Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Το παρόν προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υποβάλλεται στο Δικαστήριο από την πρόεδρο του tribunal de commerce de Mons (Βέλγιο), αφορά στην ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και ανέκυψε στα πλαίσια διαφοράς εγερθείσης κατόπιν ασκήσεως, από το "Groupement national des negociants en pommes de terre de Belgique" (εν συντμήσει: Belgapom), του ενδίκου βοηθήματος που προβλέπεται στο άρθρο 95 του βελγικού νόμου της 14ης Ιουλίου 1991. Με το ένδικο αυτό βοήθημα, η Belgapom ζήτησε, μεταξύ άλλων, να διαπιστωθεί ότι ορισμένες πράξεις των εταιριών SA ITM Belgium και SA Vocarex στοιχειοθετούν παράβαση του άρθρου 40 του ανωτέρω νόμου, με το οποίο επιβάλλεται απαγόρευση της πωλήσεως προϊόντων σε τιμή κάτω του κόστους καθώς και της εξομοιουμένης προς αυτήν πωλήσεως προϊόντων με εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους.
Ι * Οι εθνικές διατάξεις
2. Ο βελγικός νόμος της 14ης Ιουλίου 1991, τιτλοφορούμενος "επί των εμπορικών πρακτικών και της πληροφορήσεως και προστασίας του καταναλωτή" (1), επιβάλλει με το άρθρο 40, πρώτο εδάφιο, γενική απαγόρευση της προσφοράς προς πώληση ή της πωλήσεως προϊόντων, εκ μέρους των εμπόρων, σε τιμή κάτω του κόστους. Στα επόμενα εδάφια του αυτού άρθρου ορίζονται τα εξής: "Ως πώληση σε τιμή κάτω του κόστους θεωρείται κάθε πώληση έναντι τιμήματος το οποίο δεν είναι τουλάχιστον ίσο προς την τιμή η οποία αναγράφεται στο τιμολόγιο αγοράς του προϊόντος ή προς εκείνη η οποία θα αναγραφόταν σε περίπτωση νέας αγοράς. Προς πώληση σε τιμή κάτω του κόστους εξομοιώνεται κάθε πώληση η οποία, εάν ληφθούν υπόψη οι ανωτέρω τιμές καθώς και τα γενικά έξοδα, παρέχει ένα εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους. Προς εκτίμηση του εάν το περιθώριο κέρδους είναι κανονικό ή εξαιρετικά περιορισμένο, λαμβάνονται ιδίως υπόψη ο όγκος των πωλήσεων και η κυκλοφορία των αποθεμάτων."
3. Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του αυτού νόμου, εισάγει σειρά εξαιρέσεων στις απαγορεύσεις του άρθρου 40 (εκπτώσεις, διάθεση ευαίσθητων προϊόντων κ.λπ.), ενώ στο άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, ορίζεται ότι με απόφαση του προέδρου του tribunal de commerce διαπιστώνεται η ύπαρξη και διατάσσεται η παύση πράξεως που στοιχειοθετεί παράβαση των διατάξεων του νόμου, κατόπιν ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος το οποίο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 98, παράγραφος 1, υπό 3, μπορεί να ασκηθεί και από επαγγελματική ένωση που έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα.
II * Τα πραγματικά περιστατικά * Το προδικαστικό ερώτημα
4. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1993, η υπηρεσία αγορών της SA ITM Belgium, εταιρίας που εδρεύει στη Mons του Βελγίου και ανήκει στον όμιλο Intermarche (στο εξής: ITM), πληροφορήθηκε ότι η εταιρία SA Geron, που εδρεύει στο Limbourg του Βελγίου, προσέφερε προς πώληση μία ποσότητα 200 τόννων γεωμήλων, τύπου "Bintjes", έναντι καθαρού τιμήματος 27 βελγικών φράγκων (BFR) τα 25 κιλά (ήτοι έναντι 1,08 BFR το κιλό). Η προσφορά ίσχυε για την περίοδο από 30 Σεπτεμβρίου μέχρι 8 Οκτωβρίου 1993 και αφορούσε γεώμηλα ισομεγέθη, σε συσκευασίες των 25 κιλών, παραδιδόμενα στα καταστήματα χωρίς επιβάρυνση. Η εταιρία SA Vocarex, ανεξάρτητη εμπορική επιχείρηση, η οποία εδρεύει στη La Louviere του Βελγίου και συνδέεται με τον όμιλο ITM με σύμβαση franchising (στο εξής: Vocarex), παρήγγειλε, επωφελούμενη της προσφοράς, τμήμα της αναφερθείσης ποσότητος γεωμήλων, τα οποία και διέθεσε από το κατάστημά της, κατόπιν σχετικής διαφημιστικής αναγγελίας, έναντι 29 BFR τα 25 κιλά, πραγματοποιώντας έτσι περιθώριο μικτού κέρδους 1,31 % σε σχέση με την τιμή αγοράς.
5. Κατά τα εκτιθέμενα στη διάταξη παραπομπής, πρόσωπο το οποίο εμφανίσθηκε ως εκπρόσωπος του "Groupement national des negociants en pommes de terre de Belgique", επαγγελματικής ενώσεως εμπόρων γεωμήλων του Βελγίου (στο εξής: Belgapom), επικοινώνησε με την ITM και προσπάθησε να αποτρέψει την πώληση των γεωμήλων στην αναφερθείσα τιμή, αναφέροντας ότι το σύνολο του δικτύου διανομής στο Βέλγιο είχε δεχθεί να διαθέσει τα ίδια γεώμηλα στην τιμή των 89 BFR τα 25 κιλά.
6. Τη 19η Οκτωβρίου 1993, η Belgapom άσκησε ενώπιον του tribunal de commerce de Mons το ένδικο βοήθημα που προβλέπεται στο άρθρο 95 του νόμου της 14ης Ιουλίου 1991 και ζήτησε: 1) Να διαπιστωθεί ότι η εκτεθείσα συμπεριφορά της ITM και της Vocarex στοιχειοθετεί παράβαση του άρθρου 40 του αναφερθέντος νόμου, το οποίο απαγορεύει την πώληση προϊόντων σε τιμή κάτω του κόστους καθώς και την εξομοιούμενη προς αυτή πώληση προϊόντων με εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους και 2) να διαταχθεί η παύση της συμπεριφοράς αυτής.
7. Η Vocarex, αμυνόμενη, προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 40 του νόμου της 14ης Ιουλίου 1991 αντίκειται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και ζήτησε την υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο.
8. Κατόπιν τούτου, η πρόεδρος του tribunal de commerce de Mons, με τη διάταξή της της 21ης Ιανουαρίου 1994, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της διαφοράς, προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο σχετικό προδικαστικό ερώτημα. Στη διάταξη αυτή εκτίθεται η εξής σειρά σκέψεων:
Α) Εάν το πρώτο και δεύτερο εδάφιο του άρθρου 40 του νόμου της 14ης Ιουλίου 1991 είναι σαφή, τα επόμενα εδάφια γεννούν "πραγματική ανασφάλεια δικαίου" μεταξύ των εμπόρων, επιτεινόμενη από την οικεία νομολογία, η οποία έχει θεωρήσει ως θεμιτά, περιθώρια κέρδους κυμαινόμενα, για την αυτή κατηγορία προϊόντων, από 0,5 έως 10 %, ανάλογα με τη μέθοδο υπολογισμού, τις ληφθείσες υπόψη παραμέτρους κ.λπ.
Β) Η πραγματική αβεβαιότητα ενώπιον της οποίας βρίσκονται οι επιχειρηματίες, ως προς τη μέθοδο πωλήσεως που ακολουθούν και το αποτέλεσμα μιας ενδεχόμενης προσφυγής στη δικαιοσύνη εναντίον τους, θα μπορούσε, αυτή και μόνη, να αποτελέσει στοιχείο που θα παρεμπόδιζε την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Γ) Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ανάλογες προς την επίμαχη ρυθμίσεις εισάγονται με σκοπό την προώθηση του θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των εμπόρων και την προστασία του καταναλωτή έναντι ορισμένων μεθόδων πωλήσεως, πάντως στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνος σκοπός του εκκρεμούς ενδίκου βοηθήματος είναι η προστασία των συντεχνιακών συμφερόντων των χονδρεμπόρων, δεδομένου ότι τα συμφέροντα των καταναλωτών δεν κινδυνεύουν από μία διαφημιστική προσφορά, εξαιρετικού χαρακτήρα, η οποία εξαγγέλλεται ως τέτοια και είναι εξαιρετικά περιορισμένη χρονικά.
Δ) Η γενικότητα των χρησιμοποιουμένων όρων και η ασάφεια ως προς τις ληπτέες υπόψη παραμέτρους για να κριθεί το θεμιτό ή μη ορισμένης συμπεριφοράς, έχουν ως αποτέλεσμα ότι η επιβαλλόμενη με το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 40 απαγόρευση θίγει και πρακτικές ξένες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Ε) Υπό τις ανωτέρω συνθήκες δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ των προτέρων ότι οι διατάξεις των ανωτέρω εδαφίων του άρθρου 40 συνιστoύν εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
9. Με τις σκέψεις αυτές, η πρόεδρος του tribunal de commerce de Mons υποβάλλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα: "Κατά πόσο το άρθρο 40 του νόμου της 14.7.1991 και ειδικότερα τα εδάφια 3 και 4, λόγω της γενικής διατυπώσεώς τους, συμβιβάζονται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον εξομοιώνουν προς πώληση σε τιμή κάτω του κόστους, την πώληση που πραγματοποιείται με τίμημα υψηλότερο μεν από το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο αγοράς του προϊόντος, πλην όμως με εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους;"
10. Κατά πάγια νομολογία (2), το Δικαστήριο δεν είναι μεν αρμόδιο να αποφαίνεται επί ερωτημάτων που αφορούν το συμβατό συγκεκριμένης διατάξεως του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο, είναι όμως αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα εκείνα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο να εκτιμήσει το συμβατό των εθνικών διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου να αποφανθεί επί της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του.
11. Θα πρέπει κατά συνέπεια, κατ' ορθή ερμηνεία του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος, να γίνει δεκτό ότι η πρόεδρος του tribunal de commerce de Mons ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ αντιτίθεται, κατά την ακριβή του έννοια, σε εθνική διάταξη, διατυπούμενη κατά τρόπο γενικό, με την οποία απαγορεύεται, ως εξομοιούμενη προς πώληση σε τιμή κάτω του κόστους, πώληση που πραγματοποιείται μεν έναντι τιμήματος υψηλότερου από το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο αγοράς του προϊόντος, επιτρέπει όμως εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους.
III * Μία προκαταρκτική παρατήρηση
12. Σύμφωνα με νομολογιακή αρχή, την οποία το Δικαστήριο τηρεί απαρέγκλιτα επί ζητημάτων ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, δικαιώματος εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τα οικεία άρθρα της Συνθήκης (48, 52 και 59, αντιστοίχως) δεν έχουν πεδίο εφαρμογής επί καταστάσεων ή δραστηριοτήτων των οποίων όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους (3).
13. Ρητή εξαγγελία αντίστοιχης αρχής επί ζητημάτων που αφορούν τη θεσπιζόμενη στο άρθρο 30 της Συνθήκης απαγόρευση επιβολής, από τα κράτη μέλη, μέτρων με αποτέλεσμα ισοδύναμο προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, δεν απαντάται στη νομολογία. Θα μπορούσε παρόλα αυτά να συναγάγει κανείς από το σύνολο της σχετικής νομολογίας ότι, κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου, δεν είναι νοητός ο αποκλεισμός της εφαρμογής του άρθρου 30 κατ' επίκληση του αμιγώς εσωτερικού χαρακτήρα ορισμένης καταστάσεως ή δραστηριότητος, παρά μόνον εάν η εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορά διέπεται από εθνική διάταξη η οποία αφορά αποκλειστικά και μόνον τα εγχώρια προϊόντα. Μία τέτοια αντίληψη θα μπορούσε να στηριχθεί στις εξής σκέψεις:
Κατά τη διατύπωση της αποφάσεως Dassonville (4), η οποία εξακολουθεί να αποτελεί το σταθερό σημείο αναφοράς της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του άρθρου 30 της Συνθήκης (5), μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών αποτελεί κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει, αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς, το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Κατά συνέπεια, ζήτημα ερμηνείας της ανωτέρω διατάξεως της Συνθήκης μπορεί να τεθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ακόμη και αν η εκκρεμούσα ενώπιόν του διαφορά αφορά σε κατάσταση ή δραστηριότητα η οποία δεν συνδέεται ευθέως με τις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ περισσοτέρων του ενός κρατών μελών αρκεί να τίθεται, στα πλαίσια της διαφοράς αυτής, ζήτημα εφαρμογής εθνικού μέτρου το οποίο εφαρμόζεται όχι μόνον επί των εγχωρίων αλλά και επί των εισαγομένων προϊόντων, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να αποκλεισθεί a priori ότι το μέτρο αυτό μπορεί να παρεμποδίσει, έστω εμμέσως ή δυνητικώς, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (6).
14. Θα μπορούσε εντούτοις να υποστηριχθεί ότι, εφόσον το άρθρο 30 της Συνθήκης "έχει ως σκοπό να εξαλείψει τα εμπόδια κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων και όχι να διασφαλίσει ότι τα εγχώρια προϊόντα απολαύουν, σε όλες τις περιπτώσεις, της ίδιας μεταχειρίσεως όπως τα εισαγόμενα (...) εμπορεύματα" (7), το συνδετικό στοιχείο ορισμένης καταστάσεως προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης θα έπρεπε να αναζητηθεί στην προέλευση των προϊόντων τα οποία φέρονται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως θιγόμενα από ορισμένο εθνικό μέτρο. Θα αποκλειόταν έτσι η εφαρμογή του άρθρου 30 αν η κατάσταση, στα πλαίσια της οποίας ανέκυψε η εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορά, αφορούσε αποκλειστικώς και μόνον προϊόντα τα οποία παρήχθησαν ή κατασκευάσθηκαν στο κράτος μέλος στο οποίο πωλήθησαν και στο οποίο έχει ανακύψει η διαφορά αυτή.
Μια τέτοια άποψη δεν θα εστερείτο ερείσματος στη νομολογία. Πράγματι, στην απόφαση Oosthoek (8), η οποία εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος αφορώντος στο ζήτημα αν τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ αντίκεινται σε εθνική νομοθεσία που απαγορεύει την προσφορά δώρων, για λόγους προωθήσεως των πωλήσεων, στους αγοραστές εγκυκλοπαιδειών, αναφέρονται (σκέψη 9) τα εξής: "Η εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας στην πώληση στις Κάτω Χώρες εγκυκλοπαιδειών που εκτυπώνονται στις Κάτω Χώρες (9) (...) δεν έχει καμία σχέση με την εισαγωγή ή την εξαγωγή των εμπορευμάτων και επομένως δεν εμπίπτει στο πεδίο των άρθρων 30 και 34. Πάντως, στην περίπτωση της πωλήσεως στις Κάτω Χώρες εγκυκλοπαιδειών που εκτυπώνονται στο Βέλγιο και της πωλήσεως σε άλλα κράτη μέλη εγκυκλοπαιδειών που εκτυπώνονται στις Κάτω Χώρες, πρόκειται για πράξεις του ενδοκοινοτικού εμπορίου. 'Ετσι, λαμβανομένου υπόψη του ερωτήματος που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, πρέπει να εκτιμηθεί αν διατάξεις όπως αυτές της ολλανδικής νομοθεσίας συμβιβάζονται τόσο προς το άρθρο 30, όσο και προς το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ." (10)
15. Σπεύδω να τονίσω ότι η παρούσα υπόθεση δεν επιτρέπει τη διευκρίνιση των παραπάνω ζητημάτων. Και αυτό για τον εξής απλό λόγο:
'Οπως συνάγεται από τη νομολογία (11), η κρίση του Δικαστηρίου περί του αμιγώς εσωτερικού χαρακτήρα ορισμένης καταστάσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά στη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών στην οποία έχει προβεί το εθνικό δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εάν ο εθνικός δικαστής εκτιμά ότι η εκκρεμούσα ενώπιόν του διαφορά διέπεται από κανόνα του κοινοτικού δικαίου, του οποίου ζητεί με προδικαστικό ερώτημα την ερμηνεία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει την κατάσταση, στα πλαίσια της οποίας ανέκυψε η διαφορά, ως καθαρώς εσωτερική, παρά μόνον αν τούτο προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στη διάταξη παραπομπής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το περιεχόμενο της διατάξεως παραπομπής δικαιολογεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το εάν οι εμπορικές πράξεις, στις οποίες αφορά το ασκηθέν από τη Belgapom ένδικο βοήθημα, είχαν ως αντικείμενο προϊόντα προερχόμενα από άλλο κράτος μέλος (12). Δεν είναι όμως, φρονώ, δυνατό να θεωρηθεί ότι τα εκτιθέμενα από το εθνικό δικαστήριο καθιστούν πρόδηλο ότι τα αναφερθέντα προϊόντα παρήχθησαν στο Βέλγιο.
16. Επομένως, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η αρχή η οποία διατυπώθηκε ανωτέρω, υπό 14, πάντως δεν θα ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση δυνατό να θεωρηθεί, κατ' εφαρμογή της αρχής αυτής, ότι η εκκρεμούσα ενώπιον του tribunal de commerce de Mons διαφορά είναι ξένη προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, εκ μόνου του λόγου ότι συνδέεται με κατάσταση αμιγώς εσωτερική.
IV * Η απόφαση Κeck και Mithouard
17. Η ανάγνωση και μόνο του προδικαστικού ερωτήματος αρκεί για να αναδείξει τη σημασία που έχει για την απάντηση στο ερώτημα αυτό η εφαρμογή των αρχών που διατυπώθηκαν στην απόφαση Keck και Mithouard (13). Και αυτό, όχι μόνον επειδή τίθεται ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ αλλά και διότι, επιπλέον, η εθνική ρύθμιση, ως προς τη συμβατότητα της οποίας με το άρθρο αυτό της Συνθήκης επιθυμεί να διαφωτιστεί το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο, εμφανίζει, prima facie τουλάχιστον, προφανείς αναλογίες με την εθνική ρύθμιση (απαγόρευση της μεταπωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους) σε σχέση με την οποία ερμηνεύθηκε, στην απόφαση Keck και Mithouard, το άρθρο 30.
18. Προ της αποφάσεως Keck και Mithouard, το Δικαστήριο αντιμετώπισε αρκετά συχνά ζητήματα ερμηνείας του άρθρου 30 της Συνθήκης σε σχέση με εθνικά μέτρα, τα οποία επέβαλλαν απαγόρευση πωλήσεως προϊόντων σε τιμή κατώτερη της καθοριζόμενης στα πλαίσια συστήματος κανονιστικής, εκ μέρους των εθνικών αρχών, ρυθμίσεως των τιμών.
Με την πρώτη κατά χρονολογική σειρά σχετική απόφαση, της 24ης Ιανουαρίου 1978, 82/77, Van Tiggele (Συλλογή τόμος 1978, σ. 15), το Δικαστήριο, εκκινώντας (σκέψη 12) από την αναφερθείσα ήδη (βλ. ανωτέρω, υπό 13) διατύπωση της αποφάσεως Dassonville, έκρινε (σκέψη 14) ότι "παρεμπόδιση των εισαγωγών μπορεί να προκύψει ιδίως με τον καθορισμό, από εθνική αρχή, τιμών ή περιθωρίων κέρδους σε τέτοιο επίπεδο, ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση έναντι των ομοίων εγχωρίων προϊόντων, είτε διότι δεν μπορούν να διατεθούν με κέρδος υπό τις καθοριζόμενες συνθήκες, είτε διότι εξουδετερώνεται το ανταγωνιστικό πλεονέκτημά τους που οφείλεται σε χαμηλότερες τιμές κόστους". Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω: (1) 'Οτι "οι εθνικές διατάξεις που απαγορεύουν αδιακρίτως τη λιανική πώληση εγχωρίων προϊόντων και εισαγόμενων προϊόντων σε τιμές χαμηλότερες από την τιμή αγοράς, την οποία κατέβαλε ο λιανοπωλητής, δεν είναι δυνατό να παράγουν επιβλαβή αποτελέσματα για τη διάθεση μόνο των εισαγομένων προϊόντων και, επομένως, να αποτελούν μέτρα αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών" (σκέψη 16) (2) ότι "ούτε ο καθορισμός του ελάχιστου περιθώριου κέρδους σε ορισμένο ποσό, και όχι σε ποσοστό επί της τιμής κόστους, ο οποίος ισχύει αδιακρίτως για τα εγχώρια προϊόντα και τα εισαγόμενα προϊόντα, είναι δυνατό να έχει ως αποτέλεσμα τη δυσμενή μεταχείριση των ενδεχομένως φθηνότερων εισαγόμενων προϊόντων, σε περιπτώσεις (...) όπου το ποσό του περιθωρίου κέρδους αντιπροσωπεύει μικρό σχετικά μέρος της τελικής λιανικής τιμής" (σκέψη 17) και (3) ότι "δεν συμβαίνει το ίδιο όσον αφορά την κατώτατη τιμή που καθορίζεται σε ορισμένο ποσό, η οποία, μολονότι ισχύει αδιακρίτως για τα εγχώρια προϊόντα και τα εισαγόμενα προϊόντα, είναι ικανή να επηρεάσει δυσμενώς τη διάθεση των εισαγόμενων προϊόντων, στο μέτρο που εμποδίζει τη χαμηλότερη τιμή κόστους των προϊόντων αυτών να επιδράσει επί της τιμής πωλήσεως στον καταναλωτή" (σκέψη 18) (14).
19. Εντούτοις, το εθνικό μέτρο ως προς το οποίο ετέθη ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 30 στο πλαίσιο των υποθέσεων Keck και Mithouard δεν αφορούσε σε απαγόρευση πωλήσεως σε τιμή κατώτερη εκείνης που είχε κανονιστικώς καθοριστεί από τις αρχές ενός κράτους μέλους αλλά στην απαγόρευση (απευθυνόμενη μάλιστα τόσο στους χονδρέμπορους όσο και στους λιανοπωλητές) ορισμένης μεθόδου πωλήσεως συνισταμένης στη μεταπώληση σε τιμή κατώτερη της τιμής αγοράς. Το Δικαστήριο εκαλείτο κατά συνέπεια να κρίνει αν, και σε ποιο βαθμό, ήταν και στην περίπτωση αυτή εφαρμοστέα η διατυπωθείσα με την απόφαση Oosthoek αρχή (15), σύμφωνα με την οποία (σκέψη 15) μία νομοθεσία που περιορίζει ή απαγορεύει ορισμένες μορφές διαφημίσεως και ορισμένα μέσα προωθήσεως των πωλήσεων, καίτοι δεν επηρεάζει αμέσως τις εισαγωγές, είναι ικανή να περιορίσει τον όγκο τους δεδομένου ότι "το γεγονός ότι ένας συγκεκριμένος επιχειρηματίας αναγκάζεται είτε να ακολουθήσει διαφορετικά συστήματα διαφημίσεως ή προωθήσεως των πωλήσεων αναλόγως των συγκεκριμένων κρατών μελών είτε να εγκαταλείψει ένα σύστημα που θεωρεί ιδιαιτέρως αποτελεσματικό, είναι δυνατό να αποτελέσει εμπόδιο στις εισαγωγές ακόμα και αν η σχετική νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εθνικά και εισαγόμενα προϊόντα".
20. Η παραπάνω ευκαιρία χρησιμοποιήθηκε από το Δικαστήριο για μια εξαρχής επανατοποθέτηση των ζητημάτων ερμηνείας του άρθρου 30, στις συνέπειες της οποίας προσδίδει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός (ως προς το οποίο η διατύπωση της αποφάσεως δεν επιτρέπει καμία αμφιβολία) ότι η σημειούμενη νομολογιακή στροφή είναι απολύτως συνειδητή.
21. Σημείο εκκινήσεως αποτελεί και πάλι η μνημονευθείσα ήδη (βλ. ανωτέρω, υπό 13) διατύπωση της αποφάσεως Dassonville. Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει (σκέψη 11) ότι, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, "μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό αποτελεί κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο". Επισημαίνει στη συνέχεια (σκέψεις 12 και 13) ότι "η εθνική νομοθεσία που απαγορεύει γενικώς τη μεταπώληση σε τιμή κάτω του κόστους δεν έχει ως αντικείμενο να ρυθμίσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών", είναι όμως ικανή "να περιορίσει τον όγκο των πωλήσεων και κατά συνέπεια τον όγκο των πωλήσεων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εφόσον αφαιρεί από τους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν μία συγκεκριμένη μέθοδο προωθήσεως των πωλήσεων". Θέτει, τέλος, με την τελευταία φράση της σκέψεως 13 το ερώτημα αν το ενδεχόμενο αυτό αρκεί για να προσδώσει στην επίδικη νομοθεσία τον χαρακτήρα μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών. Εκφράζοντας αμφιβολία ως προς το εάν μία νομοθεσία, ικανή να περιορίσει τον όγκο των πωλήσεων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, μπορεί να επιδράσει επί των εισαγωγών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρηθεί εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, το Δικαστήριο εντοπίζει ήδη το σημείο στο οποίο θα σημειωθεί η νομολογιακή στροφή.
22. Η στροφή αυτή επιχειρείται με την εισαγωγή διακρίσεως μεταξύ αφενός μεν εθνικών περιοριστικών ρυθμίσεων που αφορούν στους όρους (ονομασία, μορφή, διαστάσεις, βάρος, σύνθεση κ.λπ.), στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη όπου νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο και αφετέρου εθνικών διατάξεων που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως. Το Δικαστήριο, παραπέμποντας ρητώς στη νομολογία Cassis de Dijon (16) κρίνει (σκέψη 15) ότι τα εθνικά μέτρα που υπάγονται στην πρώτη κατηγορία, ακόμη και εφαρμοζόμενα αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα, αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορευόμενα από το άρθρο 30, εκτός εάν η εφαρμογή τους δικαιολογείται από κάποιο στόχο γενικού συμφέροντος ικανό να υπερισχύσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Ως προς τις εθνικές όμως διατάξεις που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, το Δικαστήριο θεωρεί (σκέψη 16) ότι "αντίθετα προς ό,τι έχει κρίνει μέχρι στιγμής", η εφαρμογή τους "δεν είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών", αρκεί οι διατάξεις αυτές: α') Να εφαρμόζονται σε όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και β') να επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εθνικών προϊόντων και προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Πράγματι, καταλήγει το Δικαστήριο, "από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η εφαρμογή ρυθμίσεων αυτού του είδους στην πώληση προϊόντων προελεύσεως άλλου κράτους μέλους, τα οποία ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που έχει θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει την πρόσβασή τους στην αγορά ούτε να τη δυσχεράνει όπως δεν δυσχεραίνει την πρόσβαση στην αγορά των εθνικών προϊόντων" (σκέψη 17).
23. Το Δικαστήριο χωρεί, επομένως, σε μία απόλυτη, "οντολογική" διάκριση: οι εθνικές περιοριστικές ρυθμίσεις που αφορούν τους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα, αναφερόμενες σε αυτό καθεαυτό το αντικείμενο των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών, δημιουργούν, ως εκ της φύσεώς τους αυτής, εμπόδια στις παραπάνω ανταλλαγές. Αντίθετα, οι εθνικές ρυθμίσεις που απαγορεύουν ή περιορίζουν ορισμένες μορφές πωλήσεως, καθώς δεν αφορούν παρά μόνο στους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες πωλούνται τα προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών, δεν είναι, ως εκ της φύσεώς τους αυτής, ικανές να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Εάν η απόφαση Keck και Mithouard παραβληθεί, ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, προς την παρατεθείσα ήδη (βλ. ανωτέρω, υπό 19) σκέψη της αποφάσεως Oosthoek, εύλογα μπορεί να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δέχεται, "αντίθετα προς ό,τι έχει κρίνει μέχρι στιγμής", ότι η πιθανότητα να επιδράσει η απαγόρευση ή ο περιορισμός ορισμένων μορφών πωλήσεως στη συμπεριφορά των επιχειρηματιών, ώστε τα παραπάνω μέτρα να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, είναι τόσο απομακρυσμένη και υποθετική, ώστε δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί ούτε καν έμμεση ή δυνητική σχέση μεταξύ των εθνικών αυτών μέτρων αφενός και τυχόν αρνητικού αντικτύπου επί των εισαγωγών αφετέρου (17).
24. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, μία εθνική ρύθμιση με την οποία απαγορεύονται ή περιορίζονται ορισμένες μορφές πωλήσεως, δεν αποτελεί, καταρχήν, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών. Προκειμένου όμως να ολοκληρωθεί η έρευνα του ακίνδυνου για το ενδοκοινοτικό εμπόριο χαρακτήρα της ρυθμίσεως θα πρέπει επίσης να ελεγχθεί αφενός μεν εάν η ρύθμιση εφαρμόζεται σε όλους τους επιχειρηματίες που δρουν εντός του συγκεκριμένου κράτους μέλους και αφετέρου εάν η ρύθμιση επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία εθνικών προϊόντων και προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
25. Ούτε ο έλεγχος του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής μιας ρυθμίσεως ούτε ο έλεγχος του τρόπου που η τελευταία επηρεάζει νομικώς την εμπορία των εγχωρίων έναντι των εισαγομένων προϊόντων μπορεί, νομίζω, να δημιουργήσει μείζονα προβλήματα κατά την εφαρμογή της νομολογίας Keck και Mithouard. Θα πρέπει εντούτοις να σημειωθεί ότι προκειμένου να διερευνηθούν αποτελεσματικά και σε βάθος τα δύο αυτά ζητήματα, η έρευνα δεν θα πρέπει να προσκολλάται στο γράμμα της ρυθμίσεως και μόνο αλλά να αναζητεί επίσης τον σκοπό και τη λογική της, συσχετίζοντάς την, κατά το μέτρο του δυνατού, προς το ευρύτερο κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.
26. Οι δυσχέρειες θα είναι πολύ μεγαλύτερες κατά τον έλεγχο του ζητήματος αν μία εθνική ρύθμιση επηρεάζει πραγματικώς κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων. Οι δυσχέρειες αυτές δεν αφορούν στον εντοπισμό του αντικειμένου του ελέγχου: σ' αυτό το στάδιο της έρευνας θα πρέπει, πράγματι, να διερευνηθεί αν μία ρύθμιση, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ ημεδαπών επιχειρηματιών αφενός και επιχειρηματιών οι οποίοι είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών αφετέρου, ούτε επηρεάζει νομικώς την εμπορία των εισαγομένων προϊόντων κατά τρόπο διάφορο έναντι της εμπορίας των εγχωρίων, μπορεί, εφαρμοζόμενη στην πράξη, να έχει ως συνέπεια τη δημιουργία ευνοϊκότερων, υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, όρων εμπορίας.
Δεν είναι εντούτοις καθόλου αυτονόητη η μέθοδος που πρέπει να ακολουθηθεί κατά την άσκηση του ανωτέρω ελέγχου ούτε η απόφαση Keck και Mithouard ούτε οι μεταγενέστερες αποφάσεις που εφήρμοσαν τις αρχές της (18) παρέχουν ασφαλείς ενδείξεις σχετικά.
27. Το βέβαιο είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι ο έλεγχος της πραγματικής επιρροής μιας ρυθμίσεως, προκειμένου να διαφοροποιηθεί επαρκώς έναντι του ελέγχου της νομικής της επιρροής, δεν μπορεί να χωρήσει παρά εν αναφορά προς ορισμένες υποθέσεις ως προς τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή η υπό εξέταση ρύθμιση. Ο κίνδυνος που ανακύπτει στην περίπτωση αυτή συνίσταται στο ότι η έρευνα μπορεί εύκολα να καταλήξει σε μία ατέρμονη περιπτωσιολογία, στα πλαίσια της οποίας θα αρκούσε η διατύπωση μιας εξεζητημένης ή στατιστικά ασήμαντης υποθέσεως για να κλονισθεί ο νομικώς ουδέτερος χαρακτήρας του μέτρου.
28. Για τους λόγους αυτούς, νομίζω ότι η διερεύνηση των συνεπειών που μπορεί να έχει στην πράξη, από της εδώ εξεταζομένης απόψεως, ένα εθνικό μέτρο πρέπει να χωρήσει λαμβανομένης υπόψη της συνήθους πορείας των πραγμάτων (19). Από της σκοπιάς, συνεπώς, αυτής θα πρέπει να αξιολογείται το σχετικό πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται ενδεχομένως υπόψη του Δικαστηρίου, είτε με τη διάταξη παραπομπής είτε με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατατίθενται ενώπιόν του (20).
V * Απάντηση στο τιθέμενο προδικαστικό ερώτημα
29. Δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι ρύθμιση όπως η περιγραφόμενη στο προδικαστικό ερώτημα της π
ροέδρου του tribunal de commerce de Mons δεν θεσπίζει όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα προϊόντα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. Μπορεί όμως μια τέτοια ρύθμιση να θεωρηθεί ως επιβάλλουσα απαγόρευση ορισμένης "μορφής πωλήσεως";
30. Η απάντηση δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να είναι παρά καταφατική. Η ρύθμιση στην οποία αφορά η διάταξη παραπομπής, επιβάλλουσα γενική απαγόρευση της πωλήσεως ή της προσφοράς προς πώληση εμπορευμάτων έναντι τιμήματος, το οποίο είναι μεν υψηλότερο από το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο αγοράς, δεν επιτρέπει όμως παρά εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους, αφορά, πράγματι, στους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται να χωρεί η πώληση των εμπορευμάτων και, επομένως, επιβάλλει απαγόρευση ορισμένης "μορφής πωλήσεως" υπό την έννοια της αποφάσεως Keck και Mithouard.
31. Οι εταιρίες ΙΤΜ και Vocarex προβάλλουν (βλ. σ. 8 και επ. των παρατηρήσεών τους ενώπιον του Δικαστηρίου, ιδίως σ. 10) ότι ως "μορφές πωλήσεως", υπό την έννοια της αποφάσεως Keck και Mithouard, θα πρέπει να θεωρηθούν μόνον ειδικές μορφές πωλήσεως, στις οποίες δεν εμπίπτει η πώληση με περιθώριο κέρδους, εφόσον, πάντοτε κατά τις ανωτέρω εταιρίες, σε αυτό ακριβώς το στοιχείο, στην ύπαρξη δηλαδή ενός περιθωρίου κέρδους, έστω πολύ περιορισμένου, έγκειται "η ίδια η ουσία της πωλήσεως".
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. 'Οχι μόνον διότι το εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους, στο οποίο αναφέρεται η περιγραφόμενη στη διάταξη παραπομπής ρύθμιση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί "την ίδια την ουσία της πωλήσεως", αλλά, κυρίως, διότι ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα της αποφάσεως Keck και Mithouard επιτρέπει διάκριση μεταξύ "ιδιόρρυθμων" μορφών πωλήσεως, η απαγόρευση ή ο περιορισμός των οποίων θα έκειτο εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης και "κοινών" μορφών πωλήσεως, η απαγόρευση ή ο περιορισμός των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό. Με τις αποφάσεις άλλωστε του Δικαστηρίου που ακολούθησαν την απόφαση Keck και Mithouard, θεωρήθηκαν ως ρυθμίσεις αναφερόμενες σε "μορφές πωλήσεως" και, επομένως, μη εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, εθνικές διατάξεις, οι οποίες κάθε άλλο παρά σε αποκλίνουσες του συνήθους ή ιδιόρρυθμες μορφές πωλήσεως αφορούσαν (21).
32. Η ρύθμιση στην οποία αναφέρεται η διάταξη παραπομπής δεν μπορεί, εντούτοις, να θεωρηθεί οριστικώς ως κειμένη εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, προτού ερευνηθεί αφενός μεν αν εφαρμόζεται σε όλους τους επιχειρηματίες που δρουν στο εθνικό έδαφος και αφετέρου αν επηρεάζει κατά τον αυτό τρόπο, νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων.
33. Η επίμαχη απαγόρευση επιβάλλεται σε όλους τους εμπόρους που αναπτύσσουν δραστηριότητα στο Βέλγιο, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των (22) και, μάλιστα, εφόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση, τόσο στους χονδρέμπορους όταν πωλούν σε λιανοπωλητές όσο και στους τελευταίους όταν πωλούν προς τους καταναλωτές (23).
Από το γράμμα της διατάξεως, η οποία αναφέρεται σε πώληση ή προσφορά προς πώληση, επιτρέπουσα, λαμβανομένης υπόψη της τιμής που αναγράφεται στο τιμολόγιο αγοράς (ή θα αναγραφόταν σ' αυτό σε περίπτωση νέας αγοράς), εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους, καθίσταται σαφές ότι η απαγόρευση δεν αφορά σε πώληση εκ μέρους του παραγωγού ή του κατασκευαστή του πωλουμένου προϊόντος, δοθέντος ότι στην περίπτωση αυτή δεν προηγείται, βεβαίως, αγορά. Το στοιχείο όμως αυτό δεν μπορεί να ασκήσει καμία επιρροή στη θεώρηση της διατάξεως υπό το πρίσμα του άρθρου 30 της Συνθήκης, εφόσον, πάντως, η απαγόρευση δεν απευθύνεται στους Βέλγους παραγωγούς ή κατασκευαστές αλλά ούτε και στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που πωλούν στο Βέλγιο τα προϊόντα που παρήγαγαν ή κατασκεύασαν (24). Είναι, εξάλλου, αυτονόητο ότι δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να κρίνει επί του ζητήματος (το οποίο είναι ξένο όχι μόνο προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης αλλά και προς το κοινοτικό δίκαιο εν γένει) αν η διάκριση μεταξύ χονδρεμπόρων και λιανοπωλητών αφενός και παραγωγών και κατασκευαστών αφετέρου αντίκειται στην αρχή της ισότητος από απόψεως εσωτερικού δικαίου (25).
34. Τίθεται ήδη το ερώτημα αν η εξεταζόμενη ρύθμιση επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
Η απάντηση πρέπει, νομίζω, να είναι καταφατική. Ούτε από τη ρύθμιση καθεαυτή ούτε από τον συσχετισμό της προς άλλες ρυθμίσεις προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη με αυτή απαγόρευση επηρεάζει νομικώς την εμπορία των εισαγομένων προϊόντων κατά τρόπο διάφορο έναντι της εμπορίας των εγχωρίων, ενώ εξάλλου κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επίμαχη απαγόρευση μπορεί, από πραγματικής απόψεως, να ασκήσει διαφοροποιημένη, υπό την εκτεθείσα έννοια, επίδραση (26).
35. Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, οι εταιρίες ITM και Vocarex προβάλλουν, εντούτοις, ότι το υπό εξέταση εθνικό μέτρο θίγει περισσότερο την εμπορία των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη παρά την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων, επειδή:
α') Η εμπορία των εισαγομένων προϊόντων συνεπάγεται υψηλότερες, έναντι της εμπορίας των εγχωρίων, δαπάνες (έξοδα μεταφοράς, αποθηκεύσεως κ.λπ.). Κατά συνέπεια, τα εισαγόμενα προϊόντα πωλούνται με περιθώρια κέρδους μικρότερα εκείνων που πραγματοποιούνται κατά την πώληση των εγχωρίων προϊόντων και η πώλησή τους θα εμπίπτει, κατ' ανάγκη, συχνότερα στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης ρυθμίσεως.
β') Η απαγόρευση μιας μεθόδου προωθήσεως των πωλήσεων, όπως εν προκειμένω της πωλήσεως με εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους, θίγει πρωτίστως τα εισαγόμενα προϊόντα, ως προς τα οποία υφίσταται μεγαλύτερη, έναντι των εγχωρίων, ανάγκη χρήσεως αναλόγων μεθόδων.
γ') Η επιβαλλόμενη απαγόρευση, απευθυνόμενη μόνον στους χονδρεμπόρους και τους λιανοπωλητές, παρέχει στους παραγωγούς των εγχωρίων προϊόντων τη δυνατότητα να πωλούν με εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους. 'Ετσι όμως τίθενται σε δυσμενέστερη έναντι αυτών μοίρα οι παραγωγοί που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, δοθέντος ότι οι τελευταίοι, για να διακινήσουν τα προϊόντα τους, προσφεύγουν συνήθως στις υπηρεσίες μεσαζόντων οι οποίοι, καλυπτόμενοι από την ως άνω απαγόρευση, δεν μπορούν να προωθήσουν περαιτέρω προς την κατανάλωση τα προϊόντα αυτά κάνοντας χρήση της επίμαχης μεθόδου προωθήσεως των πωλήσεων.
36. Κατά τη γνώμη μου, κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ειδικότερα:
α') Η ρύθμιση που περιγράφεται στη διάταξη παραπομπής εξομοιώνει προς την πώληση κάτω του κόστους, την πώληση η οποία δεν επιτρέπει παρά ένα εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους, λαμβανομένης υπόψη της τιμής που αναγράφεται στο τιμολόγιο αγοράς (ή θα αναγραφόταν σ' αυτό σε περίπτωση νέας αγοράς) καθώς και των γενικών εξόδων. Κατά συνέπεια, οι υψηλότερες, ενδεχομένως, δαπάνες που συνεπάγεται η εμπορία των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων λαμβάνονται υπόψη για τον χαρακτηρισμό του πραγματοποιηθέντος κατά την πώλησή τους κέρδους ως εξαιρετικά περιορισμένου ή μη και, ως εκ τούτου, τα προϊόντα αυτά δεν τίθενται, από της απόψεως αυτής, σε δυσμενέστερη μοίρα έναντι των εγχωρίων.
β') Από τον συνδυασμό των σκέψεων 13, 16 και 18 της αποφάσεως Keck και Mithouard ευθέως προκύπτει ότι εθνική νομοθεσία που απαγορεύει συγκεκριμένη μέθοδο προωθήσεως των πωλήσεων, συνισταμένη στη μεταπώληση σε τιμή κάτω του κόστους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει βαρύτερα, σε σχέση με την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων, την εμπορία των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων. Ανάλογη κρίση, εν σχέσει προς την απαγόρευση ορισμένων διαφημιστικών μεθόδων, προκύπτει από τις μνημονευθείσες ήδη (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 18) αποφάσεις Huenermund (σκέψεις 20 έως 23) και Leclerc-Siplec (σκέψεις 20 έως 23). Από τις αποφάσεις αυτές αβίαστα περαιτέρω συνάγεται ότι το Δικαστήριο δεν θεωρεί ως στοιχείο ικανό να καταστήσει εντονότερη την επίδραση των παραπάνω απαγορεύσεων στην εμπορία των εισαγομένων προϊόντων, την αυξημένη, για τα προϊόντα αυτά, ανάγκη χρησιμοποιήσεως τεχνικών προωθήσεως των πωλήσεων, ώστε να επιτευχθεί ευχερέστερα η διείσδυσή τους στην αγορά ενός άλλου κράτους μέλους.
γ') Αν οι παραγωγοί, προκειμένου να προωθήσουν τα προϊόντα τους προς τους καταναλωτές άλλων κρατών μελών προσφεύγουν, συνήθως, στις υπηρεσίες μεσαζόντων (χονδρεμπόρων ή λιανοπωλητών), οι συνθήκες που επιβάλλει μία σύγχρονη οργάνωση της αγοράς οδηγούν, συνήθως, τους ημεδαπούς παραγωγούς να χρησιμοποιούν επίσης, για τη διακίνηση των προϊόντων τους προς την κατανάλωση, τις υπηρεσίες μεσαζόντων (χονδρεμπόρων ή, τουλάχιστον, λιανοπωλητών). Κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο να επηρεάσει η υπό εξέταση ρύθμιση την εμπορία των εισαγομένων προϊόντων, κατά τρόπο δυσμενέστερο έναντι των προϊόντων τα οποία ο εγχώριος παραγωγός πωλεί απ' ευθείας στον καταναλωτή, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η επίμαχη απαγόρευση μπορεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να καταστήσει δυσχερέστερη, έναντι των εγχωρίων προϊόντων, την εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη.
37. Συνοψίζοντας, εθνική ρύθμιση όπως η περιγραφόμενη στη διάταξη παραπομπής, με την οποία επιβάλλεται γενική απαγόρευση της πωλήσεως έναντι τιμήματος που επιτρέπει εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, εφόσον, κατά τα εκτεθέντα, η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται επί όλων των επιχειρηματιών που αναπτύσσουν δραστηριότητα στο εθνικό έδαφος και επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, τόσο νομικώς όσο και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων.
38. Εάν, αντιθέτως προς τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληγε στην κρίση ότι η ως άνω ρύθμιση αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, θα ανέκυπτε, βεβαίως, το ζήτημα αν τη ρύθμιση αυτή μπορεί να δικαιολογήσουν, και μάλιστα κατά τρόπο συνάδοντα προς την αρχή της αναλογικότητας, επιτακτικές ανάγκες. 'Οπως συνάγεται, πράγματι, από την οικεία νομολογία, παγίως τηρούμενη από της αποφάσεως Cassis de Dijon και εντεύθεν (27), εθνική ρύθμιση, αδιακρίτως εφαρμοζόμενη τόσο επί των εγχωρίων όσο και επί των εισαγομένων προϊόντων, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ως αποτελούσα μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, μπορεί να δικαιολογηθεί αν: (α') αποσκοπεί στην επίτευξη θεμιτών, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, στόχων, οι οποίοι είναι τέτοιας φύσεως, ώστε υπερτερούν των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (β') αποτελεί μέσο κατάλληλο για την επίτευξη των ενλόγω στόχων και (γ') αποτελεί μέσο αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων αυτών, υπό την έννοια ότι οι τελευταίοι δεν είναι δυνατό να εξυπηρετηθούν με μέσα λιγότερο περιοριστικά για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
39. Για λόγους πληρότητος, θα εξετασθεί εν συντομία στις επόμενες παραγράφους το ζήτημα αν η εθνική διάταξη που περιγράφεται στη διάταξη παραπομπής, θα μπορούσε, εάν εθεωρείτο ως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, να δικαιολογηθεί υπό την εκτεθείσα αμέσως ανωτέρω έννοια.
Από τη διάταξη παραπομπής εμμέσως συνάγεται ότι η επίμαχη απαγόρευση της πωλήσεως ή της προσφοράς προς πώληση προϊόντων έναντι τιμήματος που επιτρέπει εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους, αποβλέπει αφενός μεν στην εξασφάλιση υγιών συνθηκών ανταγωνισμού, αφετέρου δε στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών. Φαίνεται δηλαδή ότι σκοπός του εθνικού νομοθέτη είναι να αποτραπεί η χρήση της ανωτέρω μεθόδου πωλήσεως, είτε ως μέσου εξαφανίσεως των ανταγωνιστών που αδυνατούν να πωλήσουν ή να προσφέρουν προς πώληση τα αυτά προϊόντα στο αυτό επίπεδο τιμών, είτε ως μέσου προσελκύσεως των καταναλωτών, διά του οποίου οι τελευταίοι, "παρασυρόμενοι" από την προσφορά, σε ορισμένο σημείο πωλήσεως, ενός προϊόντος σε τιμή τόσο χαμηλή ώστε να μην επιτρέπει στον πωλητή παρά ένα εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους, οδηγούνται στην αγορά άλλων προϊόντων, τα οποία, προκειμένου να αντισταθμισθεί η ανωτέρω χαμηλή τιμή, πωλούνται σε τιμές υψηλότερες των κανονικών (28).
40. Είναι αναμφισβήτητο ότι αμφότεροι οι παραπάνω στόχοι συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που μπορεί, κατ' αρχήν, να δικαιολογήσουν την επιβολή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης (29). Η επίμαχη απαγόρευση μπορεί, εξάλλου, ενόψει της γενικότητός της, να θεωρηθεί ως αποτελεσματικό μέσο επιτεύξεως των ενλόγω στόχων. Η γενικότητά της όμως ακριβώς αυτή θέτει το ζήτημα αν είναι αναγκαία σ' αυτή την έκταση για την επίτευξη των αναφερθέντων, θεμιτών κατ' αρχήν, σκοπών.
Η απάντηση στο τελευταίο αυτό ερώτημα θα έπρεπε, νομίζω, να είναι αρνητική. Πράγματι: (Α') Προκειμένου η πώληση με εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους να αποτελέσει μέσο εξαφανίσεως των ανταγωνιστών, θα έπρεπε να εφαρμόζεται κατά τρόπο επίμονο και συστηματικό. Δεν είναι, επομένως, αναγκαίο να επιβληθεί, προς αποφυγή νοθεύσεως του ανταγωνισμού, απαγόρευση της ανωτέρω μορφής πωλήσεως τόσο γενική ώστε να εμπίπτουν σ' αυτή και περιπτώσεις κατά τις οποίες η μορφή αυτή πωλήσεως εμφανίζεται υπό τέτοιες συνθήκες (π.χ. μεμονωμένη ή χρονικά περιορισμένη εφαρμογή) ώστε να αποκλείονται επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό συνέπειες. (Β') Η πώληση έναντι τιμήματος που επιτρέπει εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους, δεν μπορεί, βεβαίως, να λειτουργήσει ως μέσο "παγιδεύσεως" του καταναλωτή παρά μόνον κατά το στάδιο της λιανικής πωλήσεως. Η προστασία και μόνον των καταναλωτών δεν καθιστά, επομένως, αναγκαία την απαγόρευση της μορφής αυτής πωλήσεως ακόμη και κατά τα προηγούμενα της λιανικής πωλήσεως στάδια εμπορίας των προϊόντων.
Πρόταση
Ενόψει των όσων έχω εκθέσει, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τιθέμενο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
"Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν έχει εφαρμογή σε εθνική διάταξη, διατυπούμενη κατά τρόπο γενικό, με την οποία απαγορεύεται, ως εξομοιούμενη προς πώληση σε τιμή κάτω του κόστους, η πώληση προϊόντων έναντι τιμήματος, το οποίο είναι μεν μεγαλύτερο του αναγραφόμενου στο τιμολόγιο αγοράς, επιτρέπει όμως εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους, εάν, όπως εν προκειμένω συμβαίνει, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επί όλων των επιχειρηματιών (χονδρεμπόρων και λιανοπωλητών) που αναπτύσσουν δραστηριότητα επί του εθνικού εδάφους και επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, τόσο νομικώς όσο και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
(1) * Moniteur belge της 29ης Αυγούστου 1991, σ. 18712.
(2) * Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, C-438/92, Rustica Semences (Συλλογή 1994, σ. Ι-3519, σκέψη 10), της 9ης Ιουλίου 1992, C-131/91, K Line Air Service Europe (Συλλογή 1992, σ. Ι-4513, σκέψη 10) και της 7ης Μαρτίου 1989, 215/87, Schumacher (Συλλογή 1989, σ. 617, σκέψη 6).
(3) * Βλ., ενδεικτικά, από την πρόσφατη νομολογία, τις αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 1995, C-29/94 έως 35/94, Aubertin κ.λπ., μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 9 έως 11, της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-23/93, TV 10 (Συλλογή 1994, σ. Ι-4795, σκέψη 14) και της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta (Συλλογή 1994, σ. Ι-3453, σκέψεις 27 έως 29).
(4) * Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
(5) * Βλ., τελευταίως, απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1995, C-412/93, Leclerc-Siplec, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 18.
(6) * Ενδιαφέρον παρουσιάζει από της απόψεως αυτής η απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-363/93 και 407/93 έως 411/93, Lancry κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-3957). Στην απόφαση αυτή (με την οποία κρίθηκε ότι σύστημα με τα χαρακτηριστικά του συστήματος των θαλασσίων διαπυλίων τελών που εισπράττονται στα γαλλικά υπερπόντια εδάφη αντίκειται στα άρθρα 9 επ. της Συνθήκης και μάλιστα τόσο κατά το μέρος που πλήττονται τα προϊόντα που εισάγονται στα εδάφη αυτά από άλλα κράτη μέλη, όσο και κατά το μέρος που πλήττονται τα προϊόντα που εισάγονται από άλλες περιοχές του αυτού κράτους μέλους), αναφέρεται (σκέψη 30) ότι η είσπραξη επιβαρύνσεων με τα χαρακτηριστικά των ανωτέρω θαλασσίων διαπυλίων τελών μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αμιγώς εσωτερική κατάσταση μόνον εάν η επιβάρυνση αυτή εισπράττεται αποκλειστικώς επί προϊόντων προελεύσεως του ιδίου κράτους μέλους. Ο γενικός εισαγγελέας G. Tesauro είχε ταχθεί υπέρ της απόψεως ότι είσπραξη επιβαρύνσεων όπως οι αναφερθείσες, κατά το μέρος που πλήττονται προϊόντα προερχόμενα από άλλες περιοχές του αυτού κράτους μέλους, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 9 επ. της Συνθήκης, επικαλούμενος (βλ. σημείο 18, in fine, των προτάσεών του) ότι παρόμοια κατάσταση δεν εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο, όπως ακριβώς συμβαίνει με οποιαδήποτε άλλη κατάσταση, στα πλαίσια της οποίας όλα τα στοιχεία που εμπλέκονται αφορούν ένα και μόνο κράτος .
(7) * Βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, 355/85, Cognet (Συλλογή 1986, σ. 3231, σκέψη 10).
(8) * Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 286/81 (Συλλογή 1982, σ. 4575).
(9) * Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.
(10) * Ανάλυση, υπό παρόμοιο πρίσμα, της νομολογίας του Δικαστηρίου, από την οποία συνάγεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός εθνικού μέτρου ως μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην αδυναμία εφαρμογής του μέτρου στα εγχώρια προϊόντα, βλ. στα σημεία 20 έως 25 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro επί των υποθέσεων Lancry κ.λπ., επί των οποίων εκδόθηκε η αναφερθείσα ήδη (υποσημείωση 6) απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994.
(11) * Βλ. αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-23/93, TV 10 (Συλλογή 1994, σ. Ι-4795, σκέψη 14), της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, C-153/91, Petit (Συλλογή 1992, σ. Ι-4973, σκέψη 8), της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hoefner και Elser (Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 37), και της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 443, σκέψη 9).
(12) * Οι αμφιβολίες αυτές επιτείνονται από το περιεχόμενο ενός (του υπ' αριθ. 6) από τα έγγραφα που συνοδεύουν τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι εταιρίες ITM και Vocarex ενώπιον του Δικαστηρίου. Από το ενλόγω έγγραφο, το οποίο επικαλούνται οι εταιρίες αυτές για να στηρίξουν επιχείρημά τους άσχετο με το εδώ εξεταζόμενο ζήτημα, συνάγεται ότι η βελγική παραγωγή γεωμήλων υπερκαλύπτει την εσωτερική κατανάλωση και ότι το σύνολο σχεδόν των γεωμήλων που παράγονται στο Βέλγιο ανήκει στην ποικιλία Bintjes (στην οποία ανήκουν και τα γεώμηλα που πωλήθηκαν στο κατάστημα της Vocarex).
(13) * Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και 268/91 (Συλλογή 1993, σ. I-6097).
(14) * Βλ., προς την αυτή κατεύθυνση, τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1983, 78/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1983, σ. 1955, σκέψη 16), της 29ης Ιανουαρίου 1985, 231/83, Cullet (Συλλογή 1985, σ. 305, σκέψεις 23 επ.) και της 7ης Μαίου 1991, C-287/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. I-2233, σκέψεις 21, 24 και 28), καθώς και την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1986, 80 και 159/85, Edah BV (Συλλογή 1986, σ. 3359, σκέψεις 10 επ.).
(15) * Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 7. Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1989, 382/87, Buet (Συλλογή 1989, σ. 1235, σκέψεις 7 και 8), της 7ης Μαρτίου 1990, 362/88, GB-Inno-BM (Συλλογή 1990, σ. Ι-667, σκέψη 7), της 30ής Απριλίου 1991, C-239/90, Boscher (Συλλογή 1991, σ. Ι-2023, σκέψη 14), και της 18ης Μαΐου 1993, C-126/91, Yves Rocher (Συλλογή 1993, σ. Ι-2361, σκέψη 10).
(16) * Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321).
(17) * Δεν στερείται, νομίζω, σημασίας το γεγονός ότι με τη μεταγενέστερη της αποφάσεως Keck και Mithouard απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta (Συλλογή 1994, σ. Ι-3453), το Δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ο εθνικός δικαστής διερωτάτο εάν συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ιταλική νομοθεσία η οποία, απαγορεύουσα τη ρίψη χημικών ουσιών στη θάλασσα, επιβάλλει στα ιταλικά πλοία σχετικό δαπανηρό εξοπλισμό, καθιστώντας ενδεχομένως ακριβότερη την εισαγωγή χημικών προϊόντων στην Ιταλία, απήντησε (σκέψη 24) ως εξής: (...) νομοθεσία όπως η επίδικη νομοθεσία δεν εισάγει καμιά διάκριση ανάλογα με την καταγωγή των μεταφερομένων ουσιών, δεν έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση του εμπορίου με τα άλλα κράτη μέλη και τα περιοριστικά αποτελέσματα που θα μπορούσε να έχει επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έχουν καθόλα τυχαίο και έμμεσο χαρακτήρα ώστε η υποχρέωση που θεσπίζει η νομοθεσία αυτή να θεωρηθεί ως ικανή να παρεμποδίσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών (βλ. αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1990, C-69/88, Krantz, Συλλογή 1990, σ. Ι-583, σκέψη 11, και της 13ης Οκτωβρίου 1993, C-93/92, CMC Motorradcenter, Συλλογή 1993, σ. Ι-5009, σκέψη 12) (υπογράμμιση δική μου). Επισημαίνεται πάντως ότι το εθνικό μέτρο ως προς το οποίο ερμηνεύθηκε, με την παραπάνω απόφαση, το άρθρο 30 δεν μπορεί να καταταχθεί σε καμία από τις δύο κατηγορίες εθνικών μέτρων στις επιπτώσεις των οποίων επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου αναφέρεται η απόφαση Keck και Mithouard.
(18) * Βλ. αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-292/92, Huenermund κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-6787), της 2ας Ιουνίου 1994, C-401/92 και 402/92, Tankstation 't Heukske και Boermans (Συλλογή 1994, σ. Ι-2199), της 2ας Ιουνίου 1994, C-69/93 και 258/93, Punto Casa και PPV (Συλλογή 1994, σ. Ι-2355), και της 9ης Φεβρουαρίου 1995, C-412/93, Leclerc-Siplec, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή.
(19) * Δεν θα μπορούσε έτσι να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό μία ρύθμιση, ουδέτερη από απόψεως υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής και νομικής επιρροής επί της εμπορίας των προϊόντων, που θα μπορούσε, σε μία εντελώς υποθετική περίπτωση, να επηρεάσει πραγματικώς την εμπορία των εισαγομένων προϊόντων κατά τρόπο διάφορο έναντι εκείνης των εγχωρίων. Κατά τούτο, η αντίληψη αυτή υπακούει, νομίζω, στην ίδια λογική που διαπνέει και την παρατεθείσα ανωτέρω (βλ. υποσημείωση 17) σκέψη 24 της αποφάσεως Peralta.
(20) * Για μια διαφορετική προσέγγιση του προβλήματος της εκτιμήσεως της πραγματικής επιρροής ενός εθνικού μέτρου στην εμπορία των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων, βλ. τα σημεία 23 και 24 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα W. Van Gerven στις υποθέσεις C-401/92 και 402/92, Tankstation 't Heukske και Boermans, επί των οποίων εκδόθηκε η μνημονευθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994.
(21) * Υπενθυμίζω ότι από τις αποφάσεις αυτές, μνημονευθείσες ήδη στην υποσημείωση 18, η απόφαση Huenermund αφορούσε σε διάταξη απαγορεύουσα τη διαφήμιση, από φαρμακοποιούς, παραφαρμακευτικών προϊόντων εκτός των φαρμακείων, η απόφαση Tankstation 't Heukske και Boermans σε ρυθμίσεις που αφορούσαν στο ωράριο λειτουργίας των πρατηρίων βενζίνης, η απόφαση Punto Casa και PPV σε διάταξη απαγορεύουσα ορισμένες εμπορικές δραστηριότητες την Κυριακή και, τέλος, η απόφαση Leclerc-Siplec σε απαγόρευση διαφημίσεων, διά της τηλεοράσεως, ορισμένης μεθόδου εμπορίας (διανομής) των προϊόντων.
(22) * Ενόψει τούτου, καμία επιρροή δεν ασκούν στη θεώρηση της επίμαχης ρυθμίσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 30 της Συνθήκης, τα προβαλλόμενα από τις εταιρίες ITM και Vocarex (βλ. σ. 12, in fine, των παρατηρήσεών τους) περί του ότι η ρύθμιση αυτή απαγορεύει στην εταιρία ITM μέθοδο προωθήσεως των πωλήσεων, την οποία μπορεί να ακολουθήσει στη Γαλλία η μητρική της ITM εταιρία, που εδρεύει στην τελευταία αυτή χώρα.
(23) * Ως προς το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 40 του βελγικού νόμου της 14ης Ιουλίου 1991 και, γενικότερα, περί των προβλημάτων εσωτερικού δικαίου που ανακύπτουν από την εφαρμογή της βελγικής νομοθεσίας περί απαγορεύσεως της πωλήσεως κάτω του κόστους και της πωλήσεως με εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους, βλ., μεταξύ άλλων, L. De Brouwer, Les ventes reglementees in Les pratiques du commerce et la protection et l' information du consommateur depuis la loi du 14 juillet 1991 , σ. 71 επ., ιδίως σ. 72 έως 75, A. de Caluwe, C. Delcorde, X. Leurquin, Les pratiques du commerce , δεύτερη έκδοση, αρ. 13.1 και επ., και A. Puttemans, La reglementation de la vente a perte , Journal des Tribunaux, 1991, σ. 225 επ.
(24) * Επισημαίνεται ότι η εθνική νομοθεσία στην οποία αφορούσε το προδικαστικό ερώτημα επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση Keck και Mithouard διέκρινε επίσης μεταξύ μεταπωλητών (στους οποίους επέβαλε απαγόρευση πωλήσεως κάτω του κόστους) και κατασκευαστών (οι οποίοι δεν υπέκειντο στην απαγόρευση αυτή).
(25) * Πρβλ. την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C-132/93, Steen, Συλλογή 1994, σ. Ι-2715, σκέψη 10.
(26) * Υπενθυμίζεται ότι στη διάταξη παραπομπής αναφέρεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται στην επίμαχη ρύθμιση η έννοια πώληση με εξαιρετικά περιορισμένο περιθώριο κέρδους γεννά πραγματική ανασφάλεια μεταξύ των εμπόρων, επιτεινόμενη από τη σχετική νομολογία και ότι η αβεβαιότητα αυτή θα μπορούσε να παρεμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Νομίζω ότι το ανωτέρω στοιχείο δεν μπορεί, αυτό και μόνο, να περιαγάγει μία εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη, με την οποία απαγορεύεται ορισμένη μορφή πωλήσεως , στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, ούτε είναι ικανό να καταστήσει εντονότερη, από πραγματικής απόψεως, την επίδρασή της επί της εμπορίας των εισαγομένων προϊόντων.
(27) * Βλ., από την πρόσφατη νομολογία, την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994, C-315/92, Verband Sozialer Wettbewerb (Συλλογή 1994, σ. Ι-317, σκέψεις 13 και 16).
(28) * Βλ., ως προς τους στόχους της βελγικής νομοθεσίας περί απαγορεύσεως της πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους και της πωλήσεως έναντι τιμήματος που επιτρέπει εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους, Α. de Caluwe, C. Delcorde, X. Leurquin, όπ., αρ. 13.2, A. Puttemans, όπ., ιδίως σ. 225 και 238. Βλ. επίσης E. Balate, La loi du 14 juillet 1991 sur les pratiques du commerce et sur l' information et la protection du consommateur : evaluation au regard du droit europeen in Les pratiques du commerce et la protection et l' information du consommateur depuis la loi du 14 juillet 1991 , σ. 175 επ., ιδίως σ. 210 έως 212.
(29) * Υπενθυμίζεται ότι ήδη με την απόφαση Cassis de Dijon (μνημονευθείσα ήδη ανωτέρω, βλ. υποσημείωση 16) είχε κριθεί (σκέψη 8) ότι επιτακτικές ανάγκες , που μπορούν να δικαιολογήσουν την επιβολή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος αποτελούν, μεταξύ άλλων, η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και η προστασία των καταναλωτών .
Full & Egal Universal Law Academy