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η κατάθεση της διασαφήσεως εξαγωγής είναι κρίσιμη, δεδομένου ότι, αφενός, καθορίζει το τέλος της περιόδου αποθεματοποιήσεως υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως ή ελευθέρας ζώνης, περιόδου της οποίας η ανωτάτη διάρκεια ανερχόταν σε εννέα μήνες το 1989 και σε επτά μήνες το 1990 και, αφετέρου, καλύπτει την προθεσμία εξήντα ημερών εντός της οποίας το βόειο κρέας πρέπει να εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος.
Υπό την έννοια αυτή, τα δεδομένα που περιέχονται στο έγγραφο C & Ε 977 συνδυαζόμενα με αυτά που περιέχονται στο έγγραφο C & Ε 978 δεν παρέχουν τη δυνατότητα να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ημερομηνία καταθέσεως και αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής. Συνεπώς, δεν παρέχουν τη δυνατότητα να καθίσταται γνωστό το ακριβές χρονικό σημείο που το βόειο κρέας εξέρχεται του καθεστώτος αποθεματοποιήσεως υπό τελωνειακή αποταμίευση ή εντός ελευθέρας ζώνης για να τεθεί υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της εξαγωγής του εντός προθεσμίας εξήντα ημερών. Συγκεκριμένα, το έγγραφο C & Ε 978 περιέχει μόνον την ημερομηνία κατά την οποία το κρέας εξήλθε του καθεστώτος αποθεματοποιήσεως, αλλά δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την τυπική αποδοχή από τις ιρλανδικές τελωνειακές αρχές της θέσεως των εμπορευμάτων υπό τελωνειακό έλεγχο ενόψει της εξαγωγής τους. Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε στη συνοπτική έκθεση του 1990 ότι από τους ελέγχους στους οποίους είχε προβεί αποδεικνυόταν ότι ορισμένες παρτίδες βοείου κρέατος είχαν υπερβεί την ανωτάτη διάρκεια αποθεματοποιήσεως και την προθεσμία εξαγωγής που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 32 του κανονισμού 3665/87.
20 Υφίσταται άφθονη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ (13). Στη νομολογία αυτή επισημαίνεται ότι τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 «επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϋόντων. Στις περιπτώσεις όπου οι κοινοτικοί κανόνες δεν επιτρέπουν την καταβολή ενισχύσεως παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται ορισμένες τυπικές διαδικασίες αποδείξεως ή ελέγχου, η ενίσχυση που χορηγείται χωρίς να τηρείται η προϋπόθεση αυτή δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο και η σχετική δαπάνη δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να αναγνωριστεί ότι επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ» (14).
21 Αυτή η στενή ερμηνεία των προϋποθέσεων αναλήψεως του βάρους των δαπανών από το ΕΓΤΠΕ επιβάλλεται και λόγω του σκοπού του κανονισμού 729/70. Συγκεκριμένα, η διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής υπό συνθήκες ισότητας μεταξύ των επιχειρηματιών των κρατών μελών εμποδίζει τις εθνικές αρχές ενός κράτους μέλους να ευνοούν, μέσω της ευρείας ερμηνείας ορισμένων διατάξεων, τους επιχειρηματίες αυτού του κράτους εις βάρος των επιχειρηματιών των άλλων κρατών μελών, όπου έχει επικρατήσει στενότερη ερμηνεία (15).
22 Δεδομένου ότι από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι προκύπτει ότι σημειώθηκαν παρατυπίες στη διοικητική διαδικασία που εφάρμοσε η Ιρλανδία για την προπληρωμή των επιστροφών λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος, παρατυπίες που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 3665/87, η απόφαση 93/659 με την οποία η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το 2 % των επιστροφών λόγω εξαγωγής που προπλήρωσε η Ιρλανδία κατά τα οικονομικά έτη 1989 και 1990 είναι, κατά συνέπεια, έγκυρη. Για τον λόγο αυτόν, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει το ιρλανδικό κράτος πρέπει να απορριφθεί.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως
23 Δεύτερον, η Ιρλανδία ισχυρίζεται προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματός της ότι, ακόμη και αν έχει παραβεί, κατά κάποιο μέτρο, τις διατάξεις του άρθρου 30 του κανονισμού 3665/87, οι λόγοι που επικαλέστηκε η Επιτροπή για να αρνηθεί να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τις προπληρωθείσες επιστροφές αφορούν επουσιώδεις, και όχι ουσιώδεις, διοικητικές διατυπώσεις και, κατά συνέπεια, η Ιρλανδία δεν έχει παραβεί την κοινοτική ρύθμιση.
24 Από την νομολογία του Δικαστηρίου (16) προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως της σημασίας που έχει στο κοινοτικό δίκαιο η διάκριση μεταξύ ουσιωδών και επουσιωδών διοικητικών διατυπώσεων, η διάκριση αυτή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, η κατάθεση της διασαφήσεως εξαγωγής υπό τις προϋποθέσεις και εντός των προθεσμιών του κανονισμού 3665/87 αποτελεί απαραίτητη διοικητική διατύπωση για την αποτροπή κάθε πρακτικής καταδολιεύσεως και την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής του μηχανισμού προπληρωμής των επιστροφών λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος. Οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών πρέπει να εξακριβώνουν αν τηρούνται αυστηρώς οι διατυπώσεις αυτές που επιβάλλει η κοινοτική ρύθμιση προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το ΕΓΤΠΕ θα επιβαρύνεται μόνο με τις δαπάνες που απορρέουν από την ορθή εφαρμογή του μηχανισμού των επιστροφών.
25 Για τον λόγο αυτόν, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που επικαλέστηκε η Ιρλανδία πρέπει να απορριφθεί.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως
26 Για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι δεν έχουν τηρηθεί ουσιώδεις διοικητικές διατυπώσεις, η Ιρλανδία ισχυρίζεται προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματός της ότι το ποσό των καταβληθεισών από το ιρλανδικό κράτος επιστροφών με το οποίο δεν επιβαρύνθηκε το ΕΓΤΠΕ κατόπιν της αποφάσεως 93/659 είναι δυσανάλογο και υπερβολικό.
27 Με την απόφαση 93/659, η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόλις για το 2 % του συνόλου των καταβληθεισών από το ιρλανδικό κράτος επιστροφών λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος, ενώ θα μπορούσε να μην αναγνωρίσει το σύνολο των επιστροφών και να αρνηθεί τη χρηματοδότησή τους από το ΕΓΤΠΕ ισχυριζόμενη ότι ήταν αδύνατον να προσδιορίσει με ακρίβεια τις οικονομικές επιπτώσεις της μη τηρήσεως των διατάξεων του κανονισμού 3665/87. Εξάλλου, μια τόσο ριζική λύση επιτρέπεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο σε ποικίλες περιπτώσεις έχει δεχθεί ότι μπορεί να αντιταχθεί ολική άρνηση χρηματοδοτήσεως ορισμένων εργασιών με βάση μόνον την απόδειξη της ελλείψεως νομιμότητας των εργασιών αυτών.
Σε αρκετές υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει επικυρώσει την άρνηση της Επιτροπής να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες λόγω του ότι δεν είχαν τηρηθεί απλές διατυπώσεις αποδείξεως και χωρίς να έχει εξακριβώσει αν η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών είχε προκαλέσει ή όχι δαπάνες μη δυνάμενες να δικαιολογηθούν (17). Σε άλλες υποθέσεις, το Δικαστήριο απέκλεισε ότι η άρνηση της Επιτροπής να καταλογίσει δαπάνες στο ΕΓΤΠΕ μπορεί να ακυρωθεί με τη μεταγενέστερη τακτοποίηση των επιμάχων διατυπώσεων αποδείξεως ή με τη χρησιμοποίηση διαφορετικών αποδεικτικών μέσων από αυτά που προβλέπονται (18).
28 Στην υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα, η Επιτροπή προσδιόρισε τις οικονομικές επιπτώσεις της παραβάσεως της Ιρλανδίας στο 2 % του συνόλου των επιστροφών λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος που προπλήρωσε η Ιρλανδία κατά τις περιόδους εμπορίας 1989 και 1990. Κατ' εμέ, πρόκειται για σχετικά μετριοπαθή εκτίμηση, δεδομένου ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη το ότι η Ιρλανδία ακολούθησε τις υποδείξεις της και άρχισε να χρησιμοποιεί το στερεότυπο κοινοτικό έντυπο διασαφήσεως εξαγωγής.
ςΑλλωστε, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (19) προκύπτει σαφώς ότι, σε περίπτωση διαφωνίας με την Επιτροπή ως προς την εκτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων μιας παραβάσεως της κοινοτικής γεωργικής ρυθμίσεως, στα κράτη μέλη απόκειται να αποδεικνύουν το εσφαλμένο των υπολογισμών της Επιτροπής. Εν προκειμένω η Ιρλανδία δεν έχει αποδείξει ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της παραβάσεως που της προσάπτεται είναι μικρότερες από το ποσοστό του 2 % που υπολόγισε η Επιτροπή.
29 Για τον λόγο αυτόν, φρονώ ότι το ποσό των επιστροφών το οποίο δεν καταλογίστηκε στο ΕΓΤΠΕ δεν είναι ούτε δυσανάλογο ούτε υπερβολικό. Κατά συνέπεια, αυτός ο λόγος ακυρώσεως δεν πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως
30 Η Ιρλανδία προβάλλει ως τελευταίο λόγο ακυρώσεως ότι η ερμηνεία του κανονισμού 3665/87 στην οποία προέβη η Επιτροπή αντίκειται στις αρχές τις δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου.
31 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να χρηματοδοτήσει, επιβαρύνοντας το ΕΓΤΠΕ, τις δαπάνες που απορρέουν από ασυμβίβαστες πρακτικές με το κοινοτικό δίκαιο, δεν επιβάλλει ποινική κύρωση. Αρνούμενη να αναλάβει το βάρος των ποσών αυτών, η Επιτροπή δεν πράττει τίποτε άλλο παρά να συμμορφώνεται προς τους κανόνες χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, βάσει των οποίων το ΕΓΤΠΕ μπορεί να επιβαρυνθεί μόνο με τις δαπάνες που γίνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και εντός του πλαισίου της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτού του είδους η απόφαση της Επιτροπής δεν αντίκειται στις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου (20).
ιΕνα κράτος μέλος μπορεί να προεξοφλεί δικαιολογημένα ότι το ΕΓΤΠΕ θα αναλάβει το βάρος δαπανών μόνον όταν οι δαπάνες αυτές έχουν γίνει βάσει εσφαλμένης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου καταλογιστέας σε θεσμικό όργανο της Κοινότητας (21), αλλά δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όταν η πλημμελής εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων είναι καταλογιστέα στις εθνικές αρχές.
32 Το ιρλανδικό κράτος, εφόσον δεν τήρησε την κοινοτική ρύθμιση περί προπληρωμής των επιστροφών λόγω εξαγωγής, δεν μπορούσε να προεξοφλήσει δικαιολογημένα ότι το ΕΓΤΠΕ θα ανελάμβανε το βάρος των δαπανών στις οποίες το ιρλανδικό κράτος είχε υποβληθεί. Συνεπώς, η άρνηση της Επιτροπής να αναγνωρίσει τις δαπάνες αυτές δεν παραβιάζει την αρχή της ασφαλείας δικαίου. Για τον λόγο αυτόν, φρονώ ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Ιρλανδία πρέπει να απορριφθεί.
Συμπέρασμα
33 Ενόψει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 301, σ. 13.
(2) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ L 351, σ. 1).
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, περί της προπληρωμής των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 50).
(4) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1091/80 της Επιτροπής, της 2ας Μαου 1980, περί λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 132).
(5) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2629/80 της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 1980, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1091/80 περί λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση βοείου κρέατος (JΟ L 270, σ. 9).
(6) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2675/88 της Επιτροπής, της 29ης Αυγούστου 1988, για την πρόβλεψη χορηγήσεως ενισχύσεως που προκαθορίζεται κατ' αποκοπή στην ιδιωτική αποθεματοποίηση σφαγίων, ημιμορίων σφαγίου και οπισθίων και εμπροσθίων τεταρτημορίων χονδρών αρσενικών βοοειδών (ΕΕ L 239, σ. 20).
(7) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2965/89 της Επιτροπής, της 29ης Σεπτεμβρίου 1989, για την πρόβλεψη χορηγήσεως ενισχύσεως που προκαθορίζεται κατ' αποκοπή στην ιδιωτική αποθεματοποίηση σφαγίων, ημιμορίων σφαγίου και οπισθίων και εμπροσθίων τεταρτημορίων χονδρών αρσενικών βοοειδών (ΕΕ L 281, σ. 103).
(8) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93).
(9) - Βλ. την έβδομη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 92/491/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 1992, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1989 (ΕΕ L 298, σ. 23).
(10) - Συνοπτική έκθεση περί των αποτελεσμάτων των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1990, Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, σ. 107.
(11) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1900/85 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985, για την καθιέρωση κοινοτικών εντύπων διασαφήσεως εξαγωγής και εισαγωγής (ΕΕ L 179, σ. 4), ο οποίος θέτει σε εφαρμογή τις διατάξεις της οδηγίας 81/177/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1981, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών εξαγωγής των κοινοτικών εμπορευμάτων (ΕΕ L 83, σ. 40)· του κανονισμού (ΕΟΚ) 678/85 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1985, για την απλοποίηση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ L 79, σ. 1), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 679/85 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1985, για τη θέσπιση του υποδείγματος του εντύπου διασαφήσεως που θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ L 79, σ. 7).
(12) - Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C-54/91, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3399, σκέψη 22).
(13) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93), και 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141)· την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 327/85, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1065), και την απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1992, C-197/90, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-1).
(14) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 38.
(15) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 9.
(16) - Βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση 327/85, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψεις 13 έως 15.
(17) - Αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1983, 61/82 και 62/82, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 655 και 687 αντιστοίχως), και της 27ης Φεβρουαρίου 1985, 55/83 και 56/83, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 683 και 703 αντιστοίχως).
(18) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής και απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 151).
(19) - Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 15).
(20) - Βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψεις 57 και 58.
(21) - Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1980, 820/79, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 403), και απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1981, 1251/79, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 205).
Full & Egal Universal Law Academy