ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 15ης Ιουνίου 1995 ( *1 )
Α — Εισαγωγή
1.
Η παρούσα αίτηση του Court of Appeal (Civil Division) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θέτει ορισμένα ζητήματα ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Ζητείται συγκεκριμένα η ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ ( 1 ), ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του συμβατού με τη διάταξη αυτή των εθνικών ρυθμίσεων σχετικά με τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας και επιδόματος αναπηρίας.
2.
Στη διαφορά της κύριας δίκης έχει ασκηθεί έφεση, πρώτον, από τον Secretary of State for Social Security και, δεύτερον, από τον Chief Adjudication Officer, κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν υπέρ τριών αιτουσών ( 2 ), των οποίων οι περιπτώσεις είναι στα βασικά σημεία όμοιες, όσον αφορά τις αξιώσεις που εγείρουν για καταβολή συντάξεως αναπηρίας.
3.
Στο πλαίσιο του βασιζόμενου στην καταβολή εισφορών συστήματος που θεσπίζει το άρθρο 33 του Social Security Contributions and Benefits Act 1992 ( 3 ) (στο εξής: νόμος του 1992), και οι τρεις αιτούσες είχαν πριν συμπληρώσουν τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, που έχει καθοριστεί για τις γυναίκες στο 60ό έτος της ηλικίας τους, δικαίωμα λήψεως συντάξεως αναπηρίας ίσης με την πλήρη βασική σύνταξη γήρατος.
4.
Όταν συμπλήρωσαν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, δηλαδή το 60ό έτος της ηλικίας τους, οι αιτούσες έκαναν χρήση της δυνατότητας που τους παρέχει ο νόμος να ζητήσουν την αναστολή της καταβολής της συντάξεως γήρατος και να εξακολουθήσουν να λαμβάνουν τη σύνταξη αναπηρίας επί 5 κατ' ανώτατο όριο έτη. Το χρονικό αυτό διάστημα των 5 ετών αντιστοιχεί στη χρονική εκείνη περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γυναίκες που ασκούν αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα έχουν τη δυνατότητα, βάσει τόσο του κοινοτικού δικαίου ( 4 ) όσο και του εθνικού δικαίου, να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα υπό την προϋπόθεση της αναστολής της καταβολής της συντάξεως γήρατος.
5.
Η σύνταξη αναπηρίας που καταβάλλεται υπό τις δεδομένες περιστάσεις περιορίζεται, όσον αφορά το ύψος της καταβαλλομένης παροχής, στο ποσό της συντάξεως γήρατος που θα καταβαλλόταν αν προβαλλόταν σχετική αξίωση. Σε περιπτώσεις όπως αυτές των αιτουσών, των οποίων οι περίοδοι καταβολής εισφορών ( 5 ) για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος δεν είναι — για διαφόρους λόγους — πλήρεις, η σύνταξη αναπηρίας υφίσταται εν μέρει σημαντικές περικοπές ( 6 ). Το μόνο κίνητρο, υπ' αυτές τις συνθήκες, για την επιλογή της συντάξεως αναπηρίας, με ταυτόχρονη αναστολή της καταβολής της συντάξεως γήρατος, έγκειται στο ότι οι συντάξεις γήρατος φορολογούνται, ενώ οι συντάξεις αναπηρίας απαλλάσσονται από τη φορολογία.
6.
Δεδομένου ότι οι άνδρες φθάνουν στη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως μόλις με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, η τυχόν μείωση της συντάξεως αναπηρίας μέχρι το ύψος της συντάξεως γήρατος που δικαιούνται δεν επέρχεται πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους. Αντικείμενο της παρούσας διαφοράς είναι αυτή η οφειλόμενη στη διαφορετική ηλικία αντικειμενικά άνιση μεταχείριση συνταξιοδοτήσεως, όσον αφορά το ύψος της συντάξεως αναπηρίας που καταβάλλεται στην ηλικία μεταξύ 60 και 65 ετών.
7.
Στο πλαίσιο των διατάξεων περί επιδομάτων αναπηρίας σημειώνεται ακόμη μια περίπτωση άνισης μεταχειρίσεως, η οποία αφορά τις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος επί του επιδόματος αναπηρίας κατά το άρθρο 34 του νόμου του 1992 ( 7 ), επιδόματος το οποίο αποτελεί επίσης αντικείμενο της διαφοράς, άρα και της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
8.
Το επίδομα αναπηρίας είναι μια παροχή που χορηγείται επιπλέον της συντάξεως αναπηρίας σε αυτούς των οποίων η ηλικία κατά τον χρόνο ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία υπολείπεται τουλάχιστον πέντε έτη της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, δηλαδή στις γυναίκες που δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους και στους άνδρες που δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους. Όσο νεότερος είναι ο δικαιούχος της παροχής όταν καθίσταται ανίκανος προς εργασία, τόσο μεγαλύτερο είναι το επίδομα αναπηρίας.
9.
Μία από τις αιτούσες — η Graham — ήταν 58 ετών, όταν κατέστη ανίκανη προς εργασία, με αποτέλεσμα να μην έχει δικαίωμα επί του επιδόματος αναπηρίας. Εάν ήταν άνδρας, υπό τις ίδιες κατά τα λοιπά συνθήκες, θα είχε δικαίωμα να λάβει επίδομα αναπηρίας.
10.
Με εξαίρεση την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, οι προϋποθέσεις για τη λήψη συντάξεως αναπηρίας είναι όμοιες για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Ως φαίνεται, σε περίπτωση ενάρξεως της ανικανότητας προς εργασία πριν τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας έχουν κατ' αρχήν όσοι ( 8 ) είχαν προηγουμένως λάβει, εξαιτίας της διακοπής της απασχολήσεώς τους λόγω ανικανότητας προς εργασία ( 9 ) για χρονικό διάστημα 168ημερών, παροχές λόγω ασθενείας ( 10 ) ή επίδομα μητρότητας ( 11 ) ή τις νόμιμες αποδοχές που οφείλονται σε περίπτωση ασθενείας, ενώ συγχρόνως πληρούσαν από άποψη εισφορών τις προϋποθέσεις για τη λήψη παροχών λόγω ασθενείας ( 12 ).
11.
Οι από άποψη εισφορών προϋποθέσεις για παροχές λόγω ασθενείας συνίστανται ανεξαιρέτως στη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου εργασίας, που ορίζεται από τον νόμο ( 13 ).
12.
Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, προϋπόθεση για τη διατήρηση του δικαιώματος επί της συντάξεως αναπηρίας είναι να μην έχει παρέλθει πενταετία από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και ο δικαιούχος να έχει κατ' αρχήν δικαίωμα συντάξεως γήρατος βάσει δικών του εισφορών ή εισφορών του αποβιώσαντος συζύγου, το οποίο δεν έχει ασκήσει, επειδή έχει κάνει χρήση της δυνατότητας αναστολής ή επιλογής, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 1.
13.
Το αιτούν δικαστήριο προβαίνει, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες διαπιστώσεις σχετικά με τους κρίσιμους κανόνες του κοινοτικού δικαίου:
« Υφίσταται άνιση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών σχετικά με
1)
την αναγνώριση τον δικαιώματος συντάξεως αναπηρίας και τον υπολογισμό της όσον αφορά τους άνδρες και τις γυναίκες ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών (άρθρο 33, παράγραφοι 1 έως 4) και
2)
τη μη χορήγηση του επιδόματος αναπηρίας στην περίπτωση γυναικών οι οποίες κατέστησαν ανίκανες προς εργασία σε ηλικία μεταξύ 55 και 60 ετών (άρθρο 34, παράγραφος 1).
(...) Η διαφορετική αυτή μεταχείριση συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, αντιβαίνουσα προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, υπό την επιφύλαξη της υπαγωγής της στο πεδίο της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας (...).» ( 14 )
14.
Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέτασε τη σημασία και την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7 με τις αποφάσεις Equal Opportunities Commission ( 15 ) (στο εξής: EOC) και Thomas κ.λπ. ( 16 ) Προκειμένου να επιλύσει τις διαφορές που εκκρεμούν ενώπιόν του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί ποια από τις δύο προσεγγίσεις που προκύπτουν από τις ανωτέρω αποφάσεις πρέπει να ακολουθήσει στην παρούσα περίπτωση.
15.
Επομένως, υποβάλλονται στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του Social Security Contributions and Benefits Act του 1992:
α)
Η σύνταξη αναπηρίας και το επίδομα αναπηρίας συνιστούν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως μακράς διαρκείας, οι οποίες καταβάλλονται στα πρόσωπα που έχουν καταστεί ανίκανα προς εργασία.
β)
Πρόκειται για παροχές ανταποδοτικού χαρακτήρα, τις οποίες δικαιούνται μόνο όσοι πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις περί καταβολής εισφορών.
γ)
Η σύνταξη αναπηρίας καταβάλλεται στους άνδρες και τις γυναίκες που δεν έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως (το 65ο έτος για τους άνδρες και το 60ό για τις γυναίκες), καθώς και στους άνδρες και τις γυναίκες που έχουν μεν συμπληρώσει το προαναφερθέν όριο ηλικίας, χωρίς όμως να έχει παρέλθει πενταετία από τη συμπλήρωση αυτή, και έχουν επιλέξει την αναστολή της καταβολής ή τη μη χορήγηση της προβλεπόμενης από το κρατικό σύστημα συντάξεως τους.
δ)
Για όσους δεν έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, το ποσό της συντάξεως αναπηρίας είναι ίσο με το ποσό της βασικής συντάξεως γήρατος. Στις περισσότερες περιπτώσεις το δικαίωμα λήψεως συντάξεως αναπηρίας απορρέει από το δικαίωμα ή την αξίωση λήψεως της παροχής ασθενείας, η οποία είναι παροχή βραχείας διαρκείας. Πάντως, οι από άποψη εισφορών προϋποθέσεις για το επίδομα ασθενείας διαφέρουν από τις προϋποθέσεις για τη σύνταξη γήρατος.
ε)
Σε αυτούς που έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, χωρίς όμως να έχει παρέλθει πενταετία από τη συμπλήρωση αυτή, και λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας το ύψος της εν λόγω παροχής περιορίζεται στην καταβαλλόμενη από το κρατικό σύστημα σύνταξη που θα ελάμβαναν (σε συνάρτηση με τις εισφορές τους) αν δεν είχαν ζητήσει την αναστολή της καταβολής της ή δεν είχαν επιλέξει άλλες εναλλακτικές παροχές.
στ)
Το επίδομα αναπηρίας καταβάλλεται μόνο στα πρόσωπα των οποίων η ηλικία κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά την έναρξη της ανικανότητας προς εργασία, υπελείπετο τουλάχιστον πέντε έτη της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, δηλαδή στους άνδρες που δεν είχαν συμπληρώσει το 60ό και στις γυναίκες που δεν είχαν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ερωτάται:
1)
Βάσει ποιων κριτηρίων θα κρίνει το εθνικό δικαστήριο αν η διαφορετική μεταχείριση ανδρών απ' ό,τι γυναικών, που περιγράφηκε ανωτέρω, είναι νόμιμη, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ;
2)
Πληρούνται, ενόψει των περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, τα κρίσιμα κριτήρια στην περίπτωση κατά την οποία:
α)
το ύψος της συντάξεως αναπηρίας είναι διαφορετικό για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών;
β)
το κρίσιμο χρονικό σημείο για την καταβολή του επιδόματος αναπηρίας είναι διαφορετικό για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες;»
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
16.
Το εν προκειμένω κρίσιμο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7 ορίζει τα εξής:
«1.
Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:
α)
τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν για άλλες παροχές.» ( 17 )
Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α'
17.
Οι ερμηνευτικές δυσκολίες του αιτούντος δικαστηρίου οφείλονται κυρίως στις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 7 Ιουλίου 1992 στην υπόθεση EOC ( 18 ), και στις 30 Μαρτίου 1993 στην υπόθεση Thomas κ.λπ. ( 19 ), σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7. Η πρώτη από τις αποφάσεις αυτές αφορούσε το ζήτημα αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος, το οποίο εξακολουθεί να προβλέπει διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες, ενώ οι συντάξεις αποτελούν παροχές εξαρτώμενες από την καταβολή εισφορών, να διατηρεί σε ισχύ ρυθμίσεις που επάγονται περαιτέρω ανισότητες μεταχειρίσεως, πρώτον, επιβάλλοντας στους άνδρες να καταβάλλουν εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως επί πέντε έτη περισσότερα απ' ό,τι οι γυναίκες, προκειμένου να λάβουν την ίδια βασική σύνταξη, και, δεύτερον, επιβάλλοντας στους άνδρες που ασκούν αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους να εξακολουθούν να καταβάλλουν εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως μέχρι την ηλικία αυτή, ενώ ol γυναίκες που έχουν υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας τους δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως, ασχέτως του αν ασκούν ή όχι αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα και μετά την ηλικία αυτή ( 20 ).
Το Δικαστήριο έδωσε τελικά καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, καθόσον έκρινε ότι η άνιση μεταχείριση συνδεόταν κατ' ανάγκη με τη διαφορετική νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως ανδρών απ' ό,τι γυναικών ( 21 ). Το Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόφαση του, μεταξύ άλλων, ως εξής:
Σε ένα σύστημα του οποίου η χρηματοοικονομική ισορροπία στηρίζεται στη μεγαλύτερη διάρκεια της περιόδου καταβολής εισφορών από τους άνδρες απ' ό,τι από τις γυναίκες, η διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να μεταβληθεί η υφιστάμενη χρηματοοικονομική ισορροπία, εκτός αν διατηρηθεί και η ανισότητα ως προς τη διάρκεια των περιόδων καταβολής εισφορών ( 22 ). Τυχόν διαφορετική ερμηνεία θα «είχε ως συνέπεια τη χρηματοοικονομική αστάθεια των συστημάτων συνταξιοδοτήσεως» ( 23 ), η οποία θα υποχρέωνε τα κράτη μέλη να προβούν σε γενική αναδιάρθρωση του συστήματος εισφορών και παροχών πριν την παρέλευση της προθεσμίας των 6 μηνών για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, με αποτέλεσμα να καταστεί άνευ αντικειμένου η παρέκκλιση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α' ( 24 ).
18.
Στην υπόθεση Thomas κ.λπ. ( 25 ) ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξετάσει ορισμένες μη εξαρτώμενες από την καταβολή εισφορών παροχές αναπηρίας ( 26 ), ώστε να αποφανθεί αν οι διαφορετικές προϋποθέσεις χορηγήσεως τους στους άνδρες απ' ό,τι στις γυναίκες αποτελούν «συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν για άλλες παροχές» από τον καθορισμό διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7.
Ο Social Security Act του 1975, όπως είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προέβλεπε τη χορήγηση ενός SDA ( 27 ) στα ανίκανα προς εργασία πρόσωπα και τη χορήγηση ενός ICA ( 28 ) στα πρόσωπα που ασχολούνται με την περίθαλψη αναπήρου. Τις παροχές αυτές δεν δικαιούνταν όσοι είχαν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως ( 29 ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι παρεκκλίσεις από την απαγόρευση των διακρίσεων που επιτρέπονται με τη φράση «συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν για άλλες παροχές» περιορίζονται «στις διακρίσεις οι οποίες υφίστανται στα άλλα συστήματα παροχών και οι οποίες συνδέονται αναγκαίως και αντικειμενικώς με τη διαφορά της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως» ( 30 ).
19.
Με το σκεπτικό της αποφάσεως του, το Δικαστήριο παρέπεμψε στην απόφαση Thomas κ.λπ. ( 31 ), η οποία βέβαια δεν αφορούσε «τις συνέπειες που μπορούν να προκύψουν για άλλες παροχές» από τον καθορισμό ηλικίας συνταξιοδοτήσεως διαφορετικής ανάλογα με το φύλο, αλλά τις διακρίσεις όσον αφορά τις περιόδους καταβολής εισφορών, και με την οποία όμως είχε κρίνει ότι επιτρέπονται μόνο οι διακρίσεις οι οποίες συνδέονται αναγκαίως με τη διαφορά της εκ του νόμου προβλεπομένης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ( 32 ). Το Δικαστήριο επεξέτεινε την απαίτηση υπάρξεως ενός τέτοιου συνδέσμου στις ενέχουσες διακρίσεις συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν για άλλες παροχές ( 33 ). Οι εν λόγω διακρίσεις μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο «εάν (...) είναι αντικειμενικώς αναγκαίες για να αποφευχθεί ο κίνδυνος διαταράξεως της οικονομικής ισορροπίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ή για να εξασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ του συστήματος συντάξεων γήρατος και του συστήματος των άλλων παροχών» ( 34 ). Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο των ενδείξεων που παρέσχε στο εθνικό δικαστήριο προς διαπίστωση της υπάρξεως της ανάγκης αυτής, δεν δέχθηκε ότι τα συστήματα που δεν στηρίζονται στην καταβολή εισφορών επηρεάζουν άμεσα την οικονομική ισορροπία των συστημάτων συντάξεων που στηρίζονται στην καταβολή εισφορών ( 35 ).
Οι απορρέουσες από τη νομολογία κοινές βασικές αρχές
20.
Προκειμένου για την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στην παρούσα υπόθεση να ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις EOC ( 36 ) και Thomas κ.λπ. ( 37 ), πρέπει να επισημανθούν οι διαπιστώσεις στις οποίες στηρίζονται καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά που έχουν από κοινού οι δύο αποφάσεις:
Μολονότι οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας δεν διευκρινίζουν τον λόγο υπάρξεως της επίμαχης παρεκκλίσεως, από τις εξαιρέσεις «που περιλαμβάνονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας μπορεί να συναχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να επιτρέψει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν προσωρινώς, όσον αφορά τις συντάξεις, τα πλεονεκτήματα που έχουν αναγνωριστεί στις γυναίκες, ώστε αυτά να μπορέσουν να προβούν προοδευτικώς στην τροποποίηση, ως προς το σημείο αυτό, των συνταξιοδοτικών τους συστημάτων, χωρίς να διαταραχθεί η περίπλοκη οικονομική ισορροπία των συστημάτων, η σπουδαιότητα της οποίας δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Μεταξύ ακριβώς των πλεονεκτημάτων αυτών περιλαμβάνεται, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας, και η δυνατότητα, όσον αφορά τις γυναίκες εργαζόμενες, να αποκτούν συνταξιοδοτικά δικαιώματα νωρίτερα απ' ό,τι οι άνδρες εργαζόμενοι» ( 38 ).
21.
Κοινή και στις δύο αποφάσεις είναι επίσης η «ανάγκη» υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ των τυχόν διακρίσεων και της διαφορετικής για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, προκειμένου να είναι δυνατή η δικαιολόγηση των διακρίσεων αυτών στο πλαίσιο της παρεκκλίσεως ( 39 ). Ενώ, σύμφωνα με την απόφαση EOC, η ανάγκη αυτή έγκειται στη διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας των εμπλεκομένων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, με την απόφαση Thomas κ.λπ. το κριτήριο αυτό διευρύνεται κατά το στοιχείο της εξασφαλίσεως της συνοχής που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των συστημάτων κοινωνικών παροχών.
22.
Μολονότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει την ύπαρξη της ανάγκης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της διαφοράς της κύριας δίκης, το Δικαστήριο οφείλει να παράσχει στον εθνικό δικαστή λυσιτελείς απαντήσεις και ενδείξεις, ώστε να μπορέσει να εκδώσει απόφαση ( 40 ).
23.
Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η μείωση της συντάξεως αναπηρίας μέχρι το ποσό της συντάξεως γήρατος, μείωση η οποία συνδέεται με τη διαφορετική εκ του νόμου προβλεπόμενη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, καθώς και η εξάρτηση του δικαιώματος επί του επιδόματος αναπηρίας από την ηλικία συνταξιοδοτήσεως είναι «αναγκαίες» υπό την έννοια της νομολογίας.
Απόψεις των διαδίκων
24.
Οι διάδικοι εξέφρασαν διαφορετικές απόψεις ως προς τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στα ερωτήματα αυτά.
Οι αιτούσες
25.
Οι αιτούσες υποστήριξαν ότι με την κατάργηση των επίμαχων αντικειμενικών διακρίσεων δεν διακυβεύεται ούτε η οικονομική ισορροπία του συστήματος ούτε η συνοχή του.
26.
α) Όσον αφορά την οικονομική ισορροπία, η επιχειρηματολογία τους στηρίζεται στο ότι το National Insurance Fund (Εθνικό Ταμείο Ασφαλίσεων) ( 41 ) — το οποίο καταβάλλει τόσο τις επίμαχες παροχές αναπηρίας όσο και τις συντάξεις γήρατος, καθώς και πολλές άλλες κοινωνικές παροχές — δεν χρηματοδοτείται ούτε χρηματοδοτούνταν ποτέ αποκλειστικά από καταβολές εισφορών, αλλά εξαρτάται, σε άλλοτε μεγαλύτερο και άλλοτε μικρότερο βαθμό, από τις ενισχύσεις που του χορηγεί το Δημόσιο. Καθόσον το NI-Fund δεν είναι αύταρκες ( 42 ), δεν μπορεί να γίνει, όσον αφορά τις παροχές λόγω αναπηρίας που αντικαθιστούν το εισόδημα, καμία κατ' αρχήν διάκριση μεταξύ συστημάτων που στηρίζονται στην καταβολή εισφορών και συστημάτων που δεν στηρίζονται στην καταβολή εισφορών, άρα η παρούσα υπόθεση είναι συγκρίσιμη με την υπόθεση Thomas κ.λπ. ( 43 ). Προς απόδειξη της αξιολογήσεως αυτής της οικονομικής καταστάσεως του NI-Fund, οι αιτούσες επικαλούνται την ένορκη βεβαίωση του Tony Lynes, η οποία προσκομίστηκε ως αποδεικτικό στοιχείο στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Από τις δηλώσεις του Tony Lynes προκύπτει ( 44 ) ότι είναι πιθανόν οι αναγκαίες πρόσθετες ετήσιες δαπάνες για την εξάλειψη της επίμαχης διακρίσεως να μην έχουν καμία επίπτωση στο ύψος των εισφορών. Η δήλωση αυτή δεν αντικρούστηκε. Κατά τις αιτούσες, οι αντίδικοι δεν προσκόμισαν στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι η οικονομική ισορροπία του συστήματος θα μπορούσε να διαταραχθεί. Αντιθέτως, στο πλαίσιο της υποθέσεως EOC ( 45 ) η κυβέρνηση είχε προσκομίσει ορισμένες εκτιμήσεις προς απόδειξη της διακινδυνεύσεως της οικονομικής ισορροπίας του συστήματος. Τα στοιχεία που έχουν προσκομισθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δεν αρκούν για τη συνδρομή του κριτηρίου της ανάγκης, το οποίο έχει θεσπίσει το Δικαστήριο.
27.
Κατά την άποψη των αιτουσών, μπορούν να μεταφερθούν ανεπιφυλάκτως και στην υπό κρίση υπόθεση οι συλλογισμοί που αναπτύχθηκαν τόσο στην απόφαση Thomas κ.λπ. ( 46 ), όσο και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ( 47 ), ότι δηλαδή η διάκριση δεν είναι αναγκαία για τη διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας ολοκλήρου του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον οι εθνικές ρυθμίσεις θεσπίζουν κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως των συντάξεων γήρατος και των επίμαχων παροχών και εφόσον οι παροχές αυτές χορηγούνται στην πραγματικότητα αντί ορισμένων άλλων παροχών.
28.
β) Όσον αφορά τη συνοχή μεταξύ των συστημάτων παροχών, ο δικηγόρος των αιτουσών υποστηρίζει ότι η εξάλειψη της διακρίσεως θα ευνοούσε τη συνοχή του συστήματος, και μάλιστα από πολλές απόψεις. Όχι μόνον οι άνδρες και οι γυναίκες θα ελάμβαναν τις ίδιες παροχές υπό τις ίδιες προϋποθέσεις κατόπιν των ιδίων περιόδων καταβολής εισφορών, αλλά, επιπλέον, θα επερχόταν προσέγγιση των προϋποθέσεων ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αναπηρίας που προβλέπουν αφενός τα συστήματα που βασίζονται στην καταβολή εισφορών και αφετέρου τα συστήματα που δεν εξαρτώνται από καταβολή εισφορών.
29.
Επομένως, οι αιτούσες προτείνουν να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
Η παρέκκλιση που περιέχεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεν επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να προβλέψει παροχές αναπηρίας διαφορετικού ύψους για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες που έχουν υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας τους, καθόσον το δικαίωμα λήψεως των εν λόγω παροχών αναπηρίας στηρίζεται σε προϋποθέσεις περί καταβολής εισφορών οι οποίες είναι ίδιες για τους άνδρες και για τις γυναίκες και οι οποίες πληρούνται με την καταβολή εισφορών πριν τη συμπλήρωση του 60ού έτους του αιτούντος. Η παρέκκλίση δεν επιτρέπει ούτε την καταβολή παροχών αναπηρίας διαφορετικού ύψους για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες, όταν οι παροχές καταβάλλονται πριν τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου
30.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει αντίθετη άποψη. Κατά την άποψη της Βρετανικής Κυβερνήσεως, το γεγονός ότι επιτρέπεται «η προσωρινή διατήρηση των πλεονεκτημάτων» ( 48 ) που έχουν αναγνωριστεί στις γυναίκες δεν επιτρέπει τη θέσπιση νέων διακρίσεων υπέρ των γυναικών ούτε την επιδείνωση των διακρίσεων που ήδη υφίστανται σε βάρος των ανδρών.
31.
Εν προκειμένω, αν γίνουν δεκτά τα αιτήματα των αιτουσών, θα προκύψει νέα διάκριση υπέρ των γυναικών.
Κατά την άποψη της Βρετανικής Κυβερνήσεως, τα κρίσιμα κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', έγκεινται στο «αν μια δικαστική απόφαση που θα καταργούσε τη διαφορετική μεταχείριση την οποία επικρίνουν οι εφεσίβλητες θα έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή ή την οικονομική ισορροπία του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, καθόσον ιδίως θα απαγόρευε μια διαφορετική μεταχείριση η οποία θα στηριζόταν και θα συνδεόταν με διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες ήδη υφίστανται και προβλέπονται εκ του νόμου, όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδοτήσεως και τις προϋποθέσεις περί καταβολής εισφορών, με αποτέλεσμα η ισότητα μεταχειρίσεως να δημιουργεί αυθαίρετη διάκριση υπέρ του ενός από τα δύο φύλα» ( 49 ).
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι τα κριτήρια αυτά πληρούνται εν προκειμένω. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η εν λόγω κυβέρνηση αναφέρει τέσσερις λόγους προς στήριξη του ισχυρισμού της με τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση οι λόγοι αυτοί αυξήθηκαν σε έξι. Οι λόγοι αυτοί είναι οι εξής:
1)
Οι άνδρες εργαζόμενοι καταβάλλουν εισφορές μέχρι την ηλικία των 65 ετών, ενώ οι γυναίκες εργαζόμενες μέχρι την ηλικία των 60 ετών.
2)
Όλοι όσοι καταβάλλουν εισφορές έχουν δικαίωμα λήψεως ανταποδοτικών παροχών ορισμένου ύψους μέχρι την ηλικία κατά την οποία παύει η υποχρέωση τους για καταβολή εισφορών.
3)
Μετά το χρονικό αυτό σημείο, όλοι όσοι έχουν καταβάλει εισφορές έχουν δικαίωμα λήψεως παροχών ίσων με τη σύνταξη γήρατος που δικαιούνται λόγω της καταβολής των εισφορών αυτών. Σκοπός είναι να εξασφαλίζεται ότι όποιος δεν έχει πλέον υποχρέωση καταβολής εισφορών δεν λαμβάνει παροχές υψηλότερες από εκείνες που δικαιούται βάσει των εισφορών του.
4)
Η εξάλειψη της διαφορετικής μεταχειρίσεως θα συνεπαγόταν νέα διάκριση υπέρ των γυναικών. Οι άνδρες εργαζόμενοι ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών έχουν υποχρέωση καταβολής εισφορών, ενώ οι γυναίκες της ίδιας ηλικίας δεν έχουν τέτοια υποχρέωση. Οι άνδρες ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών δεν έχουν δικαίωμα συντάξεως βάσει των εισφορών που έχουν καταβάλει, ενώ οι γυναίκες της ίδιας ηλικίας έχουν το δικαίωμα αυτό. Γι' αυτόν τον λόγο οι γυναίκες έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν μόνο τις συνταξιοδοτικές παροχές τις οποίες δικαιούνται βάσει των εισφορών τους. Εάν τους παρεχόταν, επιπλέον, το δικαίωμα λήψεως παροχών που συναρτώνται προς την καταβολή εισφορών, για τις οποίες όμως δεν έχουν καταβάλει εισφορές, θα δημιουργούνταν μια περαιτέρω διάκριση υπέρ των γυναικών. Τούτο θα σήμαινε ότι ένας άνδρας ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών, ο οποίος θα ασθενούσε, δεν θα είχε δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας, παρά μόνον αν πληρούσε τις προϋποθέσεις καταβολής εισφορών όσον αφορά τις εισφορές των τελευταίων ετών, ενώ μια γυναίκα θα είχε δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας, χωρίς να χρειάζεται να πληροί την προϋπόθεση αυτή.
5)
Τούτο συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση που η σύνταξη γήρατος, την οποία δικαιούται μια γυναίκα, είναι χαμηλότερη από τη σύνταξη αναπηρίας που της καταβαλλόταν προγενέστερα, εξαιτίας του χαμηλότερου ή περιορισμένου ύψους των εισφορών της.
6)
Είναι ακατανόητο πώς οι γυναίκες θα μπορούσαν να δικαιούνται, κατά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους, σύνταξη αναπηρίας ίση με εκείνη που ελάμβαναν, αν απαλλάσσονταν πλέον από την υποχρέωση να καταβάλλουν εισφορές.
32.
α) Όσον αφορά την ενδεχόμενη διατάραξη της οικονομικής ισορροπίας, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παραπέμπει σχεδόν αποκλειστικά στην ένορκη βεβαίωση του John Francis Palmer ( 50 ), η οποία έχει προσαρτηθεί στις παρατηρήσεις της.
33.
β) Η εν λόγω κυβέρνηση στηρίζει τα βασικά της επιχειρήματα, προκειμένου να αποκρούσει τις αξιώσεις των αιτουσών, στην ενδεχόμενη διακινούνευση της συνοχής τον συστήματος. Τα επιχειρήματα αυτά αποτελούν, εν μέρει, επανάληψη των λόγων που εξετέθησαν στα σημεία 1 έως 6.
34.
Η Βρετανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υποχρέωση καταβολής εισφορών παύει όταν γεννάται το δικαίωμα συντάξεως γήρατος. Η είσπραξη συντάξεως αναπηρίας δεν θέτει σε κίνδυνο το μελλοντικό δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος, δεδομένου ότι οι περίοδοι συντάξεως αναπηρίας «πιστώνονται» στον δικαιούχο: η μείωση της συντάξεως αναπηρίας μέχρι το ποσό της συντάξεως γήρατος δικαιολογείται από τον συλλογισμό ότι ένα ανίκανο προς εργασία πρόσωπο δεν πρέπει να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από κάποιον που λαμβάνει σύνταξη γήρατος. Σε περίπτωση που μια γυναίκα δεν έχει συμπληρώσει όλες τις περιόδους καταβολής εισφορών — ενδεχομένως επειδή είχε προγενέστερα επιλέξει να καταβάλλει εισφορές μειωμένου ύψους, ως έγγαμη γυναίκα — θα ήταν άδικο να της καταβάλλεται πλήρης σύνταξη αναπηρίας. Εν πάση περιπτώσει, οι παροχές προς αντικατάσταση του εισοδήματος δεν μπορούν να εξακολουθούν να καταβάλλονται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών από την ημερομηνία συμπληρώσεως της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Η αρχή αυτή ισχύει εξίσου για τους άνδρες και για τις γυναίκες.
35.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
1)
Σε θέματα διακρίσεων λόγω φύλου όσον αφορά τη χορήγηση παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που εξαρτώνται από την καταβολή εισφορών, ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', εφόσον μια δικαστική απόφαση που θα καταργούσε τη διαφορετική μεταχείριση την οποία επικρίνουν οι εφεσίβλητες θα έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή ή την οικονομική ισορροπία του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, καθόσον ιδίως θα απαγόρευε μια διαφορετική μεταχείριση η οποία θα στηριζόταν και θα συνδεόταν με διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες ήδη υφίστανται και προβλέπονται εκ του νόμου, όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδοτήσεως και τις προϋποθέσεις περί καταβολής εισφορών, με αποτέλεσμα η ισότητα μεταχειρίσεως να δημιουργεί αυθαίρετη διάκριση υπέρ του ενός από τα δύο φύλα.
2)
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', έχει εφαρμογή όσον αφορά
α)
το διαφορετικό ύψος της συντάξεως αναπηρίας που καταβάλλεται στους άνδρες και στις γυναίκες ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών,
β)
το διαφορετικό χρονικό σημείο ενάρξεως της καταβολής του επιδόματος αναπηρίας.
Η Επιτροπή
36.
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης την άποψη ότι η συνοχή των συστημάτων θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο, αν καταργούνταν η επίμαχη διάταξη.
37.
α) Η Επιτροπή εξετάζει την ενδεχόμενη διακινδύνευση της οικονομικής ισορροπίας των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Εκφράζεται με μεγάλη επιφυλακτικότητα όσον αφορά τη σχέση μεταξύ εσόδων και εξόδων του NI-Fund. Ωστόσο, διαπιστώνει ότι, μολονότι υπάρχει αμοιβαία σχέση μεταξύ των εσόδων που απορρέουν από τις εισφορές και των δαπανών που προορίζονται για τις συναρτώμενες προς την καταβολή εισφορών παροχές, η σχέση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβώς ως ισόρροπη ( 51 ). Οι οικονομικές επιπτώσεις μιας ευνοϊκής για τις αιτούσες δικαστικής αποφάσεως θα ήταν αναμφισβήτητα σημαντικές, οπότε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής. Ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένη η διακινδύνευση της οικονομικής ισορροπίας.
38.
β) Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι η επίμαχη διάκριση είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τους κανόνες περί καταβολής εισφορών, για τους οποίους έχει ήδη γίνει δεκτό ότι είναι κατ' ανάγκη συνδεδεμένοι με την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Ο επιβεβλημένος έλεγχος ( 52 ) πρέπει να έχει ως σκοπό να εξακριβωθεί μήπως η εξάλειψη της διακρίσεως δημιουργήσει αδικαιολόγητες ανώμαλες καταστάσεις, με αποτέλεσμα τη ματαίωση της ευχέρειας του κράτους μέλους να επικαλεστεί την παρέκκλιση που επιτρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α'. Οι γυναίκες έχουν ασφαλώς το δικαίωμα να εξακολουθήσουν να εργάζονται μέχρι την ηλικία των 65 ετών, όμως αυτή η δυνατότητα αναστολής της συνταξιοδοτήσεως είναι λίγο πολύ πλασματική για όσες είναι ανίκανες προς εργασία λόγω αναπηρίας.
39.
Όσον αφορά τη δομή των παροχών, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, καθόσον πρόκειται για σύνταξη αναπηρίας, δεν υπάρχει κανείς αναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ της διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και της ηλικίας μέχρι την οποία μπορούν να προβληθούν αξιώσεις για λήψη παροχών αναπηρίας.
40.
Όσον αφορά το συμβατό με τους κανόνες περί καταβολής εισφορών, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η προκειμένη περίπτωση παρουσιάζει δύο διαφορές σε σχέση με την υπόθεση Thomas. Πρώτον, η υπόθεση εκείνη αφορούσε παροχές που δεν εξαρτώ-νταν από την καταβολή εισφορών και, δεύτερον, το δικαίωμα λήψεως των κρίσιμων στην υπόθεση Thomas παροχών αναπηρίας εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, ενώ εν προκειμένω το δικαίωμα λήψεως των κρίσιμων παροχών στην πραγματικότητα αποσβέννυται κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής.
41.
Σε καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως υποχρεούνται μόνον όσοι δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Μόνον αυτά τα πρόσωπα έχουν δικαίωμα να λάβουν πλήρη σύνταξη αναπηρίας. Όσοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως έχουν δικαίωμα να λάβουν μόνο παροχή ύψους ίσου με τη σύνταξη γήρατος, ακόμη και αν η παροχή αυτή ονομάζεται σύνταξη αναπηρίας. Από τούτο συνάγεται, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι δικαίωμα πλήρους συντάξεως αναπηρίας έχουν μόνον όσοι έχουν υποχρέωση καταβολής εισφορών.
42.
Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει τον κίνδυνο που θα ενείχε η έκδοση αποφάσεως ευνοϊκής για τις αιτούσες, αφού θα καθίστατο δυνατή η χορήγηση συντάξεως αναπηρίας για πρώτη φορά μετά την υπέρβαση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Η δυσκολία που θα ανέκυπτε στην περίπτωση αυτή έγκειται στη φύση της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών. Το δικαίωμα λήψεως παροχών ασθενείας, το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην κτήση δικαιώματος επί συντάξεως αναπηρίας, εξαρτάται από τη συμπλήρωση περιόδων καταβολής εισφορών, προϋπόθεση την οποία δεν μπορεί να πληροί μια γυναίκα άνω των 60 ετών. Συνεπώς, θα έπρεπε είτε να υποχρεωθούν οι γυναίκες να καταβάλλουν εισφορές μέχρι την ηλικία των 65 ετών είτε να καταργηθεί η προϋπόθεση περί καταβολής εισφορών, όσον αφορά τις γυναίκες άνω των 60 ετών. Η τελευταία αυτή δυνατότητα θα συνιστούσε, όμως, διάκριση σε βάρος των ανδρών, δεδομένου ότι ένας άνδρας άνω των 60 ετών μπορεί να αξιώσει επίδομα ασθενείας και σύνταξη αναπηρίας μόνον αν πληροί τις προϋποθέσεις περί καταβολής εισφορών. Αν, αντιθέτως, ο σύνδεσμος αυτός δεν είναι αναγκαίος, η περίπτωση δεν καλύπτεται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', και η υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως είναι, επομένως, απόλυτη.
43.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
«Αν ένα κράτος μέλος προβλέπει, ως αναγκαία συνέπεια της διατηρήσεως ηλικίας συνταξιοδοτήσεως διαφορετικής για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες, περιόδους καταβολής εισφορών διαφορετικές για τους άνδρες απ' ό,τι για τις γυναίκες, τότε, εφόσον το δικαίωμα λήψεως άλλων παροχών εξαρτάται από την καταβολή εισφορών, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπεται η μη χορήγηση των άλλων αυτών παροχών, όταν το γεγονός ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις περί εισφορών αποτελεί τη συνέπεια των διαφορετικών περιόδων καταβολής εισφορών που έχει ορίσει αυτό το κράτος μέλος.»
Συμπληρωματική σκέψη
44.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση το πρόβλημα που εκτέθηκε αμέσως ανωτέρω, σχετικά με το δικαίωμα επί συντάξεως αναπηρίας μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, εθίγη από τον εκπρόσωπο των αιτουσών, ο οποίος τόνισε ότι το πρόβλημα αυτό δεν είναι κρίσιμο στην παρούσα διαφορά. Υποστήριξε όμως ότι είναι δυνατή η εύλογη λύση του, αν η απαίτηση περί καταβολής εισφορών αντικατασταθεί από απαίτηση περί ασκήσεως αμειβόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας.
Ως προς την εφαρμογή των κριτηρίων στην προκειμένη περίπτωση
45.
Ως βάση για την επίλυση της προκειμένης υποθέσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω περίπτωση εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, όπως ορίζεται με το άρθρο 2, δεδομένου ότι οι αιτούσες συγκαταλέγονται στον «ενεργό πληθυσμό» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Η περίπτωση εμπίπτει και στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτής, δεδομένου ότι πρόκειται για νομοθετικά συστήματα τα οποία εξασφαλίζουν προστασία κατά των κινδύνων ασθένειας, αναπηρίας και γήρατος.
46.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υφίσταται εν προκειμένω αντικειμενική διάκριση, η οποία είναι, κατ' αρχήν, ασυμβίβαστη προς το άρθρο 4 της οδηγίας. Η άνιση μεταχείριση υφίσταται όσον αφορά το γεγονός ότι η χορήγηση και το ύψος των παροχών αναπηρίας συναρτώνται προς την ηλικία των αιτούντων ανδρών και γυναικών. Με εξαίρεση το στοιχείο της ηλικίας, η οποία εξαρτάται από τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των επίμαχων παροχών αναπηρίας είναι οι ίδιες για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Οι προϋποθέσεις αυτές έγκεινται στο ότι ο εργαζόμενος πρέπει, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ανικανότητάς του προς εργασία, να ασκεί αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα και, επομένως, να έχει υποχρέωση καταβολής εισφορών στο κατά νόμο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Ένα ανίκανο προς εργασία πρόσωπο δικαιούται να λάβει παροχές ασθενείας, αν έχει καταβάλει εισφορές κατά τη διάρκεια τουλάχιστον δύο ημερολογιακών ετών αμέσως πριν από την έναρξη της ανικανότητάς του προς εργασία. Εφόσον έχουν καταβληθεί παροχές ασθένειας επί 168ημέρες, αρχίζει αμέσως και αυτομάτως η καταβολή παροχών αναπηρίας. Οι προϋποθέσεις για τη λήψη συντάξεως αναπηρίας είναι, επομένως, εντελώς ανεξάρτητες από τις προϋποθέσεις για τη λήψη συντάξεως γήρατος. Μέχρι τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως οι προϋποθέσεις λήψεως συντάξεως γήρατος δεν επηρεάζουν καθόλου τη λήψη συντάξεως αναπηρίας. Ακόμη και όταν συμπληρωθεί η ηλικία συνταξιοδοτήσεως, δεν επέρχεται καμία μεταβολή των προϋποθέσεων λήψεως της συντάξεως αναπηρίας, αλλ' απλώς το ύψος της περιορίζεται μέχρι το ύψος της υφισταμένης αξιώσεως επί συντάξεως γήρατος. Επομένως, ο μόνος σύνδεσμος μεταξύ της συντάξεως αναπηρίας και της συντάξεως γήρατος είναι το εκ του νόμου προβλεπόμενο ανώτατο όριο της παροχής αναπηρίας.
Βασικές αρχές
47.
Πριν εξετάσω το συγκεκριμένο ζήτημα αν οι διακρίσεις που σκιαγράφησα ανωτέρω επιτρέπονται βάσει διατάξεως περί παρεκκλίσεως, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στον επαγγελματικό βίο και στους συναφείς με αυτόν τομείς ( 53 ) αποτελεί βασική αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία έχει χαρακτήρα θεμελιώδους δικαιώματος. Αυτή η σκέψη διαπνέει τη νομολογία που αφορά το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ και τις οδηγίες 75/117/ΕΟΚ ( 54 ), 76/207/ΕΟΚ ( 55 ), 79/7/ΕΟΚ ( 56 ), 86/378/ΕΟΚ ( 57 ) και 92/85/ΕΟΚ ( 58 ). Πρέπει, επομένως, να σημειωθεί ότι οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά, όπως έχει επισημανθεί, υπό παρόμοιες περιστάσεις, με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Thomas κ.λπ. ( 59 )
Ως προς τις ομοιότητες με την υπόθεση Thomas
48.
Αντικείμενο της διαφοράς στην προκειμένη υπόθεση, όπως ακριβώς και στην υπόθεση Thomas κ.λπ., είναι ορισμένες παροχές αναπηρίας, οι οποίες αντικαθιστούν το εισόδημα και οι οποίες χορηγούνται εκ του νόμου υπό διαφορετικές προϋποθέσεις στους άνδρες απ' ό,τι στις γυναίκες, η δε εν λόγω άνιση μεταχείριση έχει σχέση με τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Πρέπει, επομένως, να εξακριβωθούν οι διαφορές μεταξύ των επίμαχων στις δύο υποθέσεις παροχών, οι οποίες επιβάλλουν, ενδεχομένως, τη διαφορετική επίλυση της προκειμένης υποθέσεως σε σχέση με τη λύση που δόθηκε στην υπόθεση Thomas κ.λπ.
49.
Η υπόθεση Thomas κ.λπ. αφορούσε μη εξαρτώμενα από καταβολή εισφορών συστήματα, ενώ η παρούσα υπόθεση αφορά συστήματα συναρτώμενα προς καταβολή εισφορών. Η Επιτροπή διαπιστώνει μια περαιτέρω διαφορά, ότι δηλαδή οι παροχές στην υπόθεση Thomas εξακολουθούσαν να χορηγούνται και μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, ενώ το δικαίωμα λήψεως των επίμαχων εν προκειμένω παροχών αναπηρίας αποσβέννυται με τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
50.
Η εκτίμηση αυτή δεν είναι απολύτως ορθή. Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι εν προκειμένω επίμαχες παροχές αναπηρίας μπορούν επίσης, σε περίπτωση αναστολής της καταβολής της συντάξεως γήρατος ή άλλης επιλογής, να εξακολουθήσουν να καταβάλλονται έως και πέντε έτη μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, χωρίς στις περιπτώσεις αυτές να αλλάζουν κατ' αρχήν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως τους.
51.
Επομένως, η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των παροχών στην υπόθεση Thomas κ.λπ. και των παροχών στην παρούσα υπόθεση έγκειται στο ότι οι παροχές εξαρτώνται από την καταβολή εισφορών. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν η εξάλειψη της άνισης μεταχειρίσεως όσον αφορά τις εξαρτώμενες από την καταβολή εισφορών παροχές θα διατάρασσε την οικονομική ισορροπία των οικείων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
Ως προς το ζήτημα αν η εξάρτηση των παροχών από την καταβολή εισφορών συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο για το οικονομικό σύστημα
52.
Η οικονομική ισορροπία θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο, αν οι δαπάνες αυξάνονταν, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη οικονομική κάλυψη. Οι παροχές αναπηρίας καταβάλλονται από το NI-Fund, το οποίο χορηγεί επίσης ορισμένες άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως π.χ. συντάξεις γήρατος, επιδόματα ασθενείας, επιδόματα ανεργίας κ.λπ. Το NI-Fund χρηματοδοτείται κυρίως από τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως, τις οποίες καταβάλλουν οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες. Ωστόσο, το NI-Fund έχει στη διάθεση του και ορισμένες άλλες σημαντικές πηγές εισοδήματος, όπως π.χ. τα εισοδήματα από επενδύσεις ή επιστροφές ( 60 ). Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προβλήθηκε, επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι το NI-Fund εξαρ-τώνταν επί πολλά έτη από επιχορηγήσεις του δημοσίου ταμείου. Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις των αιτουσών — προς απόδειξη των οποίων προσκομίστηκε στο πλαίσιο της κύριας δίκης η ένορκη βεβαίωση του Tony Lynes — υπό το καθεστώς του Social Security Act 1973 ποσοστό 18 % των εσόδων προερχόταν από το «Treasury supplement». Οι επιχορηγήσεις μειώθηκαν με τη νέα ρύθμιση του 1975 και η κατάργηση τους προβλέφθηκε με τον Social Security Act 1979. Η μείωση του ποσοστού αυτού πραγματοποιήθηκε βαθμιαία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80. Με τον Social Security Act 1993 θεσπίστηκε εκ νέου αυτή η μορφή επιχορηγήσεων ( 61 ).
53.
Το μέγεθος δε των δαπανών που θα απαιτούνταν για την εξάλειψη της άνισης μεταχειρίσεως προκύπτει από τις εκτιμήσεις που περιέχονται στην ένορκη βεβαίωση του John Francis Palmer, την οποία προσκόμισε η
Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι δαπάνες αυτές θα ανέρχονταν σε:
—
90 εκατ. UKL, όσον αφορά τις παροχές αναπηρίας για το οικονομικό έτος 1993/1994, εφόσον προβλεφθεί αναδρομική ισχύς από τον Απρίλιο 1992,
—
190 εκατ. UKL, αν η αναδρομική ισχύς φθάσει μέχρι τον Δεκέμβριο 1984,
—
100 εκατ. UKL, όσον αφορά όλες τις εξαρτώμενες από την καταβολή εισφορών παροχές για το οικονομικός έτος 1993/1994, εφόσον προβλεφθεί αναδρομική ισχύς από τον Απρίλιο 1992,
—
200 εκατ. UKL, αν η αναδρομική ισχύς φθάσει μέχρι τον Δεκέμβριο 1984.
54.
Αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι ο συγκεκριμένος υπολογισμός των απαιτούμενων δαπανών. Ωστόσο, ο κατ' εκτίμηση υπολογισμός της τάξεως των μεγεθών είναι απαραίτητος, προκειμένου να εκτιμηθεί η πιθανότητα διαταράξεως της οικονομικής ισορροπίας. Οι υπολογιζόμενες δαπάνες αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος των εσόδων που εισπράττονται από τις διάφορες πηγές εισοδημάτων του NI-Fund. Οι αιτούσες προέβαλαν τον ισχυρισμό, ο οποίος δεν αντικρούστηκε από τους αντιδίκους, ότι, προκειμένου να επιτευχθεί η αιτούμενη ισότητα μεταχειρίσεως, δεν θα ήταν απαραίτητο να αυξηθούν οι εισφορές. Ενόψει των αριθμητικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ως παραδείγματα, κλίνω υπέρ της απόψεως ότι το NI-Fund πρέπει να είναι σε θέση να επωμισθεί τα έξοδα, χωρίς να διαταραχθεί η οικονομική ισορροπία του συστήματος.
55.
Κατά τη γνώμη μου, υπέρ της απόψεως ότι η οικονομική ισορροπία των συστημάτων παροχών δεν πρόκειται να τεθεί μακροπρόθεσμα σε κίνδυνο συνηγορεί το γεγονός ότι, όταν ένας δημόσιος οργανισμός της τάξεως του NI-Fund προβαίνει σε εκτιμήσεις, πρέπει να συνυπολογίζει ορισμένους αστάθμητους παράγοντες. Από τον ισολογισμό του οικονομικού έτους 1990/1991, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, προκύπτει π.χ. ότι, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, οι δαπάνες χρειάστηκε να αυξηθούν κατά 2689 εκατ. UKL περίπου. Τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την κατανομή των δαπανών αφορούν έντεκα διαφορετικά κονδύλια. Από τα κονδύλια αυτά διαφαίνεται, μεταξύ άλλων, μια αύξηση των δαπανών για παροχές αναπηρίας κατά 600 σχεδόν εκατ. UKL. Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές παρατηρήσεις που συνοδεύουν τα αριθμητικά αυτά στοιχεία, η αύξηση των δαπανών ήταν αναγκαία λόγω της αυξήσεως των ποσών των παροχών και του αριθμού των αιτούντων, ιδίως εκείνων που έχουν δικαίωμα επί επιδομάτων ανεργίας. Πράγματι, η αύξηση των δαπανών για τις παροχές ανεργίας κατά το οικονομικό έτος 1990/1991 έναντι του προηγούμενου έτους ανήλθε σε 136 εκατ. UKL περίπου. Η οικονομική ισορροπία ενός Ταμείου, το οποίο πρέπει να είναι σε θέση να ισοζυγίζει διακυμάνσεις τέτοιου μεγέθους, δεν μπορεί να διαταραχθεί μακροπρόθεσμα από δαπάνες υπολογιζόμενες σε 90 εκατ. UKL.
56.
Δεν αποκλείω ούτε το ενδεχόμενο προσφυγής, εφόσον είναι αναγκαίο, σε επιχορηγήσεις από το δημόσιο ταμείο, δεδομένου ότι οι επιχορηγήσεις αυτές εντάσσονται στο υφιστάμενο διαρθρωτικό πλαίσιο χρηματοδοτήσεως του NI-Fund. Δεν παραβλέπω τον κίνδυνο να πρέπει επίσης να διατεθούν κονδύλια του προϋπολογισμού. Από την άποψη αυτή, όμως, η προκειμένη περίπτωση δεν διαφέρει από εκείνη της καλύψεως μη εξαρτωμένων από την καταβολή εισφορών παροχών, όπως στην υπόθεση Thomas κ.λπ., δεδομένου ότι οι εν λόγω παροχές πρέπει επίσης να χρηματοδοτηθούν από φορολογικά έσοδα.
57.
Υπό την προϋπόθεση ότι τα αριθμητικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί δίδουν την ακριβή εικόνα της πραγματικής τάξεως των μεγεθών — στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στις συναφείς διαπιστώσεις — φρονώ ότι το γεγονός ότι οι επίμαχες εν προκειμένω παροχές συναρτώνται προς την καταβολή εισφορών δεν επιβάλλει κατ' αρχήν διαφορετική εκτίμηση τους απ' ό,τι στην υπόθεση Thomas κ.λπ.
Ως προς τη διατάραξη της συνοχής των συστημάτων
58.
Ακόμη και αν η εξάλειψη της άνισης μεταχειρίσεως δεν θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ισορροπία των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, ένα κράτος μέλος έχει πάντως την εξουσία, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7, να διατηρεί σε ισχύ μια άνιση μεταχείριση στηριζόμενη στη διαφορά της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, εφόσον, σε αντίθετη περίπτωση, θα διαταρασσόταν η συνοχή των συστημάτων. Τόσο η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και η Επιτροπή θεωρούν ότι η συνοχή του συστήματος κινδυνεύει. Στην επιχειρηματολογία τους αναφέρονται συνεχώς στη διαφορετική διάρκεια των περιόδων καταβολής εισφορών που πρέπει να συμπληρωθούν, ώστε να γεννηθεί δικαίωμα για λήψη παροχών. Οι ισχυρισμοί ιδιαίτερα της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ικανοί να δημιουργήσουν σύγχυση, και μάλιστα από πολλές απόψεις.
Οι προϋποθέσεις περί καταβολής εισφορών
59.
Όσον αφορά, κατ' αρχάς, τις προϋποθέσεις περί καταβολής εισφορών, που πρέπει να πληρούνται για να είναι δυνατή η γένεση δικαιώματος επί παροχών αναπηρίας, οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ίδιες για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Οι προϋποθέσεις για τη γένεση δικαιώματος συντάξεως αναπηρίας είναι τελείως διαφορετικές από τις προϋποθέσεις για τη γένεση δικαιώματος επί συντάξεως γήρατος. Η σύνταξη αναπηρίας δεν μειώνεται μέχρι το ύψος του υφισταμένου δικαιώματος συντάξεως γήρατος παρά μόνο μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Δεδομένου ότι ως νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως έχει οριστεί το 60ό έτος για τις γυναίκες και το 65ο έτος για τους άνδρες, οι άνδρες ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών μπορούν να αξιώσουν πλήρη σύνταξη αναπηρίας, ενώ το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας των γυναικών της ηλικίας αυτής υπόκειται στους κανόνες περί ενδεχόμενης μειώσεως.
Η υποχρέωση καταβολής εισφορών
60.
Ο ισχυρισμός της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι δικαίωμα μπορεί να αποκτήσει μόνον όποιος υπέχει υποχρέωση καταβολής εισφορών μπορεί επίσης να οδηγήσει σε παρανοήσεις. Από την άποψη μάλιστα των δικαιούχων συντάξεως αναπηρίας, ο ισχυρισμός αυτός είναι ολοφάνερα εσφαλμένος. Πράγματι, ειδικά οι δικαιούχοι παροχών αναπηρίας δεν έχουν υποχρέωση καταβολής εισφορών. Ενόψει της μεταγενέστερης χορηγήσεως συντάξεως γήρατος, «πιστώνονται» στον δικαιούχο των παροχών αναπηρίας ορισμένες χρονικές περίοδοι, με αποτέλεσμα η χρονική περίοδος της ανικανότητας προς εργασία να συνυπολογίζεται μεν, από καθαρά λογιστική άποψη, για την κτήση δικαιώματος επί μεγαλύτερης συντάξεως γήρατος, χωρίς όμως να καταβάλλονται, στην πραγματικότητα, εισφορές ( 62 ). Επομένως, από την άποψη του ενδιαφερόμενου προσώπου, δεν μπορεί να υποστηρίζεται ότι δικαιούχοι μπορούν να είναι μόνον όσοι υποχρεούνται σε καταβολή εισφορών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι εξίσου αβάσιμος, όσον αφορά τις ανήκουσες στον ενεργό πληθυσμό γυναίκες, θεωρούμενες ως σύνολο, δεδομένου ότι με τη γένεση του δικαιώματος συντάξεως αναπηρίας παύουν οι καταβολές εισφορών, και μάλιστα ανεξαρτήτως του ότι, θεωρητικώς, οι γυναίκες υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές μέχρι την ηλικία των 60 ετών, ενώ οι εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή.
Η ίση μεταχείριση ως νέα μορφή διακρίσεως
61.
Επίσης επιδεκτικός παρανοήσεων είναι ο ισχυρισμός της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η εξάλειψη της άνισης μεταχειρίσεως θα συνεπαγόταν μια νέα μορφή διακρίσεως υπέρ των γυναικών. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην επιλογή ενός διαφορετικού πλαισίου αναφοράς για κάθε «διάκριση». Αφετηρία της συλλογιστικής των αιτουσών είναι η ηλικία. Αντιθέτως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίζεται στη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, την οποία χρησιμοποιεί ως ενιαία βάση της επιχειρηματολογίας της. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία αυτή, δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών. Έτσι εξηγείται και η άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι οι άνδρες και οι γυναίκες τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως και για τα δύο φύλα το χρονικό διάστημα της χορηγήσεως παροχών που αναπληρώνουν το εισόδημα δεν μπορεί να παραταθεί πέραν των πέντε ετών μετά την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή αυτή συνεπάγεται άνιση μεταχείριση υπέρ του ενός φύλου, δηλαδή σε βάρος του άλλου.
62.
Για την επίλυση της προκειμένης υποθέσεως, φρονώ ότι πρέπει να παραμείνουμε εντός του πλαισίου αναφοράς της διαφορετικής ηλικίας, ειδάλλως δεν θα μπορούσε, από εννοιολογική άποψη, να τεθεί ζήτημα άνισης μεταχειρίσεως. Βάσει αυτού του πλαισίου αναφοράς, η εξάλειψη της επίμαχης άνισης μεταχειρίσεως θα έπρεπε να θεωρηθεί ως τοποθέτηση των γυναικών και των ανδρών σε ίση μοίρα, όσον αφορά το επίπεδο προστασίας από τον κίνδυνο αναπηρίας, και όχι ως αναγκαία χειροτέρευση της θέσεως των ανδρών.
Το συμβατό της ίσης μεταχειρίσεως προς το σύστημα
63.
Η εξομοίωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα στάδιο της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια της οδηγίας 79/7. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας από τους στόχους της οδηγίας ( 63 ).
64.
Όσον αφορά το κόστος της πραγματοποιούμενης κατ' αυτόν τον τρόπο προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ομολογουμένως η εφαρμογή αυτή θα προκαλέσει παροδικά μια αύξηση των δαπανών. Μακροπρόθεσμα, η εξίσωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες θα επιτρέψει σημαντικές περικοπές δαπανών. Αυτό προκύπτει από τους υπολογισμούς που δημοσιεύθηκαν στη Λευκή Βίβλο για την ισότητα όσον αφορά τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως ( 64 ).
65.
Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι στο πλαίσιο του δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως ο κίνδυνος αναπηρίας διαφέρει θεμελιωδώς από τον κίνδυνο γήρατος. Αναπηρία σημαίνει απώλεια της ικανότητας προς εργασία και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι παροχές αναπηρίας σκοπούν να αντικαταστήσουν το εισόδημα και αντικαθιστούν, τουλάχιστον εν μέρει, την αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα, υπό την έννοια του δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως. Παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι «πιστώνονται» ορισμένες περίοδοι κατά τις οποίες δεν παρέχεται πράγματι εργασία ούτε καν καταβάλλονται εισφορές. Συνεπώς, οι εν προκειμένω επίμαχες παροχές αναπηρίας συνδέονται επίσης με εκείνο το τμήμα της ζωής ενός ανθρώπου κατά τη διάρκεια του οποίου είναι δυνατή η άσκηση αμειβόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας. Το κριτήριο όμως αυτό δεν είναι ασυμβίβαστο προς τη χορήγηση παροχών αναπηρίας σε γυναίκες ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών, δεδομένου ότι οι εν λόγω γυναίκες έχουν το δικαίωμα να ασκούν αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Το αίτημά τους να τυγχάνουν, κατά την περίοδο αυτή της ζωής τους, παρόμοιας προστασίας με τους άνδρες από τον κίνδυνο αναπηρίας μου φαίνεται δικαιολογημένο.
66.
Το επιχείρημα ότι οι γυναίκες αυτής της ηλικίας δεν έχουν υποχρέωση καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως είναι, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμο. Όταν μια γυναίκα ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών ασκεί αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα, απαλλάσσεται, βέβαια, από τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως. Ωστόσο, ο εργοδότης της εξακολουθεί να έχει υποχρέωση καταβολής εισφορών. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας γίνεται λόγος συνεχώς για τις εισφορές των εργαζομένων. Κατ' αυτόν τον τρόπο παροράται, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι και οι εργοδότες καταβάλλουν σημαντικό τμήμα των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως.
67.
Φρονώ ότι η συνοχή του συστήματος θα ενισχυόταν αν, κατά τη διάρκεια των χρονικών περιόδων κατά τις οποίες είναι δυνατή η άσκηση αμειβόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας, οι γυναίκες ετύγχαναν, στην ίδια ηλικία με τους άνδρες και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, της ίδιας προστασίας από τον κίνδυνο αναπηρίας.
Ως προς την κτήση τον δικαιώματος επί των παροχών αναπηρίας μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως
68.
Η Επιτροπή θεωρεί τη χορήγηση στις γυναίκες των παροχών αναπηρίας για πρώτη φορά μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ως απειλή για τη συνοχή του συστήματος, επειδή οι γυναίκες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις περί καταβολής εισφορών, οι οποίες αποτελούν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, απαραίτητη προϋπόθεση για τη γένεση δικαιώματος παροχών αναπηρίας.
69.
Κατ' αρχάς, θα ήθελα να τονίσω ότι το πρόβλημα αυτό δεν ετέθη με προδικαστικό ερώτημα στο οποίο να πρέπει να δοθεί απάντηση. Όλες οι διαφορές της κύριας δίκης αφορούν τη συνέχιση της καταβολής των παροχών αναπηρίας μετά την επιλογή των αιτουσών να λαμβάνουν τη σύνταξη αναπηρίας αντί της συντάξεως γήρατος. Κατά συνέπεια, οι σκέψεις που αναπτύσσονται σχετικά με τα ζητήματα αυτά έχουν καθαρά υποθετικό χαρακτήρα.
70.
Τα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο εκπρόσωπος των αιτουσών κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση είναι εν μέρει βάσιμα. Προκειμένου οι εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας μεταξύ 60 και 65 ετών να προστατεύονται από τον κίνδυνο αναπηρίας, θα ήταν επίσης συνεπές να τους χορηγηθεί το δικαίωμα επί παροχών αναπηρίας σε περίπτωση που η ανικανότητα προς εργασία, και επομένως η διακοπή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, εμφανίζεται για πρώτη φορά μεταξύ του 60ού και του 65ου έτους της ηλικίας τους. Αναγνωρίζω ότι δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η υποχρέωση καταβολής εισφορών επί ορισμένες περιόδους ως προϋπόθεση για τη γένεση αυτού του δικαιώματος.
71.
Η απαλλαγή των εργαζομένων γυναικών από την υποχρέωση καταβολής εισφορών στην ηλικία μεταξύ 60 και 65 ετών αποτελεί συνέπεια του καθορισμού διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και του ως εκ τούτου επιτρεπομένου, κατά την έννοια της αποφάσεως EOC, καθορισμού διαφορετικών περιόδων καταβολής εισφορών. Η απαλλαγή αυτή είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο επιτρέπει την προσωρινή διατήρηση των πλεονεκτημάτων που έχουν αναγνωριστεί στις γυναίκες ( 65 ).
72.
Έχω ήδη επισημάνει το γεγονός ότι στην πραγματικότητα οι εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως για τις εργαζόμενες γυναίκες άνω των 60 ετών καταβάλλονται από τους εργοδότες. Τούτο μειώνει, κατά τη γνώμη μου, τη σοβαρότητα του προβλήματος. Πράγματι, θα ήταν δυνατό, όπως πρότεινε ο εκπρόσωπος των αιτουσών, να γίνει δεκτό ως κριτήριο η άσκηση αμειβόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη υποχρεώσεως του εργοδότη προς καταβολή εισφορών.
73.
Τέλος, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι γυναίκες που έχουν εισόδημα από επαγγελματική δραστηριότητα δεν λαμβάνουν παροχές από το κράτος και συνεισφέρουν κατ' αυτόν τον τρόπο στη μείωση των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού. Επιπλέον, αυτή η μείωση των δαπανών δεν εξισορροπείται από μεταγενέστερη υψηλότερη επιβάρυνση, δεδομένου ότι οι γυναίκες της επίμαχης ηλικίας δεν αυξάνουν τα τυχόν δικαιώματα προσδοκίας που έχουν ως προς τη σύνταξη γήρατος, ενόσω συνεχίζουν την άσκηση της αμειβόμενης επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
Ως προς το επίδομα αναπηρίας
74.
Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ στο πρόβλημα του επιδόματος αναπηρίας. Το εν λόγω επίδομα χορηγείται μόνον όταν ο δικαιούχος καθίσταται ανίκανος προς εργασία τουλάχιστον πέντε έτη πριν τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Το ύψος των παροχών είναι αντιστρόφως ανάλογο προς την ηλικία, δηλαδή όσο νωρίτερα εμφανίζεται η ανικανότητα προς εργασία, τόσο υψηλότερες είναι οι παροχές. Όλες οι αρχές που αναπτύχθηκαν σχετικά με τις παροχές αναπηρίας ισχύουν, κατά τη γνώμη μου, τόσο για τις συντάξεις αναπηρίας όσο και για τα επιδόματα αναπηρίας. Οι αρχές αυτές ισχύουν κατά μείζονα λόγο για τα επιδόματα αναπηρίας, δεδομένου ότι αφενός η χορήγησή τους δεν εξαρτάται από αυστηρότερες προϋποθέσεις σχετικά με τις περιόδους καταβολής εισφορών που πρέπει να έχουν συμπληρωθεί και αφετέρου ο σύνδεσμος με τη διαφορετική νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως — η οποία αποτελεί τον μόνο δικαιολογητικό λόγο της παρεκκλίσεως — δεν είναι άμεσος, αλλά ως προϋπόθεση τίθεται απλώς ένα χρονικό διάστημα πέντε ετών.
Συμπέρασμα
75.
Βάσει των στοιχείων που τέθηκαν στη διάθεση του Δικαστηρίου στην προκειμένη υπόθεση, φρονώ ότι η κατάργηση των επίμαχων διακρίσεων δεν θέτει σε κίνδυνο ούτε την οικονομική ισορροπία ούτε τη συνοχή του συστήματος. Κατά συνέπεια, οι ανισότητες μεταχειρίσεως δεν συνδέονται αναγκαίους και αντικειμενικώς προς τη διαφορά της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
Γ — Πρόταση
76.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα η ακόλουθη απάντηση:
«Όταν ένα κράτος μέλος καθορίζει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως αφενός για τους άνδρες και αφετέρου για τις γυναίκες ενόψει της χορηγήσεως συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει, το πεδίο εφαρμογής των παρεκκλίσεων, τις οποίες επιτρέπει η διάταξη αυτή με τη φράση “συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν για άλλες παροχές”, περιορίζεται στις διακρίσεις που υφίστανται στα άλλα συστήματα παροχών και συνδέονται αναγκαίως και αντικειμενικώς με τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Ο αναγκαίος αυτός σύνδεσμος είναι δυνατόν να προκύπτει από την ύπαρξη απειλής για την οικονομική ισορροπία των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ή τη συνοχή των συστημάτων αυτών.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1978 περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
( 2 ) Των Graham, Connell και Nicholas.
( 3 ) Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 5 του Social Security Act 1975 (στο εξής: νόμος του 1975), ο οποίος ήταν εφαρμοστέος στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης όταν οι αιτούσες συμπλήρωσαν τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως: όπως ανέφερε η Επιτροπή (σελ. 2 των παρατηρήσεων της Επιτροπής) «the 1992 Act» κωδικοποιεί τον Social Security Act 1975.
( 4 ) Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993 στην υπόθεση C-271/91, Marshall (Συλλογή 1993, σ. I-4367), και απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-328/91, Thomas κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-1247).
( 5 ) «Contribution record».
( 6 ) Η Graham εισπράττει 16,64 λίρες στερλίνες (UKL) αντί 49,48 UKL εβδομαδιαίως, η Connell εισπράττει 36,78 UKL αντί 50 UKL εβδομαδιαίως και η Nicholas εισπράττει 35,38 UKL αντί 58 UKL εβδομαδιαίως (βλ. σ. 3, 4 και 5 της διατάξεως παραπομπής).
( 7 ) Αντιστοιχεί στο άρθρο 16 του νόμου του 1975.
( 8 ) Βλ. άρθρο 33 του νόμου του 1992.
( 9 ) Όπως ορίζεται στο άρθρο 57 του νόμου του 1992.
( 10 ) Βλ άρθρο 31 του νόμου του 1992.
( 11 ) Βλ. άρθρο 35 του νόμου του 1992.
( 12 ) Βλ. άρθρο 33 του νόμου του 1992.
( 13 ) Δύο ημερολογιακά έτη: βλ. μέρος Ι του παραρτήματος 3 του νόμου του 1992.
( 14 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 15 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-9/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι -4297).
( 16 ) Όπ.π.
( 17 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 18 ) Όπ.π. στην υποσημείωση 15.
( 19 ) Όπ.π. στην υποσημείωση 4.
( 20 ) Απόφαση EOC, όπ.π., σκέψη 9.
( 21 ) Βλ. σκέψη 20 και διατακτικό της αποφάσεως EOC, όπ.π.
( 22 ) Απόφαση EOC, όπ.π., σκέψη 16.
( 23 ) Απόφαση EOC, όπ.π., σκέψη 17.
( 24 ) Απόφαση EOC, όπ.π., σκέψη 18.
( 25 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π.
( 26 ) Severe Disablement Allowance = επίδομα βαριάς αναπηρίας (SDA) και Invalid Care Allowance = επίδομα περιθάλψεως αναπήρου (ICA).
( 27 ) Βλ. υποσημείωση 26.
( 28 ) Βλ. υποσημείωση 26.
( 29 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 3.
( 30 ) Βλ. διατακτικό της αποφάσεως Thomas κ.λπ., όπ.π. (η υπογράμμιση δική μου).
( 31 ) Απόφαοη Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 10.
( 32 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 10.
( 33 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 11.
( 34 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 12 (η υπογράμμιση δική μου).
( 35 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψεις 13 και 14.
( 36 ) Όπ.π.
( 37 ) Όπ.π.
( 38 ) Βλ. απόφαση στην υπόθεση EOC, όπ.π., σκέψη 15, και την παρεμφερή σκέψη 9 της αποφάσεως στην υπόθεση Thomas κ.λπ., όπ.π.
( 39 ) Βλ. διατακτικό της αποφάσεως EOC, όπ.π., και απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψεις 10 επ.
( 40 ) Βλ. συναφώς τη απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 13.
( 41 ) Στο εξής: NI-Fund.
( 42 ) «self-contained».
( 43 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π.
( 44 ) Παράγραφος 22, βλ. σ. 15 του υπομνήματος παρατηρήσεων των αιτουσών.
( 45 ) Απόφαση EOC, όπ.π.
( 46 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 15.
( 47 ) Προτάσεις στην υπόθεση Thomas κ.λπ., όπ.π., σημείο 10.
( 48 ) Κατά την έννοια των αποφάσεων EOC, όπ.π., σκέψη 15, και Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 9.
( 49 ) Βλ. σ. 12 του υπομνήματος παρατηρήσεων της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου.
( 50 ) Ένορκη βεβαίωση του civil servant (δημοσίου υπαλλήλου) John Francis Palmer, η οποία προσκομίστηκε ως αποδεικτικό μέσο στο πλαίσιο της κύριας δίκης.
( 51 ) Βλ. σ. 18 του υπομνήματος παρατηρήσεων της Επιτροπής.
( 52 ) «Test», κατά την επιχειρηματολογία των αιτουσών, βλ. σ. 13 των παρατηρήσεων τους.
( 53 ) Οδηγία 79/7, όπ.π.
( 54 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42).
( 55 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 9ης Φεβρουαρίου 1976 περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
( 56 ) Οδηγία 79/7, όπ.π.
( 57 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1986 για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ L 225, σ. 40).
( 58 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (10η ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1).
( 59 ) Απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 8.
( 60 ) Το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του ασφαλή αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τους ισολογισμούς του NI-Fund για κάποιο μακρό χρονικό διάστημα. Όμως, στο παράρτημα Β των παρατηρήσεων της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου περιέχεται ο ισολογισμός για το οικονομικό έτος 1990/1991. Παραθέτω ορισμένα από τα στοιχεία για να δείξω τα μεγέθη των ποσών. Έσοδα από εισφορές: 30863 εκατ. UKL από επενδύσεις: 996 εκατ. UKL από αποθεματικά (αξία των τίτλων του «Redundancy Fund»): 923 εκατ. UKL από επιστροφές: 436 εκατ. UKL.
( 61 ) Ενδεικτικό του μεγέθους των επιχορηγήσεων είναι ένα από τα ποσά που ανέφεραν οι αιτούσες. Ενώ το ποσοστό των εσόδων που αντιπροσώπευαν οι επιχορηγήσεις κατά το οικονομικό έτος 1985/1986 ανερχόταν σε 9 %, η πραγματική συμμετοχή του Δημοσίου υπολογίζεται σε άλλο σημείο σε 2,1613 (sic) εκατ. UKL (σ. 14 του υπομνήματος παρατηρήσεων).
( 62 ) Οι αρχές αυτές έχουν πλήρη εφαρμογή στους δικαιούχους συντάξεως αναπηρίας πριν τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως οι μετέπειτα περίοδοι δεν συνυπολογίζονται πλέον για την κτήση δικαιωμάτων επί μεγαλύτερης συντάξεως, δηλαδή δεν «πιστώνονται» πλέον.
( 63 ) Βλ. επίοης απόφαση της 7ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση C-420/92, Bramhill (Συλλογή 1994, σ. Ι-3191).
( 64 ) White Paper Equality in State Pension Age Cm 2420, December 1993, παράρτημα Α του υπομνήματος παρατηρήσεων της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου.
( 65 ) Απόφαση EOC, όπ.π., σκέψη 15, και απόφαση Thomas κ.λπ., όπ.π., σκέψη 9.
Full & Egal Universal Law Academy