Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 H Γαλλική Δημοκρατία, με προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση 93/673/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1993, περί καθορισμού της κατ' αποκοπήν μειώσεως των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων των σχετικών με το ετήσιο ερωτηματολόγιο που αφορά την εφαρμογή του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτομικών προϋόντων, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου (1) (στο εξής: απόφαση).
Συγκεκριμένα, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, αφενός, ότι η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων που συνιστούν τη νομική της βάση και ορισμένων ουσιωδών τύπων, καθώς και κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού για τη χρηματοδότηση της κοινής αγροτικής πολιτικής· και, αφετέρου, ότι οι προβλεπόμενες με την απόφαση κυρώσεις σε περίπτωση μη τηρήσεως των επιδίκων διατάξεων παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας.
Το κανονιστικό πλαίσιο
2 Το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων θεσπίστηκε το 1984 ώστε να μειωθεί η διαφορά ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση των εν λόγω προϋόντων στην κοινοτική αγορά.
Εν συνεχεία, η ισχύς του καθεστώτος παρατάθηκε για επτά χρόνια από την 1η Απριλίου 1993 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (2), ο οποίος, αξιοποιώντας την κτηθείσα κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών λειτουργίας του συστήματος πείρα, θέσπισε ορισμένες τροποποιήσεις με σκοπό τη βελτίωση και την απλοποίηση του συστήματος αυτού (στο εξής: βασικός κανονισμός).
3 Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού (3), η Επιτροπή εξέδωσε, στις 9 Μαρτίου 1993, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 536/93 περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (4) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού εφαρμογής έχει ως εξής:
«εκτιμώντας ότι από την κτηθείσα πείρα έχει διαπιστωθεί ότι σημαντικές καθυστερήσεις τόσον όσον αφορά τη διαβίβαση των στοιχείων των σχετικών με την περισυλλογή γάλακτος ή τις απευθείας πωλήσεις, όσο και την πληρωμή της εισφοράς εμποδίζουν το καθεστώς να είναι απολύτως αποτελεσματικό· ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να εξαχθούν από την πείρα του παρελθόντος τα αναγκαία διδάγματα και να επιβληθούν αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά τις προθεσμίες ανακοινώσεως και πληρωμής, οι οποίες πρέπει να συνοδεύονται από κυρώσεις».
Το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του ιδίου κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή, «πριν από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, το συνημμένο ερωτηματολόγιο δεόντως συμπληρωμένο. Σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας, η Επιτροπή προβαίνει σε κατ' αποκοπήν μείωση των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών».
Το εν λόγω ερωτηματολόγιο έχει ως σκοπό τη συλλογή πληροφοριών και στατιστικών στοιχείων σχετικά με την εφαρμογή και τη λειτουργία του συστήματος για κάθε έτος και για κάθε κράτος μέλος.
4 Η επίδικη απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής, καθορίζει τα ποσοστά μειώσεως των εν λόγω προκαταβολών.
Ειδικότερα, η απόφαση καθιερώνει μείωση μέχρι 1 % του συνολικού ποσού που καταβάλλεται στο οικείο κράτος μέλος βάσει του προηγουμένου οικονομικού έτους σε περίπτωση όπου δεν έχει σταλεί συμπληρωμένο το ερωτηματολόγιο ως την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους (άρθρο 1)· μείωση μέχρι 0,5 % σε περίπτωση κατά την οποία έχει σταλεί ερωτηματολόγιο το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε σφάλμα μεγαλύτερο από 10 % (άρθρο 2)· και μείωση μέχρι 0,04 % για κάθε στοιχείο που δεν έχει συμπληρωθεί στο ερωτηματολόγιο.
5 Το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής τροποποιήθηκε πρόσφατα με τον κανονισμό (ΕΚ) 82/96 της Επιτροπής της 22ας Ιανουαρίου 1996 (5).
Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού, στο αρχικό κείμενο προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο:
«Σε περίπτωση τροποποιήσεως των στοιχείων, λόγω ιδίως των ελέγχων που προβλέπονται στο άρθρο 7, ανακοινώνονται ενημερωμένα στοιχεία στην Επιτροπή πριν από την 1η Δεκεμβρίου, την 1η Μαρτίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους.» (6)
Οι λόγοι ακυρώσεως
6 Όπως προαναφέρθηκε, η προσφυγή της Γαλλικής Κυβερνήσεως στηρίζεται σε τρεις διαφορετικούς λόγους ακυρώσεως και συγκεκριμένα: στην παράβαση του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής και του άρθρου 11 του βασικού κανονισμού, καθώς και ορισμένων ουσιωδών τύπων· στην παράβαση του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (7), και στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
7 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απόφαση, ιδίως δε τα άρθρα 2 και 3, δεν μπορεί να εκδοθεί εγκύρως βάσει του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής. Πράγματι, η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει ρητώς τη μείωση των εν λόγω προκαταβολών μόνο στην περίπτωση καθυστερημένης ανακοινώσεως του ερωτηματολογίου, χωρίς να προβλέπει τις περιπτώσεις (οι οποίες διέπονται από τα προαναφερθέντα άρθρα 2 και 3) ανακοινώσεως ερωτηματολογίου το οποίο δεν είναι ακριβές ή δεν είναι πλήρες.
Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, τα άρθρα 2 και 3 της επίδικης αποφάσεως δεν μπορούν να έχουν ως προσήκουσα νομική βάση ούτε το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απονέμει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς. Πράγματι, η διάταξη αυτή επιβάλλει ρητώς τη συμμετοχή της επιτροπής διαχειρίσεως στη διαδικασία θεσπίσεως των εν λόγω μέτρων εφαρμογής (8), ενώ δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής αυτής κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
8 Για να εκτιμηθεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της Γαλλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, φρονώ ότι ενδείκνυται να σταθώ καταρχάς, καίτοι σύντομα, στους επιδιωκόμενους με το σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος στόχους, και στη συνέχεια στη ratio του άρθρου 8 του βασικού κανονισμού και επομένως στις διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατά πρώτον, ας υπενθυμίσω ότι το εν λόγω καθεστώς έχει θεσπιστεί, όπως προανέφερα, για να μειώσει την υφιστάμενη διαφορά, στην αγορά του γάλακτος, ανάμεσα σε μια διαρκώς αυξανόμενη παραγωγή κι ένα επίπεδο εσωτερικής καταναλώσεως και εξαγωγών το οποίο φαίνεται αντιθέτως στάσιμο. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 της 31ης Μαρτίου 1984, ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 (9), το Συμβούλιο θέσπισε για πρώτη φορά το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς, δηλαδή έναν μηχανισμό χρηματοοικονομικής ευθύνης ο οποίος παρεμβαίνει όταν οι ποσότητες του γάλακτος, οι οποίες (δεν έχουν παραχθεί, αλλά) έχουν τεθεί στο εμπόριο εντός ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους, υπερβαίνουν το ετήσιο προκαθορισθέν επίπεδο (το οποίο καλείται «ποσότητα αναφοράς» ή «γαλακτοκομική ποσόστωση»). Σκοπός ήταν να δημιουργηθεί κατά τον τρόπο αυτό μια τροχοπέδη, αν όχι στην παραγωγή, τουλάχιστον στην εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, για να μειωθούν τα διαρθρωτικά πλεονάσματα του τομέα αυτού.
9 Το καθεστώς, το οποίο παρατάθηκε και τροποποιήθηκε πλειστάκις και τελικώς κωδικοποιήθηκε με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού, λειτουργεί, σε γενικές γραμμές, βάσει του ακολούθου συστήματος: οι ποσότητες αναφοράς που χορηγούνται σε κάθε κράτος μέλος κατανέμονται, στο εσωτερικό του κράτους αυτού, σε ατομικές ποσότητες για κάθε παραγωγό. Ο παραγωγός αυτός, υπό τον έλεγχο της αρμόδιας εθνικής αρχής, έχει την υποχρέωση να καταβάλει το οφειλόμενο ως συμπληρωματική εισφορά ποσό σε περίπτωση υπερβάσεως της εν λόγω ποσότητας (10).
Το προϋόν της εισφοράς, το οποίο ορίζεται σήμερα στο 115 % της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος, καταβάλλεται στην Κοινότητα (11) και χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση των δαπανών σχετικών με τη σταθεροποίηση και τον διακανονισμό της αγοράς των γαλακτοκομικών προϋόντων.
10 Βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 11 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό εφαρμογής, επιδιώκοντας τρεις αναγγελθέντες στόχους: τα αναγκαία για τον τελικό υπολογισμό της εισφοράς για τον παραγωγό συμπληρωματικά στοιχεία, τα μέτρα για τη διασφάλιση της εν ευθέτω χρόνο πληρωμής της εισφοράς και τους κανόνες ελέγχου για τη διαπίστωση του ομαλού ρυθμού της εισπράξεως της εισφοράς (βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
Κατά πρώτον, οι έλεγχοι για τη διαπίστωση του ομαλού ρυθμού εισπράξεως της εισφοράς ανατίθενται στις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες υποχρεούνται να προβαίνουν στους απαραίτητους επιτόπιους ελέγχους (12). Η Επιτροπή πληροφορείται, ετησίως, για την κατάσταση σχετικά με την είσπραξη της εισφοράς σε κάθε κράτος μέλος μέσω της αποστολής, εκ μέρους των εθνικών αρχών, του ερωτηματολογίου του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής.
11 Η Επιτροπή, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνει από κάθε κράτος μέλος, εκτιμά αν ενδείκνυται να θεσπίσει διορθωτικά μέτρα· σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοτήτων αναφοράς από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη μπορεί, παραδείγματος χάρη, ανάλογα με τη σπουδαιότητα της υπερβάσεως, να παρεμβαίνει απευθείας επί των τιμών ή να αυξάνει τα ποσά που επιστρέφονται κατά την εξαγωγή ή να επιβάλλει την εναποθήκευση των πλεονασμάτων. Εξάλλου, αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι ένα κράτος μέλος, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, δεν έχει εισπράξει ορισμένα οφειλόμενα από την Κοινότητα ποσά, μπορεί να προβεί στη μείωση των ετησίων προκαταβολών επί των αγροτικών δαπανών, βάσει των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν οι ισχύουσες διατάξεις, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 1991 (13).
Επομένως, όπως παρατηρείται, το ερωτηματολόγιο συνιστά καθοριστικό στοιχείο για την ορθή διαχείριση του καθεστώτος σε κοινοτικό επίπεδο, καθόσον επιτρέπει στην Επιτροπή να έχει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία τα οποία χρειάζεται για να μπορεί να παρεμβαίνει κατά τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο. Η δυνατότητα κατοχής των δεδομένων μέσω των ερωτηματολογίων είναι, ας μη το ξεχνάμε, απαραίτητη όχι μόνο για τον έλεγχο και τον συντονισμό της εισπράξεως της εισφοράς, αλλά, τελικώς, και για την εξάλειψη ή διόρθωση, στο μέτρο του δυνατού, κάθε στρεβλώσεως η οποία μπορεί να επέλθει λόγω της διαφοράς μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην εν λόγω αγορά· τούτο δε, όπως είδαμε, αντιπροσωπεύει τον τελικό στόχο, η επίτευξη του οποίου επιδιώκεται με το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς.
12 Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν στην Επιτροπή όλα τα στοιχεία, που είναι αναγκαία για να μπορεί να πληροί αποτελεσματικά την αποστολή διαχειρίσεως που της αναθέτει εν προκειμένω η Συνθήκη, μπορεί να εκπληρώνεται ευλόγως μόνο με την αποστολή ερωτηματολογίου συμπληρωμένου με πληρότητα και με ακρίβεια· κατά συνέπεια, αν το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει μόνο μία υποχρέωση χρονολογικής τάξεως, δηλαδή την υποχρέωση ανακοινώσεως ενός ερωτηματολογίου (ακόμα κι αν, παραδόξως, δεν είναι πλήρως ή επακριβώς συμπληρωμένο) εντός καθορισμένης προθεσμίας, θα είχε ως αποτέλεσμα να στερεί τη διάταξη αυτή από κάθε αποτελεσματικότητα.
Σε τούτο προστίθεται το κατά γράμμα περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, η οποία, όπως ήδη επισημάνθηκε, επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν κάθε χρόνο, πριν από την 1η Σεπτεμβρίου, «το συνημμένο ερωτηματολόγιο δεόντως συμπληρωμένο» (14).
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν νομίζω ότι μπορεί ευλόγως να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση, ακόμη και ως προς το μέρος που προβλέπει αρνητικές χρηματικές συνέπειες κατά του κράτους μέλους το οποίο ανακοίνωσε, ακόμα και σε εύθετο χρόνο, ερωτηματολόγιο το οποίο δεν είναι συμπληρωμένο με πληρότητα ή με ακρίβεια, παραμένει πλήρως εντός του πλαισίου των απαιτήσεων που θεσπίζει το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής.
13 Τέλος, όσον αφορά το προβληθέν από τη Γαλλική Κυβέρνηση επιχείρημα ότι η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιωδών τύπων, επιβαλλομένων από το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού, δεν είναι, κατά την άποψή μου, περαιτέρω βάσιμο.
Πράγματι, όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, η απόφαση δεν αντιπροσωπεύει «λεπτομέρεια εφαρμογής» υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 11, για την οποία, ως τέτοιας φύσεως, θα χρειαζόταν η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως· πρόκειται απλώς για πράξη η οποία καθορίζει, σε ισοδύναμα για όλα τα κράτη μέλη ποσοστά, τη μείωση των προκαταβολών σε σχέση με τις διάφορες περιπτώσεις παραβάσεως του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής.
14 Πράγματι, η Επιτροπή μπορεί να προβεί σε παρόμοιες μειώσεις με ατομικές αποφάσεις, εκδιδόμενες κατά κάθε κράτους μέλους βάσει της αρμοδιότητας που της απονέμει απευθείας το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
15 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται την παράβαση του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 (15), όπως ερμηνεύεται κατά πάγια νομολογία από το Δικαστήριο.
Η προσφεύγουσα κυβέρνηση επικαλείται συγκεκριμένα τις αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1991, με τις οποίες το Δικαστήριο αναγνώρισε στην Επιτροπή την εξουσία να μειώνει τα οφειλόμενα ως μηνιαίες προκαταβολές ποσά, βάσει της λογιστικής καταστάσεως κάθε κράτους μέλους έναντι του ΕΓΤΠΕ, σε περίπτωση όπου, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, δεν έχουν εισπραχθεί τα ποσά, διευκρινίζοντας πάντως ότι η μείωση αυτή δεν είναι οριστική, αλλά έχει μάλλον μεταβατικό και προσωρινό χαρακτήρα, και δεν μπορεί να προδικάσει την τελική και οριστική απόφαση σχετικά με την ετήσια εκκαθάριση των λογαριασμών (16).
Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, οι προβλεπόμενες από την επίδικη απόφαση συνέπειες έχουν, αντίθετα προς τη θεσπισθείσα από το Δικαστήριο αρχή, οριστικό χαρακτήρα, λαμβανομένης ιδιαίτερα υπόψη της αυτόματης εφαρμογής τους, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε τεκμήριο παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους του εν λόγω κράτους μέλους και χωρίς το κράτος αυτό να μπορεί να υποβάλει την άποψή του.
16 Βεβαίως, το επιχείρημα αυτό δεν μου φαίνεται βάσιμο, καθόσον δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε ότι οι εν λόγω μειώσεις δεν έχουν, όπως κάθε άλλη μείωση των γεωργικών δαπανών στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, τον μεταβατικό και προσωρινό αυτό χαρακτήρα, ο οποίος επιβάλλει την επανεξέτασή τους κατά τη λήψη της τελικής αποφάσεως επί των ετησίων λογαριασμών η οποία καθορίζει την οικονομική κατάσταση κάθε κράτους σε σχέση με το ΕΓΤΠΕ.
Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση αιτιολογεί τον ισχυρισμό της με το γεγονός και μόνον ότι ούτε ο κανονισμός εφαρμογής ούτε η απόφαση προβλέπουν ρητώς ότι οι εν λόγω μειώσεις θα επανεξεταστούν κατά τη λήψη της τελικής αποφάσεως επί της εκκαθαρίσεως των ετησίων λογαριασμών.
17 Συναφώς, δεν έχει σημασία να τονιστεί ότι η Επιτροπή επιβεβαίωσε πλειστάκις, με τα υπομνήματά της καθώς και στη δημόσια συνεδρίαση, τον μεταβατικό και προσωρινό χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων και την επανεξέτασή τους κατά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως για κάθε κράτος.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, όπως ακριβώς προκύπτει από τις διατάξεις σε θέματα χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο, για τις μειώσεις επί των μηνιαίων προκαταβολών οι οποίες αποδεικνύονται, κατά τη λήψη της οριστικής αποφάσεως εκκαθαρίσεως, ως αχρεωστήτως εφαρμοσθείσες (παραδείγματος χάρη λόγω του ότι η κολασθείσα καθυστέρηση οφείλεται σε ανωτέρα βία), υπάρχει ανάλογη αντιστάθμιση στον τελικό υπολογισμό του ποσού που αντιστοιχεί σε κάθε κράτος. Στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν διαθέτει στοιχεία που να θέτουν υπό αμφισβήτηση την προφανώς ισχύουσα εν προκειμένω πρακτική, η οποία εξάλλου συνάδει προς την καθιερωθείσα νομολογία.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
18 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας καθορίζοντας με την επίδικη απόφαση τα εν λόγω ποσοστά μειώσεων.
Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επίδικες διατάξεις υπερβαίνουν «τα πρόσφορα και απαραίτητα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού όρια» υπό την έννοια της νομολογίας Buitoni (17), καθόσον καθιερώνουν πραγματικές κυρώσεις κατά του κράτους μέλους το οποίο παρέβη την υποχρέωση ανακοινώσεως του ερωτηματολογίου· επιπλέον, τέτοιου είδους κυρώσεις ως συνδεόμενες όχι με την παράβαση της (κυρίας) υποχρεώσεως διασφαλίσεως της καταβολής της εισφοράς, αλλά μάλλον με την παράβαση της (παρεπόμενης) υποχρεώσεως πληροφορήσεως της Επιτροπής περί των λεπτομερειών της πραγματοποιηθείσας καταβολής, είναι αντίθετες προς τις θεσπισθείσες από το Δικαστήριο αρχές με τις αποφάσεις Man και Drewes (18).
19 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη φύση των επιβαλλομένων με τις εν λόγω μειώσεις κυρώσεων και, λαμβανομένου υπόψη ιδίως του μεταβατικού και προσωρινού χαρακτήρα τους, τις χαρακτηρίζει ως «αρνητικές οικονομικές συνέπειες» για το εν λόγω κράτος· εξάλλου, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η διάκριση μεταξύ κυρίων και παρεπομένων υποχρεώσεων, η οποία χρησιμοποιήθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας σαφώς συγκεκριμένης περιπτώσεως, διαφορετικής από την παρούσα υπόθεση, δηλαδή την υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως για την αίτηση πιστοποιητικών εξαγωγής (19), δεν μπορεί να μεταφερθεί ως έχει στη διαδικασία η οποία μας απασχολεί.
Τονίζοντας εκ νέου τον ουσιώδη χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχει το ερωτηματολόγιο προς τον σκοπό ορθής διαχειρίσεως του συνόλου του καθεστώτος της εισφοράς, η Επιτροπή επιβεβαιώνει επομένως ότι τα επίδικα μέτρα είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
20 Όπως έχω ήδη επισημάνει με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Pressler (20), δεν νομίζω ότι, καταρχήν, ο καθορισμός της νομικής φύσεως των διατάξεων από τις οποίες απορρέουν αρνητικές έννομες συνέπειες για τον ενδιαφερόμενο λόγω της μη εκπληρώσεως συγκεκριμένων υποχρεώσεων είναι ουσιώδης για να εκτιμηθεί αν οι διατάξεις αυτές συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, σε σχέση με την υπόθεση που μας απασχολεί, το γεγονός ότι πρόκειται για κυρώσεις υπό τεχνική έννοια, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, ή αρνητικές χρηματικές συνέπειες, όπως αντιθέτως επικαλείται η Επιτροπή, δεν ασκεί εν πάση περιπτώσει επιρροή για την εκτίμηση του αν συμβιβάζονται προς την αρχή της αναλογικότητας.
Επομένως, εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι διατάξεις της επίδικης αποφάσεως βαίνουν πέραν των ορίων αυτού που είναι πρόσφορο και απαραίτητο για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει και, ειδικότερα, αν τα μέτρα που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού είναι ανάλογα προς τη σπουδαιότητά του και απαραίτητα για την επίτευξή του (21).
21 Όπως ήδη ανέφερα, η απόφαση δεν έχει άλλο σκοπό παρά να διευκρινίσει τη διατύπωση ενός κανόνα ο οποίος στην πραγματικότητα περιλαμβάνεται ήδη στο άρθρο 8 του κανονισμού εφαρμογής· καθορίζει τα εφαρμοστέα ποσοστά μειώσεων σε σχέση με τις διάφορες περιπτώσεις παραβάσεως της υποχρεώσεως των κρατών μελών να ανακοινώνουν στην Επιτροπή εντός ορισμένης προθεσμίας ένα δεόντως συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο.
Λαμβανομένης υπόψη της σπουδαιότητας των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο αυτό για την ορθή διαχείριση του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς, καθώς και του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να πληροί ορθώς τον σημαντικό της ρόλο συντονισμού και διακανονισμού της αγοράς γάλακτος παρά μόνον εάν έχει στη διάθεσή της, σε εύθετο χρόνο, τα στοιχεία που της είναι απαραίτητα για να θέσει σε εφαρμογή, την κατάλληλη στιγμή, τα κατάλληλα μέτρα παρεμβάσεως, δεν νομίζω ότι οι αρνητικές συνέπειες τις οποίες η απόφαση συνδέει με την παράβαση της επίδικης υποχρεώσεως είναι δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
22 Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τον μεταβατικό χαρακτήρα των μειώσεων επί των προκαταβολών, τις οποίες μπορεί να εφαρμόζει η Επιτροπή, και από την επανεξέτασή τους κατά τη λήψη της τελικής αποφάσεως εκκαθαρίσεως των λογαριασμών σχετικά με κάθε κράτος μέλος, στοιχεία τα οποία, όπως παρατήρησα ανωτέρω στην παράγραφο 17, θεωρώ ως απαρέγκλιτες προϋποθέσεις του συστήματος.
Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι οι μειώσεις επί των μηνιαίων προκαταβολών, οι οποίες εφαρμόζονται στο κράτος το οποίο, με τις καθυστερήσεις ή παραλείψεις του, διακύβευσε τη λειτουργία του όλου συστήματος, δεν είναι μη αναστρέψιμες και οριστικές, αλλά, αντιθέτως, υπόκεινται σε επανεξέταση, συνηγορεί ήδη περί του ότι τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα.
23 Για λόγους πληρότητας, επισημαίνω τέλος ότι, κατά τη δημόσια συνεδρίαση, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλέστηκε τον πρόσφατο κανονισμό (ΕΟΚ) 82/96 του Συμβουλίου, ο οποίος τροποποιεί το άρθρο 8 του κανονισμού εφαρμογής θεσπίζοντας την υποχρέωση των κρατών μελών να ανακοινώνουν, με ενημερωμένα κάθε τέσσερις μήνες στοιχεία, τις ενδεχόμενες τροποποιήσεις των στοιχείων σχετικά με το ερωτηματολόγιο κατόπιν των ελέγχων του άρθρου 7 του ιδίου κανονισμού. Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, η τροποποίηση αυτή δεικνύει στην πραγματικότητα ότι η Επιτροπή είναι σε θέση να διαχειρίζεται το καθεστώς ακόμη και αν τα στοιχεία τα οποία χρειάζεται της ανακοινώνονται σε διάφορες ημερομηνίες, οι οποίες είναι μεταγενέστερες της προβλεπομένης ημερομηνίας της 1ης Σεπτεμβρίου.
Πάντως, το επιχείρημα αυτό στερείται επίσης ερείσματος. Πράγματι, τα επίδικα ενημερωμένα στοιχεία δεν συνιστούν τίποτε άλλο παρά διορθωτικά στοιχεία, τα οποία ο νέος κανονισμός προβλέπει επί παθολογικών περιπτώσεων (όπως η ανακοίνωση στην Επιτροπή στοιχείων τα οποία, κατόπιν ελέγχων, αποδεικνύονται εσφαλμένα) και επομένως δεν μεταβάλλουν την ουσία της υποχρεώσεως των κρατών μελών να κοινοποιούν, υπό συνήθεις συνθήκες, το ερωτηματολόγιο πλήρως και επακριβώς συμπληρωμένο εντός της καθορισθείσας προθεσμίας.
24 Καταλήγοντας, δεν νομίζω ότι τα προβληθέντα από τη Γαλλική Κυβέρνηση επιχειρήματα μπορούν ευλόγως να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ισχύ της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία αντιθέτως έχει την αξία ότι ευαισθητοποιεί τα κράτη μέλη να συμβάλουν, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους, στη λειτουργία ενός περίπλοκου συστήματος το οποίο σκοπεί στην ομαλοποίηση της αγοράς του γάλακτος.
Εξάλλου, υπό το πρίσμα της σπουδαιότητας της επιβαλλομένης υποχρεώσεως, νομίζω ότι είναι ενδεικτικό ότι, όπως επισήμανε η Επιτροπή, οι «επιβάλλουσες κυρώσεις» διατάξεις ουδέποτε μέχρι σήμερα έχουν τύχει εφαρμογής, καθώς τα κράτη μέλη έχουν μέχρι τώρα εκπληρώσει κατά ακριβή και ορθό τρόπο την εν λόγω υποχρέωση.
25 Βάσει των προηγηθεισών παρατηρήσεων, προτείνω κατά συνέπεια στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει το προσφεύγον κράτος στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 310, σ. 44.
(2) - ΕΕ 1992, L 405, σ. 1.
(3) - Κατ' εφαρμογήν του οποίου οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού θεσπίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με διαδικασία η οποία προβλέπει την παρέμβαση της επιτροπής διαχειρίσεως του συστήματος.
(4) - ΕΕ L 57, σ. 12.
(5) - ΕΕ L 17, σ. 1.
(6) - Το άρθρο 7 του βασικού κανονισμού ορίζει τους ελέγχους τους οποίους οι αρμόδιες εθνικές αρχές υποχρεούνται να πραγματοποιούν στους παραγωγούς και στους αγοραστές για να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος.
(7) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
(8) - Πρόκειται για τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82).
(9) - ΕΕ L 90, σ. 10.
(10) - Για πρακτικούς λόγους, το ποσό της εισφοράς καταβάλλεται στην πράξη στον αρμόδιο οργανισμό από τον αγοραστή, ο οποίος παρακρατεί το ισόποσο επί της καταβληθείσης στον παραγωγό τιμής, ο οποίος είναι ο πραγματικός υπόχρεος (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού).
(11) - Πιο συγκεκριμένα στο Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ).
(12) - Βλ. προαναφερθέν άρθρο 7.
(13) - Υπόθεση C-342/89, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-5031), και υπόθεση C-346/89, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-5057).
(14) - Η υπογράμμιση δική μου.
(15) - Όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3183/87 του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1987 (ΕΕ L 304, σ. 1) και (ΕΟΚ) 2048/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 185, σ. 1).
(16) - Προαναφερθείσες αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1991, σκέψεις 16 έως 19.
(17) - Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 122/78 (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 341, σκέψη 16).
(18) - Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, υπόθεση 181/84 (Συλλογή 1985, σ. 2889), και απόφαση της 18ης Απριλίου 1989, υπόθεση 358/87 (Συλλογή 1989, σ. 891), αντιστοίχως· συγκεκριμένα στη σκέψη 17 της τελευταίας αυτής αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε επί της πριμοδοτήσεως για τη μη εμπορία του γάλακτος, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η παράβαση της υποχρεώσεως της μη εμπορίας (...) είναι ικανή να διακυβεύσει τον σκοπό του συστήματος των πριμοδοτήσεων, δηλαδή τη μείωση των πλεονασμάτων γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων, σε τέτοιο σημαντικό βαθμό ώστε να δικαιολογείται η αναζήτηση ολόκληρου του ήδη καταβληθέντος ποσού, ενώ η παράβαση μιας από τις λεπτομέρειες σχετικά με τον έλεγχο (...) θα έχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα μόνον εφόσον, λόγω αυτής της παραβάσεως, δεν μπορεί να διενεργηθεί ο εν λόγω έλεγχος».
(19) - Προαναφερθείσα απόφαση Man.
(20) - Προτάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1991, υπόθεση C-319/90 (Συλλογή 1992, σ. 207, παράγραφοι 3 και 4).
(21) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1992, C-319/90, Pressler (Συλλογή 1992, σ. Ι-203, σκέψη 12).
Full & Egal Universal Law Academy