ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIAL FENNELLY
της 14ης Μαρτίου 1996 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ζητώντας την ακύρωση, στους τομείς δύο προϊόντων, της αποφάσεως 93/659/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ ή το Ταμείο), τμήμα Εγγυήσεων ( 1 )καθόσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία. Η υπόθεση αυτή εγείρει, εν μέρει, άλλη μια φορά και παρά τις αντίθετες ελπίδες που είχε εκφράσει ο γενικός εισαγγελέας Jacobs την τελευταία φορά που το Δικαστήριο κλήθηκε να το εξετάσει ( 2 ), το κατά τα φαινόμενα χρόνιο πρόβλημα των σχέσεων του Ελληνικού Δημοσίου με την ένωση αγροτικών συνεταιρισμών ΚΥΔΕΠ, ενώ αφορά επίσης τους ισχύοντες στην Ελλάδα μηχανισμούς ελέγχου σχετικά με την κοινοτική ενίσχυση προς τους ελαιοκαλλιεργητές.
Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
2.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 3 ), προβλέπει ότι οι επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες ( 4 ), καθώς και οι παρεμβάσεις που γίνονται με σκοπό την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών ( 5 ), οι οποίες αντιστοίχως χορηγούνται ή επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων. Το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει την εκκαθάριση των ετήσιων λογαριασμών που υποβάλλουν οι εθνικές υπηρεσίες και οργανισμοί που είναι εξουσιοδοτημένοι να πληρώνουν τις δαπάνες για τις δραστηριότητες αυτές. Η Επιτροπή οφείλει να καλύψει ή να εκκαθαρίσει τους λογαριασμούς αυτούς πριν τη λήξη του έτους που έπεται του κρίσιμου οικονομικού έτους. Το άρθρο 9 του κανονισμού προβλέπει μια σειρά αποτελεσματικών μέτρων, με τα οποία σκοπείται να δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να ελέγχει και να συμπληρώνει, όποτε το κρίνει αναγκαίο, τις πληροφορίες και τα έγγραφα που της υποβάλλονται από τις αρχές των κρατών μελών. Η Επιτροπή μπορεί, π.χ., αφού ειδοποιήσει το οικείο κράτος μέλος, να προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και έχει δικαίωμα προσβάσεως σε όλα τα βιβλία και τα έγγραφα που έχουν σχέση με τις χρηματοδοτούμενες από το ταμείο δαπάνες, καθώς και να διενεργεί ελέγχους και έρευνες ή να συμπράττει με τα κράτη μέλη στη διενέργεια ελέγχων και ερευνών. Το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού εγκαθιδρύει την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ, αποστολή της οποίας είναι να βοηθά την Επιτροπή στη διαχείριση του Ταμείου.
3.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν την ορθή διενέργεια των πράξεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο, να προλαμβάνουν ενδεχόμενες πλημμέλειες και να ανακτούν τα ποσά που απόλλυνται εξαιτίας πλημμελειών. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, μολονότι καταλογίζει τις συνέπειες της μη πλήρους ανακτήσεως στην Κοινότητα, εξαιρεί σαφώς από τον κανόνα αυτό τις συνέπειες «που προκύπτουν από ανωμαλίες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών». Στην υπόθεση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής:
«Οι διατάξεις αυτές δεν επιτρέπουν στην Επιτροπή να καταλογίσει εις βάρος του ΕΓΤΠΕ παρά μόνο τα ποσά που καταβλήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων, καταλογίζοντας στα κράτη μέλη κάθε άλλο καταβληθέν ποσό (...). Η στενή αυτή ερμηνεία των προϋποθέσεων αναλήψεως του βάρους των δαπανών από το ΕΓΤΠΕ επιβάλλεται, επιπλέον, και λόγω του σκοπού του κανονισμού 729/70. Πράγματι, η διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής υπό συνθήκες ισότητας μεταξύ των επιχειρηματιών των κρατών μελών εμποδίζει τις εθνικές αρχές ενός κράτους μέλους να ευνοούν, μέσω ευρείας ερμηνείας ορισμένης διατάξεως, τους επιχειρηματίες αυτού του κράτους εις βάρος των επιχειρηματιών των λοιπών κρατών μελών, όπου έχει επικρατήσει πιο στενή ερμηνεία.» ( 6 )
4.
Κατά την έγκριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ για το 1989, η Επιτροπή ίδρυσε, με απόφαση της 31ης Ιουλίου 1992 ( 7 ) μια εσωτερική διυπηρεσιακή επιτροπή, στην οποία εκπροσωπούνταν τα διάφορα ενδιαφερόμενα τμήματα της Επιτροπής. Η εν λόγω διυπηρεσιακή επιτροπή ήταν επιφορτισμένη με τη διαμόρφωση μιας μεθοδολογικής προσεγγίσεως έναντι των κρατών μελών που έχουν εφαρμόσει εσφαλμένα κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Οι κατευθυντήριες αρχές που διατύπωσε η διυπηρεσιακή επιτροπή ( 8 ) εγκρίθηκαν από την Επιτροπή και από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών στην επιτροπή ΕΓΤΠΕ. Οι εν λόγω αρχές δεν προορίζονται να έχουν δεσμευτική ισχύ. Στην έκθεση της, η εν λόγω επιτροπή τόνισε ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική διόρθωση πρέπει να στηρίζεται σε μια παράλειψη τηρήσεως κανόνων του κοινοτικού δικαίου από ένα κράτος μέλος, η οποία έχει επίπτωση επί των κοινοτικών δαπανών. Η επιλογή του ύψους της διορθώσεως που πρέπει να επέλθει θα πρέπει να γίνεται με βάση έναν υπολογισμό του κινδύνου. Οι κατευθυντήριες αρχές σχετικά με τις κατ' αποκοπήν διορθώσεις ( 9 ) αναφέρουν ορισμένες προϋφιστάμενες μεθόδους αξιολογήσεως του κινδύνου. Δύο, ειδικότερα, πρέπει να αναφερθούν εδώ: α) την άρνηση αναγνωρίσεως ενός ποσού που υπολογίζεται με παρέκταση βάσει αξιόπιστων δειγματοληπτικών ελέγχων και β) την επιστροφή των ποσών μόνο στο μέτρο της αναλογίας των ελέγχων που έχουν πράγματι διενεργηθεί προς τον αριθμό των ελέγχων που απαιτούνται. Ωστόσο, μια άλλη μέθοδος ήταν αναγκαία για τις περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία βάσει των οποίων να κινηθεί η διαδικασία της παρεκτάσεως αλλά στις οποίες η επιστροφή των δαπανών μόνο κατά το μέτρο της αναλογίας προς τον αριθμό των διενεργηθέντων ελέγχων θα μεγαλοποιούσε τις πιθανές ζημίες για το Ταμείο. Έτσι, η διυπηρεσιακή επιτροπή επεδίωξε να προσδιορίσει το μέγεθος του κίνδυνου που συνιστούν για το ΕΓΤΠΕ οι ποικίλες διαβαθμίσεις πλημμελούς εποπτείας, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένα δευτερεύοντα στοιχεία, πρότεινε δε τρία ποσοστά κατ' αποκοπή μειώσεως των επιστροφών, για διαφορετικές περιπτώσεις: 2 %, 5 % και 10 %. Το ποσοστό του 10 % έχει εφαρμογή «οσάκις η πλημμέλεια αφορά το σύνολο ή τα θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή ακόμη τη διεξαγωγή ουσιωδών ελέγχων που προορίζονται για τη διασφάλιση της κανονικότητας των δαπανών, ώστε ευλόγως να μπορεί να συναχθεί ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος γενικευμένων ζημιών για το ΕΓΤΠΕ».
Ι — Ζωοτροφές
5.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( 10 ), προβλέπει ένα καθεστώς επιστροφών κατά την εξαγωγή, το οποίο εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στα κτηνοτροφικά σιτηρά ( 11 ). Το ύψος της επιστροφής είναι το ίδιο για όλη την Κοινότητα ( 12 ) και καθορίζεται «προς κάλυψη της διαφοράς μεταξύ των διεθνών τιμών και των τιμών της Κοινότητας (...) λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς μεταξύ των αντιπροσωπευτικών τιμών εντός της Κοινότητας και των πλέον ευνοϊκών τιμών στη διεθνή αγορά» ( 13 ).
6.
Η αντιδικία σχετικά με τις ζωοτροφές αφορά τον ρόλο της ελληνικής Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Εθνικών Προϊόντων (στο εξής: ΚΥΔΕΠ), μιας εθνικής ενώσεως περιφερειακών αγροτικών συνεταιρισμών σιτηρών, οπωροκηπευτικών και ζωοτροφών. Οι βασικές λειτουργίες της συνίστανται στην αγορά, αποθεματοποίηση και πώληση των προϊόντων των μελών της καθώς και στη δράση της ως κοινοτικού οργανισμού παρεμβάσεως ( 14 ). Όπως έχει κρίνει στο παρελθόν το Δικαστήριο (ή, ακριβέστερα, η Επιτροπή, για λόγους οι οποίοι έπεισαν το Δικαστήριο), η ΚΥΔΕΠ ασκούσε εμπορικό μονοπώλιο στον τομέα των δημητριακών, ως εκπρόσωπος του Δημοσίου ( 15 ), ενεργούσε για λογαριασμό του Δημοσίου, το οποίο κάλυπτε τα ελλείμματα της και παρείχε την εγγύηση του για τη δανειοδότηση της, ενώ επίσης καθόριζε τις τιμές που εφάρμοζε για την αγορά και πώληση των δημητριακών ( 16 )· αποτελούσε, μέσω της μεθόδου της πωλήσεως σε τιμές χαμηλότερες του κόστους, δίαυλο παράνομης κρατικής παρέμβασης στην κοινή οργάνωση της αγοράς δημητριακών και χορηγήσεως παράνομης κρατικής ενισχύσεως σε παραγωγούς ( 17 ), ενώ επίσης επιχείρησε παρανόμως να λάβει επιστροφές κατά την εξαγωγή μέσω της εξαγωγής δημητριακών τα οποία, εάν δεν πωλούνταν σε τιμές χαμηλότερες του κόστους, δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν, ακόμη και αν είχαν χορηγηθεί οι εν λόγω επιστροφές ( 18 ). Οι διαπιστώσεις αυτές, ότι δηλαδή η ΚΥΔΕΠ τελούσε υπό κρατικό έλεγχο και ότι παρενέβαινε στην κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών ανάγονται στις ακόλουθες χρονικές περιόδους: από την 1η Ιανουαρίου 1981 έως τις 26 Μαρτίου 1984- την περίοδο της εσοδείας σκληρού σίτου το 1982, το φθινόπωρο του 1985, την περίοδο από το 1982 έως το 1986, το οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ 1986 και το οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ 1988 ( 19 ).
II — Ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου
7.
Στο πλαίσιο του συστήματος ενισχύσεων της παραγωγής ελαιολάδου ( 20 ), το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 154/75 του Συμβουλίου ( 21 ) επιβάλλει στα κράτη μέλη παραγωγής ελαιολάδου την υποχρέωση να καταρτίσουν ένα ελαιοκομικό κτηματολόγιο, προκειμένου να χορηγήσουν τα αναγκαία στοιχεία σχετικά με το παραγωγικό δυναμικό και να υποβοηθήσουν τη λειτουργία του συστήματος ενισχύσεων. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3453/80 του Συμβουλίου ( 22 ) καθόρισε ότι το εν λόγω κτηματολόγιο πρέπει να έχει τεθεί πλήρως σε εφαρμογή στην Ελλάδα μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1988. Οι έλεγχοι προβλέπεται να διενεργούνται ανάλογα με το αν ένας ελαιοκαλλιεργητής είναι μέλος οργανώσεως ή ενώσεως παραγωγών. Στην περίπτωση των ελαιοκαλλιεργητών που είναι μέλη οργανώσεων ή ενώσεων, η οργάνωση ή η ένωση (η οποία υποβάλλει στο οικείο κράτος μέλος αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων για λογαριασμό των μελών της) οφείλει να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους σε ποσοστό 5 % των περιπτώσεων ( 23 ). Το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2261/84 προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη παραγωγής ελέγχουν τη δραστηριότητα κάθε οργάνωσης παραγωγών και κάθε ένωσης, και ιδίως τις εργασίες ελέγχου που πραγματοποιούν οι εν λόγω οργανισμοί». Στην περίπτωση των ανεξαρτήτων παραγωγών, οι επιτόπιοι έλεγχοι διενεργούνται από το οικείο κράτος μέλος σε ποσοστό 1 % των ελαιοκαλλιεργητών, σε περιοχές όπου υπάρχουν τα βασικά στοιχεία του ελαιοκομικού κτηματολογίου και σε ποσοστό 4 % των ελαιοκαλλιεργητών στις άλλες περιοχές ( 24 ). Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2261/84 υποχρεώνει επίσης τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν, γενικότερα, «καθεστώς ελέγχων με το οποίο εξασφαλίζεται ότι το προϊόν για το οποίο χορηγείται η ενίσχυση δικαιούται την ενίσχυση αυτήν». Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού επιβάλλει τη δημιουργία και τη διατήρηση μηχανογραφημένων αρχείων ελαιοκομικών στοιχείων, εν μέρει για τη διευκόλυνση της ασκήσεως εποπτείας και ελέγχου σχετικά με τις κοινοτικές ενισχύσεις. Το άρθρο 14, παράγραφος 5, του κανονισμού ορίζει ότι τα μηχανογραφημένα αρχεία χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για την πραγματοποίηση των ελέγχων και των εξακριβώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, περαιτέρω, ότι η επιχειρησιακή εφαρμογή των μηχανογραφημένων αρχείων πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν τις 31 Οκτωβρίου 1990, αλλά ότι, πάντως, τα κράτη μέλη πρέπει να αρχίσουν να τα χρησιμοποιούν για τους επιβαλλόμενους ελέγχους πριν από την ημερομηνία αυτή, εφόσον έχει πραγματοποιηθεί η σύσταση των ειδικών αρχείων ( 25 ).
8.
Στην Ελλάδα, οι ελαιοκαλλιεργητές που ανήκουν σε οργάνωση ή ένωση παραγωγών (σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις πρόκειται για την ένωση ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΗ) είναι πολύ περισσότεροι(379323) από τους ανεξάρτητους παραγωγούς, οι οποίοι ανέρχονται σε 28003. Κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1990, ο Οργανισμός Ελέγχου Ενισχύσεων Ελαιολάδου (στο εξής: οργανισμός ελέγχου) ήταν επιφορτισμένος με τους ελέγχους των οργανωμένων παραγωγών, ενώ οι αιτήσεις των ανεξαρτήτων παραγωγών ελέγχονταν από τις κατά τόπους αρμόδιες διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας ( 26 ). Η εμπλοκή των κρατών μελών στον έλεγχο των αιτήσεων των οργανωμένων παραγωγών είναι περισσότερο έμμεση απ' ό,τι στην περίπτωση των ανεξαρτήτων παραγωγών- όπως προαναφέρθηκε, στην πρώτη από τις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη επαληθεύουν τις εργασίες ελέγχου που πραγματοποιούν οι οργανώσεις παραγωγών, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, το ίδιο το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για τη διενέργεια των ελέγχων. 'Ετσι, στην περίπτωση της Ελλάδας, είχε προβλεφθεί για το 1990η διενέργεια από το κράτος 2000 ελέγχων για την επαλήθευση των στοιχείων που είχαν δηλωθεί για σχεδόν 400000 οργανωμένους ελαιοκαλλιεργητές.
III — Η προσβαλλόμενη απόφαση
9.
Με την απόφαση 93/659/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 1993 (στο εξής: απόφαση) ( 27 ), η Επιτροπή εκκαθάρισε τους λογαριασμούς που της είχαν υποβάλει τα κράτη μέλη για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το τμήμα προσανατολισμού του ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1990 και προσδιόρισε το ποσό των δαπανών που αναγνωρίζονται σε βάρος του Ταμείου. Βάσει των ερευνών που είχαν διενεργηθεί, η Επιτροπή έκρινε ότι ορισμένα ποσά που είχε δηλώσει η Ελληνική Δημοκρατία για το εν λόγω οικονομικό έτος δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που απορρέουν από τους κοινοτικούς κανόνες και δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν σε βάρος του ΕΓΤΠΕ. Το συμπέρασμα αυτό αφορούσε, μεταξύ άλλων, ορισμένες δαπάνες σχετικές με ζωοτροφές και με ενισχύσεις της παραγωγής ελαιολάδου. Στη συνοπτική έκθεση της Επιτροπής της 10ης Ιουνίου 1993 σχετικά με τα συμπεράσματα από τις προκαταρκτικές εργασίες για την εκκαθάριση των λογαριασμών του τμήματος εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1990 (στο εξής: συνοπτική έκθεση), η οποία επισυνάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθενται οι λόγοι για τις δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβλήθηκαν ( 28 ).
10.
Όσον αφορά τις ζωοτροφές, η Επιτροπή συμπέρανε, βάσει μιας έρευνας πραγματοποιηθείσας το 1992, ότι η ΚΥΔΕΠ εξακολουθούσε, μέχρι τις 16 Νοεμβρίου 1990, να παρεμβαίνει στην αγορά των σιτηρών, καθορίζοντας τις τιμές αγοράς και πωλήσεως, και ότι οι ζημίες από τις παρεμβάσεις
αυτές καλύπτονταν από το ελληνικό Δημόσιο. Επειδή τα ελλείμματα που οφείλονταν στις παρεμβάσεις αυτές υπερέβαιναν κατά πολύ τα ποσά που είχαν δηλωθεί για επιστροφές κατά την εξαγωγή, η Επιτροπή επιβεβαίωσε μια αρνητική επιφύλαξη ύψους 120296279 δρχ. για το οικονομικό έτος 1989 και επέβαλε μια δημοσιονομική διόρθωση ύψους 866305307 δρχ. — που είναι και το συνολικό ποσό που είχε δηλωθεί για επιστροφές κατά την εξαγωγή ζωοτροφών — για το οικονομικό έτος 1990 ( 29 ).
11.
Όσον αφορά την ενίσχυση στην παραγωγή ελαιολάδου, η Επιτροπή προέβη σε τρεις διαπιστώσεις: α) ότι το ελαιοκομικό μητρώο που προβλέπεται από τον κανονισμό 154/75 δεν είχε καταρτισθεί, μολονότι είχε παρέλθει η προθεσμία του 1988, β) ότι η σύσταση των μηχανογραφημένων δελτίων σύμφωνα με τον κανονισμό 2261/84 είχε καθυστερήσει πολύ, με αποτέλεσμα να μην έχουν ακόμη καταχωρηθεί στοιχεία που αφορούν σημαντικές περιοχές παραγωγής ελαιολάδου, παρά την επικείμενη λήξη της προθεσμίας στις 31 Οκτωβρίου 1990 ( 30 ), και ότι ο αρμόδιος οργανισμός, η ΔΙΔΑΓΕΠ, δεν χρησιμοποίησε τα ελλιπή έστω δελτία για να προβεί σε επαληθεύσεις πριν καταβάλει τις ενισχύσεις και γ) ότι κατά την κρίσιμη περίοδο είχαν πραγματοποιηθεί σε όλη την Ελλάδα μόνο 499 επιτόπιοι έλεγχοι, ενώ οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανόνες προέβλεπαν ένα ελάχιστο ποσοστό 5 % ( 31 ). Δεδομένου ότι η κατάσταση στην Ελλάδα δεν παρείχε τις απαιτούμενες από το ΕΓΤΠΕ εγγυήσεις, η Επιτροπή αποφάσισε μια κατ' αποκοπή μείωση του ποσού της ενισχύσεως που θα καταβαλλόταν για το κρίσιμο οικονομικό έτος κατά 10 %, δηλαδή κατά 981233150 δρχ. ( 32 ).
Ισχυρισμοί των διαδίκων
12.
Η Ελληνική Κυβέρνηση ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως, καθόσον αφορά τις επιστροφές κατά την εξαγωγή ζωοτροφών και τις ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου ( 33 ), και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα, ενώ η Επιτροπή αντικρούει και τα δύο εν λόγω αιτήματα. Οι κύριοι ισχυρισμοί της Ελληνικής Κυβερνήσεως συνοψίζονται αμέσως κατωτέρω. Τα επιχειρήματα της, καθώς και τα επιχειρήματα που αντιτείνει η Επιτροπή (η οποία, δυστυχώς, δεν θίγει όλα τα ζητήματα), εκτίθενται διεξοδικώς, οσάκις είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο της αναλύσεως που ακολουθεί.
Ι — Ζωοτροφές
13.
Η Ελληνική Κυβέρνηση ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως, καθόσον αφορά τις δαπάνες της εν λόγω κυβερνήσεως για τις ζωοτροφές, λόγω πλάνης περί τα πράγματα, νομικής πλάνης και καταχρήσεως εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής. Ειδικότερα, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται τα εξής:
α)
ότι η Επιτροπή κακώς έλαβε υπόψη στοιχεία τα οποία έγιναν γνωστά μετά τη λήξη της προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε να έχουν εκκαθαριστεί οι λογαριασμοί (δηλαδή μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1991)·
β)
ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε συγκεκριμένα ποια σχέση υφίστατο μεταξύ της ΚΥΔΕΠ και των εξαγωγών ζωοτροφών ούτε σε ποιο ύψος θα διαμορφώνονταν οι τιμές χωρίς την προβαλλόμενη παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ·
γ)
ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ΚΥΔΕΠ δεν είχε πλέον καμία προνομιακή σχέση με το ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι, όταν τέθηκε υπό εκκαθάριση, δεν ζήτησε από το Δημόσιο την καταβολή των χρεών της που είχαν συσσωρευθεί. Οποιαδήποτε εντύπωση διατηρούσαν τυχόν οι διοικούντες την ΚΥΔΕΠ ότι εξακολουθούσε να υφίσταται μια τέτοια σχέση, ήταν εσφαλμένη·
δ)
ότι η συλλογιστική της Επιτροπής είναι εσφαλμένη, καθόσον αρνήθηκε την καταβολή ολόκληρου του ποσού των δαπανών για επιστροφές κατά την εξαγωγή το οποίο είχε ζητηθεί.
II — Ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου
14.
Η Ελληνική Κυβέρνηση ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως, καθόσον αφορά τις δαπάνες της για ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου, λόγω παραβάσεως της εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας, σχετικής ελλείψεως αιτιολογίας, πλάνης περί τα πράγματα ή εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων της λογιστικής επιστήμης, καθώς και λόγω παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Ειδικότερα, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει τα ακόλουθα:
α)
ότι η κατακράτηση ενός αυθαιρέτως προσδιοριζόμενου ποσοστού των δαπανών δεν προβλέπεται από την εφαρμοστέα νομοθεσία·
β)
ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε τις ζημίες που θα είχαν αποφευχθεί αν οι παραγωγοί είχαν υποβληθεί σε σωστούς ελέγχους ή αν είχε τεθεί πλήρως σε εφαρμογή το ελαιοκομικό μητρώο ή τα μηχανογραφημένα δελτία·
γ)
ότι η αδυναμία εμπρόθεσμης συστάσεως του μητρώου οφειλόταν σε αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι αποτελούσαν το αντικείμενο της συνεχιζόμενης ανταλλαγής επιστολών και συνεργασίας με την Επιτροπή, και ότι η καθυστέρηση όσον αφορά τα μηχανογραφημένα δελτία αφορούσε μόνο ένα μέρος τους·
δ)
ότι ο ανεπαρκής αριθμός ελέγχων που πραγματοποίησε ο οργανισμός ελέγχου αντισταθμίστηκε από τους ελέγχους που πραγματοποίησαν οι κατά τόπους αρμόδιες διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας·
ε)
ότι ο οργανισμός ελέγχου δεν είναι εθνικός αλλά κοινοτικός οργανισμός, οπότε οι παραλείψεις του δεν μπορούν να καταλογιστούν στο ελληνικό Δημόσιο.
Ανάλυση
15.
Θα διατυπώσω καταρχάς ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το βάρος της αποδείξεως στις περιπτώσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος ζητεί την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Το εν λόγω βάρος αποδείξεως προσδιορίστηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής ( 34 )
«Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τις εθνικές διοικητικές αρχές. Η εν λόγω μετρίαση της απαιτήσεως για την εκ μέρους της Επιτροπής απόδειξη εξηγείται από το γεγονός ότι (...) το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής.»
16.
Επομένως, η Επιτροπή δικαιούται να συνάγει εύλογα συμπεράσματα από τα στοιχεία που έχει στη διάθεση της, τα οποία της έχουν υποβληθεί από τα κράτη μέλη ή τα οποία έχει συλλέξει η ίδια κατόπιν έρευνας. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώσει μια απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίπτεται το αίτημα της επιστροφής των δαπανών βάσει των αντίθετων ισχυρισμών ενός κράτους μέλους ή ακόμη λόγω των αμφιβολιών που δημιουργούν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ένα κράτος μέλος. Το ζημιωθέν κράτος μέλος οφείλει, σύμφωνα με την αρχή ότι το ο ενάγων φέρει το βάρος της αποδείξεως ( 35 ), να αποδείξει ότι η Επιτροπή έχει σφάλει, κατά τρόπο που να δημιουργεί τουλάχιστον εύλογο βαθμό βεβαιότητας ( 36 ).
Ι — Ζωοτροφές
α) Τα στοιχεία που έγιναν γνωστά μετά την 31η Δεκεμβρίου 1991
17.
Η Επιτροπή στήριξε τις διαπιστώσεις της σχετικά με τη συνεχιζόμενη σχέση μεταξύ της ΚΥΔΕΠ και του ελληνικού Δημοσίου σε στοιχεία που περιήλθαν στην κατοχή της κατά τη διάρκεια μιας έρευνας που διεξήγαγε στα γραφεία της ΚΥΔΕΠ και στο ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας μεταξύ 1ης και 4ης Ιουνίου 1992. Με τις παρατηρήσεις της η Επιτροπή επισήμανε ότι οι ελληνικές αρχές επέτρεψαν τη διεξαγωγή τέτοιων ερευνών μόλις μετά τις 14 Μαΐου 1991· η άρνηση χορηγήσεως αυτής της άδειας, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει δικαίωμα διεξαγωγής επιτόπιων ερευνώνν, είχε αποτελέσει, μέχρις ενός βαθμού, έναν από τους κύριους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή αρνήθηκε να επιστρέψει διάφορες δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί η ΚΥΔΕΠ. Σε συνέντευξη του με τους ελεγκτές της Επιτροπής ο γενικός διευθυντής της ΚΥΔΕΠ δήλωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε παρέμβει στην αγορά των ζωοτροφών μετά το 1988 ωστόσο, η ΚΥΔΕΠ, δεδομένου ότι δεν είχε λάβει κανένα επίσημο έγγραφο που να επιβεβαιώνει αυτήν την αλλαγή πολιτικής, είχε συνεχίσει την πρακτική της να πωλεί σε τιμές χαμηλότερες του κόστους, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη συσσώρευση περαιτέρω ελλειμμάτων. Ένα έγγραφο του υπουργείου προς την ΚΥΔΕΠ, της 9ης Νοεμβρίου 1990, το οποίο εξετάζεται και κατωτέρω, έθεσε τέρμα στην πρακτική αυτή στις 16 Νοεμβρίου 1990, μετά τη λήξη του οικονομικού έτους ΕΓΤΠΕ 1990.
18.
Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 729/70 ( 37 ) προβλέπει την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν το τμήμα εγγυήσεων, βάσει των εγγράφων που προσκομίζουν τα κράτη μέλη, πριν το τέλος του έτους που έπεται του συγκεκριμένου οικονομικού έτους. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 και μέχρι σήμερα έχει αποδειχθεί αδύνατη η εκκαθάριση των λογαριασμών εντός της ταχθείσας προθεσμίας, κυρίως λόγω της ανάγκης επαληθεύσεως των πληροφοριών που προσκομίζονται. Το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα πρέπει κατά κανόνα να αποκλείεται η εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων που έχουν περιέλθει στην κατοχή της Επιτροπής μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται τυπικώς για την εκκαθάριση:
«Δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές έχουν την ευθύνη του ελέγχου σχετικά με το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναλήψεως των επιβαλλόμενων από το κοινοτικό δίκαιο δαπανών, ο έλεγχος των υπηρεσιών της Επιτροπής δεν μπορεί να ασκείται παρά μόνο δειγματοληπτικώς. Καθώς αυτός ο διαλείπων μηχανισμός ελέγχου είναι συμφυής στο σύστημα, είναι δυνατό να αποκαλυφθούν πλημμέλειες πολύ καιρό μετά τα γενεσιουργά γεγονότα. Εφόσον οι λογαριασμοί δεν έχουν δεόντως εκκαθαριστεί, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη, δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 729/70, να μη χρεώσει το ΕΓΤΠΕ με επιστροφές μη χορηγηθείσες σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Η υποχρέωση αυτή δεν αίρεται από το γεγονός και μόνο ότι η εκκαθάριση των λογαριασμών έγινε μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης με το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού προθεσμίας. Η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής, ελλείψει οποιασδήποτε κυρώσεως και ενόψει της φύσεως της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, της οποίας το ουσιώδες αντικείμενο είναι η διασφάλιση του ότι οι αναληφθείσες από τις εθνικές αραχές δαπάνες έγιναν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως προθεσμία απλού διαδικαστικού χαρακτήρα εφόσον δεν προσβάλλονται τα συμφέροντα κράτους μέλους.» ( 38 )
19.
Εν όψει αυτού του γενικού νομικού συλλογισμού και της αρνήσεως να επιτραπεί στην Επιτροπή η πρόσβαση στην ΚΥΔΕΠ πριν τα μέσα του 1991, τείνω να απορρίψω το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που περιήλθαν στην κατοχή της κατά τη διάρκεια της έρευνας που διεξήγαγε το 1992.
β) Η παράλειψη αναφοράς στα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ
20.
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, δεδομένου ότι η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει: α) ότι υφίστατο σχέση μεταξύ της πολιτικής της ΚΥΔΕΠ και των εξαγωγών ζωοτροφών, β) ποιο θα ήταν το ύψος των τιμών των ζωοτροφών αν δεν μεσολαβούσε αυτή η παρέμβαση, και γ) ποιο θα ήταν το ύψος των δαπανών για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή αν δεν μεσολαβούσε αυτή η παρέμβαση. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη νομολογία, τέτοιου είδους επιχειρήματα αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο. Με την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988 στην υπόθεση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι «στις αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών δεν απαιτείται λεπτομερής αιτιολογία, εφόσον η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά κατά τη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και, επομένως, γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή κρίνει ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με τα επίμαχα ποσά» ( 39 ).
21.
Πρώτον, η μακρά σειρά υποθέσεων σχετικά με την επίπτωση των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ στους ετήσιους λογαριασμούς που υποβάλλει η Ελληνική Κυβέρνηση αρχίζει με την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Κοινότητα. Οι ανησυχίες που είχε επανειλημμένως εκφράσει η Επιτροπή και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με το κατ' ουσίαν αμετάβλητο της συμπεριφοράς της ΚΥΔΕΠ δείχνουν καθαρά ότι η Ελληνική Κυβέρνηση όφειλε να γνωρίζει και μάλλον γνώριζε τις συνέπειες τους για το μέλλον. Δεύτερον, είναι φανερό ότι η Επιτροπή συζήτησε τις διαπιστώσεις της με τις ελληνικές αρχές, δεδομένου ότι από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι οι εν λόγω αρχές ζήτησαν τη χορήγηση θετικής επιφυλάξεως, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε. Στην έκθεση της σχετικά με τον επιτόπιο έλεγχο που διεξήγαγε μεταξύ 1ης και 4ης Ιουνίου 1992, η Επιτροπή παραθέτει στοιχεία σχετικά με τις ζημίες που υπέστη η ΚΥΔΕΠ στο πλαίσιο των συναλλαγών της στον τομέα των ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών και λοιπών δαπανών της ΚΥΔΕΠ, τα οποία δεν αφήνουν καμία αμφιβολία περί του ότι η ΚΥΔΕΠ πωλούσε σε τιμές χαμηλότερες του κόστους.
22.
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της εν λόγω πρακτικής της πωλήσεως σε τιμές χαμηλότερες του κόστους και των δαπανών του ελληνικού Δημοσίου για επιστροφές κατά την εξαγωγή ζωοτροφών, η Επιτροπή αναφέρει ότι τα ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ ήταν κατά πολύ υψηλότερα από τα ποσά που δηλώθηκαν στο ΕΓΤΠΕ για επιστροφές κατά την εξαγωγή. Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι οι ελληνικές ζωοτροφές δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν προς τρίτες χώρες, ακόμη και αν είχαν δοθεί κοινοτικές ενισχύσεις στις εξαγωγές, χωρίς την παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ. Το Δικαστήριο έχει κρίνει, επίσης με την απόφαση του Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει την ορθότητα της θέσεως του:
«(...) Σε περίπτωση που η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες, για τον λόγο ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως που του αρνείται η Επιτροπή.» ( 40 )
Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι η ΚΥΔΕΠ παρενέβαινε στην αγορά των ζωοτροφών, μειώνοντας τεχνητά τις τιμές, στην Ελληνική Κυβέρνηση εναπόκειται να προσπαθήσει να αποδείξει ότι τούτο δεν είχε επίπτωση στον όγκο των εξαγωγών και, επομένως, ούτε στο ύψος των δαπανών για επιστροφές κατά την εξαγωγή, με αναφορά στην τιμή την οποία θα είχε επιτύχει αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρέμβαση αυτή. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν επιχείρησε ρητά να αποδείξει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, όταν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση το Δικαστήριο της ζήτησε να προσκομίσει αντίγραφα δύο εμπιστευτικών επισήμων εγγράφων ( 41 ), η Ελληνική Κυβέρνηση συμμορφώθηκε — αν και όχι εντός της ταχθείσας προθεσμίας — και προσκόμισε τα έγγραφα αυτά, τα οποία θα εξετάσω κατωτέρω και από τα οποία το ένα είναι κρίσιμο για το παρόν ζήτημα. Δεδομένου ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν παρέσχε καμία εξήγηση σχετικά με τα έγγραφα αυτά και ότι, λόγω της εκπρόθεσμης υποβολής τους, δεν ήταν δυνατή ούτε η υποβολή σχετικών ερωτήσεων στους διαδίκους, είμαι αναγκασμένος να ερμηνεύσω τη σημασία τους με δική μου πρωτοβουλία. Το ένα από τα έγγραφα αυτά, μια απόφαση της 27ης Αυγούστου 1990, παραπέμπει σε διάφορες προγενέστερες αποφάσεις που δεν έχουν προσκομιστεί, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την υποχρέωση που ήδη φέρει η Ελληνική Κυβέρνηση να παράσχει σαφείς εξηγήσεις σχετικά με τη φύση, την έκταση και τον σκοπό των παρεμβάσεων της στην αγορά μέσω της ΚΥΔΕΠ. Η απόφαση αυτή προσδιόριζε τις τιμές που επρόκειτο να επιβάλει η ΚΥΔΕΠ από την 1η Σεπτεμβρίου 1990 για την πώληση ορισμένων κτηνοτροφικών σιτηρών είτε απευθείας στους 'Ελληνες αγρότες είτε σε επιχειρήσεις παραγωγής ζωοτροφών, όσον αφορά τις ζωοτροφές που προορίζονταν αποκλειστικά για την ελληνική αγορά. Από τις προσδιορισθείσες τιμές, τις οποίες γνώριζε η Επιτροπή, και από τις εκτιμήσεις της Επιτροπής σχετικά με τις τιμές αγοράς των σιτηρών, τις διαχειριστικές δαπάνες της ΚΥΔΕΠ και άλλες δαπάνες καθίσταται σαφές ότι η εν λόγω απόφαση συνεπαγόταν αναπόφευκτα ότι η ΚΥΔΕΠ θα πωλούσε επί ζημία ( 42 ). Ωστόσο, η απόφαση αυτή φέρεται ότι θεσπίζει ένα διαφορετικό καθεστώς για την πώληση σιτηρών σε παραγωγούς ζωοτροφών, όσον αφορά τις ζωοτροφές που προορίζονται για εξαγωγή. Υπό το καθεστώς αυτό, η ΚΥΔΕΠ προβλεπόταν να προβαίνει στις πωλήσεις αυτές σε τιμές κόστους, λαμβανομένων υπόψη των διαχειριστικών της δαπανών, των εξόδων μεταφοράς και άλλων δαπανών.
23.
Φαίνεται ότι με την απόφαση αυτή οι ελληνικές αρχές σκοπούσαν να ρυθμίσουν χωριστά τις εξαγωγές ζωοτροφών, πιθανώς για να διασφαλίσουν μια τυπική συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής ( 43 ), εξακολουθώντας παράλληλα να παρεμβαίνουν μαζικά στην εγχώρια αγορά ζωοτροφών. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι τούτο υπονομεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο την απόφαση της Επιτροπής. Πολλώ μάλλον, το νέο αυτό έγγραφο την ενισχύει. Πρώτον, οι λεπτομέρειες αυτής της αποφάσεως περί αλλαγής πολιτικής απεκρύβησαν από την Επιτροπή (προφανώς επειδή η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει τον ρόλο του Δημοσίου όσον αφορά την υπαγόρευση των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες του κόστους στις οποίες προβαίνει η ΚΥΔΕΠ εντός της εθνικής αγοράς), οπότε η Επιτροπή δεν μπορούσε να γνωρίζει την προσπάθεια εξυγιάνσεως των εξαγωγικών δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ.
24.
Δεύτερον, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν έχει προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ο διαχωρισμός της εγχώριας αγοράς από τις εξαγωγικές αγορές επιχειρήθηκε πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1990, οπότε συμπεραίνω ότι η απόφαση της 27ης Αυγούστου 1990 ήταν, από την άποψη αυτή, καινοτόμος. Συνεπώς, ανεξαρτήτως των ουσιαστικών πλεονεκτημάτων της πολιτικής που εγκαινιάστηκε με την απόφαση αυτή, ορθώς η Επιτροπή συμπέρανε, όσον αφορά τους προηγούμενους οκτώμισι μήνες του οικονομικού έτους 1990, ότι η πολιτική των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες του κόστους που εφάρμοζε η ΚΥΔΕΠ επηρέαζε άμεσα το καθεστώς των επιστροφών λόγω εξαγωγής.
25.
Τρίτον, από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει ότι η απόφαση της 29ης Αυγούστου 1990 θεράπευσε τα προβλήματα που παρουσίαζαν οι ελληνικές εξαγωγές ζωοτροφών και που οδήγησαν την Επιτροπή να αρνηθεί τη χρηματοδότηση των δαπανών για επιστροφές λόγω εξαγωγής. Δεν έχει προσκομιστεί καμία ένδειξη περί του ότι ελήφθησαν μέτρα για να διασφαλιστεί ότι τα σιτηρά που πωλούνταν σε τιμές χαμηλότερες του κόστους σε παραγωγούς ζωοτροφών με προορισμό την εγχώρια αγορά δεν διοχετεύονταν στις εξαγωγές. Δεν είναι σαφές αν θεσπίστηκαν κανόνες με σκοπό να εμποδίσουν την διπλή επιδότηση των εξαγωγικών πωλήσεων των παραγωγών μέσω των επιδοτούμενων δραστηριοτήτων τους εντός της εγχώριας αγοράς. Γενικότερα, η ενίσχυση που δόθηκε στους Έλληνες παραγωγούς ζωοτροφών όσον αφορά τις πωλήσεις τους στην εσωτερική αγορά μπορεί να τους επέτρεψε να επιβιώσουν σε περιπτώσεις στις οποίες άλλοι κοινοτικοί παραγωγοί θα είχαν διαφορετικά ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι αυτών, οπότε το γεγονός ότι διατήρησαν τη δυνατότητα τους να εξάγουν και να λαμβάνουν τις επιστροφές λόγω εξαγωγής μπορεί να οφειλόταν σ' αυτήν την υποστήριξη που έλαβαν από τις εθνικές αρχές. Φυσικά, όλα αυτά αποτελούν γνωστά προβλήματα απορρέοντα από την κατάτμηση των αγορών. Θα ήθελα να προσθέσω ότι, εντελώς ανεξάρτητα από τον προδήλως παράνομο χαρακτήρα της ενισχύσεως που χορηγούν οι ελληνικές αρχές όσον αφορά την εθνική αγορά, οποιαδήποτε προσπάθεια παρεμποδίσεως των εξαγωγών επιδοτουμένων ζωοτροφών (η οποία, όπως είδαμε, θα ήταν αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση του διαχωρισμού των εγχώριων από τις εξαγωγικές αγορές) θα ήταν ασυμβίβαστη προς τους κοινοτικούς κανόνες περί απαγορεύσεως των περιορισμών επί των εξαγωγών.
26.
Κατά την άποψη μου, μολονότι πολλές κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική των ελληνικών αρχών απεκρύβησαν από την Επιτροπή, το συμπέρασμα της Επιτροπής, ότι δηλαδή η πολιτική της πωλήσεως σιτηρών σε τιμές χαμηλότερες του κόστους, την οποία εφάρμοζε η ΚΥΔΕΠ, είχε δυσμενείς συνέπειες για το καθεστώς των επιστροφών λόγω εξαγωγής, ήταν αναμφίβολα ορθό.
γ) Η σχέση της ΚΥΔΕΠ με το ελληνικό Δημόσιο
27.
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά την κρίσιμη περίοδο, δεν τη συνέδεαν με την ΚΥΔΕΠ δεσμοί ανάλογοι με εκείνους που περιγράφονται στην προγενέστερη νομολογία. Η πεποίθηση που είχαν ενδεχομένως οι διοικούντες την ΚΥΔΕΠ, ότι δηλαδή το ελληνικό Δημόσιο θα εξακολουθούσε να καλύπτει τα ελλείμματα που προκαλούσε η πώληση σε τιμές χαμηλότερες του κόστους, ήταν εσφαλμένη. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, όταν η ΚΥΔΕΠ τέθηκε υπό καθεστώς εκκαθαρίσεως το 1993, δεν προσέφυγε σε κάποια από τις δύο διαδικασίες που θα μπορούσε να ακολουθήσει για να επιτύχει την κάλυψη των χρεών της από το Δημόσιο, όπως θα είχε συμβεί αν το Δημόσιο είχε εγγυηθεί για τις ζημίες της.
28.
Δεν αμφισβητείται ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, η ΚΥΔΕΠ προέβαινε σε πωλήσεις ζωοτροφών σε τιμές χαμηλότερες του κόστους. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο γενικός διευθυντής της ΚΥΔΕΠ δήλωσε στην Επιτροπή ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε σταματήσει να παρεμβαίνει στην αγορά των ζωοτροφών μετά το 1987. Η Ελληνική Κυβέρνηση προσκόμισε επιπλέον ως αποδεικτικό στοιχείο ένα έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου 1991, το οποίο η ΚΥΔΕΠ είχε αποστείλει στον Υπουργό Γεωργίας και με το οποίο αναγνώριζε ότι δεν είχε λάβει χρηματοδότηση για τέτοιου είδους παρεμβάσεις από το 1988. Ωστόσο, κανένα επίσημο έγγραφο δεν είχε θέσει τέρμα στην προηγούμενη πρακτική, η δε ΚΥΔΕΠ συνέχιζε τις προηγούμενες παρεμβατικές πρακτικές. Εν όψει αυτού του γεγονότος, ήταν δικαιολογημένες οι υπόνοιες της Επιτροπή ότι η Ελληνική Κυβέρνηση εξακολουθούσε να ελέγχει άτυπα τις δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ, χωρίς να παρέχει τυπικά την εγγύηση του.
29.
Το γεγονός ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος προκάλεσε τελικά το 1993 την κήρυξη της ΚΥΔΕΠ σε πτώχευση ουδόλως διαψεύδει την άποψη της Επιτροπής σχετικά με τις δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ το 1990. Επιπλέον, δεδομένου ότι τα περιουσιακά στοιχεία της ΚΥΔΕΠ δεν αρκούσαν ούτε κατ' ελάχιστο για να καλύψουν τις ζημίες της, η διαγραφή των χρεών της προς μια κρατική τράπεζα θα είχε ως αποτέλεσμα την κάλυψη από μέρους του Δημοσίου των δαπανών για τις εκτεταμένες παρεμβάσεις της στην αγορά — θα είχε δηλαδή τελικά το ίδιο αποτέλεσμα με μια απευθείας χορήγηση γραμμής του κρατικού προϋπολογισμού στην ΚΥΔΕΠ ή με την παροχή εγγυήσεως από μέρους του Δημοσίου για τη δανειοδότηση της ΚΥΔΕΠ από κρατική τράπεζα.
30.
Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται άμεσα η ανάμειξη του Δημοσίου στις δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ. Το πρώτο από τα στοιχεία αυτά είναι ένας νόμος που ψηφίστηκε από την ελληνική Βουλή τον Φεβρουάριο 1992 ( 44 ), ο οποίος προβλέπει, στο άρθρο 32, την καταβολή σημαντικών ποσών από το Δημόσιο στις συνεταιριστικές οργανώσεις που είναι υπεύθυνες για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των ζωοτροφών, όσον αφορά τις δραστηριότητες ορισμένων ετών, μέχρι και το 1989. Ο νόμος αυτός αφορά δηλαδή ολόκληρο το οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ 1989 (για το οποίο η αρνητική επιφύλαξη σχετικά με τις ζωοτροφές κατέστη οριστική με την απόφαση περί εκκαθαρίσεως του 1990)· αν ο εν λόγω νόμος εφαρμόζεται βάσει των ημερολογιακών ετών ( 45 ) αφορά επίσης ένα μέρος του οικονομικού έτους 1990, το οποίο άρχισε στις 16 Οκτωβρίου 1989.
31.
Η Ελληνική Κυβέρνηση, με έγγραφο προς την Επιτροπή της 25ης Σεπτεμβρίου 1992, υποστήριξε ότι η εν λόγω νομοθετική πρόβλεψη περί αναλήψεως της ευθύνης από μέρους του κράτους για ορισμένα από τα χρέη της ΚΥΔΕΠ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η ΚΥΔΕΠ θα κριθεί βιώσιμη ( 46 ). Ωστόσο, δεν βλέπω γιατί η κρατική αυτή ενίσχυση θα πρέπει να παύσει να θεωρείται ως ενίσχυση της πολιτικής των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες του κόστους που εφάρμοζε η ΚΥΔΕΠ λόγω της εξαρτήσεως της από την προϋπόθεση ότι η ΚΥΔΕΠ θα κριθεί τελικώς βιώσιμη. Σε τελική ανάλυση, η χορήγηση της ενισχύσεως αυτής θα αύξανε σημαντικά τις πιθανότητες επιβιώσεως της ΚΥΔΕΠ, παρά το γεγονός ότι αυτή εφαρμόζει μια κατά τα λοιπά παράτολμη από οικονομικής απόψεως πολιτική στην αγορά των σιτηρών.
32.
Στην έκθεση της Επιτροπής περί των επιτόπιων ελέγχων που διεξήγαγε στην ΚΥΔΕΠ μεταξύ 1ης και 4ης Ιουνίου 1992 μνημονεύεται επίσης ένα έγγραφο που είχε απευθύνει ο Έλληνας Υπουργός Γεωργίας στην ΚΥΔΕΠ και το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την παύση των παρεμβάσεων της στην αγορά από τις 16 Νοεμβρίου 1990. Αντίγραφο του εγγράφου αυτού προσκόμισε ως αποδεικτικό στοιχείο η Ελληνική Κυβέρνηση πριν από την έναρξη της προφορικής διαδικασίας, όπως της είχε ζητήσει το Δικαστήριο ( 47 ). Με το έγγραφο αυτό, το οποίο φέρει ημερομηνία της 9ης Νοεμβρίου 1990, ο υπουργός γνωστοποίησε στην ΚΥΔΕΠ τη μερική ανάκληση από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δύο αποφάσεων της, της 27ης Αυγούστου 1990 και της 26ης Ιουλίου 1990. Η απόφαση της 27ης Αυγούστου 1990 αφορούσε τις τιμές πωλήσεως σιτηρών τις οποίες είχε επιβάλει η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και οι οποίες επρόκειτο να αντικατασταθούν από ελεύθερες τιμές (δηλαδή από τιμές της αγοράς). Η άλλη απόφαση έθετε τέρμα στην πρακτική της καλύψεως των ελλειμμάτων της ΚΥΔΕΠ που απέρρεαν από την εισαγωγή σιτηρών (και, όπως εξυπακούεται, από την επακόλουθη πώληση τους σε τιμές χαμηλότερες του κόστους).
33.
Όταν, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το Δικαστήριο ζήτησε από την Ελληνική Κυβέρνηση να προσκομίσει τα κείμενα των προγενέστερων αποφάσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο εκπρόσωπος της εν λόγω κυβερνήσεως δήλωσε ότι θα τα προσκόμιζε εντός τριών εβδομάδων. Εν τέλει, τα εν λόγω έγγραφα προσκομίστηκαν μια εβδομάδα μετά την πάροδο της προθεσμίας. Όπως έχω ήδη αναφέρει, χαρακτηρίζονται ως αποφάσεις της Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων, και όχι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά, εν πάση περιπτώσει, αποτελούν αναμφισβήτητα αποφάσεις δημοσίου φορέα. 'Εχω ήδη περιγράψει σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της αποφάσεως της 27ης Αυγούστου 1990, από την οποία προκύπτει σαφώς ότι το Δημόσιο υπαγόρευε την πολιτική των πωλήσεων κτηνοτροφικών σιτηρών σε τιμές χαμηλότερες του κόστους στην ελληνική εσωτερική αγορά, την οποία εφάρμοζε η ΚΥΔΕΠ κατά την περίοδο μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990. Επιπλέον, η απόφαση αποδεικνύει ότι η ΚΥΔΕΠ απαλλασσόταν, επί διάστημα έξι μηνών από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως, από την πληρωμή τόκου για τα δάνεια που ελάμβανε για τη χρηματοδότηση των αγορών σιτηρών, αναθέτει δε στον Υπουργό Γεωργίας την εξουσία λήψεως περαιτέρω μέτρων για την εφαρμογή της.
34.
Η άλλη απόφαση, της 26ης Ιουλίου 1990, προβλέπει ρητά την κάλυψη από το Υπουργείο Γεωργίας των χρεών της ΚΥΔΕΠ που θα προέκυπταν από την εισαγωγή κτηνοτροφικών σιτηρών για τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς μεταξύ 1ης Ιουνίου 1990 και 31ης Δεκεμβρίου 1990, μέχρι του ανώτατου ορίου των 2400000 δρχ. και εξουσιοδοτεί τον υπουργό να λάβει περαιτέρω μέτρα για την εφαρμογή της αποφάσεως.
35.
Μολονότι η εν λόγω απόδειξη της παρεμβάσεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος αφορά μια περίοδο εμπορικής δραστηριότητας μικρότερη από τέσσερις μήνες, αν συνδυαστεί με τον προαναφερθέντα νόμο του 1992 και με την εξακολούθηση από μέρους της ΚΥΔΕΠ της πρακτικής των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες του κόστους καθ' όλη την επίμαχη περίοδο, αρκεί για να δικαιολογήσει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η ΚΥΔΕΠ εξακολουθούσε να εξαρτάται από το ελληνικό Δημόσιο και ότι ενεργούσε για λογαριασμό του ελληνικού Δημοσίου όταν παρενέβαινε στην αγορά των ζωοτροφών.
δ) Το ύψος της δημοσιονομικής διορθώσεως
36.
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να κατακρατήσει ολόκληρο το ποσό των αιτηθεισών δαπανών για τις επιστροφές λόγω εξαγωγής. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έπρεπε να της αποδοθεί εκείνο το μέρος του σταθερού ποσού των επιστροφών λόγω εξαγωγής που έπρεπε να καταβάλει προκειμένου να εναρμονιστούν οι (χαμηλότερες του κόστους) ελληνικές τιμές των ζωοτροφών με τις (χαμηλότερες) τιμές στις διεθνείς αγορές· η Επιτροπή όφειλε να αφαιρέσει μόνο εκείνο το μέρος του σταθερού ποσού των επιστροφών λόγω εξαγωγής, το οποίο, αν καταβαλλόταν, θα είχε συμβάλει στη χρηματοδότηση των δαπανών των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες του κόστους εκ μέρους της ΚΥΔΕΠ.
37.
Η άποψη της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού εκτίθεται στην έκθεση της περί των επιτόπιων ελέγχων που διεξήγαγε μεταξύ 1ης και 4ης Ιουνίου 1992 και είναι κατ' ουσίαν όμοια με εκείνη που συνοψίζεται στην έκθεση ακροατηρίου στην υπόθεση Ελλάδα κατά Επιτροπής ως εξής ( 48 )
«(...) Η Επιτροπή εκφράζει την άποψη ότι, για τα κτηνοτροφικά σιτηρά, που χαρακτηρίζονται από ελαστικότητα της ζήτησης λόγω της πολύ υψηλής τιμής τους, η επίπτωση της πολύ σημαντικής αυτής μείωσης της τιμής κόστους των ζωοτροφών [που οφείλεται στην παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ] είναι τέτοια, που, σε μια κανονική κατάσταση, χωρίς καμία εθνική ενίσχυση, δηλαδή σε μια τιμή σαφώς πιο υψηλή, τα προϊόντα αυτά δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν. Από τις δηλώσεις δαπανών, όμως, τις οποίες υπέβαλε η Ελλάδα, προκύπτει ότι το κράτος μέλος αυτό είναι σημαντικός εξαγωγέας συνθέτων ζωοτροφών. Δεδομένου δε ότι η οικονομική επιβάρυνση που δημιουργείται από τις εξαγωγές αυτές είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά της παρεμβάσεως αυτής επί του κόστους του προϊόντος, το ΕΓΤΠΕ δεν μπορεί να αναδεχθεί τις επιστροφές που χορηγήθηκαν (...) για τις εν λόγω ζωοτροφές.»
38.
Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο δέχτηκε την άποψη της Επιτροπής ( 49 ). Συνεπώς, επιβάλλεται η κατακράτηση ολόκληρου του ποσού των δαπανών για τις επιστροφές λόγω εξαγωγής σε περιπτώσεις στις οποίες η κρατική ενίσχυση παρέχει σε, κατά τα λοιπά, μη ανταγωνιστικά προϊόντα τη δυνατότητα να υπερβούν τα επίπεδα τιμών που αποτελούν κριτήριο για τον διαχωρισμό των προϊόντων τα οποία (με τη βοήθεια των κοινοτικών επιστροφών λόγω εξαγωγής) είναι ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές από εκείνα που δεν είναι ανταγωνιστικά. Μολονότι η άμεση σχέση μεταξύ των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες του κόστους από μέρους της ΚΥΔΕΠ και των ελληνικών εξαγωγών ζωοτροφών μπορεί να εξασθένησε μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990 (αν υποτεθεί — παρά την έλλειψη αποδείξεων — ότι η ελληνική απόφαση της 27ης Αυγούστου 1990 ήταν αποτελεσματική όσον αφορά τον διαχωρισμό της εθνικής από την εξαγωγική αγορά), τα έμμεσα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που άντλησαν οι Έλληνες παραγωγοί ζωοτροφών από την επιδοτούμενη εθνική αγορά σημαίνουν ότι, ακόμη και κατά την περίοδο αυτήν, εύλογα συμπέρανε η Επιτροπή ότι αυτοί ενισχύονταν από το ελληνικό Δημόσιο για να υπερβούν τα προαναφερθέντα επίπεδα τιμών. Το αντίθετο επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί.
II — Ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάοον
α) Εξουσία πραγματοποιήσεως κατ' αποκοπή διορθώσεως
39.
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι καμία διάταξη της κοινοτικής νομοθεσίας δεν προβλέπει την αφαίρεση αυθαιρέτως προσδιοριζόμενων ποσών από τα ποσά των οποίων την απόδοση ζητούν τα κράτη μέλη από το Ταμείο. Η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα αυτό με τον ισχυρισμό ότι είναι δυνατή η κατακράτηση ολόκληρου του αιτούμενου ποσού, όταν οι δαπάνες δεν έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Η αφαίρεση από το αιτούμενο ποσό μόνο ενός ποσοστού, το οποίο αντιστοιχεί σε μια εκτίμηση του κινδύνου για το Ταμείο, είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας να αποφευχθεί η επιβολή υπέρμετρων κυρώσεων στα κράτη μέλη λόγω της πλημμελούς ασκήσεως εποπτείας από μέρους τους.
40.
Φρονώ ότι το επιχείρημα της Επιτροπής βρίσκει έρεισμα στο κείμενο των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, που περιγράφηκε ανωτέρω, καθώς και στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι «σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η έκταση της αυξήσεως των δαπανών μιας θέσεως του προϋπολογισμού του ΕΓΤΠΕ, που προκλήθηκε από ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο εθνικό μέτρο, η Επιτροπή δεν έχει άλλη επιλογή από το να αρνηθεί τη χρηματοδότηση τον συνόλου των εν λόγω δαπανών» ( 50 ). Στη συνέχεια, αφού ανέφερε ότι στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως που του αρνείται η Επιτροπή ( 51 ), το Δικαστήριο έκρινε:
«Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση κατά την οποία, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των κατά παράβαση των σχετικών κανόνων διενεργηθεισών δαπανών, προσπάθησε να διαπιστώσει τις οικονομικές επιπτώσεις της παράνομης ενέργειας μέσω υπολογισμών βασιζόμενων σε εκτίμηση της κατάστασης που θα είχε προκύψει στην οικεία αγορά αν δεν είχε διαπραχθεί η παράβαση. Σε μια τέτοια περίπτωση, το βάρος αποδείξεως του εσφαλμένου των υπολογισμών αυτών φέρει το κράτος που ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως περί μη χρηματοδοτήσεως.» ( 52 )
41.
Ο τρόπος υπολογισμού που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στην υπόθεση εκείνη ήταν ακριβέστερος από τον εν προκειμένω επίμαχο, ο οποίος έχει διαμορφωθεί για να χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου η έλλειψη αποτελεσματικών ελέγχων και η συνακόλουθη έλλειψη εγκύρων στοιχείων αποκλείουν την πραγματοποίηση λεπτομερών υπολογισμών του κινδύνου. Εντούτοις, η ίδια αρχή ισχύει και εν προκειμένω: οσάκις η Επιτροπή προσπαθεί να υπολογίσει, με οποιονδήποτε τρόπο, την πραγματική ή πιθανή ζημία που θα υποστεί το Ταμείο λόγω παραβάσεως των κανόνων του κοινοτικού δικαίου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η εκτίμηση της είναι εσφαλμένη. Καταρχήν δεν μπορεί να προβληθεί καμία αντίρρηση σχετικά με την επιδίωξη της Επιτροπής να υπολογίσει, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, τις ζημίες αυτές.
42.
Η πρακτική της επιβολής κατ' αποκοπήν ή ενιαίων διορθώσεων δεν είναι πρόσφατη. Εφαρμόζεται από την Επιτροπή από πολλών ετών και έχει λάβει τη σιωπηρή έγκριση του Δικαστηρίου. Π.χ., στην απόφαση του Ιταλία κατά Επιτροπής ( 53 ), το Δικαστήριο άφησε να εννοηθεί ότι θεωρούσε νόμιμη την απόφαση της Επιτροπής να επιβάλει μια κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 2 % των δαπανών για ενισχύσεις για τη μεταποίηση σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος σε ζωοτροφές, δεδομένου ότι οι ιταλικές αρχές είχαν παραλείψει να προσκομίσουν αποδείξεις σχετικά με το ποσοστό της πραγματικής απομειώσεως της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος κατά τη διαδικασία παρασκευής. Σε μια άλλη υπόθεση, Ιταλία κατά Επιτροπής ( 54 ), το Δικαστήριο εξέτασε, χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις, μια κατ' αποκοπήν μείωση κατά 5 % του ποσού που είχε αναγνωριστεί στο πλαίσιο μιας θέσεως του προϋπολογισμού του ΕΓΤΠΕ- τέλος, με την απόφαση του στην υπόθεση Ιρλανδία κατά Επιτροπής ( 55 ), το Δικαστήριο ενέκρινε σιωπηρώς τη δυνατότητα μειώσεως των υπό κρίση δαπανών κατά 2 %. Η μείωση κατά ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί ρητά. Σε τελική ανάλυση, τα επιβαλλόμενα ποσοστά μειώσεως αποτελούν μια μικρή κύρωση για τα κράτη μέλη, συγκρινόμενα με την έσχατη κύρωση της μη αναγνωρίσεως του συνόλου των επίμαχων δαπανών. Η διυπηρεσιακή επιτροπή της Επιτροπής προσπάθησε να υιοθετήσει κατά τρόπο ισόρροπο και δίκαιο κριτήρια, ως προς τον βαθμό στον οποίο διακυβεύονται οι κοινοτικοί πόροι λόγω της μη εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων από τα κράτη μέλη.
β) Παράλειψη προσδιορισμού των ζημιών
43.
Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν υπολόγισε ορθά τις ζημίες που προκλήθηκαν από την παράλειψη καθιερώσεως ενός προσήκοντος συστήματος εποπτείας στον τομέα της παραγωγής ελαιολάδου. Λόγω της ανυπαρξίας ενός τέτοιου συστήματος, όπως επίσης μητρώου, μηχανογραφημένων δελτίων και τακτικών ελέγχων, η Επιτροπή δεν είχε στη διάθεση της αξιόπιστα στοιχεία, βάσει των οποίων θα μπορούσε να υπολογίσει με ακρίβεια το πιθανό ύψος των ζημιών. Η διυπηρεσιακή επιτροπή της Επιτροπής έλαβε υπόψη με τις προτάσεις της, οι οποίες συνοψίζονται ανωτέρω, το ενδεχόμενο αυτό, τα δε κριτήρια τα οποία έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση των προτάσεων αυτών δεν έχουν επικριθεί, αυτά καθαυτά. Επομένως, αν η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αποδείξει ότι δεν πληρούνταν τα κοινοποιηθέντα κριτήρια για μια μείωση ύψους 10 %, η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί επαρκής.
γ) Καθυστερήσεις σχετικά με τη σύσταση του ελαιοκομικού μητρώου και των μηχανογραφημένων δελτίων
δ) Οι έλεγχοι από μέρους του οργανισμού ελέγχου
44.
Αυτοί οι λόγοι ακυρώσεως είναι σκοπιμότερο να εξεταστούν μαζί: όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Επιτροπή δικαιολογεί τη μείωση κατά 10 % των ποσών των οποίων ζητείται η απόδοση σχετικά με ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου, επικαλούμενη πλημμέλειες σε ολόκληρο το σύστημα εποπτείας ή, τουλάχιστον, στα ονοιώάη εκείνα στοιχεία του που προορίζονται να διασφαλίσουν την κανονικότητα των δαπανών. Οι εν λόγω πλημμέλειες πρέπει να είναι ικανές να συνεπάγονται έναν «σοβαρό κίνδυνο γενικευμένων απωλειών» για το Ταμείο. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα εμπόδια που αντιμετώπισε κατά την προετοιμασία του ελαιοκομικού μητρώου ήταν τέτοιου είδους ώστε να είναι αντικειμενικά αδύνατη η πλήρωση των προϋποθέσεων που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 154/75 του Συμβουλίου ( 56 ). Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ένα μέρος των μηχανογραφημένων δελτίων σχετικά με την ελαιοκαλλιέργεια είχε ολοκληρωθεί και χρησιμοποιούνταν από τον δημόσιο φορέα που χορηγούσε τις ενισχύσεις, τη ΔΙΔΑΓΕΠ. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι ο ανεπαρκής αριθμός ελέγχων από μέρους του οργανισμού ελέγχου αντισταθμίστηκε από τον επαρκή αριθμό ελέγχων (1534) που διενήργησαν οι κατά τόπους αρμόδιες διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας.
45.
Όσον αφορά το ελαιοκομικό μητρώο, με επιστολή της 28ης Δεκεμβρίου 1988 (δηλαδή τρεις μέρες πριν από την λήξη της προθεσμίας εφαρμογής της οδηγίας), η Ελληνική Κυβέρνηση υπέβαλε προς έγκριση στην Επιτροπή ένα πειραματικό πρόγραμμα για την κατάρτιση του μητρώου. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής σχετικά με τα μέσα επιλύσεως των προβλημάτων αυτών, με αποτέλεσμα να προτείνει η Επιτροπή, στις 21 Ιουνίου 1991, ένα αρχικό πρόγραμμα-«πιλότο», για το οποίο προκηρύχθηκε η υποβολή προσφορών στις 22 Απριλίου 1992 ( 57 ). Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ενώ η ίδια προσπαθούσε να διευκολύνει την προετοιμασία του μητρώου, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε κατά την κρίσιμη περίοδο κανένα ρεαλιστικό πρόγραμμα και επέδειξε αμέλεια στην εφαρμογή του προγράμματος. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα τα φερόμενα ως ανυπέρβλητα εμπόδια τα οποία αντιμετώπισε κατά την κατάρτιση του μητρώου. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η Επιτροπή προσπάθησε να τη βοηθήσει στις όψιμες προσπάθειες που κατέβαλε για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δέχτηκε σιωπηρά ότι η μη συμμόρφωση ήταν συγγνωστή ή ότι το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να τη θεωρήσει συγγνωστή.
46.
Όσον αφορά τους ελέγχους που διενήργησε ο οργανισμός ελέγχου επί των οργανωμένων παραγωγών, είναι προφανές ότι οι 1534 έλεγχοι που διεξήγαγαν οι κατά τόπους αρμόδιες διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας δεν ασκούν επιρροή. Οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν ανεξαρτήτους παραγωγούς και, μολονότι είναι δυνατό να πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3061/84 της Επιτροπής ( 58 ), όπως έχει τροποποιηθεί, περί διεξαγωγής από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ελέγχων ανερχομένων σε ποσοστό 4 %, σε περιπτώσεις όπου δεν έχει καταρτιστεί ελαιοκομικό μητρώο, οι εν λόγω έλεγχοι ουδόλως επηρεάζουν το ζήτημα της επάρκειας της εποπτείας των αιτήσεων των οργανωμένων παραγωγών. Επομένως, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να θέτουν υπό αμφισβήτηση τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση της Επιτροπής ως προς αυτό το σημείο: ανεπάρκεια των ελέγχων που διενεργήθηκαν αποκλειστικά βάσει εγγράφων σε ποσοστό 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων των οργανώσεων παραγωγών (άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2261/84 ( 59 )· άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 3061/84), και ανεπαρκής ο αριθμός (499) των περαιτέρω ελέγχων που διενήργησε το Δημόσιο μέσω του οργανισμού ελέγχου (άρθρο 14, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2261/84).
47.
Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι είχε πραγματοποιηθεί εν μέρει η κατάρτιση μηχανογραφημένων δελτίων (σε ποσοστό 47 % για το οικονομικό έτος 1990), ότι τα εν λόγω δελτία τα χρησιμοποιούσε η ΔΙΔΑΓΕΠ και ότι οι ελλείψεις καλύπτονταν από συμπληρωματικούς ελέγχους που διεξήγαν οι κατά τόπους αρμόδιες διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας. Ωστόσο, δεν έχουν προσκομιστεί αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των δύο τελευταίων ισχυρισμών. Οι ελεγκτές της Επιτροπής παρατήρησαν ότι ορισμένες σημαντικές περιοχές δεν αναφέρονταν καθόλου στα δελτία και ότι τα δελτία δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, ως είχαν, από το προσωπικό της ΔΙΔΑΓΕΠ ( 60 ). Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή θεώρησε ανεπαρκή τον αριθμό των ελέγχων που είχαν διενεργηθεί στην περίπτωση των οργανωμένων ελαιοκαλλιεργητών, η δε Ελληνική Κυβέρνηση δεν έχει αποδείξει πώς οι κατά τόπους αρμόδιες διευθύνσεις, οι οποίες ήταν υπεύθυνες μόνο για τους ανεξάρτητους παραγωγούς, μπορούσαν να καλύψουν την έλλειψη αυτή ή την παράλειψη θέσεως σε λειτουργία των μηχανογραφημένων δελτίων σχετικά με τους οργανωμένους παραγωγούς.
48.
Στο σημείο αυτό, η άποψη της Επιτροπής παρουσιάζει ίσως ένα πρόβλημα, το οποίο δεν έχει επισημανθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση. Το άρθρο 11 του κανονισμού 3061/84 ( 61 ), όπως έχει τροποποιηθεί, τάσσει για την ολοκλήρωση της καταρτίσεως των μηχανογραφημένων δελτίων μια προθεσμία που έληξε στις 31 Οκτωβρίου 1990, δηλαδή μετά το τέλος του οικονομικού έτους 1990, το οποίο έληξε στις 15 Οκτωβρίου 1990. Δικαιούται η Επιτροπή να προβάλει τη φερόμενη παράβαση μιας υποχρεώσεως η οποία δεν έχει «στοιχειοθετηθεί»; Δεν βλέπω πώς η Επιτροπή θα μπορούσε να δράσει βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ώστε να επιτύχει τη συμμόρφωση με την υποχρέωση πριν από τη λήξη της προθεσμίας, μολονότι μπορεί να έχει το δικαίωμα να ενεργήσει πριν από τον χρόνο αυτό, προκειμένου να επιβάλει την συμμόρφωση με τη δευτερεύουσα υποχρέωση της χρησιμοποιήσεως, για τη διενέργεια των ελέγχων των στοιχείων που περιέχουν τα μηχανογραφημένα δελτία που έχουν καταρτιστεί. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ με εκείνον που διαδραματίζει όταν αναλαμβάνει δράση για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με το κοινοτικό δίκαιο, π.χ., δυνάμει των άρθρων 169 και 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Στην πρώτη από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η Επιτροπή δεν διαθέτει την ίδια διακριτική ευχέρεια όπως στη δεύτερη και οφείλει να δρα για την προστασία του Ταμείου από πιθανές ζημίες που οφείλονται στη μη συμμόρφωση με τους κοινοτικούς κανόνες ( 62 ). Επομένως, η Επιτροπή δικαιολογημένα συνήγαγε ότι η παράλειψη χρήσεως από τη ΔΙΔΑΓΕΠ των στοιχείων που περιείχαν τα μηχανογραφημένα δελτία καθώς και η παράλειψη καταρτίσεως από το Ελληνικό Δημόσιο, ενόσω πλησίαζε η λήξη της προθεσμίας, ενός συστήματος μηχανογραφημένων δελτίων το οποίο θα είχε ολοκληρωθεί μέχρι την ημερομηνία εκείνη, αποτελούσαν ενδείξεις ενός ακόμη κενού του προβλεπομένου συστήματος εποπτείας.
49.
Τελικά, ο συνδυασμός των στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση είναι αυτό που με πείθει ότι η εκτίμηση της Επιτροπής πρέπει να επικυρωθεί. Η νωχελική στάση των ελληνικών αρχών όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, τη σύσταση του ελαιοκομικού μητρώου και την κατάρτιση των μηχανογραφημένων δελτίων δείχνει ότι προβλήματα υπήρχαν σε όλα τα επίπεδα του συστήματος εποπτείας, σε βαθμό που επέτρεπε στην Επιτροπή να συναγάγει ότι πληρούνταν οι αυστηρές προϋποθέσεις μιας μειώσεως κατά 10 % των δαπανών που δήλωσε η Ελληνική Κυβέρνηση σχετικά με ενισχύσεις στην παραγωγή ελαιολάδου. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε ένα σύστημα ελέγχου που να παρουσιάζει συνοχή, ευλόγως η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Ταμείο διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο γενικευμένων απωλειών. Από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε η Επιτροπή προκύπτει η μη συμμόρφωση της Ελληνικής Κυβερνήσεως με τη γενική υποχρέωση, η οποία απορρέει τόσο από το άρθρο 5 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τον κανονισμό 729/70 ( 63 ) όσο και από τις λεπτομερέστερες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την παραγωγή ελαιολάδου, για [τη] διαμόρφωση, δηλαδή, ενός συστήματος εποπτείας που να διαθέτει συνοχή ( 64 ).
ε) Το καθεστώς του οργανισμού ελέγχου
50.
Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο οργανισμός ελέγχου είναι κοινοτικό και όχι εθνικό όργανο, οι παραλείψεις του οποίου δεν μπορούν να καταλογιστούν στο ελληνικό Δημόσιο.
51.
Τα κράτη μέλη φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για την εφαρμογή της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και για την αναγκαία εποπτεία της. Τούτο προκύπτει από το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός 729/70 ( 65 ), έχει δε τονιστεί επανειλημμένως από το Δικαστήριο. Π.χ., στην υπόθεση Δανία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«(...) πρέπει να τονιστεί ότι η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ γίνεται κυρίως από τις εθνικές διοικητικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το σύστημα αυτό, το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης, δεν υπόκειται σε κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα, άλλωστε, που θα ήταν ουσιαστικώς αδύνατο για την Επιτροπή.» ( 66 )
Στην ειδική περίπτωση της παραγωγής ελαιολάδου, είναι σαφές ότι ο οργανισμός ελέγχου ασκεί καθήκοντα τα οποία ανατίθενται στα κράτη μέλη από τη σχετική νομοθεσία. Επιπλέον, όπως προκύπτει από την έκθεση της Επιτροπής περί των επιτόπιων ελέγχων που διενήργησε στη ΔΙΔΑΓΕΠ και τον οργανισμό ελέγχου για το οικονομικό έτος 1990, ο οργανισμός ελέγχου ιδρύθηκε με ελληνικό προεδρικό διάταγμα του 1987, είναι υπόλογος στο ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας και οι υπάλληλοι του έχουν το καθεστώς δημοσίων υπαλλήλων του Ελληνικού Κράτους.
52.
Από το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά γίνεται επομένως σαφές ότι ο οργανισμός ελέγχου πρέπει να θεωρηθεί όργανο του Ελληνικού Κράτους και ότι η ευθύνη για τις παραλείψεις του είναι καταλογιστέα στο κράτος.
Πρόταση
53.
Εν όψει των προεκτεθέντων, οι ισχυρισμοί της Ελληνικής Δημοκρατίας περί του ότι η προσβαλλόμενη στην παρούσα υπόθεση απόφαση είναι άκυρη πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους. Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι η απόφαση 93/659/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, για το 1990, δεν πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία.
54.
Η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να φέρει τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) ΕΕ 1993, L 301, σ. 13.
( 2 ) Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, υπόθεση C-56/91, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-3433. Παράγραφος 2 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C-56/91, Ελλάδα κατά Επιτροπής, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, Συλλογή 1993, σ. I-3433.
( 3 ) ΕΕ ειδ. εκδ. 03/005, σ. 93.
( 4 ) Άρθρο 2, παράγραφος 1.
( 5 ) Άρθρο 3, παράγραφος 1.
( 6 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 11/76, Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 93, σκέψεις 8 και 9.
( 7 ) COM(92)PV1116.
( 8 ) Οι εν λόγω αρχές υποβλήθηκαν στην Επιτροπή για έγκριση την 1η Ιουνίου 1993.
( 9 ) Οι κατευθυντήριες αρχές αφορούν τις μειώσεις των ποσών που ζητούν τα κράτη μέλη ως επιστροφή των δαπανών τους· στο κείμενο που ακολουθεί θα αναφέρομαι ενίοτε στις διορθώσεις αυτές ως κατ' αποκοπήν μειώσεις.
( 10 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158.
( 11 ) Βλ. άρθρο 1 και παράρτημα Α του κανονισμοί.
( 12 ) Αρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού.
( 13 ) Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2746/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα των σιτηρών και περί των κριτηρίων καθορισμοί του ύψους τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 218)- βλ. επίσης άρθρο 3.
( 14 ) 'Ετσι περιέγραψε τον ρόλο της ΚΥΔΕΠ ο γενικός εισαγγελέας Gulmann στις προτάσεις του επί της υποθέσεως C-61/90, Επιτροπή κατά Ελλάδος, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Απριλίου 1992, Συλλογή 1992, σ. I-2407, συγκεκριμένα σ. I-2431.
( 15 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, υπόθεση C-32/89, Ελλάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-1321, σκέψη 9· βλ. επίσης απόφαση της 30ής Μαΐου 1991, υπόθεση C-110/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1991, σ. I-2659.
( 16 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, υπόθεση C-35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. I-3125, σκέψεις 22 έως 28- προαναφερθείσα απόφαση C-32/89, σκέψεις 9 και 13 έως 17.
( 17 ) Προαναφερθείσα απόφαση C-35/88, σκέψεις 33 και 37.
( 18 ) Απόφαση C-56/91, Ελλάδα κατά Επιτροπής, όπ.π., υποσημείωση 2, σκέψεις 18 έως 24- απόφαση C-32/89, σκέψεις 8 έως 18.
( 19 ) Προαναφερθείσα απόφαση C-35/88, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-281/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1989, σ. 4015, και προαναφερθείσες αποφάσεις C-110/89, C-61/90, C-32/89 και C-56/91, αντιστοίχως.
( 20 ) Το σύστημα αυτό θεσπίστηκε με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33). Η παρούσα υπόθεση αφορά μόνο την παραγωγή ελιών και όχι του ίδιου του ελαιολάδου. Οι όροι «παραγωγός» και «ελαίοκαλλιεργητής» χρησιμοποιούνται εναλλακτικά στο κείμενο για τον προσδιορισμό των προσώπων που ασχολούνται με την παραγωγή ελιών, και όχι ελαιολάδου.
( 21 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 154/75 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1975, περί καταρτίσεως ελαιοκομικού κτηματολογίου στα κράτη μέλη παραγωγής ελαιολάδου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 158).
( 22 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3453/80 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1980, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 154/75 περί καταρτίσεως ελαιοκομικού κτηματολογίου στα κράτη μέλη παραγωγής ελαιολάδου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/032, σ. 121).
( 23 ) Αρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2261/84 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1984, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενίσχυσης στην παραγωγή και στις οργανώσεις παραγωγών ελαιολάδου (ΕΕ 1984, L 208, ο. 3), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3061/84 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1984, για λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου (ΕΕ 1984, L 288, σ. 52).
( 24 ) Άρθρο 14, παράγραφος 4, του κανονισμού 2261/84, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 98/89 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1989 (ΕΕ 1989, L 14, σ. 14). Προγενέστερα, το ποσοστό αυτό ανερχόταν σε 5 % σε όλες τις περιπτώσεις.
( 25 ) Αρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3061/84, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 7 του κανονισμοί 98/89.
( 26 ) Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από την έκθεση περί των επιτοπίων ελέγχων που διενήργησε η Επιτροπή στη ΔΙΔΑΓΕΠ και στον οργανισμό ελέγχου, μεταξύ 4ης και 8ης Νοεμβρίου 1991, σχετικά με το οικονομικό έτος 1990.
( 27 ) Όπ.π., υποσημείωση 1.
( 28 ) Έγγραφο υπ' αριθ. VI/119/93.
( 29 ) Παράγραφος 4.2.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως.
( 30 ) Ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας αναφέρεται εσφαλμένα η 31η Οκτωβρίου 1991, το σφάλμα όμως αυτό, το οποίο είναι, πιθανώς, μόνο τυπογραφικό, είναι άνευ σημασίας.
( 31 ) Η διαπίστωση αυτή φαίνεται να αναφέρεται ενιαία σε δύο ξεχωριστά αλλά συναφή προβλήματα, τα οποία αφορούν μόνο τους οργανωμένους παράγωγους. Το πρώτο πρόβλημα αφορά πλημμέλειες των επιτοπίων ελέγχων που όφειλαν να πραγματοποιήσουν οι οργανώσεις παραγωγών (άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2261/84, όπ.π., υποσημείωση 23, και άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 3061/84, όπ.π., υποσημείωση 23), δεδομένου ότι, όπως φαίνεται, οι εν λόγω οργανώσεις θεωρούσαν κατά κανόνα ότι για την εκπλήρωση της προϋποθέσεως του 5 % αρκούσε η απλή εξέταση εγγράφων. Το δεύτερο πρόβλημα αφορά πλημμέλειες στο σύστημα ελέγχων του lÔCou του κράτους (άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 2261/84) ή στην από μέρους του κράτους επαλήθευση των ελέγχων που διενεργούν οι οργανώσεις παραγωγών (άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 2261/84), καθόσον ο οργανισμός ελέγχου διεξήγαγε μόνο 499 ελέγχους, αντί των 2000 προβλεπομένων. Τα σοβαρά αυτά προβλήματα εξετάζονται ξεχωριστά στην έκθεση περί των επιτοπίων ελέγχων που διενέργησε η Επιτροπή, μεταξύ οργανισμό ελέγχου, σχετικά με το, στη ΔΙΔΑΓΕΠ και τον οργανισμό ελέγχου, σχετικά με το οικονομικό έτος 1990.
( 32 ) Παράγραφος 4.7.1.1 της συνοπτικής εκθέσεως.
( 33 ) Κατά την προφορική διαδικασία, η Ελληνική Κυβέρνηση παραιτήθηκε από ένα περαιτέρω αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως καθόσον αφορά τον καπνό, δεδομένου ότι η απόφαση επέβαλε μία προσωρινή μόνο αρνητική επιφύλαξη σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή στον τομέα του καπνού (παράγραφος 4.9.2.1 της συνοπτικής εκθέσεως).
( 34 ) Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-48/91, Συλλογή 1993, σ. I-5611, σκέψη 17.
( 35 ) Επίκληση της αρχής αυτής έγινε από τον γενικό εισαγγελέα Mischo στις προτάσεις του (παράγραφος 18) στην υπόθεση C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1990, Συλλογή 1991, σ. I-347.
( 36 ) Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gând στην υπόθεση 8/65, Acciaierie e Ferriere Pugliesi κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1966, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 241 (ol προτάσεις έχουν δημοσιευθεί μόνο στις ξενόγλωσσες εκδόσεις: ECR 1966, σ. 1, συγκεκριμένα σ. 12).
( 37 ) Όπ.π., υποσημείωση 3.
( 38 ) Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988 στην υπόθεση 349/85, Δανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψη 19.
( 39 ) Υπόθεση 347/85, Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 60· βλ. επίσης απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 1251/79, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 205.
( 40 ) Απόφαση 347/85, όπ.π., υποσημείωση 39, σκέψη 14.
( 41 ) Τα έγγραφα αυτά άλλοτε περιγράφονται ως αποφάσεις της Επιτροπής Τιμών και Εισοδημάτων (την οποία αναφέρουν ως εκδουσα αρχή) και άλλοτε ως αποφάσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (στη μεταγενέστερη απόφαση περί μερικής ανακλήσεως τους). Εν πάση περιπτώσει, το ότι αποτελούν εκδηλώσεις κρατικής δράσεως προκύπτει τόσο από το γεγονός ότι περιέχουν άμεσες αναφορές στον ρόλο του Υπουργού Γεωργίας όσο και από το γεγονός ότι η μερική ανάκληση τους γνωστοποιήθηκε στην ΚΥΔΕΠ από τον εν λόγω υπουργό.
( 42 ) Η ανάλυση αυτή περιέχεται στη σ. 5 της προαναφερθείσας εκθέσεως της Επιτροπής περί του επιτοπίου ελέγχου που διενήργησε στην ΚΥΔΕΠ μεταξύ 1ης και 4ης Ιουνίου 1992.
( 43 ) Η απόφαση αυτή ελήφθη κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας στην υπόθεση C-32/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής (όπ.π. υποσημείωση 15), στην οποία η Επιτροπή εξέθεσε τις αντιρρήσεις της σχετικά με τη «συμπλήρωση» των επιστροφών λόγω εξαγωγής με κρατικές ενισχύσεις- βλ. την εξέταση του ζητήματος κατωτέρω, στο μέρος Ι, δ'.
( 44 ) Νόμος 2008/1992.
( 45 ) Τούτο δεν διευκρινίζεται στην έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τον επιτόπιο έλεγχο που δΐ£ξήγαγε το 1992 στην ΚΥΔΕΠ, στην οποία εξετάζεται ο εν λόγω νόμος.
( 46 ) Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου προσκομίστηκε από τον εκπρόσωπο της Ελληνικής Κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία.
( 47 ) Η Ελληνική Κυβέρνηση είχε ήδη αποστείλει στην Επιτροπή αντίγραφο του εγγράφου αυτού, συνημμένο στο προαναφερθέν έγγραφο της της 25ης Σεπτεμβρίου 1992. Η Επιτροπή δεν προσκόμισε αντίγραφο του εγγράφου ως αποδεικτικό στοιχείο, μολονότι στις γραπτές προτάσεις της στηρίχθηκε σ' αυτό σιωπηρώς.
( 48 ) Υπόθεση C-32/89, όπ.π., υποσημείωση 15, σ. I-1326.
( 49 ) Σκέψη 18 της αποφάσεως.
( 50 ) Υπόθεση 347/85, όπ.π., υποσημείωση 39, σκέψη 13 της αποφάσεως (η υπογράμμιση δική μου)· βλ. επίσης απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 στις συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 141.
( 51 ) Σκέψη 14, η οποία παρατίθεται στην παράγραφο 22 ανωτέρω.
( 52 ) Σκέψη 15.
( 53 ) Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόΟεοη 129/84, Συλλογή 1986, σ. 309, σκέψεις 33 έως 38.
( 54 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, υπόθεση C-55/91, Συλλογή 1993, σ. I-2813, σκέψεις 48 έως 58.
( 55 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-49/94, Συλλογή 1995, σ. I-2683, σκέψη 22.
( 56 ) Βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1986, σ. 89.
( 57 ) ΕΕ 1992, C 100, σ. 28.
( 58 ) Όπ.π., υποσημείωση 23.
( 59 ) Όπ.π., υποσημείωση 23.
( 60 ) Έκθεση περί των επιτόπιων ελέγχων που διεξήγαγε η Επιτροπή στη ΔΙΔΑΓΕΠ και στον οργανισμό ελέγχου, μεταξύ 4ης και 8ης Νοεμβρίου 1991, σχετικά με το οικονομικό έτος 1990.
( 61 ) Όπ.π., υποσημείωση 24.
( 62 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 στις συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής, όπ.π., υποσημείωση 50, σκέψεις 27 και 28.
( 63 ) Όπ.π., υποσημείωση 3.
( 64 ) Πα τη γενική αυτή υποχρέωση βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990 στην υπόθεση C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-2321, σκέψεις 17, 20 έως 21, 36 και 40.
( 65 ) Όπ.π., υποσημείωση 3· βλ., ιδίως, άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού.
( 66 ) Απόφαση 349/85, όπ.π., υποσημείωση 38, σκέψη 19· το απόσπασμα αυτό είναι το αμέσως προηγούμενο εκείνου που παρατέθηκε στην παράγραφο 18 ανωτέρω· βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση C-48/91, όπ.π., υποσημείωση 34, σκέψη 11, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση 55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, όπ.π., υποσημείωση 54, παράγραφος 8.
Full & Egal Universal Law Academy