ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PHILIPPE LÉGER
της 12ης Μαρτίου 1996 ( *1 )
Το άρθρο 118 Α
Παρουσίαση της οδηγίας 93/104
Τα αιτήματα των διαδίκων
Πρώτος λόγος ακυρώσεως: αναρμοδιότητα εσφαλμένη νομική βάση
Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
Τρίτος λόγος ακυρώσεως: κατάχρηση εξουσίας
Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: παράβαση ουσιώδους τύπου
1.
Με την παρούσα προσφυγή, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση ολόκληρης της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ( 1 )(στο εξής: οδηγία), και, επικουρικώς, την ακύρωση ορισμένων διατάξεων της, που είναι συγκεκριμένα το άρθρο 4, το άρθρο 5, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 6, παράγραφος 2, και το άρθρο 7.
2.
Η προσβαλλόμενη οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 118 Α της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο προϋποθέτει τη λήψη αποφάσεως με ειδική πλειοψηφία. Κατά τη σχετική ψηφοφορία, το Ηνωμένο Βασίλειο απέσχε.
3.
Η υπόθεση αυτή μου δίδει την ευκαιρία να εκφέρω γνώμη σχετικά με ένα λεπτό ζήτημα, που εντάσσεται στην προβληματική της κοινωνικής Ευρώπης, το ζήτημα της οριοθετήσεως του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 118 Α σε σχέση με άλλες νομικές βάσεις, οι οποίες απαιτούν τη λήψη αποφάσεως με ομοφωνία. Θα ασχοληθώ επίσης, μέσω της εξετάσεως της προσβαλλομένης οδηγίας, με την έννοια της οργανώσεως του χρόνου εργασίας, η οποία αποτελεί αντικείμενο διαρκούς προβληματισμού, τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο.
Το άρθρο 118 Α
4.
Το κείμενο του άρθρου 118 Α έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην προώθηση της καλυτέρευσης ιδίως του χώρου της εργασίας, για να προστατεύσουν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, και θέτουν ως στόχο την εναρμόνιση των συνθηκών που υφίστανται σε αυτό τον τομέα μέσα σε μια οπτική προόδου.
2. Προκειμένου να συμβάλλει στην πραγματοποίηση του στόχου που προβλέπεται στην παράγραφο 1, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 189 Γ, και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, θεσπίζει, με οδηγίες, τις ελάχιστες προδιαγραφές, οι οποίες εφαρμόζονται σταδιακά, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες και τις τεχνικές ρυθμίσεις που υφίστανται σε κάθε κράτος μέλος.
Στις οδηγίες αυτές αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών οι οποίοι θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
3. Οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να διατηρήσουν και να καθιερώσουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας των συνθηκών εργασίας, τα οποία δεν αντίκεινται στην παρούσα συνθήκη.» ( 2 )
Παρουσίαση της οδηγίας 93/104
5.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία σκοπεί να καθορίζει «τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας».
6.
Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας είναι διττό και εκτείνεται:
—
αφενός, στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και ετήσιας άδειας, στον χρόνο διαλείμματος και στη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας (άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α')
—
και, αφετέρου, σε ορισμένες πλευρές της νυχτερινής εργασίας, της κατά βάρδιες εργασίας και του ρυθμού εργασίας (άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β').
7.
Η οδηγία έχει εφαρμογή σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία ( 3 ), εξαιρουμένων των αεροπορικών, σιδηροδρομικών, οδικών, θαλάσσιων, ποτάμιων και λιμναίων μεταφορών, της θαλάσσιας αλιείας και λοιπών θαλασσίων δραστηριοτήτων, καθώς και των δραστηριοτήτων των ασκουμένων ιατρών (άρθρο 1, παράγραφος 3).
8.
Το μέρος [στην οδηγία: τμήμα] Π, το οποίο αφορά τις ελάχιστες περιόδους αναπαύσεως και ορισμένα άλλα στοιχεία της οργανώσεως του χρόνου εργασίας, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση θεσπίσεως των αναγκαίων μέτρων, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ορισμένες ελάχιστες περιόδους αναπαύσεως και, συγκεκριμένα:
—
ημερήσια ανάπαυση ένδεκα συναπτών ωρών ανά εικοσιτετράωρο (άρθρο 3)
—
όταν ο χρόνος ημερήσιας εργασίας υπερβαίνει τις έξι ώρες, διάλειμμα, του οποίου οι τεχνικές λεπτομέρειες καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο (άρθρο 4)
—
ανά περίοδο επτά ημερών, περίοδο συνεχούς αναπαύσεως εικοσιτεσσάρων ωρών, στις οποίες προστίθενται οι ένδεκα ώρες ημερήσιας αναπαύσεως που προβλέπονται στο άρθρο 3 (άρθρο 5, πρώτο εδάφιο), η οποία συμπεριλαμβάνει, κατ' αρχήν, την Κυριακή (άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο)
—
ετήσια άδεια μετ' αποδοχών, διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων (άρθρο 7, παράγραφος 1).
9.
Επιπλέον, η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο «σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων» (άρθρο 6, σημείο 1), χωρίς όμως ο χρόνος εργασίας να μπορεί να υπερβεί, ανά επταήμερο, τις σαράντα οκτώ ώρες κατά μέσον όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών (άρθρο 6, σημείο 2).
10.
Το μέρος III αφορά ειδικότερα τα ζητήματα της νυχτερινής εργασίας, της εργασίας κατά βάρδιες και του ρυθμού εργασίας, σχετικά με τα οποία τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσουν την εφαρμογή των προβλεπομένων ελαχίστων προδιαγραφών.
11.
Ο κανονικός χρόνος νυχτερινής εργασίας δεν πρέπει να υπερβαίνει, κατά μέσον όρο, τις οκτώ ώρες ανά εικοσιτετράωρο (άρθρο 8, σημείο 1), ενώ ο χρόνος αυτός συνιστά την ανώτατη επιτρεπόμενη διάρκεια, στην περίπτωση που η εργασία ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση, που ορίζεται σε εθνικό επίπεδο (άρθρο 8, σημείο 2).
12.
Οι εργαζόμενοι τη νύχτα δικαιούνται δωρεάν ιατρικής εξετάσεως πριν από την ανάληψη της εργασίας τους και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στη συνέχεια (άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α') οι εν λόγω εργαζόμενοι δικαιούνται μεταθέσεως σε θέση ημερήσιας εργασίας, εφόσον υποφέρουν από προβλήματα υγείας που οφείλονται στη νυχτερινή εργασία (άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β').
13.
Τα κράτη μέλη μπορούν να θέτουν ως προϋπόθεση της νυχτερινής εργασίας ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων ορισμένες εγγυήσεις, προκειμένου για εργαζόμενους που διατρέχουν κίνδυνο ασφαλείας ή υγείας οφειλόμενο στη νυχτερινή εργασία (άρθρο 10). Εν πάση περιπτώσει, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι τη νύχτα και οι εργαζόμενοι σε βάρδιες απολαύουν προστασίας της υγείας και της ασφάλειας τους, ανάλογης προς τη φύση της εργασίας τους (άρθρο 12).
14.
Ο εργοδότης που χρησιμοποιεί τακτικά εργαζομένους τη νύχτα οφείλει να ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές, εφόσον το ζητήσουν (άρθρο 11). Ο εργοδότης που προτίθεται να οργανώσει την εργασία με έναν ορισμένο ρυθμό οφείλει εν πάση περιπτώσει να λαμβάνει υπόψη τη γενική αρχή της προσαρμογής της εργασίας στον άνθρωπο, ιδίως προκειμένου να περιοριστεί η μονότονη και η ρυθμική εργασία (άρθρο 13).
15.
Τέλος, με τις διατάξεις του μέρους IV της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «διάφορες διατάξεις», αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας οι επαγγελματικές ασχολίες ή δραστηριότητες που καλύπτονται από ειδικότερες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (άρθρο 14) διευκρινίζεται ότι η οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων (άρθρο 15) παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να προβλέπουν περιόδους αναφοράς για την εφαρμογή των άρθρων 5, 6 και 8 (άρθρο 16) επιτρέπονται ορισμένες παρεκκλίσεις από την εφαρμογή των άρθρων 3, 4, 5, 6, 8 και 16 (άρθρο 17) και ορίζονται, μεταξύ άλλων, με τις τελικές διατάξεις, οι προθεσμίες μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (άρθρο 18).
Τα αιτήματα των διαδίκων
16.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επικαλείται ορισμένους λόγους ακυρώσεως, τους οποίους αντλεί από την έλλειψη αρμοδιότητας και την έλλειψη νομικής βάσεως, την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, την κατάχρηση εξουσίας και τις παραβάσεις ουσιώδους τύπου. Επιπλέον, η εν λόγω κυβέρνηση ζητεί την καταδίκη του Συμβουλίου στα δικαστικά έξοδα.
17.
Η Βελγική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, παρενέβησαν υπέρ του Συμβουλίου, ζητώντας την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης και την καταδίκη του προσφεύγοντος στα δικαστικά έξοδα.
18.
Θα εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως διαδοχικά.
Πρώτος λόγος ακυρώσεως: αναρμοδιότητα εσφαλμένη νομική βάση
19.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι το άρθρο 118 Α δεν συνιστά την πρόσφορη νομική βάση για την έκδοση της οδηγίας περί της οργανώσεως του χρόνου εργασίας. Προς τούτο έπρεπε να γίνει χρήση του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ, αν όχι του άρθρου 235, τα οποία απαιτούν την ομόφωνη λήψη αποφάσεως από το Συμβούλιο. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι σκοπίμως επιλέχθηκε το άρθρο 118 Α, προκειμένου να παρακαμφθεί η απαίτηση της ομοφωνίας, η οποία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται στη διαδοχική εξέταση του άρθρου 118 Α και της προσβαλλομένης οδηγίας.
Το άρθρο 118 Α αποτελεί μια νομική βάση που πρέπει να ερμηνεύεται στενά
20.
Το προσφεύγον θεωρεί ότι το άρθρο 118 Α, παράγραφος 2, δεν επιτρέπει παρά μόνο την έκδοση οδηγιών που παρουσιάζουν ένα αντικειμενικό και γνήσιο σύνδεσμο, αφενός, με την ασφάλεια και την υγεία και, αφετέρου, με την προς ρύθμιση κατάσταση. Εξάλλου, η ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 118 Α υπό το φως της αρχής της επικουρικότητας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 3 Β, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, εμποδίζει τη χρήση των διατάξεων αυτών ως ερείσματος για τη θέσπιση άλλων, πέραν των ελαχίστων, προδιαγραφών ( 4 ).
21.
Κατά την άποι|)η αυτή, η εξέταση των προγενέστερων οδηγιών που έχουν εκδοθεί βάσει του άρθρου 118 Α καθιστά δυνατή την οριοθέτηση των εξουσιών που απονέμει η διάταξη αυτή στο Συμβούλιο. Η αναλαμβανόμενη βάσει του άρθρου αυτού δράση συνίστατο πάντοτε στη συγκεκριμένη ρύθμιση ιδιαιτέρων καταστάσεων που αφορούν ειδικές και δυνάμενες να προσδιοριστούν ομάδες ορισμένων εργαζομένων. Το άρθρο 118 Α δεν επιτρέπει τη θέσπιση μέτρων γενικού, αφηρημένου και μη επιστημονικού χαρακτήρα. Οσάκις επιβάλλεται η θέσπιση μέτρων που επιδιώκουν ευρύτερους και γενικότερους σκοπούς, τα μέτρα αυτά πρέπει να θεσπίζονται βάσει του άρθρου 100, αν όχι του άρθρου 235, τα οποία απαιτούν ομοφωνία ( 5 ).
22.
Σε τελική ανάλυση, από το άρθρο 100 Α, παράγραφος 2, προκύπτει ότι τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εργαζομένων πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο αποφάσεων που λαμβάνονται ομόφωνα και ότι, σε σχέση προς αυτόν τον γενικό κανόνα, το άρθρο 118 Α αποτελεί εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά, υπό την έννοια δηλαδή ότι απαιτείται να αποδεικνύεται ότι τα μέτρα που πρόκειται να θεσπιστούν παρουσιάζουν ιδιαίτερη σχέση με θεωρήσεις απτόμενες της ασφάλειας και της υγείας ( 6 ).
Η προσβαλλόμενη οδηγία δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη βάσει της ερμηνείας αυτής συνάφεια με το άρθρο 118 Α
23.
Όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η οδηγία δεν συνιστά μετρό το οποίο έχει, ως κύριο σκοπό και ως πιθανό αποτέλεσμα τη θέσπιση ελαχίστων προϋποθέσεων όσον αφορά την ασφάλεια και την υγεία.
24.
Από την εξέταση του ιστορικού της θεσπίσεως της προσβαλλομένης οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών, το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο της διευρύνθηκαν ριζικά ενώ η συνάφεια της με τις θεωρήσεις που ανάγονται στην ασφάλεια και την υγεία είναι πλέον ανύπαρκτη.
25.
Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει κανένα επιστημονικό στοιχείο το οποίο να μπορεί να δικαιολογήσει την απαιτούμενη συνάφεια μεταξύ, αφενός, της ασφάλειας και της υγείας και, αφετέρου, ενός μεγάλου αριθμού θεμάτων αναγομένων στον χρόνο εργασίας, τα οποία θίγει η οδηγία και τα οποία διαλαμβάνονται κατά γενικό τρόπο, όπως, μεταξύ άλλων, η μέση εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, οι ετήσιες άδειες μετ' αποδοχών και ο χρόνος αναπαύσεως.
26.
Στην πραγματικότητα, από την εξέταση του περιεχομένου της οδηγίας προκύπτει ότι ο πραγματικός σκοπός που επιδιώκει η οδηγία δεν έχει καμία σχέση με την ασφάλεια και την υγεία. Ο σκοπός αυτός είναι διττός: η οργάνωση του χρόνου εργασίας προβλέφθηκε, αφενός, με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη μείωση της ανεργίας και, αφετέρου, στο πλαίσιο της κοινοτικής κοινωνικής πολιτικής ( 7 ).
27.
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως εγείρει κατ' ουσίαν το ζήτημα αν το εν λόγω άρθρο, ανάλογα με την ερμηνεία που θα δοθεί, μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για την έκδοση της οδηγίας περί της οργανώσεως του χρόνου εργασίας. Ακολουθώντας τη συλλογιστική που ανέπτυξε το Ηνωμένο Βασίλειο στην προσφυγή του, θα εξετάσω το ζήτημα αυτό σε δύο διαδοχικά στάδια.
Ι — Ανάλυση του άρθρου 118 Α
Α — Εισαγωγή
28.
Πρέπει κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι πριν από την έκδοση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως, δεν υπήρχε ειδική διάταξη για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ( 8 ). Παρ' όλα αυτά, είχε θεσπιστεί στον τομέα αυτό μια αρκετά πλούσια κοινοτική νομοθεσία, μάλλον τεχνικής φύσεως, με έρεισμα διάφορα άρθρα «πολλαπλών λειτουργιών», όπως το — συχνότερα χρησιμοποιούμενο — άρθρο 100, σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών ( 9 ). Η χρησιμοποίηση όμως του άρθρου αυτού υπόκειται σε δύο περιορισμούς: απαιτείται η απόδειξη του ότι μια πρόταση οδηγίας έχει «άμεση επίπτωση στην εγκαθίδρυση ή τη λειτουργία της κοινής αγοράς» καθώς και η ομόφωνη λήψη αποφάσεως από τα κράτη μέλη.
29.
Με την έκδοση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως πολλαπλασιάστηκαν οι νομικές βάσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θέσπιση υπερεθνικών κανόνων σχετικών με την εργασία.
30.
Το άρθρο 100 Α προβλέπει, μεταξύ άλλων, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 100 και «εκτός αν ορίζει άλλως η παρούσα Συνθήκη», την έκδοση μέτρων σχετικών «με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».
31.
Το άρθρο 118 Α, που ενσωματώθηκε στον τίτλο III της Συνθήκης ΕΟΚ, ο οποίος αφορούσε την «Κοινωνική πολιτική» ( 10 ), απονέμει στην Κοινότητα αρμοδιότητα στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, βάσει αποφάσεων που λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία.
32.
Παρατηρώ, προκαταρκτικώς, óu, καθόσον γνωρίζω, για πρώτη φορά το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το άρθρο αυτό.
Με τη γνωμοδότηση 2/91, που εκδόθηκε στις 19 Μαρτίου 1993, σχετικά με τη Σύμβαση υπ' αριθ. 170 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, για την ασφάλεια κατά τη χρησιμοποίηση των χημικών προϊόντων στην εργασία, το Δικαστήριο τόνισε ότι, «για να συμβάλει στην πραγματοποίηση αυτού του στόχου της εναρμονίσεως [που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 118 Α], το Συμβούλιο διαθέτει την εξουσία να θεσπίζει, με οδηγίες, τις ελάχιστες προδιαγραφές», συνάγοντας από τούτο ότι «η Κοινότητα διαθέτει, έτσι, εσωτερική κανονιστική αρμοδιότητα στον κοινωνικό τομέα» και καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Σύμβαση υπ' αριθ. 170 εμπίπτει στη σφαίρα αρμοδιότητας της Κοινότητας ( 11 ).
Στην υπόθεση ASTI ( 12 ), που αφορούσε προδικαστική παραπομπή, η αναφορά του αιτούντος δικαστηρίου στο άρθρο 118 Α αποδείχθηκε αλυσιτελής, οπότε το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να αποφανθεί συναφώς.
Τέλος, με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1993 στην υπόθεση Kirsammer-Hack ( 13 ), το Δικαστήριο επισήμανε απλώς ότι: «(...) το προστεθέν από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη στο κεφάλαιο περί κοινωνικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ άρθρο 118 Α, καθόσον προβλέπει ότι στις θεσπιζόμενες επί θεμάτων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων οδηγίες πρέπει να αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών οι οποίοι θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, υποδηλώνει ότι επιτρέπεται η λήψη ιδιαίτερων οικονομικών μέτρων για τις επιχειρήσεις αυτές» ( 14 ).
33.
Επομένως, μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τη διάταξη αυτή, παρά μόνο παρεμπιπτόντως, και αυτός είναι ο λόγος που καθιστά σημαντική την παρούσα προσφυγή.
34.
Τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο, όσο και το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη που παρενέβησαν, αναγνωρίζουν ότι μια ερμηνεία του άρθρου 118 Α, από την οποία να προκύπτει ο σκοπός και το πεδίο εφαρμογής του, δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη. Ο λόγος είναι ότι «οι διαφορετικές αξιολογήσεις που ανέκυψαν κατά τη σύνταξη του άρθρου κατέληξαν στη διαμόρφωση ενός συμβιβαστικού κειμένου, του οποίου η ερμηνεία είναι ένα κατ' εξοχήν λεπτό ζήτημα» ( 15 ).
35.
Οι δυσκολίες οφείλονται, αφενός, στην ύπαρξη της παραγράφου 2 του άρθρου 100 Α, η οποία απαιτεί ομοφωνία για την έκδοση οδηγιών σχετικών με «τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μισθωτών», και, αφετέρου, στη διατήρηση σε ισχύ των άρθρων 117, 118 και 100 της Συνθήκης και στην ίδια την εξαιρετικά περίπλοκη διατύπωση του άρθρου 118 Α, η οποία μαρτυρεί τις δυσκολίες θεσπίσεως του. Τα συμφέροντα που διακυβεύονται είναι ανάλογα προς τις δημιουργηθείσες συζητήσεις: πρόκειται, αφενός, για τον καθορισμό των ορίων της κοινοτικής δράσεως και, συνεπώς, των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στον τομέα της εργασίας και, αφετέρου, για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με το εύρος του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως αυτής: όσο ευρύτερο είναι το πεδίο εφαρμογής της, τόσο λιγότερο αναγκαία είναι η προσφυγή στην ομόφωνη λήψη αποφάσεων.
Β — Οι προτεινόμενες ερμηνείες — Τα επιχειρήματα υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας
36.
Συμφωνά με μια πρώτη ερμηνεία, την οποία υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 118 Α πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 100 Α, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Η τελευταία αυτή διάταξη θεσπίζει τη γενική αρχή ότι τα «δικαιώματα και συμφέροντα των μισθωτών» υπόκεινται στον κανόνα της ομοφωνίας. Το άρθρο 118 Α, το οποίο επιτρέπει, στα θέματα που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας, τη λήψη αποφάσεως με ειδική πλειοψηφία, αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό αυτόν κανόνα ( 16 ). Επομένως, προκειμένου να διατηρηθεί κάποια συνοχή μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 118 Α δεν αφορά παρά μόνο τη — στενά ερμηνευόμενη — ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων στον χώρο εργασίας.
37.
Η θεώρηση αυτή μπορεί να φαίνεται ελκυστική — δεν είναι όμως και πειστική.
38.
Συγκεκριμένα, η θεώρηση αυτή στηρίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι μια εξαίρεση που έχει αναχθεί σε γενική αρχή πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Το Colo το άρθρο 100 Α, παράγραφος 2, δεν είναι παρά μια παρέκκλιση από το άρθρο 100 Α, παράγραφος 1, το οποίο προβλέπει τη θέσπιση, με ειδική πλειοψηφία, των σχετικών με την προσέγγιση των νομοθεσιών μέτρων, που είναι αναγκαία για την υλοποίηση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, υπό την έννοια του άρθρου 7 Α. Στην πραγματικότητα, και το Còlo το άρθρο 100 Α εφαρμόζεται μόνο «κατά παρέκκλιση από το άρθρο 100 και εκτός αν ορίζει άλλως η παρούσα συνθήκη». Εξάλλου, το άρθρο 100 Α, παράγραφος 2, αναφέρεται στους «μισθωτούς» εργαζομένους, ενώ το άρθρο 118 Α αφορά γενικότερα όλους τους «εργαζόμενους» υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου ( 17 ). Άλλωστε, η συσχέτιση των δύο αυτών διατάξεων μου φαίνεται τεχνητή, στο μέτρο που οι εν λόγω διατάξεις αφορούν διαφορετικούς τομείς κοινοτικής δράσεως: η μία αφορά την «προσέγγιση των νομοθεσιών», ενώ η άλλη εντάσσεται στις «κοινωνικές διατάξεις» της Συνθήκης.
39.
Κυρίως, όμως, θεωρώ ότι η διεξοδική ανάλυση των «εννοιώνκλειδιών» στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 118 Α συνηγορεί σαφέστατα, όπως τονίζει το Συμβούλιο ( 18 ), υπέρ μιας διασταλτικής ερμηνείας. Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει ειδικότερα τη δράση που πρέπει να αναλάβει η Κοινότητα (παράγραφος 2) προκειμένου να συμβάλει στην πραγματοποίηση του σκοπού που έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη (παράγραφος 1): «καλυτέρευση», «για να προστατεύσουν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων», «ιδίως του χώρου της εργασίας», «ελάχιστες προδιαγραφές, οι οποίες εφαρμόζονται σταδιακά», «λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες και τις τεχνικές ρυθμίσεις που υφίστανται σε κάθε κράτος μέλος».
40.
Σημασία για την ερμηνεία του άρθρου 118 Α έχει, κατ' αρχάς, η έννοια του «χώρου της εργασίας».
41.
Ασφαλώς, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτει τομείς εντελώς άσχετους προς τους ρητά αναφερόμενους. Ωστόσο, η προσθήκη της λέξεως «ιδίως» φαίνεται να εκφράζει τη βούληση να μην προσδοθεί περιοριστικός χαρακτήρας στη νομοθετική δράση.
42.
Το ιστορικό της θεσπίσεως του άρθρου 118 Α φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της ευρείας ερμηνείας της εννοίας αυτής. Βάση για το εν λόγω άρθρο αποτέλεσε μια πρόταση που υπέβαλε η Δανική Κυβέρνηση κατά τη διακυβερνητική διάσκεψη σχετικά με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Στο δανικό όμως δίκαιο, η έννοια του «χώρου εργασίας» («arbejdsmiljø») ερμηνεύεται ευρύτατα, ώστε να καλύπτει τόσο την εκτέλεση της εργασίας, τις συνθήκες στον χώρο εργασίας όσο και τον τεχνικό εξοπλισμό και τις χρησιμοποιούμενες ουσίες και υλικά ( 19 ). Η δανική ρύθμιση δεν περιορίζεται επομένως στα κλασικά μέτρα σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια κατά την εργασία, stricto sensu, αλλά περιλαμβάνει επίσης ορισμένα μέτρα που αφορούν το ωράριο εργασίας, τους ψυχολογικούς παράγοντες, τον τρόπο εκτελέσεως της εργασίας, την εκπαίδευση σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας, την προστασία των νέων εργαζομένων, καθώς και την προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων από τον κίνδυνο απολύσεως ή από οποιαδήποτε άλλη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους. Ο «χώρος εργασίας» δεν θεωρείται ως σταθερή και αμετάβλητη έννοια, αλλά αντανακλά την κοινωνική πρόοδο και την τεχνική εξέλιξη.
43.
Θεωρώ ότι αυτή η αντίληψη πρέπει να αποτελέσει την κατευθυντήρια γραμμή για την ερμηνεία του άρθρου 118 Α. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει συναφώς ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να εξαρτάται από έννοιες του εσωτερικού δικαίου. Θα επισημάνω απλώς ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα εξαρτήσεως του κοινοτικού δικαίου από τα εθνικά δίκαια, αλλά απλώς αναγωγής στις πηγές μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να γίνει αντιληπτό το εύρος που θέλησαν να της προσδώσουν οι συντάκτες της Συνθήκης. Γι' αυτόν τον λόγο, ο «χώρος της εργασίας» υπό την έννοια του άρθρου 118 Α πρέπει, σύμφωνα και με την αντίληψη του δανικού δικαίου, να ερμηνευθεί ευρέως, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει κάθε παράγοντα που επηρεάζει τον εργαζόμενο κατά την εργασία του ( 20 ), ώίως δε κάθε μέτρο που είναι ευεργετικό για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως οι έννοιες αυτές θα ερμηνευθούν στη συνέχεια ( 21 ).
44.
Σε τελική ανάλυση, στον ορισμό που προτείνω, η έννοια του «χώρου της εργασίας» περιορίζεται μόνο από τον όρο εργαζόμενοι, ο οποίος στηρίζεται σ' αυτήν. Έτσι, αποκλείεται η δυνατότητα να στηριχθεί στο άρθρο 118 Α ένα μέτρο που θα είχε ως αντικείμενο την ασφάλεια ή την υγεία του πληθυσμοί εν γένει, ενδεχομένως καθόσον θα αφορούσε έναν κίνδυνο στον οποίο δεν υπόκεινται ειδικώς οι εργαζόμενοι ( 22 ).
45.
Θεωρώ ότι οι έννοιες «ασφάλεια και υγεία» πρέπει επίσης να ερμηνευθούν ευρέως, συμφωνά με αυτήν την αντίληψη περί του χώρου της εργασίας.
46.
Όλοι οι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση συμμερίζονται την άποψη ότι το άρθρο 118 Α μπορεί να χρησιμεύσει ως νομική βάση μόνο για μέτρα που σκοπούν στην προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Ωστόσο, και ως προς το σημείο αυτό, προβάλλονται δύο διαφορετικές απόψεις για την ερμηνεία των εν λόγω όρων. Η ερμηνεία που προτείνει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι συσταλτική, ενώ το Συμβούλιο προτείνει μια ερμηνεία που αντανακλά την εξελικτική και δυναμική φύση των εννοιών αυτών.
47.
Θεωρώ ότι μόνο η προτεινόμενη από το Συμβούλιο ερμηνεία πρέπει να γίνει δεκτή.
48.
Πρώτον, όπως προαναφέρθηκε, μια stricto sensu ερμηνεία των όρων «υγεία και ασφάλεια» θα ήταν ασυμβίβαστη προς το ιστορικό της θεσπίσεως του άρθρου 118 Α. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή ερμηνεία τους που να αφορά μόνο την προστασία του εργαζομένου έναντι της επιρροής αποκλειστικά φυσικών ή χημικών παραγόντων. Δεύτερον, θεωρώ ότι μια συσταλτική ερμηνεία τους θα ήταν αντίθετη προς τις εξελικτικές τάσεις των σύγχρονων κοινωνιών. Συναφώς, το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα κράτη υπενθυμίζουν, εξαιρετικά εύστοχα, την αρχή που έχει θέσει η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας — στην οποία, αναφέρω παρεμπιπτόντως, μετέχουν όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως — κατά την οποία «η υγεία είναι μια κατάσταση πλήρους σωματικής, πνευματικής και κοινωνικής ευεξίας και δεν συνίσταται μόνο στην απουσία ασθένειας ή αναπηρίας» ( 23 ).
49.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί óu το κείμενο του άρθρου 118 Α ουδόλως φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της εξαιρέσεως οποιουδήποτε στοιχείου της υγείας ή της ασφάλειας — υπό ευρεία έννοια — των εργαζομένων αλλά, αντιθέτως, κάνει ρητά λόγο για «καλυτέρευση» και «πρόοδο».
50.
Εν πάση περιπτώσει, ιδίως όσον αφορά την έννοια της υγείας, τα κοινοτικά όργανα έχουν ήδη δεχτεί, στο πλαίσιο της εκδόσεως οδηγιών βάσει του άρθρου 118 Α, μια ευρεία ερμηνεία, σύμφωνη προς αυτήν που προτείνει η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Π.χ. στην οδηγία 92/85/ΕΟΚ, γνωστή ως «οδηγία για τις εγκύους» ( 24 ), η διατήρηση ορισμένου εισοδήματος κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας (με τη μορφή μισθού ή «κατάλληλου» επιδόματος) θεωρείται αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την υγεία μιας εγκύου.
51.
Τέλος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι η δυνατότητα που παρέχεται στο Συμβούλιο να θεσπίζει, κατά τη διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 118 Α, «ελάχιστες προδιαγραφές, οι οποίες εφαρμόζονται σταδιακά, λαμβάνοντας υπόι|)η τις συνθήκες και τις τεχνικές ρυθμίσεις που υφίστανται σε κάθε κράτος μέλος», αποτελεί περιορισμό της δράσεως του.
52.
Το Συμβούλιο θεωρεί, αντιθέτως, ότι ως ελάχιστο όριο δεν πρέπει να οριστεί το χαμηλότερο δυνατό επίπεδο ή εκείνο του κράτους μέλους που έχει το χαμηλότερο επίπεδο. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η ρήτρα σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές σκοπεί να διασφαλίσει ότι τα κράτη που έχουν υψηλότερα επίπεδα προστασίας δεν θα αισθανθούν υποχρεωμένα να μειώσουν την προστασία που παρέχουν, συνεπεία της κοινοτικής δράσεως, και όχι να «αλυσοδέσει» την Κοινότητα, υποχρεώνοντας την να θεσπίσει το χαμηλότερο δυνατό επίπεδο προστασίας.
53.
Και σε αυτό το σημείο, μόνη ορθή μου φαίνεται να είναι η άποψη που υποστηρίζουν το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα κράτη.
54.
Η αντίληι(>η κατά την οποία η Κοινότητα μπορεί να αναπτύξει τη δράση της μόνο στο επίπεδο του μικρότερου κοινού παρονομαστή ή στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς την ίδια την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Η κοινοτική δράση δεν έτεινε ποτέ σε εξίσωση προς τα κάτω. Αντιθέτως, το άρθρο 2, π.χ., της Συνθήκης, το οποίο ορίζει την αποστολή που ανατίθεται στην Κοινότητα, αναφέρεται σε μια «αρμονική ανάπτυξη», σ' έναν «υψηλό βαθμό σύγκλισης», σ' ένα «υψηλό επίπεδο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας», στην «άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής». Είναι επομένως σαφές ότι η έννοια των «ελαχίστων προδιαγραφών» δεν είναι συνώνυμη με τις «χαμηλές προδιαγραφές». Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή δύσκολα θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τον σκοπό της εναρμονίσεως «μέσα σε μια οπτική προόδου», που διακηρύσσει η παράγραφος 1 του άρθρου 118 Α.
55.
Η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της παραγράφου 3, η οποία αφήνει πλήρη ελευθερία στα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν «αυστηρότερα μέτρα προστασίας των συνθηκών εργασίας», σύμφωνα προς τη Συνθήκη.
56.
Λαμβανομένης υπόψη της παραγράφου 3, οι ελάχιστες προδιαγραφές που εξουσιοδοτείται το Συμβούλιο να θεσπίζει με την έκδοση οδηγιών αποτελούν, επομένως, απλώς «τα ελάχιστα υποχρεωτικά όρια, πέραν των οποίων τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν κανόνες που εξασφαλίζουν μια αυξημένη προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων» ( 25 ).
57.
Έτσι, τίποτε δεν εμποδίζει τη θέσπιση των «ελαχίστων προδιαγραφών» σε ένα υψηλό επίπεδο προστασίας.
58.
Ωστόσο, προβλέπονται δύο περιορισμοί.
Πρώτον, οι προδιαγραφές αυτές πρέπει να εφαρμόζονται «σταδιακά, λαμβαν[ομένων] υπόψη τ[ων] συνθηκ[ών] και τ[ων] τεχνικ[ών] ρυθμίσε[ων] που υφίστανται σε κάθε κράτος μέλος». Τούτο αποτελεί έκφραση μιας ανησυχίας που εξέφρασαν οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών της Νότιας Ευρώπης στο πλαίσιο των συζητήσεων σχετικά με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Η εναρμόνιση πρέπει να είναι προοδευτική, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προσανατολίζεται σε αυστηρότερους κανόνες, παρά μόνο στο μέτρο που το επιτρέπουν οι συνθήκες που υφίστανται στα διάφορα κράτη μέλη.
Δεύτερον, στο πλαίσιο της θεσπίσεως των «ελαχίστων προδιαγραφών» μέσω οδηγιών, πρέπει να αποφεύγεται «η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών, οι οποίοι θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων». Ωστόσο, ο περιορισμός αυτός είναι τελείως σχετικός, δεδομένου ότι ήδη από τη διατύπωση του («αποφεύγεται η επιβολή») δεν προκύπτει μια απόλυτη απαγόρευση επιβολής εξαναγκασμών που θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Εξαλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο περιορισμός αυτός απλώς «υποδηλώνει ότι επιτρέπεται η λήψη lôloí-τερων οικονομικών μέτρων για τις επιχειρήσεις αυτές» ( 26 ).
59.
Η ανάλυση των εννοιών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 118 Α επιβάλλει, επομένως, την ευρεία ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
60.
Αναφέρω, επιπροσθέτως, ότι η πεποίθηση μου αυτή ενισχύεται και από άλλα στοιχεία.
61.
Δεν πρέπει να παραβλεφθεί η θέση του άρθρου 118 Α στη Συνθήκη. Η διάταξη αυτή έπεται δύο άρθρων (των άρθρων 117 και 118) που περιέχουν κοινωνικές διατάξεις, οι οποίες αφορούν άλλα θέματα και θέτουν τη γενική αρχή της κοινωνικής προόδου. Το άρθρο 118 Α πρέπει επομένως να ερμηνευθεί ως συμπλήρωμα των διατάξεων αυτών, των οποίων το πεδίο εφαρμογής είναι πολύ ευρύτερο ( 27 ).
62.
Η ενίσχυση του ρόλου του Κοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία αποτελεί έναν από τους δεδηλωμένους σκοπούς των συντακτών της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως. Όμως, η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη έχει εφαρμογή στους τομείς όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία. Μόνο μια ευρεία ερμηνεία του άρθρου 118 Α είναι ικανή να διασφαλίσει τον αποτελεσματικό έλεγχο εκ μέρους του Κοινοβουλίου σε θέματα κοινωνικής πολιτικής, που είναι ένας από τους τομείς στους οποίους το Κοινοβούλιο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.
Γ — Ως προς την έκταση των εξουσιών που παρέχονται στο Συμβούλιο με το άρθρο 118 Α
63.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, προκειμένου να οριοθετηθεί η έκταση των εξουσιών που απονέμονται στο Συμβούλιο με το άρθρο 118 Α, είναι σκόπιμη η αναφορά στα προηγούμενα νομοθετικά μέτρα που έχουν θεσπιστεί βάσει του άρθρου αυτού. Κατά την άποψη της εν λόγω κυβερνήσεως, από την προγενέστερη πρακτική προκύπτει ότι το άρθρο 118 Α θεωρούνταν ότι επιτρέπει μόνο τη θέσπιση μέτρων που καλύπτουν ορισμένες ειοικές καταστάσεις οι οποίες επιβάλλουν μια ώιαίτερη προστασία των εργαζομένων. Αντιθέτως, κατάλληλη νομική βάση για μέτρα που επιδιώκουν ευρύτερους και γενικότερους σκοπούς αποτελεί το άρθρο 100.
64.
Συναφώς, θεωρώ σκόπιμο να υπογραμμίσω κατ' αρχάς ότι, κατά την άποψη μου, το κείμενο του άρθρου 118 Α ουδόλως φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της θέσεως που υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στους «εργαζόμενους» εν γένει, και όχι σε ορισμένες ειδικές ομάδες εργαζομένων. Αλλά και ο επιδιωκόμενος σκοπός πρέπει να επιτευχθεί με την εναρμόνιση των «συνθηκών» εν γένει, οι οποίες υφίστανται «ιδίως» στον τομέα του χώρου της εργασίας.
65.
Ακολούθως, όσον αφορά την πρακτική του Συμβουλίου, ας μου επιτραπεί απλώς να παρατηρήσω, χωρίς να προβώ σε διεξοδική ανάλυση των διαφόρων νομοθετικών μέτρων που έχουν ήδη θεσπιστεί βάσει του άρθρου 118 Α, ότι έχουν εκδοθεί οδηγίες με αντικείμενο τόσο μέτρα με εξαιρετικά ευρύ πεδίο εφαρμογής ( 28 ), όσο και ειδικές διατάξεις, που εφαρμόζονται σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων ( 29 ). Επομένως, θεωρώ ότι δεν είναι δυνατή η συναγωγή συμπερασμάτων από τη μέχρι τούδε «χρησιμοποίηση» του άρθρου 118 Α και ότι, πάντως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προηγούμενο στο οποίο θα πρέπει να γίνει αναγωγή.
66.
Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «όσον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στην προηγουμένη πρακτική του Συμβουλίου, αρκεί να υπομνηστεί ότι η απλή πρακτική του Συμβουλίου δεν μπορεί να συνιστά παρέκκλιση από κανόνες της Συνθήκης και δεν μπορεί επομένως να δημιουργήσει προηγούμενο που δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα» ( 30 ).
67.
Επομένως, η άποψη ότι βάσει του άρθρου 118 Α μπορούν να εκδίδονται μόνον ειδικά μέτρα, που εφαρμόζονται σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, οι οποίοι διατρέχουν ιδιαίτερους κινδύνους, δεν φαίνεται να έχει κανένα έρεισμα. Η διάταξη αυτή μπορεί να αποτελέσει κάλλιστα τη νομική βάση και για μέτρα γενικής ισχύος που επιδιώκουν ευρείς στόχους προς όφελος του συνόλου των εργαζομένων.
68.
Τέλος, δεν μπορώ να δεχτώ ούτε την επιχειρηματολογία του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την οριοθέτηση των πεδίων εφαρμογής των άρθρων 100 και 118 Α.
69.
Όπως έχω ήδη επισημάνει, πριν από την έκδοση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως, ελλείψει ειδικής διατάξεως στη Συνθήκη, ορισμένες οδηγίες σχετικά με την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 100.
70.
Εξάλλου, το Δικαστήριο ενθάρρυνε την επιλογή αυτής της νομικής βάσεως, θεωρώντας, όπως προκύπτει από την καλούμενη απόφαση Defrenne Π, ότι, «ελλείψει οποιαδήποτε ρητής αναφοράς (...) στις αρμοδιότητες που πρέπει ενδεχομένως να ασκήσει η Κοινότητα για την εφαρμογή της κοινωνικής πολιτικής, είναι ενδεδειγμένη η αναφορά στο γενικό σύστημα της Συνθήκης και στα μέσα που αυτή παρέχει, όπως προβλέπονται στα άρθρα 100, 155 και, ενδεχομένως, 235» ( 31 ). Μολονότι η υπόθεση αυτή αφορούσε ειδικότερα την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών, που καθιερώνεται με το άρθρο 119, η Επιτροπή και το Συμβούλιο εφάρμοσαν τη λογική της αποφάσεως αυτής και στις άλλες πτυχές της κοινωνικής πολιτικής, που καλύπτονται από τα άρθρα 117 και 118, προκειμένου να θεσπίσουν μέτρα σχετικά με την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων βάσει του άρθρου 100.
71.
Ωστόσο, η επιλογή αυτή δικαιολογούνταν τότε, κατά τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο, μόνον «ελλείψει οποιασδήποτε ρητής αναφοράς» στη Συνθήκη. Αφότου όμως εκδόθηκε η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, το άρθρο 118 Α αποτελεί μια τέτοια ρητή αναφορά στη θέσπιση μέτρων σχετικών με την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων. Επομένως, εφεξής, πρέπει να γίνεται αναφορά σ' αυτό. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο οι δυο πρώτες οδηγίες που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 118 Α ανάγονται σε προτάσεις οι οποίες είχαν αρχικά στηριχθεί στο άρθρο 100, πριν από την έναρξη ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως. Η νομική τους βάση τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, σύμφωνα προς τον ειδικό χαρακτήρα της νέας διατάξεως ( 32 ). Επομένως, η προσφυγή στο άρθρο 100, στον τομέα αυτό, δεν φαίνεται πλέον δικαιολογημένη.
72.
Τούτο δεν σημαίνει ότι κάθε μέτρο που σκοπεί να προαγάγει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων εμπίπτει κατ' ανάγκη στο άρθρο 118 Α. Το άρθρο 100 Α μπορεί επίσης να έχει εφαρμογή εφεξής, μολονότι ο σκοπός που επιδιώκει (η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς υπό την έννοια του άρθρου 7 Α) διαφέρει από εκείνον του άρθρου 118 Α.
73.
Ωστόσο, η οριοθέτηση των πεδίων εφαρμογής των άρθρων 100 Α και 118 Α δεν στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ της δυνατότητας θεσπίσεως, αφενός, μέτρων γενικής ισχύος και, αφετέρου, ειδικών μέτρων αφορώντων έναν ιδιαίτερο τομέα. Η οριοθέτηση μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων στηρίζεται στον βασικό σκοπό που επιδιώκεται αντιστοίχως. Το άρθρο 100 Α αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση οσάκις ένα μέτρο περί εναρμονίσεως έχει ως βασικό σκοπό την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, ακόμη κι αν, προκειμένου να πραγματοποιηθεί ο σκοπός αυτός, το μέτρο οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 100 Α, παράγραφος 3, να διασφαλίζει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο να προσφύγει ένα κράτος μέλος στην εξαίρεση του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4 ( 33 ). Αντιθέτως, το άρθρο 118 Α αποτελεί τη νομική βάση για τις οδηγίες σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, οι οποίες δεν έχουν ως βασικό σκοπό την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς και οι οποίες, συνεπώς, δεν αποβλέπουν ούτε στην εξάλειψη των εμποδίων του εμπορίου ούτε στη δημιουργία όρων ανόθευτου ανταγωνισμού.
74.
Άλλωστε, το Δικαστήριο έχει οριοθετήσει, με τη νομολογία του, αρκετά αυστηρά τη δυνατότητα προσφυγής στο άρθρο 100 Α, με την αιτιολογία ότι «(...) το γεγονός και μόνο ότι μια πράξη μπορεί να έχει συνέπειες για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την επιλογή [του άρθρου 100 Α] ως νομικής βάσεως της εν λόγω πράξεως» ( 34 )
75.
Γι' αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι το άρθρο 118 Α είναι η μόνη κατάλληλη νομική βάση για μέτρα που αφορούν την «ασφάλεια και την υγεία» — υπό ευρεία έννοια — των εργαζομένων, τα οποία εφαρμόζονται «ιδίως» στον χώρο της εργασίας. Τα μέτρα αυτά, τα οποία μπορούν να διασφαλίσουν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας, μπορούν να θεωρηθούν «ελάχιστα», υπό την έννοια απλώς ότι τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα λήψεως μέτρων που παρέχουν ακόμη μεγαλύτερη προστασία, ενώ «εφαρμόζονται σταδιακά», υπό την έννοια ότι η εναρμόνιση πρέπει να πραγματοποιείται αναλόγως προς τις δυνατότητες των κρατών μελών, λαμβανομένου υπόψη του βαθμού αναπτύξεως τους.
76.
Επομένως, βάσει αυτής της ερμηνείας του άρθρου 118 Α πρέπει τώρα να εξεταστεί το ζήτημα αν η οδηγία σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργανώσεως του χρόνου εργασίας μπορούσε εγκύρως να εκδοθεί βάσει της διατάξεως αυτής.
II — Το άρθρο 118 Α ως νομική βάση της επίμαχης οδηγίας
77.
Πρέπει εκ προοιμίου να παρατηρηθεί ότι, όσον αφορά την επίμαχη οδηγία, «οι αντιθέσεις ως προς την ορθή νομική βάση δεν [έχουν] μόνο τυπικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι [διάφορα άρθρα] της Συνθήκης προβλέπουν διαφορετικούς κανόνες για τη διαμόρφωση της βουλήσεως του Συμβουλίου και, κατά συνέπεια, η επιλογή της νομικής βάσεως [μπορεί] να επηρεάσει το περιεχόμενο [της προσβαλλόμενης πράξεως]» ( 35 ).
78.
Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «(...) στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Κοινότητας, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία αντικειμενικά και δεκτικά δικαστικού ελέγχου. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως» ( 36 ).
79.
Θα εξετάσω διαδοχικά αν, ενόψει του σκοπού και του περιεχομένου της, η προσβαλλόμενη οδηγία μπορούσε εγκύρως να στηριχθεί στο άρθρο 118 Α.
Α — Ο επιδιωκόμενος από την επίμαχη οδηγία σκοπός
80.
Όσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι ο πραγματικός σκοπός της προσβαλλομένης οδηγίας δεν είναι η προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Αντιθέτως, κατά την άποψη της, η οδηγία εκδόθηκε, αφενός, με σκοπό τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη μείωση της ανεργίας και, αφετέρου, στο πλαίσιο του προγράμματος κοινωνικής δράσεως της Κοινότητας.
81.
Η επιχειρηματολογία του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς το σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί ευθύς εξαρχής.
82.
Είναι αναμφίβολο ότι η οδηγία όντως αποτελεί μέτρο αναγόμενο στην κοινοτική κοινωνική πολιτική, γεγονός το οποίο υπογραμμίζεται εξάλλου από την έκτη αιτιολογική σκέψη της, κατά την οποία: «(...) η παρούσα οδηγία αποτελεί συγκεκριμένο στοιχείο στα πλαίσια της υλοποίησης της κοινωνικής διάστασης της εσωτερικής αγοράς».
83.
Ωστόσο, όπως τονίζει το Συμβούλιο ( 37 ), τούτο ουδόλως αντίκειται προς τη δυνατότητα εκδόσεως της οδηγίας αυτής με νομική βάση το άρθρο 118 Α. Το κεφάλαιο 1 του τίτλου VIII της Συνθήκης, στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 118 Α, είναι αφιερωμένο ακριβώς στις «κοινωνικές διατάξεις» που θεσπίζονται στον τομέα της «κοινωνικής πολιτικής». Επομένως, κάθε μέτρο που θεσπίζεται βάσει του άρθρου 118 Α θα επιδιώκει κατ' ανάγκη έναν «κοινωνικό» σκοπό.
84.
Εξάλλου, το Δικαστήριο υπενθύμισε το αυτονόητο αυτό συμπέρασμα με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 2/91, καθόσον από τη διατύπωση του άρθρου 118 Α συνήγαγε ότι: «η Κοινότητα διαθέτει, έτσι, εσωτερική κανονιστική αρμοδιότητα στον κοινωνικό τομέα» ( 38 ).
85.
Ακολούθως, απαντώντας στο επιχείρημα της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι δηλαδή η οδηγία σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας συνιστά το αποτέλεσμα του προγενέστερου κοινοτικού προβληματισμού με σκοπό τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη μείωση της ανεργίας, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, μολονότι η επίπτωση της οργανώσεως του χρόνου εργασίας στη δημιουργία θέσεων εργασίας αποτελεί αναμφισβήτητα αντικείμενο προβληματισμού σε κοινοτικό επίπεδο, η προσέγγιση που ακολουθεί η οδηγία δεν έχει σχέση με τέτοιες θεωρήσεις ( 39 ).
86.
Πράγματι, φρονώ ότι η οδηγία σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής, να καθορίσει «τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας», χωρίς να επιχειρεί να αποτελέσει μέτρο της πολιτικής για την απασχόληση.
87.
Οι έννοιες του χρόνου εργασίας και της οργανώσεως του αποτελούν το αντικείμενο παλαιού και διαρκούς προβληματισμού, τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο.
88.
Είναι αληθές ότι οι έννοιες αυτές έχουν θεωρηθεί ότι μπορούν να χρησιμεύσουν ως αποτελεσματικό μέσο καταπολεμήσεως της υποαπασχολήσεως. Η θέσπιση ορισμένων κοινοτικών πράξεων κατά τη δεκαετία του '70 αντανακλά αναμφισβήτητα την προσέγγιση αυτή ( 40 ). Πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι καμία από τις πράξεις αυτές δεν έχει δεσμευτική κανονιστική ισχύ, αλλά ότι όλες περιορίζονται στη διακήρυξη αρχών που δεν ανάγονται σε συγκεκριμένους σκοπούς.
89.
Εντούτοις, αντίθετα προς ό,τι αφήνει να νοηθεί με την επιχειρηματολογία της η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η οργάνωση του χρόνου εργασίας δεν νοείται αποκλειστικά και μόνο ως μέσο της πολιτικής για την απασχόληση. Η έννοια αυτή επιδέχεται ποικίλες προσεγγίσεις. Μολονότι δεν θα προβώ στην ανάλυση των πολλαπλών επιπτώσεων της, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε μια γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τον «χρόνο εργασίας» ( 41 ), η οποία περιέχει μια επισκόπηση των διαφόρων σκοπών που μπορούν να επιδιωχθούν με αυτό το μέσο:
«[...] το ζήτημα του χρόνου εργασίας θα προσεγγισθεί από τις ακόλουθες οπτικές γωνίες:
—
της αναδιοργάνωσης και επέκτασης του χρόνου λειτουργίας της παραγωγικής διαδικασίας και του χρόνου που οι υπηρεσίες εξυπηρετούν το κοινό, καθώς και του αντίστοιχου ευέλικτου χρονοδιαγράμματος του χρόνου εργασίας των εργαζομένων με στόχο τη βελτίωση της παραγωγικότητας, των υπηρεσιών που παρέχονται στους καταναλωτές και της ανταγωνιστικότητας-
—
της μείωσης του χρόνου εργασίας του μεμονωμένου εργαζόμενου με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας της διαβίωσης του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την υγεία και την ασφάλεια, την επέκταση και ανακατανομή του χρόνου που αφιερώνει στην οικογένεια και σε άλλες φροντίδες, καθώς και την αύξηση του ελεύθερου χρόνου του
—
της πιθανής συνεισφοράς της μείωσης και αναδιοργάνωσης του χρόνου εργασίας στη δημιουργία και ανακατανομή θέσεων εργασίας και συνεπώς στη μείωση της ανεργίας που αποτελεί τη βασική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ( 42 ).
90.
Τα κοινοτικά όργανα δεν έχουν αγνοήσει αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις του χρόνου εργασίας και, πέραν των προαναφερομένων πράξεων, οι οποίες αφορούν την πολιτική για την απασχόληση, από διάφορες οδηγίες που έχουν στηριχθεί στο άρθρο 118 Α προκύπτει ότι η διάρκεια και η οργάνωση του χρόνου εργασίας έχουν ήδη εξεταστεί υπό το πρίσμα της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ( 43 ).
91.
Επομένως, η οδηγία σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας δεν αποτελεί ούτε κατ' ανάγκη ούτε κατ' αρχήν μέτρο για την καταπολέμηση της υποαπασχολήσεως.
92.
Από την εξέταση της προκύπτει óu ούτε στην πράξη λειτουργεί ως τέτοιου είδους μέτρο.
93.
Συγκεκριμένα, φρονώ ότι, όπως τόνισε και το Συμβούλιο, προκειμένου τα μέτρα μειώσεως των ωρών εργασίας να έχουν επιπτώσεις στη δημιουργία θέσεων εργασίας, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι διάφοροι οικονομικοί παράγοντες που ασκούν συναφώς επιρροή, ώστε τα μέτρα αυτά να ενταχθούν σ' ένα πλαίσιο μέτρων με συνοχή. Έτσι, π.χ., με το προαναφερθέν ψήφισμα του της 18ης Δεκεμβρίου 1979, το Συμβούλιο υπογραμμίζει «(...) ότι κατά την αξιολόγηση των ενδεχομένων μέτρων οργανώσεως του χρόνου εργασίας [με την προοπτική της βελτιώσεως της καταστάσεως της απασχολήσεως] πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολυάριθμα στοιχεία, από τα οποία τα κυριότερα είναι η επίπτωση στην ικανότητα παραγωγής των επιχειρήσεων, οι διακυμάνσεις της παραγωγικότητας και η μισθολογική ανταμοιβή (...)». Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο τάσσεται υπέρ της ενθαρρύνσεως της λήψεως μέτρων που αφορούν, μεταξύ άλλων, την επαγγελματική κατάρτιση σε συνδυασμό με την εργασία, τον περιορισμό των υπερωριών, την ελαστική ρύθμιση ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, τη μερική απασχόληση και την προσωρινή απασχόληση.
94.
Η προσβαλλόμενη όμως οδηγία δεν εντάσσεται σε μια τέτοια προσέγγιση. Αντιθέτως, στην πέμπτη αιτιολογική της σκέψη υπογραμμίζεται ότι «(...) η βελτίωση της ασφάλειας, της υγιεινής και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία είναι στόχος ο οποίος οεν μπορεί να εξαρτάται από καθαρά οικονομικές εκτιμήσεις» ( 44 ).
95.
Η εν λόγω οδηγία αφορά μόνο «ορισμένα» στοιχεία της οργανώσεως του χρόνου εργασίας: εκείνα που έχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων. Πράγματι, η οδηγία αυτή καθιστά ακριβώς δυνατή την προστασία των εργαζομένων από την υλοποίηση άλλων στοιχείων της οργανώσεως του χρόνου εργασίας, τα οποία, θεωρούμενα υπό το πρίσμα της πολιτικής για την απασχόληση και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικοοικονομικές πτυχές τους, είναι δυνατό να έχουν δυσμενείς συνέπειες για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων. Αυτός ο προστατευτικός σκοπός προκύπτει ιδίως από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέΐ|)η της οδηγίας, στην οποία υπογραμμίζεται ότι «(...) ο τρόπος εργασίας μπορεί να θίξει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ότι στην οργάνωση της εργασίας με έναν ορισμένο ρυθμό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γενική αρχή της προσαρμογής της εργασίας στον άνθρωπο».
96.
Επομένως, μολονότι η οργάνωση του χρόνου εργασίας είναι ένας τομέας που μπορεί να ρυθμιστεί με την προοπτική της επιτεύξεως διαφόρων σκοπών, η επίμαχη οδηγία απέβλεπε απλώς να θεσπίσει προστατευτικά μέτρα σχετικά με την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο με το άρθρο 118 Α σκοπό. Μολονότι ορισμένες από τις διατάξεις της μπορούν αναμφισβήτητα να έχουν κάποια επίπτωση στην απασχόληση, τούτο δεν αποτελεί τον βασικό σκοπό της οδηγίας, λαμβανομένης υπόψη της προσεγγίσεως που ακολουθεί.
Β — Το περιεχόμενο της οδηγίας
97.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι κανένα από τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί δυνάμει της οδηγίας δεν συνδέεται επαρκώς με θεωρήσεις απτόμενες της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, υπό την έννοια του άρθρου 118 Α. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν χωρίς να υπάρχει πειστικό επιστημονικό έρεισμα ( 45 ).
98.
Αντιθέτως, το Συμβούλιο, από την εξέταση των διατάξεων της οδηγίας, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις αυτές είναι πρόσφορες για την επιδίωξη του προστατευτικού σκοπού που προβλέπει το άρθρο 118 Α.
99.
Υπό το φως της ευρείας ερμηνείας που προτείνω να δοθεί στη διάταξη αυτή, η επιχειρηματολογία της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου δεν πείθει.
100.
Κατ' αρχάς, τα θεσπισθέντα μέτρα εφαρμόζονται αναμφισβήτητα στον «χώρο της εργασίας» υπό την έννοια του άρθρου 118 Α.
101.
Πράγματι, εφόσον θεωρηθεί ότι η έννοια αυτή καλύπτει τόσο το φυσικό όσο και το ψυχολογικό περιβάλλον του εργαζομένου κατά την εργασία και ότι περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ποικίλων μέτρων, η βελτίωση του «χώρου της εργασίας» μπορεί να επιδιωχθεί με την θέσπιση μέτρων που αφορούν τις ελάχιστες περιόδους αναπαύσεως, τη διάρκεια της εργασίας, τη νυκτερινή εργασία, την εργασία κατά βάρδιες και τον ρυθμό εργασίας.
102.
Επιπλέον, η συντελούμενη με την οδηγία οργάνωση του χρόνου εργασίας αντανακλά μια μέριμνα προστασίας της «υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων».
103.
Ακόμη και, χωρίς να χρειάζεται να γίνει διεξοδική αναφορά στις συναφείς επιστημονικές μελέτες, οι οποίες προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας — ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω αργότερα — είναι αναμφισβήτητο ότι. η πρόβλεψη των περιόδων αναπαύσεως και ο περιορισμός της εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας (μέρος Π) πράγματι συμβάλλουν στην προστασία της «υγείας» και της «ασφάλειας» των εργαζομένων υπό την έννοια του (ευρέως ερμηνευομένου) άρθρου 118 Α. Χωρίς τις εγγυήσεις αυτές, οι εργαζόμενοι θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να τους επιβάλλεται, συχνά ή υπέρμετρα, διάρκεια εργασίας υπερβαίνουσα τις σωματικές ή διανοητικές τους ικανότητες, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την (δια τους την υγεία και ασφάλεια.
104.
Έτσι, η ίδια η αρχή κατά την οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αυτά τα διάφορα στοιχεία του χρόνου εργασίας (άρθρα 3 έως 7) φαίνεται κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 118 Α, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, ένα ζήτημα το οποίο θα εξετάσω κατωτέρω.
105.
Το μέρος III της οδηγίας, το οποίο προβλέπει πρόσθετες εγγυήσεις όσον αφορά τη νυχτερινή εργασία και την εργασία κατά βάρδιες, καθώς και την οργάνωση της εργασίας με έναν ενδεδειγμένο ρυθμό, συμβάλλει επίσης στην υλοποίηση του σκοπού προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων — γεγονός που φαίνεται εξάλλου να δέχεται η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
106.
Επιπλέον, τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία αποτελούν «ελάχιστες προδιαγραφές» υπό την έννοια του άρθρου 118 Α.
107.
Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τον ορισμό που προτείνω, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «χαμηλές προδιαγραφές». Πρόκειται απλώς για μέτρα τα οποία μπορούν να διασφαλίσουν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας, πέραν του οποίου τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν νομοθετικά μέτρα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 118 Α, προκειμένου να παράσχουν στους εργαζομένους ακόμη μεγαλύτερη προστασία.
108.
Τα μέτρα που θεσπίζονται με την οδηγία μπορούν να θεωρηθούν ότι διασφαλίζουν στους εργαζομένους ένα υψηλό επίπεδο προστασίας. Για παράδειγμα, δυνάμει του άρθρου 6, δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να τους επιβληθεί εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας υπερβαίνουσα τις 48 ώρες. Ομοίως, δυνάμει του άρθρου 7, κάθε εργαζόμενος δικαιούται ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων.
109.
Τα μέτρα αυτά συνιστούν αναμφισβήτητα «ελάχιστες προδιαγραφές» υπό την έννοια του άρθρου 118 Α, δεδομένου ότι το άρθρο 15 της οδηγίας, που τιτλοφορείται: «ευνοϊκότερες διατάξεις», προβλέπει ότι «η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ή να ευνοούν ή να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων».
110.
Επιπλέον, οι ελάχιστες αυτές προδιαγραφές τηρούν την επιταγή να «εφαρμόζονται σταδιακά, λαμβαν[ομένων] υπόψη τ[ων] συνθηκ[ών] και τ[ων] τεχνικ[ών] ρυθμίσεων] που υφίστανται σε κάθε κράτος μέλος». Πράγματι, όπως επισήμανε το Συμβούλιο ( 46 ), χωρίς να αντικρουστεί από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η οδηγία δεν αποτελεί μια ρύθμιση νέου τύπου, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη έχουν ήδη τις δικές τους, έστω διαφορετικές, νομοθεσίες στον τομέα αυτό. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 18 της οδηγίας προβλέπει προθεσμία συμμορφώσεως, όσον αφορά τα μέτρα που θεωρούνται ως τα περισσότερο περιοριστικά. Μολονότι η οδηγία πρέπει κατ' αρχήν να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο «το αργότερο στις 23 Νοεμβρίου 1996» (άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο α'), τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να μην εφαρμόσουν το άρθρο 6, υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος συναινεί να εργάζεται πέραν της ανωτάτης εβδομαδιαίας διάρκειας των 48 ωρών, για μια περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τα επτά έτη και η οποία υπολογίζεται από τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, πριν από τη λήξη της οποίας η διάταξη αυτή θα επανεξεταστεί ώστε να ληφθεί απόφαση για τη συνέχεια που θα δοθεί [άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i]. Ομοίως, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 7, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση μιας τριετούς μεταβατικής περιόδου, κατά την οποία η διάρκεια της ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να περιοριστεί σε τρεις εβδομάδες [άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i].
111.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί αντιθέτως ότι οι πιθανές επιπτώσεις της οδηγίες στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν ληφθεί υπόψη ( 47 ). Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι από τη διατύπωση του άρθρου 118 Α δεν προκύπτει μια απόλυτη απαγόρευση θεσπίσεως μέτρων αναγκαστικού χαρακτήρα έναντι των επιχειρήσεων αυτών. Εξάλλου, όπως φαίνεται από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, ο νομοθέτης δεν απέκρυψε αυτόν τον συλλογισμό του ( 48 ).
112.
Τέλος, μολονότι η οδηγία ακολουθεί μια σφαιρική προσέγγιση, υπό την έννοια ότι δεν αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων που διατρέχουν ειδικούς κινδύνους, τούτο ουδόλως έρχεται σε αντίθεση, όπως έχω ήδη διαπιστώσει, με το είδος των μέτρων που επιτρέπονται δυνάμει του άρθρου 118 Α.
113.
Εξάλλου, η οδηγία δεν έχει διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε να αποκλείει οποιαδήποτε εκτίμηση των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένοι ορισμένοι εργαζόμενοι ή οι εργαζόμενοι ενός ειδικού τομέα.
114.
Πράγματι, αυτή είναι η συλλογιστική που δικαιολογεί τον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας των αεροπορικών, σιδηροδρομικών, οδικών, θαλάσσιων, ποτάμιων και λιμναίων μεταφορών, καθώς και των λοιπών θαλασσίων δραστηριοτήτων και των δραστηριοτήτων των ασκουμένων ιατρών (άρθρο 1, παράγραφος 3), δεδομένου ότι «(...) λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας, ίσως χρειαστεί να ληφθούν χωριστά μέτρα οργάνωσης του χρόνου εργασίας σε ορισμένους τομείς ή δραστηριότητες [που εξαιρούνται του πεδίου] εφαρμογής της παρούσας οδηγίας» ( 49 ).
115.
Αυτός είναι επίσης ο λόγος που ώθησε τον κοινοτικό νομοθέτη να προβλέψει, με το άρθρο 14, που τιτλοφορείται: «ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις», ότι «οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται εφόσον άλλες κοινοτικές πράξεις περιλαμβάνουν ειδικότερες διατάξεις για ορισμένες επαγγελματικές ασχολίες ή δραστηριότητες».
116.
Ακόμη, αυτός είναι ο λόγος στον οποίο στηρίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, οι παρεκκλίσεις από τις διατάξεις σχετικά με τους χρόνους αναπαύσεως και την ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας (άρθρα 3, 4, 5, 6 και 8), οι οποίες προβλέπονται προς όφελος μιας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων: των εργαζομένων για τους οποίους «(...) η διάρκεια του χρόνου εργασίας (...) δεν υπολογίζεται ή/και δεν προκαθορίζεται ή μπορεί να καθορίζεται από τους ίδιους τους εργαζομένους» (πρόκειται «ιδίως» για τα διευθυντικά στελέχη ή άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να λαμβάνουν αποφάσεις αυτόνομα, για το οικογενειακό προσωπικό και για τους εργαζομένους στον τελετουργικό τομέα των εκκλησιών και των θρησκευτικών κοινοτήτων).
117.
Τέλος, παρεκκλίσεις από τις ελάχιστες προδιαγραφές σχετικά με την ημερήσια ανάπαυση, τον χρόνο διαλείμματος, την εβδομαδιαία ανάπαυση, τη διάρκεια της νυχτερινής εργασίας και τις περιόδους αναφοράς (άρθρα 3, 4, 5 και 8) προβλέπονται λόγω της ιδιομορφίας ορισμένων τομέων δραστηριοτήτων (άρθρο 17, παράγραφος 2.1). Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την απόσταση μεταξύ του τόπου εργασίας και του τόπου κατοικίας του εργαζομένου ( 50 ) για τις δραστηριότητες φυλάξεως, επιβλέψεως και εικοσιτετράωρης παρουσίας που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να διασφαλιστεί η προστασία των αγαθών και των προσώπων ( 51 ) για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής (προσωπικό που εργάζεται στους λιμένες και τους αερολιμένες υπηρεσίες τύπου, ραδιοφωνίας, τηλεόρασης, κινηματογράφου υπηρεσίες παραγωγής, μεταφοράς και διανομής φωταερίου, ύδατος ή ηλεκτρισμού, υπηρεσίες αποκομιδής οικιακών απορριμμάτων δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης γεωργία κ.λπ.) ( 52 ) για ης περιπτώσεις προβλέψιμης αυξήσεως του φόρτου εργασίας (ιδίως στους τομείς της γεωργίας, του τουρισμού και των ταχυδρομείων) ( 53 ).
118.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, σύμφωνα προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της, η οδηγία σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας επιδιώκει πράγματι την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, μέσω της θεσπίσεως σταδιακά εφαρμοζομένων ελαχίστων προδιαγραφών.
119.
Επομένως, το άρθρο 100 [της Συνθήκης], που σκοπεί να εξαλείψει τα εμπόδια του εμπορίου που απορρέουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών, δεν μπορούσε να αποτελέσει την κατάλληλη νομική βάση της προσβαλλομένης οδηγίας. Ούτε το άρθρο 235 μπορούσε να αποτελέσει βάση για την έκδοση της, δεδομένου ότι «κατά πάγια νομολογία (βλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 13), η χρησιμοποίηση του άρθρου 235 της Συνθήκης ως νομικής βάσεως μιας πράξεως δικαιολογείται μόνον όταν καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα την αναγκαία αρμοδιότητα για την έκδοση της πράξεως αυτής» ( 54 ).
120.
Επομένως, η οδηγία εγκύρως στηρίζεται στο άρθρο 118 Α. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, περί αναρμοδιότητας ή εσφαλμένης νομικής βάσεως, πρέπει να απορριφθεί.
Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
121.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβώνεται αν τα μέσα που αυτή χρησιμοποιεί είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αν δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του ( 55 ).
122.
Στηριζόμενη στη νομολογία αυτή, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη οδηγία είναι ασυμβίβαστη προς την αρχή της αναλογικότητας ( 56 ). Κατ' αρχάς, υποστηρίζει ότι η έκδοση της οδηγίας δεν ήταν αναγκαία, στο μέτρο που η οδηγίαπλαίσιο εφαρμόζεται ήδη πλήρως στους τομείς τους οποίους αφορά η επίμαχη οδηγία ( 57 ). 'Επειτα, η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι απαιτήσεις που θέτει η οδηγία συνιστούν ή όχι «ελάχιστες προδιαγραφές» υπό την έννοια του άρθρου 118 Α και είναι, επομένως, σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εφαρμοστούν τέσσερις βασικές αρχές:
—
πρώτον, τα μέτρα τα οποία μπορούν ενδεχομένως να βελτιώσουν το επίπεδο προστασίας, όπως οι συνολικές μειώσεις των ωραρίων εργασίας και οι συνολικές αυξήσεις των περιόδων αναπαύσεως, δεν μπορούν όλα να θεωρηθούν ως «ελάχιστες προδιαγραφές» υπό την έννοια του άρθρου 118 Α·
—
δεύτερον, το επιθυμητό επίπεδο προστασίας θα μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα
—
τρίτον, τα μέτρα που επιβάλλει η οδηγία δεν δικαιολογούνται από την επιστημονική έρευνα
—
τέταρτον, ένα μέτρο είναι αναλογικό μόνον αν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 3 Β, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Συναφώς, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν εξηγεί γιατί οι σκοποί που επιδιώκει η οδηγία επιτυγχάνονται καλύτερα από μια δράση στο κοινοτικό επίπεδο απ' ó,τι από μια δράση στο εθνικό επίπεδο.
123.
Πριν εξεταστεί ο λόγος ακυρώσεως περί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να διευκρινιστεί το ζήτημα της επικλήσεως της αρχής της επικουρικότητας.
124.
Πράγματι, το προσφεύγον δημιούργησε μια κάποια σύγχυση, καθόσον έχει επικαλεσθεί επανειλημμένως, κατά τη διαδικασία, την αρχή της επικουρικότητας — χωρίς ωστόσο να την προβάλει ως λόγο ακυρώσεως ( 58 ) —, προκαλώντας την εντύπωση ότι την εξομοιώνει με την αρχή της αναλογικότητας, όπως φαίνεται από την τέταρτη «βασική αρχή» που παρατέθηκε ανωτέρω.
125.
Όμως, θεωρώ ότι οι δύο αυτές αρχές πρέπει να διακρίνονται σαφώς. Η αρχή της επικουρικότητας, που θεσπίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3 Β της Συνθήκης, σημαίνει ότι, στους τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας, η Κοινότητα δρα «(...) μόνον εάν και στον βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς (...) να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο». Η αρχή της αναλογικότητας αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 3 Β, όπου προβλέπεται ότι «η δράση της Κοινότητας δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων της παρούσας συνθήκης».
126.
Οι δύο αυτές αρχές εφαρμόζονται, διαδοχικά, σε δύο διαφορετικά επίπεδα της κοινοτικής δράσεως: «η πρώτη αποτελεί προϋπόθεση για τη θέση σε κίνηση της κοινοτικής δράσεως, ενώ η δεύτερη οριοθετεί την έκταση της δράσεως αυτής. Παρατηρείται επομένως μια αποσύνδεση του ζητήματος της αρμοδιότητας από το ζήτημα της ασκήσεως της» ( 59 ). Με άλλα λόγια, η αρχή της επικουρικότητας τυγχάνει εφαρμογής πριν την ανάληψη της κοινοτικής δράσεως ενώ η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται μετά τη δράση αυτή: «η αρχή της αναλογικότητας (...) λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με μια ήδη αναληφθείσα δράση (...) και σκοπεί στον έλεγχο της συμφωνίας της δράσεως αυτής προς τους σκοπούς της Συνθήκης. Η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται σε προγενέστερο στάδιο, όταν λαμβάνεται η απόφαση να αναληφθεί ή όχι δράση στο κοινοτικό επίπεδο» ( 60 ).
127.
Επομένως, το προσφεύγον, καθόσον επικαλείται την αρχή της επικουρικότητας, αμφισβητεί ότι είναι κατ' αρχήν δυνατό να αναλάβει το Συμβούλιο δράση στον τομέα που καλύπτεται από την προσβαλλόμενη οδηγία, και όχι την έκταση της εξουσίας αυτής, η οποία οριοθετείται από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
128.
Συναφώς, η κατ' αρχήν δυνατότητα της Κοινότητας να αναλάβει δράση στους τομείς που καλύπτονται από την επίμαχη οδηγία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Η πρωτοβουλία δεν θα μπορούσε να επαφεθεί μόνο στα κράτη μέλη.
129.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 118 Α προβλέπει τη συντρέχουσα αρμοδιότητα των κρατών μελών και της Κοινότητας στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Μολονότι, δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν τα íôlü ορισμένα μέτρα στον τομέα αυτό, η παράγραφος 2 προβλέπει επιπλέον ότι η Κοινότητα μπορεί να αναπτύσσει νομοθετική δράση, θεσπίζοντας «ελάχιστες προδιαγραφές», προκειμένου να «συμβάλλει στην πραγματοποίηση του στόχου που προβλέπεται στην παράγραφο 1», ο οποίος συνίσταται στην «εναρμόνιση των συνθηκών που υφίστανται σε αυτόν τον τομέα μέσα σε μια οπτική προόδου». Επομένως, στο μέτρο που υφίσταται ο στόχος εναρμονίσεως, τα μέτρα που λαμβάνει το Συμβούλιο για την επίτευξη του στόχου αυτού δυσχερώς μπορούν να επικριθούν ως αντίθετα προς την αρχή της επικουρικότητας. Πράγματι, θα ήταν μάταιο να αναμένεται από τα κράτη μέλη να υλοποιήσουν από μόνα τους την προβλεπόμενη εναρμόνιση, δεδομένου ότι αυτή προϋποθέτει κατ' ανάγκη την ανάληψη δράσεως υπερεθνικού χαρακτήρα.
130.
Άλλωστε, η οδηγία δεν παραβλέπει την αρμοδιότητα που απονέμει και στα κράτη μέλη το άρθρο 118 Α. Μολονότι τα μέτρα εναρμονίσεως στον τομέα της οργανώσεως του χρόνου εργασίας προβλέπονται από την οδηγία, οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους επαφίενται εν πολλοίς στην εθνική πρωτοβουλία.
131.
Επομένως, ενόψει του στόχου εναρμονίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 118 Α, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία περί του ότι ο σκοπός που επιδιώκει η προσβαλλόμενη οδηγία επιτυγχάνεται καλύτερα από μια δράση στο κοινοτικό επίπεδο παρά από μια δράση σε εθνικό επίπεδο.
132.
Το επιχείρημα που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας πρέπει επομένως να απορριφθεί.
133.
Αφού αποδείχθηκε ότι η Κοινότητα δύναται κατ' αρχήν να αναλάβει δράση, απομένει να διερευνηθεί η έκταση της δράσεως αυτής, διερεύνηση η οποία συνιστά, αυτή καθαυτή, αξιολόγηση της αρχής της αναλογικότητας.
134.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το βασικό κριτήριο που έχει επιλέξει το προσφεύγον για την αξιολόγηση της αναλογικότητας των μέτρων που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 118 Α είναι εσφαλμένο. Συγκεκριμένα, τα επιχειρήματα που προβάλλει το προσφεύγον προς στήριξη αυτού του λόγου ακυρώσεως στηρίζονται εν πολλοίς στην ερμηνεία που δίδει στην έννοια των «ελαχίστων προδιαγραφών», μια έννοια η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν έχει τη σημασία που της αποδίδει το προσφεύγον. Υπενθυμίζω ότι η αναφορά που κάνει το άρθρο 118 Α στις «ελάχιστες προδιαγραφές» δεν σημαίνει ότι οι εξουσίες της Κοινότητας στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων είναι περιορισμένες, αλλά, αντιθέτως, ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εφαρμόσουν αυστηρότερους κανόνες από αυτούς που έχουν θεσπιστεί στο κοινοτικό επίπεδο. Επομένως, τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας απλώς επειδή μπορούν να θεωρηθούν ότι παρέχουν στους εργαζομένους ένα υψηλό επίπεδο προστασίας. Όσον αφορά, επομένως, την πρώτη αρχή που επικαλείται το προσφεύγον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μέτρα όπως οι συνολικές μειώσεις των ωραρίων εργασίας και οι συνολικές αυξήσεις των περιόδων αναπαύσεως μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ως «ελάχιστες προδιαγραφές» υπό την έννοια του άρθρου 118 Α.
135.
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα που προβάλλεται προς στήριξη της απόψεως του προσφεύγοντος, ότι δηλαδή το επιθυμητό επίπεδο προστασίας θα μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα, επιβάλλονται οι ακόλουθες διαπιστώσεις.
136.
Πρέπει να αξιολογηθεί αν η ένταση της δράσεως που ανέλαβε η Κοινότητα με τη θέσπιση της οδηγίας υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Θεωρώ ότι τούτο δεν συμβαίνει, στο μέτρο που οι χρονικοί περιορισμοί που επιβάλλει η οδηγία υπόκεινται σε πολυάριθμες παρεκκλίσεις και προσαρμογές.
137.
Οι πολλαπλοί συνδυασμοί των περιόδων αναφοράς, των παρεκκλίσεων και των εξαιρέσεων εξασφαλίζουν μεγάλη ελαστικότητα. Για να αποφύγω την ανιαρή απαρίθμηση των δυνατοτήτων που παρέχουν τα άρθρα 16, 17 και 18, θα αναφερθώ ενδεικτικά στις διατάξεις εκείνες που, κατά το προσφεύγον, είναι οι πλέον συζητήσιμες.
138.
Το άρθρο 4 θεσπίζει την αρχή της εξασφαλίσεως χρόνου διαλείμματος. Ωστόσο, η αρχή αυτή έχει εφαρμογή μόνο αν «ο χρόνος ημερήσιας εργασίας υπερβαίνει τις έξι ώρες». Επιπλέον, η διάρκεια του διαλείμματος δεν θεσπίζεται σε κοινοτικό επίπεδο, αλλά πρέπει να καθοριστεί από «συλλογικές συμβάσεις ή από συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων ή, ελλείψει αυτών, από την εθνική νομοθεσία». Παρεκκλίσεις από τη διάταξη αυτή επιτρέπονται σε συνάρτηση με την ιδιότητα του εργαζομένου (άρθρο 17, παράγραφος 1), σε συνάρτηση με τη φύση ή τα χαρακτηριστικά της ασκούμενης δραστηριότητας (άρθρο 17, παράγραφος 2) ή με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο (άρθρο 17, παράγραφος 3).
139.
Το άρθρο 5, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ανά εβδομάδα μία ελάχιστη περίοδο συνεχούς αναπαύσεως εικοσιτεσσάρων ωρών, στις οποίες προστίθενται οι ένδεκα ώρες ημερήσιας αναπαύσεως που προβλέπονται στο άρθρο 3, καθώς και ότι η εν λόγω ελάχιστη περίοδος συμπεριλαμβάνει «κατ' αρχήν» την Κυριακή. Όσον αφορά αυτήν ειδικά την πρόβλεψη, πρέπει να τονιστεί ότι δεν έχει καθόλου επιτακτικό χαρακτήρα, στο μέτρο που «εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει τελικά εάν και σε ποιο βαθμό πρέπει, να περιλαμβάνεται η Κυριακή στην εβδομαδιαία ανάπαυση», δεδομένου ότι, «όσον αφορά την περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως, πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη η ποικιλομορφία των πολιτιστικών, εθνικών, θρησκευτικών και άλλων παραγόντων στα κράτη μέλη» ( 61 ). Ακολούθως, παρεκκλίσεις από την περίοδο που διαρκεί κατ' αρχήν εικοσιτέσσερις ώρες επιτρέπονται υπό τους ίδιους όρους όπως στην περίπτωση του άρθρου 4 (άρθρο 17, παράγραφοι 1, 2 και 3). Επιπλέον, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέψουν για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως μια περίοδο αναφοράς μη υπερβαίνουσα τις δεκατέσσερις ημέρες (άρθρο 16, σημείο 1). Εκτός αυτού, στο εθνικό επίπεδο μπορεί να ληφθεί υπόψη η ιδιομορφία της εργασίας κατά βάρδιες ή των δραστηριοτήτων που χαρακτηρίζονται από τμηματικές περιόδους ημερήσιας εργασίας (άρθρο 17, παράγραφος 2.3).
140.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, ο χρόνος εργασίας δεν πρέπει να υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες κατά μέσον όρον, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών. Ωστόσο, δεν πρόκειται παρά μόνο για έναν μέσο όρο, ενώ τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προβλέψουν για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής περίοδο αναφοράς μη υπερβαίνουσα τους τέσσερις μήνες (άρθρο 16, σημείο 2). Η εν λόγω περίοδος αναφοράς μπορεί ακόμη και να παραταθεί μέχρι τους έξι μήνες, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφοι 2.1, 2.2 και 2.3 (χαρακτηριστικά ορισμένων δραστηριοτήτων), ή ακόμη και μέχρι τους δώδεκα μήνες υπό ορισμένες προϋποθέσεις (άρθρο 17, παράγραφος 4, πρώτο και δεύτερο εδάφιο). Επιπλέον, και από τη διάταξη αυτή, όπως και από τις δύο προηγούμενες, επιτρέπονται παρεκκλίσεις συναρτώμενες προς την ιδιότητα του εργαζομένου (άρθρο 17, παράγραφος 1). Τέλος, ένα κράτος μέλος μπορεί να μην εφαρμόσει τη διάταξη αυτή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η συναίνεση του εργαζομένου, «τηρώντας πάντα τις γενικές αρχές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων» (παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i, του άρθρου 18).
141.
Το άρθρο 7 θεσπίζει την αρχή της ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων. Ωστόσο, ο δεσμευτικός χαρακτήρας που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια διάταξη έναντι των εργοδοτών ή των κρατών μελών μετριάζεται και σ' αυτήν την περίπτωση κατά πολύ με την παράγραφο 1, στοιχείο β', περίπτωση ii, του άρθρου 18, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να κάνουν χρήση μιας μεταβατικής περιόδου. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία έτη, η ετήσια άδεια μετ' αποδοχών μπορεί να περιορίζεται στις τρεις εβδομάδες.
142.
Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν την εξαιρετικά μεγάλη ελαστικότητα της προσβαλλόμενης οδηγίας. Φυσικά, η ελαστικότητα αυτή δεν είναι απόλυτη. Είναι όμως συμφυές χαρακτηριστικό μιας νομοθεσίας στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας ότι η ελαστικότητα της εφαρμογής της δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, άλλως η νομοθεσία θα έχανε κάθε αποτελεσματικότητα όσον αφορά την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο έχει θεσπιστεί.
143.
Εξάλλου, το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η θέσπιση της οδηγίας δεν ήταν αναγκαία, στο μέτρο που η οδηγίαπλαίσιο εφαρμόζεται ήδη πλήρως στους τομείς που καλύπτει η επίμαχη οδηγία, δεν χρειάζεται να εξεταστεί διεξοδικά.
144.
Συγκεκριμένα, δεν καταλαβαίνω πώς η εναρμόνιση των ελαχίστων περωδων αναπαύσεως — ημερήσιας, εβδομαδιαίας και ετήσιας — και των περιόδων διαλείμματος, καθώς και η πρόβλεψη ενός ανώτατου ορίου, εναρμονισμένου σε κοινοτικό επίπεδο, για τη διάρκεια της εβδομάδας εργασίας, εναρμόνιση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλόμενης οδηγίας, μπορούσε να έχει επιτευχθεί ήδη με την οδηγίαπλαίσιο, η οποία προβλέπει ορισμένες γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη και την εξάλειψη των κινδύνων και των παραγόντων ατυχημάτων, με την ενημέρωση, τη διαβούλευση, τη συμμετοχή και την εκπαίδευση των εργαζομένων, καθώς και γενικές κατευθύνσεις για την εφαρμογή των εν λόγω αρχών.
145.
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στην ανάγκη υπάρξεως επιστημονικών ερεισμάτων, παραπέμπω στις παρατηρήσεις που διατυπώνω κατωτέρω σχετικά με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως.
146.
Επομένως, ενόψει των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν, θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη οδηγία, στο μέτρο που θέτει σε εφαρμογή μέτρα κατάλληλα για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, τα οποία δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του, δεν μπορεί να ακυρωθεί ως παραβιάζουσα την αρχή της αναλογικότητας.
147.
Προτείνω την απόρριψη του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.
Τρίτος λόγος ακυρώσεως: κατάχρηση εξουσίας
148.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατάχρηση εξουσίας υφίσταται όταν ένα κοινοτικό όργανο έχει κάνει χρήση των εξουσιών του επιδιώκοντας σκοπό άλλον από εκείνον για την επίτευξη του οποίου η Συνθήκη του έχει απονείμει τις εξουσίες αυτές ( 62 ).
149.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη οδηγία συμπεριλαμβάνει πολλά μέτρα τα οποία είναι εντελώς άσχετα προς τους δηλωμένους σκοπούς της ( 63 ).
150.
Στην πραγματικότητα, αυτός ο λόγος ακυρώσεως συμπίπτει με τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, από την εξέταση του οποίου οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι η οδηγία δεν θεσπίστηκε προκειμένου να επιτύχει άλλους στόχους από εκείνους της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 118 Α, και ότι το Συμβούλιο δεν έκανε χρήση των εξουσιών του για την επίτευξη άλλου σκοπού από εκείνον για τον οποίον του έχουν απονεμηθεί οι εξουσίες αυτές ( 64 ).
151.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί.
Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: παράβαση ουσιώδους τύπου
152.
Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξετάζει κατ' ουσίαν δύο ξεχωριστά ζητήματα. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η οδηγία θεσπίστηκε χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή για την Ασφάλεια, την Υγιεινή και την Προστασία της Υγείας στον Τόπο Εργασίας, γεγονός που συνιστά διαδικαστικό ελάττωμα αρκετά σημαντικό για να καταστήσει συναφώς την προσβαλλόμενη οδηγία ανίσχυρη ( 65 ). Δεύτερον, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι η οδηγία είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και, επικουρικώς, ότι η αιτιολογία της είναι εσφαλμένη ( 66 ).
Ι — Διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή
153.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι τα επίμαχα μέτρα που προβλέπονται από την οδηγία έπρεπε να είχαν υποβληθεί προς διατύπωση γνώμης στη Συμβουλευτική Επιτροπή για την Ασφάλεια, την Υγιεινή και την Προστασία της Υγείας στον Τόπο Εργασίας ( 67 ), όπως συμβαίνει συνήθως με τις διατάξεις που στηρίζονται στο άρθρο 118 Α.
154.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, μολονότι αναγνωρίζει ότι η διαβούλευση με την επιτροπή αυτή δεν προβλέπεται ρητά, επικαλείται προς στήριξη του ισχυρισμού της την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 1994 στην υπόθεση C-212/91, Angelopharm ( 68 ), στην οποία προβάλλεται, κατά την άποψη της, η θεμελιώδης σημασία των επιτροπών αυτού του είδους.
155.
Συναφώς, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι η περίπτωση που αφορούσε η απόφαση της οποίας γίνεται επίκληση είναι πολύ διαφορετική από αυτή την οποία αφορά η προσβαλλόμενη οδηγία. Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρες, λόγω της παραλείψεως διαβουλεύσεως με την Επιστημονική Επιτροπή Καλλυντικών σχετικά με την απαγόρευση της ουσίας 11 Alpha ΟΗΡ, τις διατάξεις μιας οδηγίας σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα ( 69 ), καθόσον οι διατάξεις αυτές ενέτασσαν την ουσία 11 Alpha ΟΗΡ και τους εστέρες της στον «κατάλογο ουσιών οι οποίες δεν πρέπει να περιέχονται στα καλλυντικά προϊόντα». Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαβούλευση με την εν λόγω επιστημονική επιτροπή επιβαλλόταν για λόγους σχετικούς με την προστασία της υγείας των ανθρώπων, που είναι ο σκοπός που επιδιώκεται με την οδηγία.
156.
Τούτο προφανώς δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Όπως επισημαίνει το Συμβούλιο,, εν πάση περιπτώσει, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 74/325, η Συμβουλευτική Επιτροπή είναι επιφορτισμένη να επικουρεί την Επιτροπή στην προετοιμασία και την πραγματοποίηση των δραστηριοτήτων στους τομείς της ασφάλειας και της υγείας. Ωστόσο, η διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή δεν συνιστά ένα στάδιο της διαδικασίας προγενέστερο της νομοθετικής δραστηριότητας του Συμβουλίου. Επομένως, η παράλειψη διαβουλεύσεως με την εν λόγω επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαδικαστική πλημμέλεια.
II — Ανεπαρκής ή εσφαλμένη αιτιολογία
157.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη οδηγία δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Κατά την άποψη της, από την οδηγία δεν προκύπτει «(...) κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη (...)» ( 70 ). Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει η ύπαρξη της προβαλλόμενης από τον κοινοτικό νομοθέτη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ, αφενός, της υγείας και της ασφάλειας και, αφετέρου, των περισσοτέρων από τα ουσιώδη στοιχεία της οδηγίας.
158.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των κοινοτικών πράξεων θεσπίζεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο αναφέρει τα εξής:
«Οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς και οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, πρέπει να αιτιολογούνται και να αναφέρονται στις προτάσεις ή γνώμες που απαιτούνται κατά την παρούσα Συνθήκη.»
159.
Το Δικαστήριο ερμηνεύει τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι απαιτεί οι κοινοτικές πράξεις «(...) να περιέχουν (...) έκθεση των λόγων που ώθησαν το όργανο στη θέσπιση τους, κατά τρόπο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχο του, καθώς και τόσο στα κράτη μέλη, όσο και τους ενδιαφερομένους από τους υπηκόους τους να γνωρίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κοινοτικά όργανα έχουν εφαρμόσει τη Συνθήκη» ( 71 ). Το Δικαστήριο διευκρινίζει ωστόσο ότι η κοινοτική αρχή «δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ποικίλα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία» ( 72 ).
160.
Κατά την άποτ|)ή μου, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά με το ότι η επίμαχη οδηγία πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου.
161.
Πράγματι, το προοίμιο της περιέχει μια συστηματική αναφορά σε θεωρήσεις απτόμενες της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, οι οποίες δικαιολογούν τη θέσπιση μέτρων σχετικών με την οργάνωση του χρόνου εργασίας.
Για παράδειγμα, μνημονεύονται διάφορα άλλα δεσμευτικά νομικά μέσα που έχουν χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Εκτός της παραπομπής που γίνεται, όπως είναι φυσικό, στο άρθρο 118 Α, γίνεται λόγος για τις διατάξεις της οδηγίαςπλαισίου περί της εφαρμογής μέτρων για την προώθηση της βελτιώσεως της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία, σχετικά με τις οποίες αναφέρεται ότι «(...) εφαρμόζονται πλήρως στους τομείς που καλύπτει η παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη των περισσότερο περιοριστικών ή/και ειδικών διατάξεων αυτής» ( 73 ) επίσης, μνημονεύονται οι διατάξεις του κοινοτικού χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων ( 74 ) καθώς και οι αρχές της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας ( 75 ).
Επιπλέον, ο επιδιωκόμενος σκοπός προκύπτει σαφέστατα από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας. Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη εκτίθεται, π.χ., σαφέστατα ότι «(...) η βελτίωση της ασφάλειας, της υγιεινής και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία είναι στόχος ο οποίος δεν μπορεί να εξαρτάται από καθαρά οικονομικές εκτιμήσεις», ενώ στην έβδομη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται óu «(...) η θέσπιση ελαχίστων προδιαγραφών για την οργάνωση του χρόνου εργασίας μπορεί να βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας στην Κοινότητα».
Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη προσδιορίζεται η σχέση μεταξύ της συναφούς με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων συλλογιστικής και των ουσιωδών στοιχείων της οδηγίας: «εκτιμώντας ότι, για την εξασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στην Κοινότητα, οι εργαζόμενοι πρέπει να διαθέτουν ορισμένες ελάχιστες περιόδους αναπαύσεως — ημερήσιας, εβδομαδιαίας και ετήσιας — καθώς και κατάλληλα διαλείμματα εργασίας ότι θα πρέπει να προβλέπεται σχετικά και μια μέγιστη κατ' εβδομάδα διάρκεια εργασίας».
Είναι επίσης εξαιρετικά σαφές ότι εκτιμήσεις απτόμενες της υγείας και της ασφάλειας ενέπνευσαν τις διατάξεις που αφορούν τη νυχτερινή εργασία καθώς και την κατάσταση των εργαζομένων τη νύχτα και των εργαζομένων σε βάρδιες ( 76 ).
162.
Σε τελική ανάλυση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, προβάλλοντας το επιχείρημα της ανεπαρκούς αιτιολογίας, προσάπτει στην πραγματικότητα στο Συμβούλιο ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις, παρέλειψε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα που δικαιολογούν τη θέσπιση των μέτρων που έλαβε. Η εν λόγω κυβέρνηση σημειώνει óu αναφορά σε«μελέτες» γίνεται μόνο σχετικά με τη νυχτερινή εργασία (ενδέκατη αιτιολογική σκέψη), ενώ, για τα υπόλοιπα θεσπισθέντα μέτρα, δεν γίνεται τέτοια αναφορά. Προς στήριξη της απόψεως του, το προσφεύγον παραπέμπει πολΰ συχνά σε μια έκθεση η οποία συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως του και στην οποία εκτίθενται επιστημονικές απόψεις σχετικά με τις επιπτώσεις της οργανώσεως του χρόνου εργασίας στην ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ( 77 ). Σε απάντηση, η Επιτροπή προσκόμισε με τη σειρά της μια άλλη επιστημονική έκθεση, η οποία ασκεί κριτική στην πρώτη έκθεση ( 78 ).
163.
Οι εκθέσεις αυτές κατέχουν εξέχουσα θέση στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν και τα δύο μέρη, τόσο κατά την έγγραφη διαδικασία όσο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Δεν θα επιχειρήσω να εκφράσω κανενός είδους γνώμη σχετικά με τις προβληθείσες επιστημονικές από\1>εις. Ας μου επιτραπεί ωστόσο να μην τους αποδώσω τη — δυσανάλογη, κατά την άποψη μου — σημασία που έχουν πιθανώς λάβει.
164.
Πρέπει συναφώς να υπομνηστεί, ακόμη μια φορά, ότι, μολονότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης, επιβάλλει στην κοινοτική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη την υποχρέωση να εκθέτει τον συλλογισμό που την οδήγησε στην έκδοση της πράξεως αυτής, «(...) δεν απαιτείται να εξειδικεύει όλα τα ποικίλα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία» ( 79 ). Τούτο δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι δεν εξέθεσε στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης οδηγίας όλα τα επιστημονικά επιχειρήματα που δικαιολογούν καθένα από τα ληφθέντα μέτρα.
165.
Η συναφής επιχειρηματολογία της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου αφήνει να εννοηθεί ότι η κοινοτική δικαιοπαραγωγική διαδικασία μπορεί να αφορά μόνον ζητήματα που έχουν αποδειχθεί και τεκμηριωθεί επιστημονικά και ότι από τούτο εξαρτάται το δικαίωμα πρωτοβουλίας και η έκταση της δράσεως του κοινοτικού νομοθέτη. Όπως ακριβώς, κατά την αντίληψη του Montesquieu, ο δικαστής είναι απλώς το στόμα του νόμου ( 80 ), ο νομοθέτης δεν είναι παρά το στόμα του επιστήμονα
166.
Βέβαια, δεν αποκλείεται η κοινοτική δράση να στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Εξάλλου, η επίμαχη οδηγία αναφέρεται στα όσα έχουν «αποδειχθεί [από σχετικές] μελέτες» ( 81 ). Επιπλέον, όπως τόνισε το Συμβούλιο, κατά το στάδιο των προπαρασκευαστικών εργασιών μιας οδηγίας, τα μέλη του οργάνου αυτού ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, χάρη στη συνδρομή που τους παρέχουν οι ομάδες εργασίας εθνικών εμπειρογνωμόνων.
167.
Ωστόσο, οι επιστημονικές μελέτες δεν μπορούν να αποτελέσουν τη μοναδική πηγή εμπνεύσεως του κοινοτικού νομοθέτη και, κατά συνέπεια, ένα [νομοθετικό] μέτρο, ιδίως στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, δεν μπορεί να προσβληθεί για τον λόγο ότι δεν αναφέρεται, για κάθε μια από τις διατάξεις που προβλέπει, σε λόγους που στηρίζονται σε επιστημονικές αποδείξεις.
168.
Όσον αφορά το επικουρικό επιχείρημα του προσφεύγοντος, κατά το οποίο η αιτιολογία της προσβαλλομένης οδηγίας είναι εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι «πολλά στοιχεία της οδηγίας αφορούν τη βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως και εργασίας των μισθωτών και/ή την κοινωνική διάσταση της εσωτερικής αγοράς, και όχι θεωρήσεις απτόμενες της υγείας και της ασφάλειας», εντάσσεται στα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν σχετικά με τον «κοινωνικό» χαρακτήρα της οδηγίας, τα οποία έχουν ήδη εξετασθεί ( 82 ) και στα οποία δεν χρειάζεται να επανέλθω.
169.
Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στην παράβαση ουσιώδους τύπου δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Πρόταση
170.
Καταλήγω στο ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 4, του εν λόγω Κανονισμού, η Βελγική Κυβέρνηση, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ως παρεμβαίνουσες, πρέπει να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
171.
Συνεπώς, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
—
να απορρίψει την προσφυγή.
—
να υποχρεώσει το Ηνωμένο Βασίλειο να καταβάλει τα έξοδα του Συμβουλίου·
—
να καταδικάσει την Ισπανική Κυβέρνηση, τη Βελγική Κυβέρνηση και την Επιτροπή να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ L 307, σ. 18.
( 2 ) Μολονότι η σημερινή διατύπωση της παραγράφου 2 διαφέρει από εκείνη της Συνθήκης EOK, η τροποποίηση που επήλθε έγινε απλώς με οκοπό να ληφθεί υπόψη η αλλαγή της ονομαοίας της διαδικασίας συνεργασίας, που μνημόνευε το προηγούμενο κείμενο. Επομένως, το άρθρο παραμένει κατ' ουσίαν ως είχε το 1987.
( 3 ) Πρόκειται για τη λεγομένη «οδηγίαπλαίσ^» (ΕΕ L 183, σ.1).
( 4 ) Σημεία 1.2 έως 2.8 του δικογράφου της προσφυγής.
( 5 ) Σημεία 2.9 έως 2.15 του δικογράφου της προσφυγής.
( 6 ) Σημείο 3.10 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 7 ) Σημεία 3.12 και 3.13 του δικογράφου της προσφυγής.
( 8 ) Η Συνθήκη ΕΟΚ περιείχε απλώς δυο ρητές παραπομπές στους «όρους εργασίας», στα άρθρα 117 και 118, που αφορούσαν την κοινωνική πολιτική. Ωστόσο, το άρθρο 117 θεωρείται ότι δεν απονέμει στην Κοινότητα αρμοδιότητες στον κοινωνικό τομέα. Το άρθρο 118, το οποίο καλύπτει θέματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, την απασχόληση, το εργατικό δίκαιο και τους όρους εργασίας, την επαγγελματική εκπαίδευση και επιμόρφωση, την κοινωνική ασφάλιση, την προστασία κατά των επαγγελματικών ατυχημάτων και ασθενειών, την υγιεινή της εργασίας, το συνδικαλιστικό δικαίωμα και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, περιορίζει την κοινοτική αρμοδιότητα οτο πλαίσιο της «συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, συνεργασία την οποία οργανώνει η Επιτροπή» (απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 281/85, 283/85, 284/85, 285/85 και 287/85, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3203, σκέψη 14). Επομένως, το μόνο καθήκον που αναθέτει η διάταξη αυτή στην Επιτροπή έγκειται στην προώθηση της στενής συνεργασίας μεταξύ των κρατών.
( 9 ) Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν οι ακόλουθες οδηγίες: οδηγία 77/576/EOK του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών «περί της σηματοδοτήσεως ασφαλείας στον τόπο εργασίας» (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 12)- οδηγία 78/610/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν στην υγειονομική προστασία των εργαζομένων που εκτίθενται στο μονομερές βινυλοχλωρίδιο (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, α 3) οδηγία 80/1107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1980, περί προστασίας των εργαζομένων από τους κινδύνους που παρουσιάζονται συνεπεία της εκθέσεως τους, κατά τη διάρκεια της εργασίας, σε χημικά, φυσικά ή βιολογικά μέσα (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, ο. 42) οδηγία 82/605/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουλίου 1982, για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που παρουσιάζονται συνεπεία της εκθέσεως τους στον μεταλλικό μόλυβδο και στις ενώσεις ιόντων του κατά τη διάρκεια της εργασίας (πρώτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 8 της οδηγίας 80/1107/ΕΟΚ) (ΕΕ L 247, ο. 12)- οδηγία 83/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1983, για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που οφείλονται στην έκθεση τους στον αμίαντο κατά τη διάρκεια της εργασίας (δεύτερη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 8 της οδηγίας 80/1107/ΕΟΚ) (ΕΕ L 263, σ. 25)- οδηγία 84/532/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων σης κοινές διατάξεις περί του υλικού και των μηχανημάτων εργοταξίου (ΕΕ L 300, ο. 111) οδηγία 86/188/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1986, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσης τους στον θόρυβο κατά την εργασία (ΕΕ L 137, σ. 28).
( 10 ) Πρόκειται πλέον για τον τίτλο VIII: «Κοινωνική πολιτική, παιδεία, επαγγελματική εκπαίδευση και νεολαία» της Συνθήκης ΕΚ.
( 11 ) Συλλογή 1993, σ. I-1061, παράγραφοι 16 και 17.
( 12 ) Απόφαση της 4ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-213/90 (Συλλογή 1991, α I-3507).
( 13 ) Υπόθεση C-189/91, Συλλογή 1993, σ. I-6185.
( 14 ) Σκέψη 34.
( 15 ) Kessler F. και Mcycr F.: «La dynamique de l'article 118 A du traitć de Rome», Revue internationale de droit économique, 1992, αριθ. 2, σ. 129, 133. Σχετικά με τις διάφορες προτεινόμενς ερμηνείες του άρθρου αυτού βλ. επίσης Banks Κ.: «L'aniele 118 A, clément dynamique de la politique sociale communautaire», Cahiers de droit européen, 1993, αριθ. 5-6, σ. 537. Βλ. επίσης Dc Ruyt J.: L'acte unique européen, 2η έκδοση, 1989, Éditions dc l'Univcrsití de Bruxelles, Συλλογή «Études européennes», σ. 193 και 194.
( 16 ) Βλ., υπ' αυτήν την έννοια, Blaiapain R. και Engels C: European Labour Law, Kluwer, 2η έκδοση, 1993 (παράγραφος 286), στους οποίους παραπέμπει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στο σημείο 3.5 του υπομνήματος απαντήσεως της.
( 17 ) Η διάκριση δεν είναι αμιγώς θεωρητική, δεδομένου ότι ορισμένες διατάξεις που στηρίζονται στο άρθρο 118 Α μπορούν να τύχουν εφαρμογής στους μη μισθωτούς εργαζομένους, οσάκις τούτο αποδεικνύεται αναγκαίο για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των (μισθωτών) εργαζομένων. Έτσι, η οδηγία 92/57/EOK του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια (όγδοη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/EOK), γνωστή ως «οδηγία για τα προσωρινά η κινητά εργοτάξια» (ΕΕ L 245, σ. 6), περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τις δραστηριότητες των ελευθέρων επαγγελματιών, στο μέτρο που οι δραστηριότητες αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια ή την υγεία των μισθωτών.
( 18 ) Σελ. 6 επ. του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 19 ) Βλ. Tlie Danish working environment act, νόμος υπ' αριθ. 681, της 23ης Δεκεμβρίου 1975, που τέθηκε οε ισχΰ την 1η Ιουλίου 1977 (primed by üic Danish labour inspection service, Kobenhavn, 1981).
( 20 ) Ο Banks Κ., όπ.π., αναφέρει (παράγραφος 6), ότι αυτή είναι εξάλλου η ερμηνεία που προτείνουν οι Δανοί συγγραφείς Andreasen J., Assens J. και Frandsen Ν., στο σΰγγραμά τους Guide au milieu de travail, 1983, σ. 121.
( 21 ) Από μία ευρεία ερμηνεία της έννοιας του «χώρου της εργασίας» υπαγορεύονται σήμερα οι εργασίες επί της προτάσεως οδηγίας για τη βελτίωση της κινητικότητας και της ασφαλούς μεταφοράς των εργαζομένων με μειωμένη κινητικότητα προς τον τόπο εργασίας (ΕΕ 1992, C 15, σ. 18). Όπως προκύπτει από τον τίτλο της, η εν λόγω πρόταση οδηγίας βασίζεται στην αντίληψη ότι η μετάβαση στον τόπο εργασίας εμπίπτει στον «χώρο της εργασίας» υπό την έννοια του άρθρου 118 Α.
( 22 ) Ωστόσο, κατά τη διατύπωση της όγδοης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίαςπλαισίου, δεν αποκλείεται «η λήψη μέτρων για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την εργασία [να] συμβάλλει, σε ορισμένες περιπτώσεις, στη διαφύλαξη της υγείας και ενδεχομένως της ασφάλειας των προσώπων που ζουν υπό τη στέγη τους».
( 23 ) Πρώτη αρχή του προοιμίου του Καταστατικού Χάρτη της Παγκοσμίας Οργανώσεως Υγείας, της 22ης Ιουλίου 1946.
( 24 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν ατη βελτίωση της υγείας και της ασφαλείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχαυσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, α. 1).
( 25 ) Banks Κ., όπ.π., παράγραφος 11.
( 26 ) Προαναφερθείσα απόφαση Kirsammer-Hack, ακέψη 34.
( 27 ) Βλ., υπ' αυτήν την έννοια, την έκθεση «Salisch», που υποβλήθηκε από την Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων και Απασχολήσεως, σχετικά με την έννοια τον περιβάλλοντος εργασίας και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 118 Α της Συνθήκης ΕΟΚ,21 Οκτωβρίου 1988, doc. pari., a2-0226/88.
( 28 ) Π.χ., η οδηγίαπλαίσιο- η οδηγία 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας στους χώρους εργασίας (πρώτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 393, σ. 1).
( 29 ) Π.χ., η οδηγία 90/679/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1990, για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσης τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 374, ο. 1) η οδηγία 92/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1992, περί των ελαχίστων προδιαγραφών για τη βελτίωση της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στις υπαίθριες ή τις υπόγειες εξορυκτικές βιομηχανίες (δωδέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 404, σ. 10).
( 30 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-426/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, α I-3723, σκέψεις 21 και 34). Βλ. επίσης την παρατεθείσα εκεί απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, ο. 855, σκέι|>τι 24V
( 31 ) Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976 στην υπόθεση 43/75, Dcircnnc (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 63).
( 32 ) Οδηγία 88/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 1988, για την προστασία των εργαζομένων με την απαγόρευση ορισμένων ειδικών παραγόντων ή/και ορισμένων δραστηριοτήτων (τέταρτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του όρθρου 8 της οδηγίας 80/1107/ΕΟΚ (ΕΕ L 179, ο. 44)-οδηγία 88/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1988, για την τροποποίηση της οδηγίας 80/1107/ΕΟΚ, περί προστασίας των εργαζομένων από τους κινδύνους που παρουσιάζονται συνεπεία εκθέοεώς τους, κατά τη διάρκεια της εργασίας, σε χημικά, φυσικά ή βιολογικά μέσα (ΕΕ L 356, σ. 74).
( 33 ) Έτοι, π.χ., δυο οδηγίες που έχουν ορισμένες επιπτώσεις για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 100 Λ: η οδηγία 89/392/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για την προσέγγιοη των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές (ΕΕ L 183, σ.9). και η οδηγία 89/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα μέσα ατομικής προστασίας (ΕΕ L 399, σ. 18).
( 34 ) Προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου (οκέψη 33). Βλ. επίσης την παρατεθείσα εκεί απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. I-939. ακέψεις 18 και 19).
( 35 ) Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, ο. 1493, σκέψη 12). Βλ. επίσης την προαναφερθείσα απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, σκέψη 6.
( 36 ) Προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 29. Βλ. επίσης, π.χ., την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I-4193, σκέψη 13)- την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 7- την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-187/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-2857, σκέψη 17), και την όλως πρόσφατη απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996 στην υπόθεση C-360/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, ο. I-1195, σκέψη 23).
( 37 ) Σελίδες 6 και 24 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 38 ) Παοάνηαφος 17.
( 39 ) Σελίδες 21 έως 23 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 40 ) Σΰστααη 75/457/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1975, σχετικά με την αρχή της εβδομάδας των 40 ωρών και την αρχή της ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων (JO L 199, σ. 32)- ψήφισμα του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1979, σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας (JO 1980, C 2, σ. 1), το οποίο αναφέρεται στα «προβλήματα σχετικά με την απασχόληση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80» (πρώτη αιτιολογική σκέψη) και παροτρύνει στην εφαρμογή μιας «σφαιρικής στρατηγικής με σκοπό τη βελίωοη της καταστάσεως της απασχολήσεως» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
( 41 ) Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τον «χρόνο εργασίας», Βρυξέλλες, 24-25 Οκτωβρίου 1995, CES 1166/95, Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
( 42 ) Παράγραφος 1.2, η υπογράμμιση δική μου.
( 43 ) 'Ετοι, η οδηγίαπλαίσιο επιβάλλει στον εργοδότη, κατά τον προγραμματισμό και την οργάνωση της εργασίας, την υποχρέωση να περιορίζει κατά το δυνατό τις επιβλαβείς επιπτώσεις που έχει για την υγεία η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία (άρθρο 6, παράγραφος 2, στοχείοδ> η οδηγία 90/270/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1990, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία σε εξοπλισμό με οθόνη οπτικής απεικόνισης (πέμπτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 156. ο. 14). προβλέπει όχι μόνο την κατάλληλη εκπαίδευση του μελλοντικού χρήστη μιας τέτοιας οθόνης (άρθρο 6, παράγραφος 2), αλλά επίσης την ενημέρωση του χρήστη σχετικά με ό,τι αφορά την όραση ή τα ψυχικά και σωματικά προβλήματα που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια υπέρμετρη χρήση, έτσι ώστε να επιβάλλεται η περιοδική διακοπή της καθημερινής εργασίας με όια)χΐμμαΐα ή αΑΛανες δραστηριότητας (άρθρο 7).
( 44 ) II υπογράμμιση δική μου.
( 45 ) Συναφώς, βλ. τις παρατηρήσεις που διατυπώνω στις παραγράφους 162 έως 167 των σημερινών προτάσεων μου.
( 46 ) Σελίδα 13 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 47 ) Σημείο 6.15 του δικογράφου της προσφυγής.
( 48 ) «[Εκτιμώντας] ότι, σύμφωνα με το [άρθρο 118 Α], στις οδηγίες αυτές αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών, οι οποίοι θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και ανάπτυξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων».
( 49 ) Δέκατη έκτη αιτιολογική οκέψη.
( 50 ) Αρθρο 17. παράγραφος 2.1, ατοιχείο α'.
( 51 ) Αρθρο 17, παράγραφος 2.1, οτοιχείο β'.
( 52 ) Αρθρο 17, παράγραφος 2.1, στοιχεί γ'.
( 53 ) Αρθρο 17. παράγραφος 2.1, στοιχείο δ'.
( 54 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1995 στην υπόθεση C-350/92, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-1985, σκέψη 26).
( 55 ) Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 34) της 9ης Αύγουστου 1994 στην υπόθεση C-359/92, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-3681, σκέψεις 45 και 46), και την προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, C-426/93 (σκέψη 42).
( 56 ) Σημεία 6.1 έως 6.18 του δικογράφου της προσφυγής.
( 57 ) Αρθρο 1, παράγραφος 4.
( 58 ) Κατά την έγγραφη διαδικασία, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρίνισε ότι «δεν επικαλέστηκε ρητά την παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας ως λόγο ακυρώσεως της οδηγίας» (υποσημείωση 78 των παρατηρήσεων της επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως του Βασιλείου της Ισπανίας, της Επιτροπής και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας).
( 59 ) Lcnacris Κ. και van Ypcrsclc P.: «Le principe de subsidiarìld cl son conlcxlc: étude de l'article 3 Β du trailo CE», Cahiers de droit européen, 1994, αριθ. I-2, a. 3 (παράγραφος 100).
( 60 ) Sirom G.: «Le principe de subsidiarilć dans la perspective de l'intcgralion européenne: une énigme cl beaucoup d'atlenlcs». Revue trimestrielle de droit européen, 30 (3), Ιουλιος-Σεπτέμβριος 1994, σ. 373, 379, η υπογράμμιση δική μου.
( 61 ) Δέκατη αιτιολογική σκέψη.
( 62 ) Βλ., π.χ., αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1965 στις συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 3/64 και 4/64. Chambra syndicale dc la sidérurgie française κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1965-1968. σ. 125)- της 4ης Φεβρουαρίου 1982 στην υπόθεση 817/79, Buyl κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 245, σκέψη 28), και της 8ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 135/87, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1988, σ. 2901, σκέψη 27).
( 63 ) Σημεία 7.1 έως 7.3 του δικογράφου της προσφυγής.
( 64 ) Παράγραφοι 80 έως 96 των προτάσεων μου.
( 65 ) Σημεία 3.7 έως 3.10 του δικογράφου της προσφυγής.
( 66 ) Σημεία 8.1 έως 8.3 του δικογράφου της προσφυγής.
( 67 ) Η οποία έχει συσταθεί με την απόφαση 74/325/EOK του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1974 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 29).
( 68 ) Συλλογή 1994, α I-71 (ιδίως ακέψεις 37 επ.).
( 69 ) Δωδέκατη οδηγία 90/121/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 1990, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο των παραρτημάτων Π, III, IV, V και VI της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ L 71, σ. 40).
( 70 ) Απόφαση της 7ης Μαίου 1987 στην υπόθεση 258/84, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1923, σκέψη 28).
( 71 ) Απόφαση της 7ΐ]ς Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 158/80, Rcwe (Συλλογή 1981, α. 1805, σκέψη 25). Ιίλ. επίσης τις προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψεις 5 επ.) και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (σκέψη 36).
( 72 ) Ιίλ., π.χ., την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1984 οτην υπόθεση 185/83 Rijksuniversiteit te Groningen (Συλλογή 1984, σ. 3623, οκέψη 38), και, ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996 στην υπόθεση C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996. σ. I-881, σκέψη 29).
( 73 ) Τρίτη αιτιολογική σκέψη.
( 74 ) Τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
( 75 ) Ένατη αιτιολογική σκέψη.
( 76 ) Ενδέκατη έως δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
( 77 ) Repon by Professor J. M. Harringlon, 77ie Health & Safety Aspecis of Working Hours — a critical review of lhe literature (Institute of Occupational Health, University of Birmingham, November 1993).
( 78 ) Folkaru S.: Les aspecis du temps de travail liés à la santé et à la sécurité —Aperçu critique de la littérature J. M. Harrington — Version définitive, novembre 1993. Οκτώβριος 1994.
( 79 ) ΠροαναφερΓΜοα απόφαση Rijksuniversiteit te Groningen (σκέψη 38).
( 80 ) Montesquieu: De l'esprit des lois.
( 81 ) Ενδέκατη αιτιολογική σκέψη.
( 82 ) Βλ., ανωτέρω, παραγράφους 81 έως 84 των προτάσεων μου.
Full & Egal Universal Law Academy