ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 4ης Μαΐου 1995 ( *1 )
A — Εισαγωγή
1.
Η υποβληθείσα από το Arbeidsrechtbank Antwerpen αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, και του άρθρου 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ( 1 ) ενόψει του υπολογισμού συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία της προσφεύγουσας της κύριας δίκης εκ μέρους του Rijksdienst voor Pensioenen (στο εξής: καθού), τον οποίο το αιτούν δικαστήριο πρέπει να επαληθεύσει.
2.
Το ιστορικό της διαφοράς έχει ως εξής:
Η προσφεύγουσα γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1921 στη Γερμανία. Από το τέλος του 1937 μέχρι τις αρχές του 1948 ( 2 ) εργάστηκε στη Γερμανία. Λόγω του γάμου της με έναν Βέλγο στις 31 Ιανουαρίου 1948 απέκτησε τη βελγική ιθαγένεια. Κατά τη διάρκεια του γάμου εργάστηκε με μερική απασχόληση από το 1973 έως το 1979. Από τον Μάρτιο 1981, οι σύζυγοι ζουν χωριστά. Το διαζύγιο καταχωρίσθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1991 στο μητρώο προσωπικής καταστάσεως και κατέστη, επομένως, οριστικό.
3.
Η συνταξιοδοτική κατάσταση της προσφεύγουσας διαμορφώνεται ως εξής:
Από το 60ό έτος της ηλικίας της και από 1ης Δεκεμβρίου 1981, η προσφεύγουσα λαμβάνει βελγική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία υπό την ιδιότητα της αγάμου ή διαζευγμένης βάσει της περίπου επταετούς επαγγελματικής δραστηριότητας της στο Βέλγιο. Από το 65ο έτος της ηλικίας της και από 1ης Δεκεμβρίου 1986 λαμβάνει γερμανική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία βάσει της περίπου εντεκαετούς επαγγελματικής δραστηριότητας της στη Γερμανία.
Λόγω του ότι ο σύζυγος της προσφεύγουσας συνταξιοδοτήθηκε με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, η συνταξιοδοτική κατάσταση αυτής τροποποιήθηκε από την 1η Ιουλίου 1988. Εξακολούθησε να λαμβάνει τη γερμανική σύνταξη της και βελγική σύνταξη λόγω της ιδιότητάς της ως εν διαστάσει συζύγου. Στις 15 Απριλίου 1988, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από την ιδίω δικαιώματι βελγική σύνταξη, μέχρις ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία διαζυγίου, πράγμα το οποίο συνέβη στις 12 Φεβρουαρίου 1991 με την εγγραφή στο μητρώο προσωπικής καταστάσεως. Η αναστολή της συντάξεως αυτής συνεχίστηκε. Με το διαζύγιο, η συνταξιοδοτική κατάσταση της προσφεύγουσας τροποποιήθηκε εκ νέου. Με απόφαση της 10ης Ιουλίου 1991, αναγνωρίστηκε στην προσφεύγουσα σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία από 1ης Μαρτίου 1991 υπό την ιδιότητά της της διαζευγμένης συζύγου βάσει αναγνωρισθείσας ασφαλιστικής σταδιοδρομίας 33 ετών (1948 έως 1980), εκ των οποίων εντούτοις τέσσερα έτη δεν ελήφθησαν υπόψη λόγω υπερβάσεως της πλήρους μονάδας συντάξεως.
4.
Το καθού προέβη στον εξής υπολογισμό:
Οι χρονικές περίοδοι που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία υπό την ιδιότητα της διαζευγμένης συζύγου: 33 έτη (1948 έως 1980 — από τη σύναψη του γάμου έως τον πραγματικό χωρισμό). Χρονική περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη στην ιδίω δικαιώματι σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία: 11 έτη (1936 και 1938 έως 1947 ( 3 ) — επαγγελματική δραστηριότητα στη Γερμανία εκτός της εγγάμου περιόδου) και 7 έτη (1973 έως 1979 — επαγγελματική δραστηριότητα στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια της εγγάμου περιόδου), επομένως, άθροισμα 18 ετών. Συνολικώς πρέπει να ληφθούν υπόψη 51 (33 συν 18) έτη, εκ των οποίων 7 διπλά έτη (1973 έως 1979), ώστε να υπάρχει υπέρβαση της πλήρους μονάδας (40/40) κατά τέσσερα έτη (51 μείον 7 ίσον 44). Δυνάμει του νόμου ( 4 ) πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο τα σαράντα έτη, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα τις μεγαλύτερες δυνατές συνταξιοδοτικές αξιώσεις. Επομένως, τα λιγότερο ευνοϊκά έτη, 1948 έως 1951, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη.
5.
Ο προκείμενος υπολογισμός βασίζεται στα άρθρα 75 επ. του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 ( 5 ). Βάσει των διατάξεων αυτών, η διαζευγμένη σύζυγος λαμβάνει υπό τις ίδιες προϋποθέσεις σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία, ως αν ( 6 ) κατά τη διάρκεια του γάμου με τον πρώην σύζυγο της είχε η ίδια ασκήσει έμμισθη επαγγελματική δραστηριότητα ( 7 ). Οι αξιώσεις ευνοουμένου προσώπου πρέπει να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως ( 8 ). Το καθού εφάρμοσε τη διάταξη περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων του άρθρου 10 bis του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50 ( 9 ). Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:
«Οσάκις μισθωτός εργαζόμενος μπορεί να αξιώνει σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία βάσει του παρόντος διατάγματος, καθώς και σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία ή ένα πλεονέκτημα βάσει ενός ή περισσοτέρων άλλων συστημάτων και οσάκις το άθροισμα των κλασμάτων το οποίο εκφράζει την έκταση κάθε μιας από αυτές τις συντάξεις υπερβαίνει μία πλήρη μονάδα συντάξεως, η επαγγελματική σταδιοδρομία που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως του μισθωτού μειώνεται κατά τόσα έτη όσα είναι αναγκαία για να περιορισθεί το εν λόγω άθροισμα σε μία πλήρη μονάδα συντάξεως ( 10 ).
(...)
Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου πρέπει να νοείται ως “άλλο σύστημα” οποιοδήποτε άλλο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα, εξαιρέσει αυτού των μη μισθωτών, και κάθε συγκρίσιμο σύστημα άλλου κράτους ή ένα επί του προσωπικού ενός οργανισμού του διεθνούς δημοσίου δικαίου εφαρμοστέο σύστημα.» ( 11 )
6.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1991, καθόσον το καθού δεν έλαβε υπόψη τα από το 1948 έως το 1951 έτη του γάμου. Αυτή θεωρεί ότι δικαιούται συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία κατά το γερμανικό δίκαιο και συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία κατά το βελγικό δίκαιο. Αμφότερες οι συντάξεις λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία αποτελούν παροχές ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 επομένως, η βελγική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία δεν πρέπει να μειωθεί.
7.
Το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει με την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως την εξής άποψη:
Η σώρευση συντάξεων από διαφορετικά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ρυθμίζεται από τον κανονισμό 1408/71 και, ιδίως, τα άρθρα του 12, παράγραφος 2, και 46, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως παροχών, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση της σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Η κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο απαγόρευση της εφαρμογής εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων ισχύει μόνο στην περίπτωση της σωρεύσεως «παροχών ιδίας φύσεως», οι οποίες εκκαθαρίσθηκαν από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τα άρθρα 46, 50, 51 ή 60, παράγραφος 1, στοιχείο β'. Ως προς τον ορισμό των «παροχών ιδίας φύσεως» το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στο άρθρο 46α του κανονισμού 1408/71 ( 12 ). Η απάντηση στο για την παρούσα διαφορά αποφασιστικής σημασίας ερώτημα αν η διάταξη του άρθρου 10 bis του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50 περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων έχει εφαρμογή εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα αν η σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία της διαζευγμένης συζύγου και η σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία ιδίω δικαιώματι αποτελούν παροχές ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
8.
Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Αποτελούν παροχές της ιδίας φύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, και με τις ενδεχόμενες συναφείς συνέπειες ως προς την εφαρμογή των άρθρων 46 και 46α του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, η γερμανική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία, την οποία η ενδιαφερομένη έλαβε σύμφωνα με τον Angestelltenversicherungsgesetz [γερμανικός νόμος περί κοινωνικής ασφαλίσεως μισθωτών], βάσει περιόδων ασφαλίσεως τις οποίες η ίδια διή-νυσε στη Γερμανία, και η βελγική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία, την οποία έλαβε ως διαζευγμένη σύζυγος κατ' εφαρμογήν της βελγικής νομοθεσίας περί συντάξεων, ειδικότερα των άρθρων 75 και 76 του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50 ( 13 ) (της 21ης Δεκεμβρίου 1967), βάσει περιόδων ασφαλίσεως τις οποίες διήνυσε ο πρώην σύζυγος, και την οποία η διαζευγμένη σύζυγος λαμβάνει υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ως εάν αυτή η ίδια, κατά τη διάρκεια του γάμου με τον πρώην σύζυγο, είχε εργασθεί ως μισθωτή;»
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ως προς τα επιχειρήματα των διαδίκων
9.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως της ως διαζευγμένης, κακώς εφαρμόσθηκε η διάταξη περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων του άρθρου 10 bis του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50. Η σώρευση συντάξεων από διαφορετικά κράτη μέλη ρυθμίζεται από τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 46 του κανονισμού 1408/71, όπως ερμηνεύονται από το δικαστήριο. Επομένως, εθνική ρύθμιση περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων εφαρμόζεται μόνον αν αυτή έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερη σύνταξη από αυτήν που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού. Η προσφεύγουσα ζητεί, επομένως, τον υπολογισμό της συντάξεως της σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ της δικής της συντάξεως, υπολογισθείσας σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις (περιλαμβανομένης της εφαρμογής του άρθρου 10 bis του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50), και της κατά το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 υπολογιζομένης. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ιδίω δικαιώματι σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία και η σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία υπό την ιδιότητα της διαζευγμένης συζύγου αποτελούν παροχές της ιδίας φύσεως. Στηρίζεται συναφώς στο άρθρο 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, στη βελγική νομική θεωρία, καθώς και στην απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1987 στην υπόθεση Coenen ( 14 ).
10.
Το καθού υποστηρίζει αντιθέτως την άποψη ότι η σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία της προσφεύγουσας υπό την ιδιότητα της διαζευγμένης συζύγου πρέπει να καθορίζεται αποκλειστικά σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο. Η σύνταξη του διαζευγμένου συζύγου δεν χορηγείται βάσει ιδίων περιόδων ασφαλίσεως αλλά βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που διήνυσε ο πρώην σύζυγος. Επομένως, για τον υπολογισμό της επίδικης συντάξεως δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71, διότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνον αν σωρεύονται ως προς ένα πρόσωπο παροχές της ιδίας φύσεως διαφορετικών κρατών μελών. Ακόμη και αν ο κανονισμός 1408/71 έχει εφαρμογή, το άρθρο του 12, παράγραφος 2, δεν αποκλείει την εφαρμογή της διατάξεως περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων του άρθρου 10 bis του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για παροχές της ιδίας φύσεως.
11.
Εξάλλου, το άρθρο 10 bis του βασιλικού διατάγματος δεν αποτελεί καθεαυτό διάταξη περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων αλλά κανόνα οροθετήσεως ( 15 ). Για τον καθορισμό της συντάξεως της προσφεύγουσας πρέπει να γίνουν δύο μεταξύ τους διακρινόμενοι υπολογισμοί, δηλαδή, αφενός ο υπολογισμός της συντάξεως ιδίω δικαιώματι για την εντεκαετή επαγγελματική δραστηριότητα στη Γερμανία και την επταετή επαγγελματική δραστηριότητα στο Βέλγιο βάσει του κανονισμού 1408/71. Αφετέρου, πρέπει να υπολογισθεί η σύνταξη υπό την ιδιότητα της διαζευγμένης συζύγου βάσει μόνο της βελγικής νομοθεσίας. Τέλος, αμφότερες οι συντάξεις θα προστεθούν και θα καταβληθούν μαζί. Καταλήγοντας, το καθού προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
12.
Η Επιτροπή επισημαίνει κατ' αρχάς ότι το αιτούν δικαστήριο επικαλείται τα άρθρα 12, 46 και 46α του κανονισμού 1408/71, όμως τα άρθρα 12 και 46 τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 1248/92 με ισχύ από την 1η Ιουνίου 1992 ( 16 ) και το άρθρο 46α προστέθηκε στον κανονισμό 1408/71. Κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 10 Ιουλίου 1991, είχε εφαρμογή το «παλαιό κείμενο» του κανονισμού 1408/71. Επομένως, το νομικό ερώτημα πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί υπό το φως των διατάξεων αυτών. Με τον κανονισμό 1248/92 προστέθηκε, αντιθέτως, το άρθρο 95α στον κανονισμό 1408/71, βάσει του οποίου μπορούν να αναθεωρούνται οι συντάξεις, κατόπιν αιτήσεως, σύμφωνα με τον κανονισμό 1248/92, ώστε η νομική κατάσταση πρέπει να εξετασθεί επίσης υπό το φως των νέων διατάξεων.
13.
Η Επιτροπή παρουσιάζει τη νομική κατάσταση τόσο πριν από την τροποποίηση με τον κανονισμό 1248/92 όσο και μετά από αυτήν, προκειμένου να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα για το υπό κρίση νομικό ζήτημα. Πρόκειται για το εάν μία κατά τον γερμανικό Angestelltenversicherungsgesetz σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία και μια βελγική σύνταξη για τον διαζευγμένο σύζυγο αποτελούν παροχές της ιδίας φύσεως κατά την έννοια των διατάξεων όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο. Πρέπει να εξετασθεί αν το αντικείμενο και ο σκοπός των παροχών καθώς και η βάση υπολογισμού τους και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση τους είναι πανομοιότυπες.
14.
Ο σκοπός της γερμανικής συντάξεως έγκειται στην εξασφάλιση για τον εργαζόμενο επαρκών μέσων συντηρήσεως με την έναρξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος του. Η βάση του υπολογισμού και οι προϋποθέσεις χορηγήσεως καθορίζονται βάσει του αριθμού των ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων ο εργαζόμενος πράγματι εργάστηκε, και βάσει του ύψους της κατά τη χρονική αυτή περίοδο λαμβανομένης αμοιβής. Πρόκειται για μια κλασική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία.
15.
Ο σκοπός της βελγικής συντάξεως έγκειται, αντιθέτως, στην εξασφάλιση επαρκών μέσων συντηρήσεως για τον διαζευγμένο σύζυγο, ο οποίος δεν μπορεί πλέον να έχει στη διάθεση του το εισόδημα του πρώην συζύγου, και μάλιστα κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο συμπλήρωσε την ηλικία συνταξιοδοτήσεως ή από το διαζύγιο, εφόσον αυτό επέλθει μεταγενέστερα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η σύνταξη αυτή εμφανίζεται ως αντιστάθμισμα για το ότι ο δικαιούχος δεν μπορεί πλέον να έχει στη διάθεση του τα εισοδήματα του πρώην συζύγου, δεδομένου ότι προϋπόθεση της χορηγήσεως είναι ο δικαιούχος να μη νυμφεύθηκε εκ νέου. Η σύνταξη αυτή αποκτάται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ως αν ο σύζυγος, κατά τη διάρκεια του γάμου, είχε ασκήσει ο ίδιος επαγγελματική δραστηριότητα ως μισθωτός.
16.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει τις αποφάσεις Stefanutti ( 17 ) και Coenen ( 18 ) και συνάγει από αυτές το συμπέρασμα ότι παροχές, οι οποίες υπολογίζονται ή παρέχονται βάσει της σταδιοδρομίας δύο διαφορετικών προσώπων, δεν μπορούν να θεωρούνται ως παροχές της ιδίας φύσεως, πράγμα το οποίο πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να ληφθεί ως βάση. Αν και η βελγική σύνταξη διαζευγμένου συζύγου πρέπει να θεωρείται ως προσωπική σύνταξη, ως αν ο ίδιος ο δικαιούχος άσκησε την επαγγελματική δραστηριότητα του πρώην συζύγου, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, πρόκειται στην περίπτωση αυτή για ένα ίδιο χαρακτηριστικό της βελγικής νομοθεσίας. Η Επιτροπή υποστηρίζει, επομένως, την άποψη ότι μια γερμανική σύνταξη σύμφωνα με τον Angestelltenversicherungsgesetz και μια βελγική σύνταξη του διαζευγμένου συζύγου δεν πρέπει να θεωρούνται ούτε ως παροχές της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του παλαιού κειμένου του κανονισμού 1408/71 ούτε κατά την έννοια του άρθρου 46α, παράγραφος 1, του νέου κειμένου του κανονισμού 1408/71.
Ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
17.
Το καθού παραπέμπει στην απόφαση Adlerblum ( 19 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν είναι αρμόδιο «να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί του ερωτήματος του κατά το γαλλικό δίκαιο περί κοινωνικής ασφαλίσεως χαρακτηρισμού μιας βάσει του γερμανικού νόμου περί αποζημιώσεως (Bundesentschädingungsgesetz) χορηγούμενης παροχής», για να καταστήσει σαφές ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να προβεί σε χαρακτηρισμό της βελγικής συντάξεως διαζευγμένου συζύγου.
18.
Απαντώντας σε ερωτήματα σχετικά με τον χαρακτηρισμό υπηρεσιών που είχε παράσχει άλλο κράτος μέλος για την εφαρμογή εθνικών διατάξεων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την απόφαση Stefanutti ότι αυτά τα ερωτήματα ρυθμίζονται μόνο από το εθνικό δίκαιο. Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει το περιεχόμενο και την ερμηνεία των διατάξεων της δικής του νομοθεσίας περί της σωρεύσεως παροχών ( 20 ).
19.
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Coenen ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει κινηθεί δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν έχει αρμοδιότητα για να εφαρμόσει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου σε συγκεκριμένη περίπτωση και, επομένως, δεν έχει αρμοδιότητα για να χαρακτηρίσει διατάξεις εθνικού δικαίου ενόψει αυτού του κανόνα μπορεί ωστόσο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο κάθε ερμηνευτικό στοιχείο που αφορά το κοινοτικό δίκαιο και θα μπορούσε να του είναι χρήσιμο για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των εν λόγω διατάξεων ( 21 ). 'Ετσι πρέπει το Δικαστήριο να κρίνει και στην παρούσα υπόθεση.
Ως προς το πεδίο εφαρμογής τον κανονισμού 1408/71
20.
Η προσφεύγουσα εμπίπτει αναμφίβολα στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, κατά την έννοια του άρθρου του 2. Αυτή διετέλεσε μισθωτή εργαζομένη σε δύο κράτη μέλη της Κοινότητας. Το καθού επίσης θεωρεί ότι η ιδίω δικαιώματι σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία της προσφεύγουσας πρέπει να υπολογισθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71.
Ως προς την απάντηση τον προδικαστικού ερωτήματος σύμφωνα με το «παλαιό κείμενο» τον κανονισμού 1408/71
21.
Το τεθέν νομικό ερώτημα πρέπει, κατ' αρχάς, να εξετασθεί υπό το πρίσμα του κειμένου του κανονισμού 1408/71 που ίσχυε κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ( 22 ).
22.
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη πρόταση, επιτρέπει κατ' ουσίαν την εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερη πρόταση, υφίσταται μια εξαίρεση από την αρχή αυτή για παροχές της ιδίας φύσεως μεταξύ άλλων για παροχές γήρατος. Μπορεί μεν, από τηναπόφαση στην υπόθεση Fabrizii κ.λπ. ( 23 ) τουλάχιστον, να γίνεται δεκτό ότι μια διάταξη όπως αυτή του άρθρου 10 bis του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50 αποτελεί διάταξη περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, αλλά ήδη προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με συγκρίσιμους κανόνες ωθούσε προς την κατεύθυνση αυτή ( 24 ).
23.
Ως προς τον υπολογισμό των συντάξεων λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία μπορούν να συναχθούν, βάσει της άφθονης νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 46 ( 25 ) του κανονισμού 1408/71, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη το άρθρο 7 ( 26 ) του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, που καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138), οι εξής αρχές:
—
Αν μια σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία υπολογίζεται αποκλειστικώς βάσει εθνικών διατάξεων, τότε έχουν επίσης εφαρμογή οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων (εξωτερική) ( 27 ).
—
Αν, αντιθέτως, υπολογίζεται βάσει του άρθρου 46, τότε ο κανονισμός 1408/71 πρέπει να εφαρμόζεται στο σύνολó του, ώστε οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων να μην εφαρμόζονται επί παροχών της ιδίας φύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, αυτό δε ούτε και κατά τον υπολογισμό της αυτοτελούς παροχής κατά την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 1 ( 28 ).
24.
Επειδή ο αρμόδιος φορέας, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, υποχρεούται να καθορίσει το ποσό της παροχής σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, δηλαδή, εφαρμόζοντας τους κοινοτικούς κανόνες υπολογισμού, προκειμένου στη συνέχεια να προβεί σε σύγκριση αμφοτέρων των ποσών και να επιτρέψει την καταβολή του υψηλοτέρου των ποσών, μπορεί η μη εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων να επιδράσει ευνοϊκά επί του ύψους της πράγματι πληρωτέας συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία.
25.
Αν οι παροχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη δεν είναι ιδίας φύσεως, τότε το κοινοτικό δίκαιο αναμφίβολα δεν απαγορεύει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων που τις αφορούν.
26.
Επομένως, έχει σημασία αν η περί ης ο λόγος βελγική παροχή αποτελεί παροχή ιδίας φύσεως όπως μια σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία, πράγμα το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα να εμπίπτει αυτή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 46 ( 29 ), οι δε εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων να μην εφαρμόζονται κατά την πραγματοποίηση του συγκριτικού υπολογισμού.
27.
Με την μέχρι τώρα νομολογία του, το Δικαστήριο έχει περιγράψει τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των παροχών της ιδίας φύσεως ως εξής:
«Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών, πρέπει να θεωρούνται ότι είναι της ιδίας φύσεως όταν το αντικείμενο τους και ο σκοπός τους, καθώς και η βάση υπολογισμού τους και οι προϋποθέσεις χορηγήσεως τους είναι όμοιες. Αντίθετα, δεν πρέπει να θεωρούνται ως συστατικά στοιχεία για την κατάταξη των παροχών χαρακτηριστικά που είναι μόνο τυπικά.» ( 30 )
28.
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν τα αποφασιστικά κριτήρια της βελγικής συντάξεως διαζευγμένου συζύγου μπορούν να συγκριθούν με εκείνα της κλασικής συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία σύμφωνα με τον γερμανικό Angestelltenversicherungsgesetz. Το αντικείμενο και ο σκοπός της βελγικής συντάξεως διαζευγμένου συζύγου είναι ασφαλώς, όπως στην περίπτωση κάθε κλασικής συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία, η εξασφάλιση επαρκών μέσων διαβιώσεως κατά το γήρας. Οι προϋποθέσεις της χορηγήσεως καθώς και το ύψος των παροχών συνδέονται κατ' αρχήν τόσο στην περίπτωση μιας κλασικής συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία όσο και στην περίπτωση της βελγικής συντάξεως διαζευγμένου συζύγου με την προσωπική σταδιοδρομία του δικαιούχου. Στην περίπτωση της βελγικής συντάξεως διαζευγμένου συζύγου, το πλάσμα δικαίου ( 31 ) του άρθρου 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 καθιστά δυνατό να υπολογίζονται τα έτη γάμου ως διανυθείσες περίοδοι προσωπικής επαγγελματικής δραστηριότητας.
29.
Η κοινωνική πολιτική, που ενέπνευσε την έκδοση του μέτρου, δεν επηρεάζει ουδόλως τη νομική μορφή με την οποία αυτό εμφανίζεται. Το καθού αναφέρθηκε εμπεριστατωμένα στο δικαιοπολιτικό υπόβαθρο του νομοθετικού μέτρου, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως του περί διαζυγίου δικαίου στο Βέλγιο. Υπήρχε η πρόθεση να δοθεί στον διαζευγμένο σύζυγο προσωπικό δικαίωμα, σε μεγάλο βαθμό αυτοτελές έναντι της συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία του πρώην συζύγου, πράγμα το οποίο με το άρθρο 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 απέκτησε ισχύ νόμου.
30.
Η αυτοτέλεια αυτή υφίσταται από πολλές απόψεις. Αντίθετα προς τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, οι περίοδοι που μπορούν να συνυπολογισθούν, ακριβώς, δεν είναι οι περίοδοι της επαγγελματικής δραστηριότητας του πρώην συζύγου αλλά τα έτη γάμου, τα οποία συνιστούν προϋπόθεση που πρέπει να πληροί ο ίδιος ο δικαιούχος. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την απόφαση ( 32 ) του βελγικού Cour de cassation, της 14ης Φεβρουαρίου 1994 ( 33 ), την οποία παρέθεσε το καθού, σύμφωνα με την οποία τα άρθρα 75 και 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 έχουν την έννοια ότι δεν επιβάλλουν ο διαζευγμένος σύζυγος να θεωρείται ότι άσκησε την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα με τον πρώην σύζυγο ( 34 ). Επίσης, η αξίωση παροχής του πρώην εργαζομένου συζύγου δεν ελαττούται. Επομένως, θα ήταν λάθος ο ισχυρισμός ότι η σύνταξη διαζευγμένου συζύγου χορηγείται βάσει των εισφορών που κατέβαλε ο πρώην σύζυγος ή ότι η παροχή πρέπει να θεωρείται ως μέρος της συντάξεως λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία που δικαιούται ο πρώην σύζυγος. Την επιπλέον οικονομική δαπάνη για τη χορήγηση συντάξεως του διαζευγμένου συζύγου φέρει το σύνολο των ασφαλισμένων.
31.
Η αυτοτέλεια της συντάξεως διαζευγμένου συζύγου δεν εμποδίζει το ύψος της παροχής να υπολογίζεται εν αναφορά προς το εισόδημα του πρώην συζύγου του κατά τη διάρκεια των ετών του γάμου που πρέπει να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 77 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 ( 35 ). Ελλείψει πραγματικών εισφορών του διαζευγμένου συζύγου, η στηριζομένη στο πλάσμα δικαίου του άρθρου 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 σύνταξη, καθώς και οι προϋποθέσεις της χορηγήσεως της, αντιγράφουν σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες χορηγήσεως συντάξεως βάσει ιδίων εισφορών, καθόσον το πραγματικό εισόδημα του συζύγου κατά τη διάρκεια του κρισίμου χρονικού διαστήματος λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό. Με την αναφορά στην προσωπική σταδιοδρομία των δικαιουμένων, επιτυγχάνεται μια σε μεγάλο βαθμό εξομοίωση των προϋποθέσεων της χορηγήσεως της συντάξεως.
32.
Η συλλογιστική της Επιτροπής δεν μου φαίνεται εντελώς συνεπής όταν αναφέρει ότι το αντικείμενο και ο σκοπός της βελγικής συντάξεως διαζευγμένων είναι διαφορετικός απ' ό,τι αυτός της γερμανικής συντάξεως σύμφωνα με τον γερμανικό Angestelltenversicherungsgesetz, για τον λόγο ότι, κατ' αυτήν, η σύνταξη διαζευγμένου συζύγου εμφανίζεται ως αντιστάθμισμα για το ότι ο δικαιούχος δεν μπορεί πλέον να έχει στη διάθεση του τα εισοδήματα του πρώην συζύγου, αφού προϋπόθεση της χορηγήσεως της είναι αυτός να μη ξαναπα-ντρευθεί. Ο χρόνος της συνάψεως νέου γάμου δεν έχει καμία σχέση με το αν η δικαιούχος μπορεί ή δεν μπορεί να έχει στη διάθεση της το εισόδημα του πρώην συζύγου. Υπό την προϋπόθεση ότι αυτή μπορούσε να έχει στη διάθεση της, στην περίπτωση υφισταμένου γάμου, το εισόδημα του συζύγου, το εν λόγω δικαίωμα παύει το αργότερο με το διαζύγιο, ενδεχομένως ήδη με τον χωρισμό, για τον λόγο δε αυτό η κατάσταση αυτή έχει ήδη έννομες συνταξιοδοτικές συνέπειες ( 36 ).
33.
Η σύνταξη διαζευγμένου συζύγου φαίνεται να έχει τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνικοποιημένης αξιώσεως διατροφής. Ενόψει αυτού, η κατάργηση της αξιώσεως συντάξεως σε περίπτωση συνάψεως νέου γάμου είναι εύλογη, δεδομένου ότι με τη σύναψη του γάμου δημιουργείται προσωπική αξίωση διατροφής έναντι του συζύγου, ο οποίος στην περίπτωση δικαιώματος συντάξεως, ενδεχομένως, μπορεί να απαιτήσει υψηλότερη παροχή λόγω της καταστάσεως του ως εγγάμου, η οποία τότε προηγείται της «κοινωνικοποιημένης αξιώσεως διατροφής». Εντούτοις, η σκέψη αυτή δεν έχει σχέση, εν τέλει, ως προς την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Αποφασιστική σημασία για τον χαρακτηρισμό έχει η αντικειμενική εικόνα της παροχής συντάξεως, όπως αυτή ορίζεται από τις νομοθετικές διατάξεις.
34.
Πρέπει συναφώς να θεωρείται ότι η βελγική σύνταξη διαζευγμένου συζύγου αποτελεί προσωπική σύνταξη, η οποία δυνάμει νόμου εξομοιούται με σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία του μισθωτού εργαζομένου. Η εξομοίωση φθάνει μέχρι του σημείου η σύνταξη διαζευγμένου συζύγου να ενσωματώνεται σε μία ενιαία ασφαλιστική σταδιοδρομίου του δικαιούχου. Περί της εξομοιώσεως μαρτυρεί ο τρόπος υπολογισμού της συντάξεως βάσει του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50, το άρθρο 1 του οποίου αποτελεί νομικό έρεισμα για τον υπολογισμό της συντάξεως διαζευγμένου συζύγου σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία των μισθωτών εργαζομένων ( 37 ).
35.
Το γεγονός ότι η σύνταξη διαζευγμένου συζύγου συμπεριελήφθη σε μια ενιαία προσωπική ασφαλιστική σταδιοδρομία και η εξαφάνιση των χρονικών περιόδων που υπερβαίνουν την πλήρη μονάδα συντάξεως συνηγορούν, κατά τη γνώμη μου, υπέρ του ότι πρόκειται για σύνταξη της ιδίας φύσεως με μια κλασική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία. Η εξομοίωση απορρέει από τις βελγικές νομοθετικές διατάξεις. Η εξομοίωση μέσω του πλάσματος του άρθρου 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, συνεπώς, συνεχίζεται όσον αφορά τη βάση υπολογισμού και τον τρόπο υπολογισμού της συντάξεως. Η εφαρμογή του άρθρου 10 bis του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50 αποτελεί εκδήλωση και συνέπεια της εξομοιώσεως. Υλοποιεί την αρχή της ενιαίας σταδιοδρομίας και έχει διά του τρόπου αυτού ως αποτέλεσμα τις μειώσεις συντάξεων ήδη στο πλαίσιο των βάσεων υπολογισμού και όχι, για παράδειγμα, του συνυπολογισμού διαφόρων παροχών που χορηγήθηκαν για διαφορετικές νομικές αιτίες. Το άρθρο 10 bis περιέχει επομένως τόσο μια εσωτερική όσο και μια εξωτερική διάταξη περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων. Λόγω του ότι με τον τρόπο αυτό λαμβάνεται υπόψη κατά τη δημιουργία ενιαίας ασφαλιστικής σταδιοδρομίας, επίσης, σύνταξη χορηγούμενη βάσει των νομοθετικών διατάξεων άλλου κράτους μέλους, πρέπει να θεωρηθεί ότι η βελγική σύνταξη διαζευγμένου συζύγου αποτελεί σύνταξη κατά την έννοια του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 και ότι οι περί ων ο λόγος συντάξεις αποτελούν παροχές της ιδίας φύσεως.
36.
Επομένως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ως προσωρινό συμπέρασμα ότι συνταξιοδοτικές παροχές όπως είναι μια γερμανική σύνταξη σύμφωνα με τον Angestelltenversicherungsgesetz και μια βελγική σύνταξη διαζευγμένου συζύγου πρέπει να θεωρούνται ως παροχές της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
37.
Χάριν πληρότητας πρέπει να αναφερθεί ότι, επί συντάξεως υπολογιζομένης σύμφωνα με τον κοινοτικό κανόνα του άρθρου 46, έχει επίσης εφαρμογή ο κοινοτικός κανόνας περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 3 αυτού.
38.
Είναι συζητήσιμο αν οι τροποποιήσεις των κανονισμών 1408/71 και 574/72, οι οποίες επήλθαν με τον κανονισμό 1248/92, επιβάλλουν αποκλίνουσα εκτίμηση. Αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει επειδή στην εβδόμη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1248/92 γίνεται λόγος για έναν νέο ορισμό του όρου «παροχές της ιδίας φύσεως» κατά την έννοια του τίτλου III, κεφάλαιο 3, του κανονισμού 1408/71 εντούτοις, η απάντηση σ' αυτό πρέπει εν τέλει να είναι αρνητική.
Ως προς την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα σύμφωνα με το «νέο κείμενο» του κανονισμού 1408/71
39.
Η νέα ρύθμιση εμφανίζει τα ίδια χαρακτηριστικά με την προηγουμένη ρύθμιση και ιδίως εκείνα που το Δικαστήριο της απέδωσε με τη νομολογία του. Η εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2 ( 38 ), κατ' αρχήν να γίνεται δεκτή «εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό». Κατά τον «κοινοτικό» υπολογισμό μιας συντάξεως σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2 ( 39 ), οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ιδίας φύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 46β, παράγραφος 1 ( 40 ). Κατά τον υπολογισμό της «αυτοτελούς συντάξεως» κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, στοιχείο α', περίπτωση i, οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων εφαρμόζονται μόνο στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 46β, παράγραφος 2, στοιχεία α' και β'. Στην παρούσα περίπτωση δεν πρόκειται ούτε για παροχή σύμφωνα με το στοιχείο α', το ποσό της οποίας είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, ούτε για παροχή σύμφωνα με το στοιχείο β', της οποίας το ποσό καθορίζεται σε συνάρτηση με πλασματική περίοδο, η οποία θεωρείται ότι έχει διανυθεί μεταξύ της ημερομηνίας επελεύσεως του κινδύνου και μιας μεταγενέστερης ημερομηνίας.
40.
Επομένως, σημασία έχει μόνο αν στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για παροχή της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 46α του νέου κειμένου του κανονισμού 1408/71 ώστε να μην εφαρμόζεται η εθνική διάταξη περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων του άρθρου 10 bis του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50, σύμφωνα με το άρθρο 46β. Οι περί ων ο λόγος παροχές, δηλαδή η κατά τον Angestelltenversicherungsgesetz γερμανική σύνταξη και η βελγική σύνταξη διαζευγμένου συζύγου θα έπρεπε να υπολογίζονται ή να χορηγούνται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν διανυθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο. «Περίοδοι ασφαλίσεως», κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιη', του κανονισμού, είναι «οι περίοδοι εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας, που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι πραγ-ματοποιήθησαν, καθώς και κάθε εξομοιουμένη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς τις περιόδους ασφαλίσεως.» ( 41 )
41.
Όπως ήδη ανωτέρω επαρκώς αναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, τα έτη γάμου εξομοιούνται προς τις ασφαλιστικές περιόδους και αναγνωρίζονται ως ασφαλιστικές περίοδοι. Οι προσωπικώς συμπληρωθείσες περίοδοι βάσει ιδίας επαγγελματικής δραστηριότητας κατά την έννοια του γερμανικού Angestelltenversicherungsgesetz και βάσει των ετών γάμου υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 75 και 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 παρέχουν, επομένως, δικαίωμα για παροχές, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται ως παροχές της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 46α.
42.
Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται κατόπιν παρατηρήσεως του άρθρου 46α, παράγραφος 3, το οποίο περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων. Στο άρθρο αυτό γίνεται κατ' επανάληψη λόγος για «εισοδήματα που αποκτώνται» και «το ποσό» των παροχών που έχουν αποκτηθεί, πράγμα το οποίο δείχνει ότι διαφορετικές παροχές που αποκτήθηκαν βάσει άλλων διατάξεων λαμβάνονται υπόψη ως σύνολο κατά τον συγκριτικό υπολογισμό. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση — όπως ανωτέρω ήδη συζητήθηκε — τα πράγματα δεν έχουν ακριβώς έτσι, ώστε οι αποκτηθείσες παροχές βάσει των εκάστοτε εθνικών διατάξεων να τυγχάνουν στο τέλος του υπολογισμού της αυτής μεταχειρίσεως άνευ διακρίσεως, αλλ' αντιθέτως, πριν από τον υπολογισμό της συγκεκριμένης παροχής, καταρτίζεται ενιαία ασφαλιστική σταδιοδρομία του δικαιούχου, στα πλαίσια της οποίας εφαρμόζεται κανόνας οροθετήσεως βάσει των εθνικών διατάξεων.
43.
Επομένως, ως συμπέρασμα διαπιστώνεται ότι συνταξιοδοτικές παροχές όπως μια κατά τον Angestelltenversicherungsgesetz γερμανική σύνταξη και μια βελγική σύνταξη διαζευγμένου συζύγου πρέπει να θεωρούνται ως παροχές της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92.
Γ — Πρόταση
44.
Για τους προαναφερθέντες λόγους, προτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«Παροχές όπως η κατά τον γερμανικό Angestelltenversicherungsgesetz σύνταξη και η βελγική σύνταξη διαζευγμένου συζύγου σύμφωνα με τα άρθρα 75 και 76 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 πρέπει να θεωρούνται ως παροχές της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71.»
Παράρτημα
A — Το κείμενο των συναφών διατάξεων, όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 2001/83 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6)
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, έχει ως εξής:
«Οι διατάξεις περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που εκτήθησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ιδίας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση β'.»
Το άρθρο 46, παράγραφοι 1 έως 3, έχει ως εξής:
«1.
Ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα κράτη μέλη στη νομοθεσία των οποίων έχει υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός και της οποίας πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος παροχών, χωρίς να χρειάζεται να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του άρθρου 45, ή/και του άρθρου 40, παράγραφος 3, προσδιορίζει κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζεται απ' αυτόν το ποσό της παροχής που αντιστοιχεί στη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως κατοικίας που πρέπει να ληφθούν υπόψη δυνάμει της νομοθεσίας αυτής.
Ο φορέας αυτός προβαίνει, επίσης, στον υπολογισμό του ποσού της παροχής που θα εχορηγείτο, κατ' εφαρμογήν των κανόνων της παραγράφου 2, περιπτώσεις α' και β'. Μόνον το μεγαλύτερο από τα δύο αυτά ποσά λαμβάνεται υπόψη.
2.
Ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα κράτη μέλη, στη νομοθεσία των οποίων έχει υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός, εφαρμόζει τους ακόλουθους κανόνες, εφόσον οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος επί των παροχών δεν πληρούνται παρά μόνον αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 45 ή/και το άρθρο 40, παράγραφος 3:
α)
ο φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής, την οποία θα ηδύνατο να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, αν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός είχαν πραγματοποιηθεί στο σχετικό κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον εν λόγω φορέα κατά την ημερομηνία εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στην παρούσα περίπτωση
β)
ο φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ' αναλογία προς τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν προ της επελεύσεως του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν προ της επελεύσεως του κινδύνου από τις νομοθεσίες όλων των σχετικών κρατών μελών
γ)
αν η συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν προ της επελεύσεως του κινδύνου, υπό τις νομοθεσίες όλων των σχετικών κρατών μελών, είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη διάρκεια που απαιτεί η νομοθεσία ενός από αυτά τα κράτη μέλη για τη λήψη πλήρους παροχής, ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού λαμβάνει υπόψη τη μέγιστη αυτή διάρκεια αντί της συνολικής διάρκειας των εν λόγω περιόδων για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αυτή η μέθοδος υπολογισμού δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να επιβληθεί στον εν λόγω φορέα το βάρος παροχής ποσού ανώτερου από εκείνο της πλήρους παροχής που προβλέπεται από την υπ' αυτού εφαρμοζόμενη νομοθεσία
δ)
(...).
3.
Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται το συνολικό ποσό των παροχών που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, με ανώτατο όριο το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2, περίπτωση α'.
Εφόσον το ποσό που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει το όριο, κάθε φορέας ο οποίος εφαρμόζει την παράγραφο 1 προσαρμόζει την παροχή του στο ποσό που αντιστοιχεί στη σχέση μεταξύ του ποσού της εν λόγω παροχής και του συνολικού ποσού των παροχών που προσδιορίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1.»
Το άρθρο 7 του κανονισμού 574/72 ( 42 ), περί της εφαρμογής του άρθρου 12 του κανονισμού 1408/71, έχει ως εξής:
«1.
Εφόσον ο δικαιούχος μιας παροχής, που οφείλεται κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, έχει επίσης δικαίωμα παροχών κατά τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:
α)
αν η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12, παράγραφοι 2 ή 3, του κανονισμού συνεπάγεται τη μείωση ή την αναστολή των παροχών αυτών, κάθε μια απ' αυτές δύναται να μειώνεται, ή να αναστέλλεται μόνο μέχρι το ποσό που προκύπτει από τη διαίρεση του ποσού που υπόκειται σε μείωση ή αναστολή βάσει της νομοθεσίας, κατ' εφαρμογήν της οποίας οφείλεται η παροχή αυτή, δια του αριθμού των παροχών που υπόκεινται σε μείωση ή σε αναστολή, επί των οποίων έχει δικαίωμα ο δικαιούχος
β)
αν πρόκειται περί παροχών αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου (συντάξεις) που έχουν εκκαθαρισθεί από τον φορέα ενός κράτους μέλους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, ο φορέας αυτός λαμβάνει υπόψη παροχές άλλης φύσεως, εισοδήματα ή αμοιβές που δύνανται να συνεπάγονται μείωση ή αναστολή της παροχής που αυτός οφείλει, όχι για τον υπολογισμό τον θεωρητικού ποσού, του αναφερομένου στο άρθρο 46, παράγραφος 2, περίπτωση α, του κανονισμού, αλλά αποκλειστικά για τη μείωση ή την αναστολή του ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, περίπτωση β', του κανονισμού. Όμως οι παροχές αυτές, τα εισοδήματα ή οι αμοιβές λαμβάνονται υπόψη μόνον για το κλάσμα του ποσού τους, το οποίο προσδιορίζεται σε σχέση με τη διάρκεια των πραγματοποιηθεισών περιόδων ασφαλίσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, περίπτωση β', του κανονισμού
γ)
αν πρόκειται περί παροχών αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου (συντάξεις) που έχουν εκκαθαρισθεί από τον φορέα ενός κράτους μέλους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 1, πρώτο εοάφιο, του κανονισμού, ο φορέας αυτός λαμβάνει υπόψη, στις περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού, παροχές άλλης φύσεως, εισοδήματα ή αμοιβές που δύνανται να συνεπάγονται μείωση ή αναστολή της παροχής που αυτός οφείλει, όχι για τον υπολογισμό του ποσού, του αναφερομένου στο άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού, αλλά αποκλειστικά για τη μείωση ή την αναστολή του ποσού το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού. Όμως οι παροχές αυτές, τα εισοδήματα ή οι αμοιβές λαμβάνονται υπόψη μόνον για το κλάσμα του ποσού τους που προκύπτει από την εφαρμογή επί του ποσού αυτού ενός συντελεστή ίσου προς τη σχέση μεταξύ του ποσού της παροχής, το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού, και εκείνου το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού.
2.
(...).» ( 43 )
Β — Το κείμενο των συναφών διατάξεων κατά την κωδικοποίηση του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ 1992, C 325, σ. 1)
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του νέου κειμένου έχει ως εξής:
«Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον οεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ακόμα και αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.» ( 44 )
Το άρθρο 46, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
«Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους όσον αφορά το δικαίωμα παροχών πληρούνται, χωρίς να είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί το άρθρο 45 ούτε το άρθρο 40, παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α)
Ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλομένης παροχής το οποίο οφείλεται:
i)
αφενός, δυνάμει μόνο των διατάξεων της νομοθεσίας που εφαρμόζει,
ii)
αφετέρου, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 2
β)
ο αρμόδιος φορέας μπορεί εντούτοις να μην πραγματοποιήσει τον υπολογισμό ο οποίος προβλέπεται σύμφωνα με το στοιχείο α', σημείο ii, εάν το αποτέλεσμά του είναι ταυτόσημο ή κατώτερο από το αποτέλεσμα του υπολογισμού που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχείου α', σημείο i, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που οφείλονται στη χρησιμοποίηση στρογγυλευμένων αριθμών, στον βαθμό που ο φορέας αυτός δεν εφαρμόζει νομοθεσία, η οποία περιλαμβάνει ρήτρες σώρευσης, όπως αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 46β και 46γ, ή αν η νομοθεσία περιλαμβάνει τέτοιες ρήτρες στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 46γ, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπει ότι οι παροχές διαφορετικής φύσεως λαμβάνονται υπόψη μόνο σε συνάρτηση με τη σχέση μεταξύ της διάρκειας των περιόδων ασφάλισης ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά υπό τη δική της νομοθεσία και της διάρκειας των περιόδων ασφάλισης και κατοικίας που απαιτούνται από τη νομοθεσία αυτή για το δικαίωμα πλήρους παροχής (...).»
Η παράγραφος 2 αντιστοιχεί, από άποψη περιεχομένου, στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχεία α' και β', του παλαιού κειμένου. Η παράγραφος 3 έχει ως εξής:
«Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της εφαρμογής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οφείλεται η παροχή αυτή.
Στην περίπτωση αυτή, η σύγκριση που πραγματοποιείται αφορά τα ποσά που καθορίζονται μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών.»
Το νέο άρθρο 46α που προστέθηκε στον κανονισμό περιέχει γενικές διατάξεις σχετικές με τις ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που εφαρμόζονται στις παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, δυνάμει των νομοθεσιών των κρατών μελών. Οι παράγραφοι 1 και 2 της διατάξεως έχουν ως εξής:
«1.
Ως σωρεύσεις παροχών της ιδίας φύσεως νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου: όλες οι σωρεύσεις παροχών αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων που υπολογίζονται ή χορηγούνται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως ή/και κατοικίας, που έχουν πραγματοποιηθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο.
2.
Ως σωρεύσεις παροχών διαφορετικής φύσεως νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου: όλες οι σωρεύσεις παροχών που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σωρεύσεις της ιδίας φύσεως κατά την έννοια της παραγράφου 1.» ( 45 )
Το επίσης νέο άρθρο 46β του κανονισμού περιέχει ειδικές διατάξεις για την περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ιδίας φύσεως, οι οποίες οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Αυτές έχουν ως εξής:
«1.
Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, δεν εφαρμόζονται σε παροχή που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2.
2.
Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους, εφαρμόζονται για παροχή που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, μόνον υπό την προϋπόθεση
ότι πρόκειται:
α)
είτε για παροχή της οποίας το ποσό είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί, και η οποία αναφέρεται στο παράρτημα IV, μέρος Δ
β)
είτε για παροχή της οποίας το ποσό καθορίζεται σε συνάρτηση με πλασματική περίοδο η οποία θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί μεταξύ της ημερομηνίας επελεύσεως του κινδύνου και μιας μεταγενέστερης ημερομηνίας (...).» ( 46 )
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), και ίσχυε κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συντάξεως βλ., επίσης, τις συναφείς διατάξεις, όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7), περιληφθείσες στο κωδικοποιηθέν κείμενο του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ 1992, C 325, σ. 1), τροποποιηθέν τελευταίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1945/93 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 181, σ. 1).
( 2 ) Στοιχεία περιλαμβανόμενα στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, σ. 3, και στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας.
( 3 ) Οι περίοδοι που ελήφθησαν υπόψη από το καθού παρατίθενται στη σ. 4 της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
( 4 ) Άρθρο 3 του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990.
( 5 ) Βασιλικό διάταγμα της 21ης Δεκεμβρίου 1967 για τη θέσπιση γενικού συνταξιοδοτικού συστήματος λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία και επιζώντων των μισθωτών εργαζομένων (Moniteur belge της 16ης Ιανουαρίου 1968).
( 6 ) «La pension de retraite ... est acquise sous les mêmes conditions comme si le conjoint divorcé avait lui-même exercé une activité comme travailleur salarié pendant la durée de son mariage avec son ex-conjoint.»
«Het rustpensioen ... wordt verworven onder dezelfde voorwaarden alsof de gescheiden echtgenoot zelf een activiteit als werknemer zou hebben uitgeoefend tijdens de duur van zijn huwelijk met de gewezen echtgenoot» (η υπογράμμιση είναι του συντάκτη).
( 7 ) Άρθρο 76, πρώτο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Σεπτεμβρίου 1984.
( 8 ) Άρθρο 76, δεύτερο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Σεπτεμβρίου 1984.
( 9 ) Βασιλικό διάταγμα της 24ης Οκτωβρίου 1967 σχετικά με τις συντάξεις λόγω αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία και επιζώντων των μισθωτών εργαζομένων (Moniteur belge της 27ης Οκτωβρίου 1967). Το άρθρο 10 bis προστέθηκε με το βασιλικό διάταγμα αριθ. 205, της 29ης Αυγούστου 1983 (Moniteur belge της 6ης Σεπτεμβρίου 1983).
( 10 ) Άρθρο 10 bis, πρώτο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50.
( 11 ) Άρθρο 10 bis, τέταρτο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50.
( 12 ) Η διάταξη αυτή προστέθηκε στον κανονισμό 1408/71 με τον κανονισμό 1248/92.
( 13 ) Τόσο η προσφεύγουσα όσο και το καθού επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται για τα άρθρα 75 και 76 του βασιλικού διατάγματος αριθ. 50 αλλά του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967. Αυτό αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, εξάλλου, και στην σ. 7 της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ώστε πρέπει να θεωρηθεί ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρόκειται για τυπογραφικό λάθος.
( 14 ) Υπόθεση 37/86, Συλλογή 1987, σ. 3589.
( 15 ) «Beperkingsregel», «règle de limitation».
( 16 ) H Επιτροπή αναφέρει μεν την 1η Ιουλίου 1992, από το άρθρο όμως 95α, παράγραφος 1, συνάγεται ότι πρέπει να πρόκειται για την 1η Ιουνίου 1992. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 1248/92, ο κανονισμός αρχίζει να ιοχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται του μήνα της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — στις 19 Μαΐου 1992 — επομένως την 1η Ιουνίου 1992.
( 17 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1987, 197/85, (Συλλογή 1987, σ. 3855).
( 18 ) Προπαρατεθείσα απόφαση, υποσημείωση 14.
( 19 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1975, 93/75 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 735).
( 20 ) Προπαρατεθεισα απόφαση στην υποσημείωση 17, σκέψη 16.
( 21 ) Προπαρατεθεισα απόφαση στην υποσημείωση 14, σκέψη 8.
( 22 ) Ol συναφείς διατάξεις επισυνάπτονται στις παρούσες προτάσεις.
( 23 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-113/92, C-114/92 και C-156/92 (Συλλογή 1993, σ. I-6707, σκέψεις 12 και 40).
( 24 ) Αποφάσεις της 18ης Φεβρουαρίου 1992, C-5/91, Di Prinzio (Συλλογή 1992, α I-897, σκέψη 35), και της 11ης Ιουνίου 1992, C-90/91 και C-91/91, Di Crescenzo και Casagrande (Συλλογή 1992, σ. I-3851, σκέψη 21).
( 25 ) Βλ. παράρτημα, μέρος Α.
( 26 ) Βλ. παράρτημα, μέρος Α.
( 27 ) Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-31/92, Larsy (Συλλογή 1993, σ. Ι-4543), καθώς και τις προπαρατεθείσες αποφάσεις στην υποσημείωση 24 Di Prinzio, και Di Crescenzo και Casagrande.
( 28 ) Προπατατεθείσες αποφάσεις Di Prinzio, Di Crescenzo και Casagrande, υποσημείωση 24- απόφαση Fabrizii κ.λπ., όπ.π. υποσημείωση 23.
( 29 ) Βλ. ως προς το ζήτημα αυτό την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1983, 171/82, Valentini (Συλλογή 1983, σ. 2157, σκέψη 10).
( 30 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Valentini, όπ.π. υποσμείωση 29, σκέψη 13 (η υπογράμμιση είναι του συντάκτη) βλ., επίσης, την απόφαση Coenen, όπ.π. υποσημείωση 14, σκέψη 10, και την απόφαση Stefanutti, όπ.π. υποσημείωση 17, σκέψη 12.
( 31 ) Έτσι χαρακτηρίζει επίσης το καθού το άρθρο 75 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 με τις παρατηρήσεις του, σ. 5.
( 32 ) Σ. 5 του δικογράφου του.
( 33 ) Nr. S.93.0083 F, O.N.P./Szala Emilia.
( 34 ) «(...) que cette disposition ne prévoit pas que le conjoint divorcé doit être considéré comme ayant excercé la même activité que son ex-conjoint».
( 35 ) Σύμφωνα με το άρθρο 77 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, για τον υπολογισμό της συντάξεως πρέπει να τεθεί ως βάση αμοιβή, η οποία αντιστοιχεί με το 62,5 % του ετήσιου μισθού του συζύγου.
( 36 ) Υπό τη μορφή συντάξεως του πράγματι χωριστά διαβιούντος συζύγου, όπως αυτή —σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου — αναφέρθηκε από την προσφεύγουσα για τη χρονική περίδο από 1ης Ιουνίου 1988 έως το διαζύγιο.
( 37 ) «Dit besluit bedoelt een regeling te treffen:
1.voor rustpensioenen ten voordele van de werknemers die in België te werk gesteld zijn geweest ...;
2. ...;
3. ...;
Voor de toepassing van dit besluit worden met werknemers gelijkgesteld ... al de personen tot wie de toepassing van de sociale zekerheidswetgeving voor werknemers, wat de rusten overlevingspensioenen betreft, is uitgebreid.»«Le presént arrêté a pour objet d'organiser un régime:
1.de pensions de retraite au profit des travailleurs salariés ayant été occupés en Belgique (...);
2. ...;
3. ...;
Sont assimilés aux travailleurs salariés pour l'application du présent arrêté (...) et toutes les personnes auxquelles l'application de la législation sociale des travailleurs salariés en matière de pension de retraite et de survie est étendue.»
( 38 ) Βλ. παράρτημα, μέρος Β.
( 39 ) Βλ. παράρτημα, μέρος Β.
( 40 ) Βλ. παράρτημα, μέρος Β.
( 41 ) Η υπογράμμιση ειvaι του συντάκτη.
( 42 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 που καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 86).
( 43 ) Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον συντάκτη.
( 44 ) Η υπογράμμιση έγινε από τον συντάκτη.
( 45 ) Η υπογράμμιση έγινε από τον συντάκτη.
( 46 ) Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τον συντάκτη.
Full & Egal Universal Law Academy