ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MICHAEK B. ELMER
της 28ης Μαρτίου 1995 ( *1 )
1.
Με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη των συμβάσεων δημοσίων έργων ( 1 ), λόγω του ότι οι διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno συνήψαν σύμβαση δημοσίων έργων για την κατασκευή τμήματος οδού ταχείας κυκλοφορίας χωρίς να προκηρύξουν διαγωνισμό για το έργο και χωρίς να δημοσιεύσουν πρόσκληση για την υποβολή προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Τα πραγματικά περιστατικά
2.
Το εν λόγω τμήμα αποτελούσε τμήμα της οδού ταχείας κυκλοφορίας «Ascoli-Mare» που προοριζόταν να συνδέσει την πόλη Ascoli Piceno, η οποία κείται στα παράλια της Αδριατικής Θάλασσας, με τον αυτοκινητόδρομο Α 14 και την εθνική οδό αριθ. 16, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής, καθώς και με την παραθαλάσσια πόλη San Benedetto del Tronto.
Τα πρώτα τμήματα της οδού ταχείας κυκλοφορίας, ήτοι οι φάσεις Ι έως III, καθώς και το πρώτο μέρος της φάσεως IV, αποτέλεσαν αντικείμενο περιορισμένης προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών και η κατασκευή τους περατώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '70. Όσον αφορά τη φάση IV, μήκους 4,3 χιλιομέτρων, τα έργα ανατέθηκαν στην επιχείρηση Rozzi Costantino. Η φάση IV, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, τους κόμβους με τον αυτοκινητόδρομο Α 14 και την εθνική οδό αριθ. 16, επιμηκύνθηκε τα επόμενα έτη διά της εκπονήσεως 12 «συμπληρωματικών μελετών», που προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, επιμήκυνση της αρχικής χαράξεως της οδού ταχείας κυκλοφορίας, ώστε η φάση IV να περιλάβει συνολικώς ένα τμήμα μήκους 31,8 χιλιομέτρων.
Η εκτέλεση των 10 πρώτων συμπληρωματικών μελετών της φάσεως IV είχε ανατεθεί στην ίδια επιχείρηση η οποία είχε εκτελέσει την αρχική φάση IV, δηλαδή στην προαναφερθείσα επιχείρηση Rozzi Costantino.
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ενδέκάτη και τη δωδέκατη συμπληρωματική μελέτη, οι οποίες ενώθηκαν στο πλαίσιο ενός ενιαίου σχεδίου. Ο σκοπός ήταν να εξαλειφθούν τα φυσικά εμπόδια που δημιουργούσε ο εθνικός δρόμος αριθ. 16 και η σιδηροδρομική γραμμή Μπολώνια-Lecce και, ως εκ τούτου, να δημιουργηθεί άνετη σύνδεση μεταξύ, αφενός, του λιμανιού του San Benedetto και, αφετέρου, των μεγάλων οδικών αξόνων της βιομηχανικής ζώνης του Ascoli Piceno. Για τον λόγο αυτό, το έργο προέβλεπε την κατασκευή μιας οδογέφυρας πάνω από τη σιδηροδρομική γραμμή Μπολώνια-Lecce και ένα τμήμα οδού ορισμένων χιλιομέτρων, το οποίο επρόκειτο να συνδέσει το τμήμα του αυτοκινητοδρόμου που αποτελούσε το αντικείμενο της δέκατης συμπληρωματικής μελέτης με μια οδό που ο δήμος του Ascoli Piceno κατασκεύαζε συγχρόνως με κατεύθυνση το San Benedetto.
Κατόπιν της εγκρίσεως τους, στις 28 Μαρτίου 1990, από την «Agenzia per la promozione dello sviluppo del Mezzogiorno», η ευθύνη πραγματοποιήσεως της ενδέκατης και δωδέκατης μελέτης μεταβιβάστηκε στις διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno. Οι αρχές αυτές, χωρίς να δημοσιεύσουν πρόσκληση για την υποβολή προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συνήψαν, στις 21 Μαΐου 1990, με απευθείας ανάθεση μια συμφωνία με την εταιρία Rozzi Costantino για την εκτέλεση του έργου έναντι του συνολικού ποσού των 36 δισεκατομμυρίων ιταλικών λιρών.
3.
Η Επιτροπή, της οποίας είχε επιστηθεί η προσοχή στις συνθήκες κατασκευής της οδού ταχείας κυκλοφορίας «Ascoli-Mare», αποφάσισε να κινήσει κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ διαδικασία, όσον αφορά τη σύναψη της συμβάσεως δημοσίων έργων για την ενδέκατη και τη δωδέκατη μελέτη.
Η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως στις 17 Ιανουαρίου 1991. Δεδομένου ότι, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δεν έλαβε καμία απάντηση εκ μέρους της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή επανέλαβε την άποψη της με αιτιολογημένη γνώμη της 1ης Αυγούστου 1991, με την οποία διαπίστωσε ότι, «επειδή οι διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno συνήψαν με απευθείας ανάθεση σύμβαση δημοσίων έργων για την κατασκευή του τμήματος της οδού ταχείας κυκλοφορίας “Ascoli-Mare”, αποκαλουμένου “Φάση IV”, και επειδή παρέλειψαν να δημοσιεύσουν πρόσκληση για την υποβολή προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ».
Η Ιταλική Κυβέρνηση κοινοποίησε εν συνεχεία στην Επιτροπή ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία και της γνωστοποίησε ότι είχε την άποψη ότι η επίδικη σύμβαση δημοσίων έργων είχε εγκύρως συναφθεί με την επιχείρηση Rozzi Costantino, δυνάμει του άρθρου 9, στοιχείο β', της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ.
Η προηγηθείσα υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου
4.
Η Επιτροπή θεώρησε ότι αυτά τα πληροφοριακά στοιχεία δεν ήσαν επαρκή και ότι, επιπλέον, συνιστούσαν εκπρόθεσμη απάντηση, οπότε άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 6 Ιουλίου 1992, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης, προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Τα αιτήματα της Επιτροπής στο εισαγωγικό της δίπης δικόγραφο είχαν ως εξής: «(...) να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, δεδομένου ότι, παραλείποντας να παρέμβει προκειμένου να αποφευχθούν πάραυτα οι αντικείμενες στο κοινοτικό δίκαιο έννομες συνέπειες, επέτρεψε στις διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno να συνάψουν με απ' ευθείας ανάθεση σύμβαση για την ενδέκατη και δωδέκατη συμπληρωματική μελέτη προς περάτωση (...) τμήματος της οδού ταχείας κυκλοφορίας “Ascoli-Mare” και να μη δημοσιεύσουν πρόσκληση για την υποβολή προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου (...)».
5.
Με την απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1994, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 2 ), το Δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα της Επιτροπής, για τον λόγο ότι μια προσφυγή δεν μπορεί να στηρίζεται σε λόγους διαφορετικούς από εκείνους που είχαν διατυπωθεί στην αιτιολογημένη γνώμη. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι αυτό συνέβαινε εν προκειμένω, καθόσον με την αιτιολογημένη γνώμη της η Επιτροπή είχε προσάψει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ, λόγω του ότι οι διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno είχαν συνάψει την επίδικη σύμβαση δημοσίων έργων κατά τη διαδικασία της απευθείας αναθέσεως και είχαν παραλείψει να δημοσιεύσουν πρόσκληση για την υποβολή προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αντιθέτως, με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή ζητούσε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της επιτρέποντας, χωρίς να παρέμβει προκειμένου να αποφευχθούν οι συνέπειες, στις διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno να ενεργήσουν με τον τρόπο αυτό.
Τα αιτήματα των διαδίκων στην υπό κρίση υπόθεση
6.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 9 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας διατυπώνοντας πλέον τα αιτήματα της νέας προσφυγής ως εξής:
«(...) δεδομένου ότι οι διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno συνήψαν με απ' ευθείας ανάθεση σύμβαση για την ενδέκατη και δωδέκατη συμπληρωματική μελέτη προς περάτωση του επονομαζόμενου “Φάση IV — σχέδιο 5134” τμήματος της οδού ταχείας κυκλοφορίας “Ascoli-Mare” (από το Ascoli μέχρι τη θάλασσα) και ότι παρέλειψαν να δημοσιεύσουν πρόσκληση για την υποβολή προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη τιον συμβάσεων δημοσίων έργων».
7.
Αντιθέτως, η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε από το Δικαστήριο «να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή επικουρικώς, να την απορρίψει ως αβάσιμη».
Οι κρίσιμοι κανόνες της οδηγίας «πρόσκληση για την υποβολή προσφορών»
8.
Η οδηγία 71/305 προβλέπει στο άρθρο της 2 ότι:
«Κατά τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων οι αρχές εφαρμόζουν τις εθνικές τους διαδικασίες προσαρμοσμένες στις διατάξεις της παρούσης οδηγίας.»
Το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να αναθέσουν συμβάσεις δημοσίων έργων χωρίς να Εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσης οδηγίας, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 10, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(...)
3)
όταν για τεχνικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους ή για λόγους σχετιζόμενους με την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητας τα έργα δύνανται να εκτελεστούν μόνο από ορισμένο ανάδοχο
(...)
δ)
κατά το απολύτως αναγκαίο μέτρο, όταν για λόγους κατεπείγοντος που προκύπτουν από γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν από τις αναθέτουσες αρχές δεν είναι δυνατό να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται από άλλες διαδικασίες.
(...).»
Τέλος, το άρθρο 12 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Οι αναθέτουσες αρχές που προτίθενται να συνάψουν σύμβαση δημοσίων έργων με ανοικτή ή κλειστή διαδικασία γνωστοποιούν την πρόθεση τους διά προκηρύξεως.
Η προκήρυξη αυτή αποστέλλεται στην Υπηρεσία Επισήμων Δημοσιεύσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και δημοσιεύεται ολόκληρη στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις επίσημες γλώσσες των Κοινοτήτων (...).»
Επί του παραδεκτού
9.
Η Ιταλική Δημοκρατία στηρίζει το αίτημά της περί απορρίψεως της προσφυγής ως απαράδεκτης στο ότι με την απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1994 κρίθηκε ότι υφίσταται λειτουργική συνάφεια μεταξύ των αιτημάτων που περιέχονται στην αιτιολογημένη γνώμη και εκείνων που διατυπώνονται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο. Για τον λόγο αυτό, η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε κινήσει εκ νέου ολόκληρη την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ή, τουλάχιστον, να απευθύνει συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη προτού ασκήσει την προσφυγή. Δεδομένου ότι αυτό δεν συνέβη, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την προσφυγή.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει επιπλέον ότι στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη της η Επιτροπή ανέφερε ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στο άρθρο 9, στοιχείο δ', της οδηγίας 71/305, ενώ στο δικόγραφο της προσφυγής της της 4ης Φεβρουαρίου 1994 αναφέρει ότι η κατάσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στο άρθρο 9, στοιχείο β'.
10.
Κατά την Επιτροπή, από την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιανουαρίου 1994 προκύπτει σαφώς ότι η προηγουμένως εκδικασθείσα από το Δικαστήριο προσφυγή στην υπόθεση (C-296/92) κρίθηκε απαράδεκτη για τον λόγο και μόνον ότι δεν υπήρχε σύμπτωση μεταξύ των αιτημάτων της αιτιολογημένης γνώμης και εκείνων της προσφυγής. Επομένως, η Επιτροπή έχει την άποψη ότι αρκεί να θεραπευθεί η τυπική πλημμέλεια την οποία παρουσίαζε η προηγούμενη υπόθεση με την κατάθεση νέας προσφυγής περιέχουσας τροποποιημένα αιτήματα ούτως ώστε να συμπίπτουν με τα αιτήματα της αιτιολογημένης γνώμης.
Δεδομένου ότι η απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1994 απέρριψε την αρχική προσφυγή της 6ης Ιουλίου 1992 λόγω ορισμένων τυπικών πλημμελειών και μόνον, χωρίς ουδόλως να θέσει εν αμφιβόλω την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία κατά την οποία στην Ιταλική Δημοκρατία κοινοποιήθηκαν οι ίδιες αιτιάσεις με εκείνες που η Επιτροπή προβάλλει εν προκειμένω και σε σχέση με τις οποίες η Ιταλική Δημοκρατία είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της, δεν είναι αναγκαίο η Επιτροπή, με το πρόσχημα του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας της Ιταλικής Δημοκρατίας, να κινήσει εκ νέου την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
11.
Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως, για παράδειγμα με την απόφαση του της 11ης Ιουλίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 3 ), αναγνωρίσει ότι το έγγραφο οχλήσεως έχει ως σκοπό να οριοθετήσει το αντικείμενο της διαφοράς και να γνωστοποιήσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τα αναγκαία στοιχεία για την προετοιμασία της άμυνάς του. Το δικαίωμα αυτό του κράτους μέλους να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του και να προετοιμάζει την άμυνά του συνιστά ουσιώδη εγγύηση την οποία θέλησε η Συνθήκη και της οποίας η τήρηση αποτελεί προϋπόθεση του σύννόμου της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που κινείται κατά του οικείου κράτους μέλους.
Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επιπλέον (όπως αυτό διαλαμβάνεται, για παράδειγμα, στην απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1993, Επιτροπή κατά Δανίας ( 4 )) ότι το αντικείμενο προσφυγής του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή. Επομένως, η προσφυγή δεν μπορεί να στηρίζεται σε αιτιάσεις διαφορετικές από εκείνες που υπάρχουν στην αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και το εισαγωγικό της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου δικόγραφο πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και στα ίδια επιχειρήματα.
12.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, με το έγγραφο οχλήσεως της 17ης Ιανουαρίου 1991 που απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην κυβέρνηση την άποψή της αυτή, ήτοι ότι, δεδομένου ότι οι διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno συνήψαν σύμβαση δημοσίων έργων με τη διαδικασία της απ' ευθείας αναθέσεως για τα έργα που καλύπτονται από την ενδέκατη και δωδέκατη συμπληρωματική μελέτη χωρίς να δημοσιεύσουν πρόσκληση για την υποβολή προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305η Επιτροπή κάλεσε, επιπλέον, την Ιταλική Κυβέρνηση να της υποβάλει συναφώς, εντός ορισμένης προθεσμίας, τις παρατηρήσεις της. Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή επανέλαβε την άποψη της σε μία αιτιολογημένη γνώμη. Συναφώς, η Επιτροπή θεώρησε, με τα δύο έγγραφά της, ότι η ακολουθηθείσα διαδικασία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη βάσει του κανόνα του άρθρου 9, στοιχείο δ', που αφορά λόγους κατεπείγοντος.
Στην συνολική απάντηση που απέστειλε η Ιταλική Κυβέρνηση, όσον αφορά τόσο το έγγραφο οχλήσεως όσο και την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η Ιταλική Δημοκρατία ανέφερε ότι συμφωνούσε με την Επιτροπή ως προς το ότι το άρθρο 9, στοιχείο δ', δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως η προκείμενη η κυβέρνηση θεωρούσε, αντιθέτως, ότι το σχέδιο ενέπιπτε στο άρθρο 9, στοιχείο β'.
Το ότι η Επιτροπή σχολίασε κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας μια ενδεχόμενη άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως στηριζόμενη στο άρθρο 9, στοιχείο δ', για να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τις διαδικασίες που επιτάσσει η οδηγία 71/305 οφειλόταν, επομένως, στο ότι η κυβέρνηση δεν είχε απαντήσει στο έγγραφο οχλήσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, οπότε η Επιτροπή δεν πληροφορήθηκε ότι η εξαίρεση την οποία επικαλούνταν η κυβέρνηση ήταν το άρθρο 9, στοιχείο β', και όχι, όπως υπέθετε η Επιτροπή, το άρθρο 9, στοιχείο δ', παρά αφού έλαβε την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως, η Επιτροπή μπόρεσε να προσδιορίσει ακριβέστερα τις διατάξεις της οδηγίας τις οποίες επικαλούνταν η κυβέρνηση μόνον μετά την απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη και, επομένως, μόνον έκτοτε μπόρεσε να επικεντρώσει την επιχειρηματολογία της επί του ζητήματος της επικλήσεως της διατάξεως του άρθρου 9, στοιχείο β'.
Το ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής και, επομένως, δεν διαφώτισε ευθύς εξαρχής την Επιτροπή σχετικά με τις συγκεκριμένες διατάξεις τις οποίες προετίθετο να επικαλεστεί δεν μπορεί να καθιστά ευνοϊκότερη τη θέση της κυβερνήσεως απ' ό,τι εάν είχε αποστείλει εγκαίρως μία απάντηση. Επομένως, το σκέλος αυτό της τυπικής εναντιώσεως της κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
13.
Κατ' εμέ, η Επιτροπή, τόσο με το έγγραφο οχλήσεως όσο και με την αιτιολογημένη γνώμη, προσδιόρισε συγκεκριμένα, με συνεκτική και επαρκώς ακριβή διατύπωση, σε τι συνίστατο κατά τη γνώμη της η παραβίαση της Συνθήκης και πρέπει να υποτεθεί ότι δεν υπήρξε, συναφώς, παρεξήγηση εκ μέρους της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η οποία είχε εξάλλου τη δυνατότητα πριν από την έναρξη της δίκης να γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της όσον αφορά τα αιτήματα της Επιτροπής σε σχέση με την παραβίαση της Συνθήκης. Τα αιτήματα που υποβλήθηκαν εν προκειμένω από την Επιτροπή αντιστοιχούν, επιπλέον, ακριβώς στα σχετικά με μια τέτοια παραβίαση αιτήματα που διατύπωσε η Επιτροπή τόσο στο έγγραφο οχλήσεως όσο και, στην αιτιολογημένη γνώμη της.
14.
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά επιπλέον το ζήτημα μιας ενδεχόμενης παραβιάσεως της Συνθήκης λόγω ορισμένων γεγονότων τα οποία έχουν ήδη λάβει χώρα, δεδομένου ότι η σύμβαση έχει συναφθεί και το έργο, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, έχει προ πολλού ολοκληρωθεί. Επομένως, δεν είναι δυνατόν, τουλάχιστον εν προκειμένω, να γίνει επίκληση, προς στήριξη ενός αιτήματος περί επαναλήψεως της διοικητικής διαδικασίας, του ότι, με τον τρόπο αυτό, θα παρείχετο στην Ιταλική Δημοκρατία η δυνατότητα να διευθετήσει το θέμα, προκειμένου να αποτραπεί μια καταδικαστική απόφαση κατόπιν ασκήσεως νέας προσφυγής, όπως αυτό συμβαίνει, εξάλλου, πολύ συχνά στο πλαίσιο των διαδικασιών λόγω παραβάσεως κράτους μέλους.
15.
Ακόμη και αν γίνονταν δεκτά τα αιτήματα της Ιταλικής Δημοκρατίας, τίποτε δεν θα εμπόδιζε εξάλλου την Επιτροπή να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία από την αρχή απευθύνοντας, όπως ακριβώς και προηγουμένως, έγγραφο οχλήσεως, αιτιολογημένη γνώμη κ.λπ. Επομένως, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι μια νέα προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία θα έρριπτε νέο φως στην υπόθεση αυτή. Επομένως, θα αποτελούσε υπερβολική τυπολατρεία εάν επιβαλλόταν εν προκειμένω η εκ νέου κίνηση της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας πριν από την έναρξη της δίκης. Η επιβολή μιας τέτοιας υποχρεώσεως θα είχε στην πραγματικότητα ως μοναδικό αποτέλεσμα το να καθυστερήσει ακόμη περισσότερο, ενδεχομένως, τη διαπίστωση της παραβιάσεως της Συνθήκης που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία.
16.
Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι πρέπει να απορριφθούν εξ ολοκλήρου οι αντιρρήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας ως προς την κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως.
Επί της ουσίας
17.
Δεν αμφισβητείται ότι το επίμαχο έργο εμπίπτει στην οδηγία 71/305. Επιπλέον, οι διάδικοι συμφωνούν στο ότι η επιλεγείσα διαδικασία για τη σύναψη της συμβάσεως δημοσίων έργων συνεπάγεται αντικειμενικά παράβαση της οδηγίας, εκτός εάν θεωρηθεί ότι έχει εφαρμογή ο ειδικός εισάγων παρέκκλιση κανόνας του άρθρου 9, στοιχείο β', της οδηγίας, ήτοι εάν υποτεθεί ότι το σχέδιο αφορά τα έργα των οποίων η εκτέλεση, για τεχνικούς λόγους, δεν μπορεί να ανατεθεί παρά σε ορισμένο εργολάβο.
Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η κατασκευή του επιμάχου τμήματος, και ειδικότερα της οδογέφυρας πάνω από τη σιδηροδρομική γραμμή, δεν μπορούσε να ανατεθεί παρά μόνον στον εργολάβο που είχε αναλάβει την κατασκευή του τμήματος του αυτοκινητοδρόμου του οποίου επέκταση συνιστούσε το εν προκειμένω επίδικο σχέδιο (τμήμα το οποίο αποτελούσε αντικείμενο της δέκατης συμπληρωματικής μελέτης) ή αν και άλλα πρόσωπα μπορούσαν να εκτελέσουν το έργο αυτό.
18.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι συνέτρεχαν όντως, εν προκειμένω, «τεχνικοί λόγοι», όπως οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 9, στοιχείο β', της οδηγίας, καθόσον ήταν αδύνατον
—
να αποπερατωθούν τα έργα που αποτελούν αντικείμενο της δέκατης συμπληρωματικής μελέτης πριν από την κατασκευή ορισμένων κτισμάτων που αποτελούν αντικείμενο του επίδικου σχεδίου,
—
να λειτουργήσουν συγχρόνως δύο χωριστά εργοτάξια, λόγω της στενότητας του χώρου, και
—
να εκτελεστούν χωριστά τα εν εξελίξει και τα επίδικα έργα, λόγω της συναρθρώσεως των θεμελίων.
19.
Αντιθέτως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα περιστατικά αυτά δεν μπορούν να συνιστούν καθεαυτό τεχνικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν την αποκλειστική ανάθεση των έργων στον εργολάβο που είχε αναλάβει την κατασκευή του έργου που αποτελεί αντικείμενο της δέκατης συμπληρωματικής μελέτης.
Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε μια έκθεση πραγματογνωμοσύνης της 2ας Απριλίου 1993, η οποία καταρτίστηκε κατόπιν αιτήσεως της από τον μηχανικό Claude Mathurin, κατόπιν εξετάσεως του φακέλου. Από την έκθεση αυτή προκύπτει (σημείο 6):
«Εν συνάψει, τα τρία προβαλλόμενα επιχειρήματα δεν αποτελούν παρά την έκφανση μιας και της αυτής τεχνικής επιταγής, δηλαδή της διευθύνσεως, του συντονισμού και της κατευθύνσεως των έργων.
Αυτή η απαραίτηση διεύθυνση πρέπει να ασκηθεί στον χώρο και στον χρόνο. Πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια των εργαζομένων κατ' εφαρμογήν των νέων κοινοτικών κανόνων. Η διεύθυνση αυτή επιβάλλεται ακόμη και αν μία και μόνη επιχείρηση εκτελεί τα έργα και στα δύο τμήματα.»
Από το σημείο 7 προκύπτει, επιπλέον, ότι:
«Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα έργα αριθ. 11-12 δεν μπορούν να ανατεθούν, “για τεχνικούς λόγους”, παρά σε έναν και τον αυτό εργολάβο, αυτόν δηλαδή που έχει αναλάβει τα έργα αριθ. 10. Ο συντονισμός μεταξύ των έργων αριθ. 10 και 11-12 παραμένει πάντοτε αναγκαίος και δυνατός και δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος που να δικαιολογεί, κατά την άποψη ενός αμερόληπτου και ανεξάρτητου τεχνικού, την επιλογή της ιταλικής αναθέτουσας αρχής.»
Παρατηρητέον ότι όλες οι περιστάσεις τις οποίες επικαλέστηκε η Ιταλική Κυβέρνηση κατά την προηγούμενη υπόθεση C-296/92 ελήφθησαν υπόψη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία εξάλλου προσκομίστηκε από την Επιτροπή επ' ευκαιρία της προηγούμενης δίκης.
20.
Όσον αφορά το ζήτημα του υπό ποίες προϋποθέσεις είναι δυνατόν να γίνει προσφυγή στην εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 9, στοιχείο β', της οδηγίας 71/305, το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 10ης Μαρτίου 1987, 199/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1039, σκέψη 14), έχει πει, σύμφωνα με πάγια νομολογία του περί στενής ερμηνείας των διατάξεων που εισάγουν παρεκκλίσεις, τα εξής:
«Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες επιτρέπουν αποκλίσεις από τους κανόνες που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα ασκήσεως των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη στο τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, το δε βάρος αποδείξεως του ότι συντρέχουν πράγματι οι έκτακτες περιστάσεις που δικαιολογούν την απόκλιση φέρει όποιος τις επικαλείται.»
21.
Πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί το αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η διατύπωση «τεχνικοί λόγοι» του άρθρου 9, στοιχείο β', περιλαμβάνει συγκεκριμένες καταστάσεις όπως αυτές τις οποίες επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση. Πρέπει, εν συνεχεία, να κριθεί αν η κυβέρνηση απηλλάγη από το βάρος αποδείξεως που φέρει, όσον αφορά την ύπαρξη μιας τέτοιας καταστάσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
22.
Το άρθρο 9, στοιχείο β', της οδηγίας 71/305 απαλλάσσει ρητώς τις αναθέτουσες αρχές από την υποχρέωση δημοσιεύσεως προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών στην περίπτωση που η εκτέλεση των έργων σχετίζεται με «την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητας».
Πέραν αυτών των περιπτώσεων, η εκτίμηση από τις αναθέτουσες αρχές των «τεχνικών ικανοτήτων» των επιχειρήσεων σχετικά με την εκτέλεση δεδομένου έργου και, κατόπιν, η διενεργούμενη μεταξύ αυτών επιλογή της επιχειρήσεως στην οποία θα ανατεθεί το έργο γίνονται γενικώς στο πλαίσιο αναθέσεως πραγματοποιούμενης σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από την οδηγία 71/305 διαδικασίες, βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να περιγράψουν τη φύση του έργου στη συγγραφή υποχρεώσεων και να ζητήσουν από τους υποψηφίους, βάσει του άρθρου 26 της οδηγίας 71/305, να αποδείξουν τις τεχνικές ικανότητες τους όσον αφορά την εκτέλεση του σχετικού έργου.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να υποτεθεί ότι τα αντικειμενικά στοιχεία που επηρεάζουν την εκτέλεση των έργων εν προκειμένω, κατά τρόπον ώστε η πραγματοποίηση του επίδικου σχεδίου — λόγω αυτών των αντικειμενικών στοιχείων — δεν μπορεί να ανατεθεί παρά σε έva καθορισμένο εργολάβο, εμπίπτουν, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, στην έννοια των «έργων των οποίων η εκτέλεση, για τεχνικούς λόγους, δεν μπορεί να ανατεθεί παρά σε ένα καθορισμένο εργολάβο».
23.
Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Ιταλική Κυβέρνηση απηλλάγη από το βάρος αποδείξεως που φέρει, όσον αφορά τις δυσχέρειες που επικαλείται, και αν δικαιολόγησε ότι ήταν αναγκαία η ανάθεση του έργου στην επιχείρηση Rozzi Costantino.
Κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, η Ιταλική Κυβέρνηση περιορίστηκε στο να παρουσιάσει μια γενική επιχειρηματολογία, όσον αφορά τις δυνατότητες προσφυγής στο άρθρο 9, στοιχείο β', και στο να προσκομίσει τα σχετικά σχέδια των εν λόγω έργων καθώς και μία σειρά φωτογραφιών και ισχυρίστηκε, βάσει μιας τεχνικής γνωμοδοτήσεως του προϊσταμένου μηχανικού της επαρχίας Ascoli Piceno, ότι θα προέκυπταν οι προαναφερθείσες σοβαρές δυσχέρειες αν η κατασκευή του επίμαχου τμήματος οδού είχε ανατεθεί σε εργολάβο άλλον πλην της Rozzi Costantino.
Επιπλέον, η Ιταλική Κυβέρνηση έκανε ορισμένα σχόλια όσον αφορά τα πορίσματα που περιέχονται στην προσκομισθείσα από την Επιτροπή έκθεση πραγματογνωμοσύνης και υποστήριξε, ενόψει της διατυπώσεως της εκθέσεως αυτής, ότι ο πραγματογνώμονας που τη συνέταξε δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αμερόληπτος.
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε, αντιθέτως, ισοδύναμη έκθεση ανεξάρτητου πραγματογνώμονα, βάσει της οποίας θα μπορούσαν να θεωρηθούν πιθανές οι σοβαρές δυσχέρειες οι οποίες, βάσει των υποστηριζόμένων από την Ιταλική Δημοκρατία, θα είχαν ανακύψει εάν το έργο είχε ανατεθεί σε εργολάβο άλλον πλην της Rozzi Costantino ομοίως, η κυβέρνηση δεν ζήτησε από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 49 του Κανονισμού Διαδικασίας, να διορίσει πραγματογνώμονα προκειμένου να έχει στη διάθεση της τη γνωμοδότηση ενός ανεξάρτητου πραγματογνώμονα που θα μπορούσε να στηρίξει την πιθανολόγηση μιας τέτοιας απόψεως.
24.
Όπως προαναφέρθηκε, εναπόκειται στην Ιταλική Δημοκρατία να στηρίξει την πιθανολόγηση ότι υφίστατο ανάγκη, βάσει της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 9, στοιχείο β', να ανατεθεί το επίμαχο έργο σε έναν καθορισμένο εργολάβο. Ακόμη και για τον λόγο και μόνον ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν εξέθεσε παρά πολύ γενικές σκέψεις και δεν επιχείρησε η ίδια να προσδώσει εύλογο χαρακτήρα στα επιχειρήματα αυτά, το συμπέρασμα πρέπει να είναι, κατ' εμέ, ότι η Ιταλική Δημοκρατία εξακολουθεί να φέρει, συναφώς, το βάρος αποδείξεως.
25.
Θα μπορούσα να σταματήσω στη διαπίστωση αυτή χωρίς να προχωρήσω περαιτέρω στη διατύπωση απόψεως όσον αφορά τις αντιρρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως κατά της προσκομισθείσας από την Επιτροπή εκθέσεως. Ωστόσο, θεωρώ ότι επιβάλλεται ένας σύντομος σχολιασμός των σχετικών με την έκθεση αυτή παρατηρήσεων της κυβερνήσεως.
Συμφωνώ φυσικά με την Ιταλική Κυβέρνηση ως προς το ότι η προσκομισθείσα από την Επιτροπή έκθεση, όσον αφορά τις δυσχέρειες που θα ανέκυπταν αν το επίμαχο εν προκειμένω έργο είχε ανατεθεί σε επιχείρηση άλλη από τη Rozzi Costantino, συνιστά μονόπλευρη γνωμοδότηση. Ωστόσο, μια τέτοια έκθεση είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη, εν ανάγκη, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Σημειωτέον, ωστόσο, ότι η πραγματογνωμοσύνη πραγματεύεται κατά τρόπο, εκ πρώτης όψεως, πειστικό όλες τις σοβαρές δυσχέρειες που επικαλέστηκε η Ιταλική Κυβέρνηση και ότι η έκθεση αυτή επιτρέπει τη σκέψη ότι μικρή πιθανότητα υπήρχε για τέτοιες δυσχέρειες. Είναι, για παράδειγμα, a priori λογικό να θεωρηθεί, όπως το πράττει η έκθεση, ότι ο συντονισμός των σχετικών με τη μελέτη 10 έργων και των σχετικών με τις μελέτες 11 και 12 έργων θα ήταν εν πάση περιπτώσει αναγκαίος, ανεξάρτητα από το αν η εκτέλεση των έργων είχε ανατεθεί σε έναν μόνο ή σε δύο διαφορετικούς εργολάβους.
Δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη ότι ο πραγματογνώμονας δεν ήταν αμερόληπτος. Η διατύπωση την οποία μέμφεται η κυβέρνηση: «Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση για να προσπαθήσει να δικαιολογήσει (...)» (η υπογράμμιση δική μου) μου φαίνεται καθεαυτήν εντελώς λυσιτελής και ακριβής. Η επιλογή των λέξεων αποδεικνύεται εξίσου συνετή, εφόσον ληφθεί υπόψη το συμπέρασμα της εκθέσεως, στο οποίο ο πραγματογνώμων θεωρεί ότι τα επιχειρήματα της κυβερνήσεως είναι σαθρά. Επιπλέον, η έκθεση συνετάγη από τεχνικό στον οποίο πρέπει μάλλον να ανα-γνοοριστεί μεγαλύτερη ευρύτητα όσον αφορά τις υφολογικές επιλογές των διατυπώσεών του σε σχέση με αυτήν που θα είχε, για παράδειγμα, ένας δημόσιος υπάλληλος ή ένας διπλωμάτης, χωρίς να μπορεί εκ του λόγου αυτού να τεθεί ευλόγως εν αμφιβόλω η ακεραιότητα του ενδιαφερομένου. Εξάλλου, ούτε η κυβέρνηση έθεσε εν αμφιβόλω την ικανότητα του ενδιαφερομένου.
26.
Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι ήταν αναγκαίο, για τεχνικούς λόγους, να ανατεθεί το επίμαχο έργο στην επιχείρηση Rozzi Costantino, πρέπει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno, συνάπτοντας κατά τη διαδικασία της απευθείας αναθέσεως τη σύμβαση δημοσίων έργων με την επιχείρηση Rozzi Costantino για την εκτέλεση της ενδέκατης και δωδέκατης συμπληρωματικής μελέτης, ενήργησαν πατά παράβαση της οδηγίας 71/305. Επομένως, τα αιτήματα της Επιτροπής πρέπει να γίνουν δεκτά.
Επί των δικαστικών εξόδων
27.
Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα.
Πρόταση
28.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:
«—
Δεδομένου ότι οι διοικητικές αρχές της επαρχίας Ascoli Piceno συνήψαν σύμβαση δημοσίων έργων με απ' ευθείας ανάθεση για την κατασκευή του επονομαζόμενου “Φάση IV, συμπληρωματικές μελέτες 11 και 12” τμήματος της οδού ταχείας κυκλοφορίας “Ascoli-Mare” και ότι παρέλειψαν να δημοσιεύσουν πρόσκληση για την υποβολή προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη των συμβάσεων δημοσίων έργων.
—
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7.
( 2 ) Υποθεση C-296/92, Συλλογή 1994, σ. I-1.
( 3 ) Υποθεοη 51/83, Συλλογή 1984, ο. 2793, σκέψεις 3 έως 5.
( 4 ) Υπόθεση C-234/91, Συλλογή 1993, σ. I-6273.
Full & Egal Universal Law Academy