Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Μαρτίου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ:
* να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας και μη θέτοντας σε ισχύ εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 90/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1) (με εξαίρεση τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 2), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
* να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
2. Βάσει του άρθρου 15 της προαναφερόμενης οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία το αργότερο μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1991 και αμέσως να πληροφορήσουν σχετικώς την Επιτροπή, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 2 (για το οποίο η οριστική ημερομηνία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο καθορίστηκε η 31η Δεκεμβρίου 1992), που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
3. Της διαδικασίας αυτής προηγήθηκε το έγγραφο οχλήσεως της 20ής Μαΐου 1992 και εν συνεχεία η αιτιολογημένη γνώμη της 3ης Μαΐου 1993.
4. Το Βασίλειο της Ισπανίας, με τις τελευταίες γραπτές του παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, αμφισβητεί το βάσιμο της προσφυγής, επικαλούμενο την "επικείμενη" δημοσίευση ενός βασιλικού διατάγματος προτάσει του υπουργικού συμβουλίου. Η επεξεργασία του σχεδίου του διατάγματος αυτού έχει "προχωρήσει σημαντικά".
5. Πάντως, έστω κι αν υποτεθεί ότι η παράβαση τερματίζεται πάραυτα, δεν αμφισβητείται ότι η νομοθεσία δεν είχε τεθεί σε ισχύ με τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, προθεσμία η οποία συνιστά την ημερομηνία που ασκεί επιρροή (2). Εν πάση περιπτώσει, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο (3).
6. Εκ τούτου έπεται ότι η παράβαση που προσάπτει η Επιτροπή στο Βασίλειο της Ισπανίας έχει αποδειχθεί.
7. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
* να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να μεταφέρει στην εσωτερική του έννομη τάξη την οδηγία 90/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Μαρτίου 1990, για τον καθορισμό των όρων παρασκευής, διάθεσης στην αγορά και χρήσης των φαρμακούχων ζωοτροφών στην Κοινότητα (εξαιρουμένου του άρθρου 11, παράγραφος 2), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ, και το άρθρο 15, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της προαναφερόμενης οδηγίας
* να καταδικάσει το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) * Οδηγία της 26ης Μαρτίου 1990, για τον καθορισμό των όρων παρασκευής, διάθεσης στην αγορά και χρήσης των φαρμακούχων ζωοτροφών στην Κοινότητα (ΕΕ L 92, σ. 42).
(2) * Βλ. απόφαση της 13ης Απριλίου 1994, C-313/93, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1994, σ. Ι-1279, σκέψη 10).
(3) * Βλ., τελευταία, την απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-65/94, Επιτροπή κατά Βελγίου (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
Full & Egal Universal Law Academy