Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να λάβει εντός των ταχθεισών προθεσμιών τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 90/667/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, για τη θέσπιση υγειονομικών κανόνων για τη διάθεση και τη μεταποίηση ζωικών αποβλήτων, τη διάθεσή τους στην αγορά και την προστασία από τους παθογόνους οργανισμούς των ζωοτροφών ζωικής προέλευσης ή με βάση τα ψάρια και για την τροποποίηση της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ (1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2. Δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίσουν τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1991.
Επειδή το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν προέβη στην εφαρμογή της οδηγίας εντός της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως της 20ής Μαΐου 1992, κίνησε τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως του άρθρου 169 της Συνθήκης. Παρά τις διαβεβαιώσεις που παρείχαν ως προς το σημείο αυτό οι ολλανδικές αρχές, η οδηγία εξακολουθούσε να μην έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη κατά την εκπνοή της δίμηνης προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 14ης Απριλίου 1993. Η Επιτροπή άσκησε κατά συνέπεια, στις 17 Μαρτίου 1994, την παρούσα προσφυγή.
3. Πρέπει να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό ότι, με το έγγραφο οχλήσεως και με την αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή περιορίστηκε να προσάψει στην Ολλανδική Κυβέρνηση την παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από την ίδια την οδηγία, καθώς και υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 181, τρίτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης. Τουναντίον, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, το ίδιο όργανο ισχυρίστηκε ότι η παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, καθόσον μπορεί να διακυβεύσει την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, συνιστούσε παράβαση και των διατάξεων του άρθρου 7 Α σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης.
Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με παγία νομολογία του Δικαστηρίου (2), το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης περιορίζεται από το προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητικό στάδιο που ρυθμίζεται από τη διάταξη αυτή, καθώς και από τα αιτήματα της προσφυγής, και ότι η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στις ίδιες αιτιολογικές σκέψεις και στους ίδιους ισχυρισμούς. Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής είναι εν πάση περιπτώσει απαράδεκτη καθόσον παραπέμπει στο άρθρο 7 Α της Συνθήκης.
4. Θα εξετάσω τώρα την ουσία της υποθέσεως. Η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτεται: περιορίζεται πράγματι, αφενός μεν, να δικαιολογήσει την παράλειψη της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο εντός των ταχθεισών προθεσμιών επικαλούμενη τον περίπλοκο χαρακτήρα των νομοθετικών τροποποιήσεων που πρέπει να πραγματοποιηθούν και τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν στο πλαίσιο των σχετικών κοινοβουλευτικών διαδικασιών, αφετέρου δε, να υπογραμμίσει ότι τα μέτρα εφαρμογής θα ετίθεντο συντόμως σε ισχύ.
Εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία 90/667 δεν τέθηκε σε εφαρμογή εντός της προθεσμίας που θέτει το άρθρο 21 της οδηγίας, πρέπει να αναγνωριστεί η παράβαση την οποία προβάλλει συναφώς η Επιτροπή.
5. Όσον αφορά την προβαλλομένη παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης, υπενθυμίζω ωστόσο ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία (3), το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις ειδικές υποχρεώσεις που του επιβάλλει μια οδηγία καθιστά περιττό να εξεταστεί εάν, για τον λόγο αυτό, παρέβη και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης (4).
Αρκεί επομένως να διαπιστωθεί η εκ μέρους του Βασιλείου των Κάτω Χωρών παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την ίδια την οδηγία, ειδικότερα δε από το άρθρο 21.
6. Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο
* να κρίνει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να θεσπίσει εντός των ταχθεισών προθεσμιών τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή του στην οδηγία 90/667/ΕΟΚ του Συμβουλίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία
* να καταδικάσει το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * ΕΕ L 363, σ. 51.
(2) * Βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C-243/89, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1993, σ. Ι-3353, σκέψη 13).
(3) * Βλ. τελευταίως την απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-65/94, Επιτροπή κατά Βελγίου (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
(4) * Συναφώς, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η ίδια λογική εφαρμόζεται και για την φερομένη παράβαση των άρθρων 7 Α και 5 της Συνθήκης, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, βεβαίως, μια τέτοια νομική βάση θα είχε χρησιμοποιηθεί ήδη από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και όχι, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.
Full & Egal Universal Law Academy