ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIAL FENNELLY
της 30ής Ιανουαρίου 1996 ( *1 )
1.
Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται από το Δικαστήριο να καθορίσει κατά πόσον πρέπει ένας δασμός αντιντάμπινγκ, θεωρούμενος ότι προορίζεται να εφαρμόζεται κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα πλήρων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών, να εισπράττεται επίσης επί των μεμονωμένων εισαγωγών ορισμένων εκ των ουσιωδών τεμαχίων που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των εν λόγω κινητήρων. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θέτει το ερώτημα της σχέσεως μεταξύ της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας, ειδικότερα των γενικών κανόνων για την ερμηνεία αυτής, και της επίδικης νομοθεσίας αντιντάμπινγκ.
Ι — Η συναφής κοινοτική νομοθεσία
2.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3019/86 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986 (στο εξής: κανονισμός 1986) ( 1 ), επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων, ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 kilowatts έως και 75 kilowatts, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ένωσης. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 864/87 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1987 (στο εξής: κανονισμός 1987) ( 2 ), επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές των εν λόγω ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής όλων αυτών των χωρών κρατικού εμπορίου, εξαιρέσει της Ρουμανίας ( 3 ). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1986 και το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1987 ορίζουν τους οικείους πολυφασικούς ηλεκτρικούς κινητήρες ως εκείνους «που υπάγονται στη διάκριση ex 85.01 BIß' του Κοινού Δασμολογίου, που αντιστοιχεί στον κώδικα Nimexe ex 85.01-33, ex 85.01-34 και ex 85.01-36».
3.
Η τελωνειακή νομοθεσία, που καθόριζε τις εν λόγω δασμολογικές κλάσεις τη συγκεκριμένη εποχή, περιλαμβανόταν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3618/86 του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3331/85, τροποποιητικού του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 περί του Κοινού Δασμολογίου ( 4 ), και στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3840/86 της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, για την τροποποίηση της ονοματολογίας των εμπορευμάτων για τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας και του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών (Nimexe) ( 5 ). Η διάκριση 85.01 BIß' υπαγόταν στην κλάση 85.01, η οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό 3618/86, είχε ορισθεί ως εξής:
«85.01
Ηλεκτρογεννήτριες. Ηλεκτροκινητήρες. Μετατροπείς στρεφόμενοι ή στατοί (ανορθωτές, κ.λπ.). Μετασχηματιστές. Πηνία αντίδρασης και αυτεπαγωγής:
Α.
Εμπορεύματα που απαριθμούνται παρακάτω και προορίζονται για πολιτικά αεροσκάφη:
Ηλεκτρογεννήτριες, μετατροπείς στρεφόμενοι ή στατοί, μετασχηματιστές, πηνία αντίδρασης και αυτεπαγωγής.
Ηλεκτρογεννήτριες με ισχύ 0,75 kW ή περισσότερο, αλλά κατώτερης των 150 kW
Β.
Άλλες μηχανές και συσκευές:
Ι.
Ηλεκτρογεννήτριες, ηλεκτροκινητήρες (έστω και με διατάξεις αυξομείωσης και μεταβολής της ταχύτητας), στρεφόμενοι μετατροπείς:
α)
Ηλεκτροκινητήρες σύγχρονοι, με ισχύ ίση ή κατώτερη των 18 W
β)
Άλλοι
Π.
Μετασχηματιστές και μετατροπείς ρεύματος στατοί (ανορθωτές, κ.λπ.). Πηνία αντίδρασης και αυτεπαγωγής
Γ.
Μέρη και ξεχωριστά τεμάχια.»
Οι κώδικες Nimexe που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό 3840/86 και αναφέρονται στη διάκριση 85.01 Β Ι β', ορίζονται ως εξής:
( 6 ).
«Κώδικας Nimexe
Αντιστοιχία με το Κοινό Δασμολόγιο
Περιγραφή εμπορευμάτων
85.01
BIß'
Πολυφασικοί κινητήρες, ισχύος:
85.01 -33
Μεγαλύτερης από 0,75 kW έως και 7,5 kW
85.01 -34
Μεγαλύτερης από 7,5 kW έως και 37 kW
85.01 -36
Μεγαλύτερης από 37 kW έως και 75 kW
Γ
Μέρη και ξεχωριστά τεμάχια: γεννητριών, κινητήρων και περιστρεφόμενων μετατροπέων
85.01 -89
Στεφάνες μη μαγνητικές
85.01 -90
Άλλα
85.01 -9.
Μετασχηματιστών, πηνίων αντίδρασης και αυτεπαγωγής
85.01 -95
Στατών μετατροπέων»
4.
Από την εποχή της προοδευτικής εισαγωγής του Κοινού Δασμολογίου της Κοινότητας, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του I960, κρίθηκε ότι η κοινοτική βιομηχανία έπρεπε να προστατευθεί από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, όπως είναι το ντάμπινγκ, χαρακτηρισμός που μπορεί να χρησιμοποιηθεί με απόλυτη ακρίβεια στην πρακτική που συνίσταται στην πώληση των προϊόντων κάτω του κόστους στις διεθνείς αγορές, συχνά λαμβάνοντας επιδότηση ( 7 ). Ο κανονισμός του 1986 και εκείνος του 1987 εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 12 του γενικού κανονισμού αντιντάμπινγκ που ίσχυε την εποχή εκείνη, δηλαδή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( 8 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός) ( 9 ). Ο σκοπός του βασικού αυτού κανονισμού ήταν να ενημερώσει τους κοινούς κανόνες της Κοινότητας που αποσκοπούν στην άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους τρίτων χωρών. Η έννοια του ντάμπινγκ καθοριζόταν στο άρθρο 2 ως εξής:
«1.
Δύναται να υπαχθεί σε δασμό αντιντάμπινγκ κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προξενεί ζημία.
2.
Ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η τιμή εξαγωγής του στην Κοινότητα είναι μικρότερη από την κανονική αξία του ομοειδούς προϊόντος.»
Ο προσδιορισμός της κανονικής αξίας προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ είναι μια σύνθετη πράξη προϋποθέτουσα, ιδίως, τον καθορισμό, όταν είναι δυνατόν, της συγκρίσιμης τιμής ομοειδούς προϊόντος στη χώρα εξαγωγής. Ενίοτε, δεν υφίσταται συγκρίσιμη τιμή πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα στη χώρα καταγωγής ή εξαγωγής ή, ακόμη και αν υφίσταται, δεν είναι επαρκώς κανονική για να αποτελέσει στοιχείο πρακτικής συγκρίσεως με τις κοινοτικές τιμές ( 10 ), και το άρθρο 2, παράγραφος 3, προβλέπει επομένως ορισμένες εναλλακτικές μεθόδους για τον καθορισμό της τιμής της αγοράς ή της κατασκευασμένης αξίας. Το άρθρο 2, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού προέβλεπε τη θέσπιση ειδικών κριτηρίων στην περίπτωση εισαγωγών προελεύσεως άλλων χωρών εκτός των χωρών με οικονομία αγοράς. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, όριζε τη διαδικασία που καθιστούσε δυνατή την κατάθεση καταγγελίας και επέβαλλε, μεταξύ άλλων, στην Επιτροπή να «αναφέρει το προϊόν και τις ενδιαφερόμενες χώρες» και να «ειδοποιεί επίσημα τους εξαγωγείς και εισαγωγείς που γνωρίζει ότι είναι ενδιαφερόμενοι, καθώς και τους αντιπροσώπους της χώρας εξαγωγής και τους καταγγέλλοντες». Το άρθρο 13 περιείχε διάφορες γενικές διατάξεις ως προς τους δασμούς. Αυτές απαιτούσαν, ιδίως, οι δασμοί αντιντάμπινγκ να επιβάλλονται με κανονισμούς ( 11 ), οι εν λόγω κανονισμοί να αναφέρουν, μεταξύ άλλων, το ποσό και τον τύπο του επιβαλλομένου δασμού, καθώς και το συγκεκριμένο προϊόν, και προέβλεπαν ότι «το ποσό των δασμών αυτών δεν δύναται να υπερβεί το περιθώριο ντάμπινγκ ή το ποσό της επιδοτήσεως όπως έχουν υπολογισθεί προσωρινά ή έχουν επιβληθεί οριστικά» ( 12 ).
5.
Ορίζοντας το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του επιβαλλομένου από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1987 (οριστικός κανονισμός) δασμού, το άρθρο 1, παράγραφος 2, αυτού του τελευταίου προέβλεπε ότι «η έκφραση “τυποποιημένοι πολυφασικοί κινητήρες” καλύπτει όλους τους κινητήρες που αποτελούν αντικείμενο διεθνούς τυποποίησης, ιδίως εκείνης της Διεθνούς Ηλεκτροτεχνικής Επιτροπής Commission électrotechnique International (ΔΗΕ)». Απαριθμούσε στη συνέχεια τις τυποποιημένες ταχύτητες περιστροφής, τα τυποποιημένα επίπεδα ισχύος και τα τυποποιημένα ύψη αξόνων των «εν λόγω κινητήρων». Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1987 και το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1986 (στο εξής: κανονισμοί, όταν αναφέρονται μαζί) όριζαν τη μέθοδο, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να καθοριστεί το ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ για κάθε τύπο κινητήρα, αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ της καθαρής τιμής μονάδας, με το προϊόν ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας και μη εκτελωνισμένο, και της τιμής που αναφέρεται στο παράρτημα. Με τον τρόπο αυτό, οι κανονισμοί θέσπιζαν μια μεταβλητή μορφή ( 13 ) δασμού αντιντάμπινγκ, αποσκοπούσα στο να ληφθεί υπόψη ταυτόχρονα η ποικιλία των δυνατών τύπων των συγκεκριμένων κινητήρων και, ως προς τις εν λόγω χώρες, το γεγονός ότι οι κινητήρες ήταν καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου με διευθυνόμενη οικονομία, όπου η διαμόρφωση των τιμών δεν ήταν αποτέλεσμα ή τουλάχιστον όχι εντελώς, των δυνάμεων της αγοράς.
6.
Το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1987 (άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 1986) ανέφερε ότι «Εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς, με την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού». Το 1986 και το 1987, οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία της ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου (στο εξής: γενικοί κανόνες) διατυπώνονταν ως εξής (σημείο 2, στοιχείο α') ( 14 )
«Κάθε αναφορά σ' ένα είδος μέσα σε ορισμένη κλάση καλύπτει το είδος αυτό, έστω και αν δεν είναι πλήρες ή τελειωμένο, με την προϋπόθεση ότι, στην κατάσταση που παρουσιάζεται, εμφανίζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πλήρους ή του τελειωμένου είδους. Καλύπτει επίσης το πλήρες ή τελειωμένο είδος ή αυτό που θεωρείται σαν τέτοιο, βάσει των προηγουμένων διατάξεων, στην περίπτωση που αυτό παρουσιάζεται ασυναρμολόγητο ή αποσυναρμολογημένο.»
Δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 1987, τα ποσά που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση μέσω του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ «εισπράττονται οριστικά σε ύψος που να ισοδυναμεί με τα ποσά των δασμών που θεσπίστηκαν οριστικά». Ο κανονισμός 1987 άρχισε να ισχύει στις 28 Μαρτίου 1987.
Π — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
7.
Η Robert Birkenbeul GmbH & Co. KG (στο εξής: προσφεύγουσα) εκμεταλλεύεται επιχείρηση κατασκευής ηλεκτρικών μηχανημάτων. Η δραστηριότητα της συνίσταται σχεδόν αποκλειστικά στην κατασκευή «ειδικών κινητήρων» που προορίζονται για εργοστάσια κατασκευής μηχανών και που εμφανίζουν, όσον αφορά την ισχύ, τις διαστάσεις, τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό και τα ένσφαιρα έδρανα, τα ειδικά χαρακτηριστικά που ζητούν οι πελάτες της. Η προσφεύγουσα ικανοποιεί τις απαιτήσεις των πελατών της κατά πολλούς τρόπους: τροποποιεί μέρη τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων (στο εξής: ΠΦΚ) που έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες — εν προκειμένω, για την συγκεκριμένη περίοδο, από (αυτό που ήταν τότε η) Τσεχοσλοβακία — και τα συμπληρώνει με άλλα μέρη κινητήρων προελεύσεως χωρών της Κοινότητας ή ακόμη συμπληρώνει κινητήρες δικής της κατασκευής με μέρη τυποποιημένων ΠΦΚ που έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες, προκειμένου να κατασκευάσει ειδικούς κινητήρες, ανάλογα με την προωστική ισχύ των κινητήρων και/ή τον ηλεκτρικό εξοπλισμό τους.
8.
Κατά τους ελέγχους που αφορούσαν τις πραγματοποιηθείσες το 1987 και 1988 επιχειρήσεις της προσφεύγουσας, το Hauptzollamt Koblenz (Κεντρικό Τελωνείο της Κολωνίας- στο εξής: καθού) διαπίστωσε ότι συχνά η προσφεύγουσα είχε εισαγάγει ταυτόχρονα στάτορες (με περιέλιξη) και ατροφία (με άξονες) ΠΦΚ (στο εξής: στάτορες και ατροφία). Το καθού έκρινε ότι τα εν λόγω μέρη κινητήρων έπρεπε να θεωρηθούν, σύμφωνα με το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, ως τυποποιημένοι ΠΦΚ, πλήρεις ή τελειωμένοι, υπαγόμενοι στη διάκριση ex 85.01 BIß' του Κοινού Δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ), επειδή ο συνδυασμός ενός στάτορα με ένα στροφίο συνιστούσε αντικείμενο που εμφάνιζε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά (η υπογράμμιση είναι δική μου) ενός τυποποιημένου ΠΦΚ, πλήρους ή τελειωμένου. Επομένως, εκδόθηκε τροποποιητική φορολογική απόφαση επιβάλλουσα στην προσφεύγουσα να πληρώσει, επιπλέον, 7703 γερμανικά μάρκα (DM) ως κοινοτικό τελωνειακό δασμό και 149613,90 DM ως δασμό αντιντάμπινγκ. Επειδή η διοικητική ένσταση της κατά της τροποποιητικής φορολογικής αποφάσεως απορρίφθηκε, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Rheinland-Pfalz, το οποίο, στη συνέχεια, υπέβαλε την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
9.
Ενώπιον του Finanzgericht Rheinland-Pfalz (στο εξής: εθνικό δικαστήριο), η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι οι συγκεκριμένες εισαγωγές δεν περιελάμβαναν ορισμένα σημαντικά τεμάχια, ουσιώδη για έναν τελειωμένο ή πλήρη ΠΦΚ. Από οικονομική άποψη, τα εν λόγω μέρη που λείπουν (τα οποία η προσφεύγουσα πήρε από την Κοινότητα) και τα έξοδα συναρμολογήσεως, στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα στη Γερμανία, αντιπροσώπευαν 30,35 % της τιμής ενός τυποποιημένου ΠΦΚ, πλήρους ή τελειωμένου, ενώ η καθαρή τιμή μονάδας ενός τέτοιου κινητήρα είναι κατά 43,57 % υψηλότερη από τη συνολική τιμή εισαγωγής ενός στάτορα και ενός στροφίου. Επιπλέον, από τεχνική άποψη, τα εισαχθέντα μέρη δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν άνευ των άλλων μερών, τα οποία ήσαν καταγωγής Κοινότητας.
10.
Στο πλαίσιο του θεσπισθέντος από τους κανονισμούς συστήματος μεταβλητού δασμού, καθοριζόταν στο παράρτημα ελαχίστη τιμή εισαγωγής και κάθε ΠΦΚ εισαγόμενος σε τιμή κατώτερη από την ελαχίστη τιμή επλήττετο από δασμό αντιντάμπινγκ, του οποίου το ποσό αντιστοιχούσε με τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής εισαγωγής και της καθορισμένης ελαχίστης τιμής εισαγωγής. Η προσφεύγουσα υποστήριξε, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ότι λόγω των ουσιωδών μειώσεων των τιμών κατά την εισαγωγή των συγκεκριμένων μερών, οι καθαρές τιμές μονάδας τους ήταν αισθητά κατώτερες από τις συγκρίσιμες καθαρές τιμές μονάδας των πλήρων κινητήρων και ότι, επομένως, ο υπολογισμός των εφαρμοστέων κατά την εισαγωγή των εν λόγω μερών δασμών αντιντάμπινγκ εν αναφορά προς την ελαχίστη τιμή εισαγωγής που προβλέπεται στο παράρτημα θα είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή υπερβολικά υψηλών δασμών. Κατά την προσφεύγουσα, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είναι δυνατόν να θέλησε το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων να έχει ως συνέπεια να ευνοούνται μάλλον οι εισαγωγές τελειωμένων ή πλήρων ΠΦΚ παρά αυτές των μέρων τους.
11.
Το καθού ισχυρίστηκε ότι η σχέση αξίας μεταξύ του μέρους και του τελειωμένου είδους δεν είχε σημασία. Εξάλλου, υποστήριξε ότι οι τροποποιήσεις των εισαχθέντων μερών μετά τον εκτελωνισμό τους δεν είχαν σημασία για τη δασμολογική κατάταξη. Τέλος, κατά το καθού, ο κανονισμός 1987 δεν περιείχε νομικό έρεισμα που να καθιστά δυνατή τη μη εφαρμογή δασμών αντιντά-μπινγκ, ενδεχομένως υπερβολικών, προσηκόντως καθορισμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του.
12.
Προκειμένου να εκδώσει την απόφαση του, το εθνικό δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1)
Πρέπει οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 3019/86 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, και 864/87 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1987, να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ πρέπει να επιβάλλεται επί των εισαγωγών των τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων, τους οποίους αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 3019/86 και το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 864/87, μόνον όταν οι εν λόγω κινητήρες είναι πλήρεις/τελειωμένοι — ακόμη και αν είναι αποσυναρμολογημένοι ή μη εισέτι συναρμολογημένοι,
ή
αφορούν οι εν λόγω κανονισμοί επίσης μη πλήρη/μη τελειωμένα είδη, τα οποία πρέπει να κατατάσσονται, δυνάμει του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων για την ερμηνεία της ονοματολογίας του εναρμονισμένου συστήματος, ως πλήρεις/τελειωμένοι τυποποιημένοι πολυφασικοί ηλεκτρικοί κινητήρες;
2)
Σε περίπτωση απαντήσεως υπό την έννοια του δευτέρου σκέλους της εναλλακτικής λύσεως του ερωτήματος 1:
Ποια είναι τα μέρη ενός τυποποιημένου πολυφασικού ηλεκτρικού κινητήρα που εμφανίζουν, μεμονωμένα ή από κοινού, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός πλήρους/τελειωμένου τυποποιημένου πολυφασικού ηλεκτρικού κινητήρα,
ειδικότερα δε,
πρέπει να επιβάλλεται άνευ ετέρου δασμός αντιντάμπινγκ στον στάτορα με περιέλιξη μαζί με το στροφίο με άξονα;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Σε ποιο συντελεστή δασμού αντιντά-μπινγκ υπόκεινται τα εισαγόμενα μέρη τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων και με ποιο τρόπο και βάσει ποιων διατάξεων μπορεί ενδεχομένως να επιτευχθεί ορθή και δίκαιη δασμολογική επιβάρυνση των εισαγομένων μερών κινητήρων;»
13.
Το εθνικό δικαστήριο προβαίνει σε ορισμένες παρατηρήσεις ως προς έκαστο των ερωτημάτων. 'Οσον αφορά το πρώτο ερώτημα, παρατηρεί ότι οι κανονισμοί δεν προβλέπουν την εφαρμογή του δασμού αντιντά-μπινγκ στα εισαγόμενα μέρη κινητήρων δεν καθορίζουν τιμή για τα μέρη κινητήρων, ούτε ειδικούς συντελεστές δασμού αντιντά-μπινγκ εφαρμοστέους επ' αυτών των τελευταίων ( 15 ). Η διαφορά μεταξύ της τιμής εισαγωγής πλήρων κινητήρων και της τιμής των συστατικών μερών τους μπορεί, σε ορισμένες ατομικές περιπτώσεις, να προκαλεί την εφαρμογή δασμού αντιντάμπινγκ επί του μη τελειωμένου κινητήρα ενώ, λόγω της υψηλότερης καθαρής τιμής εισαγωγής του, κανένας δασμός δεν θα επιβαλλόταν σ' ένα συγκρίσιμο πλήρη κινητήρα. Κατ' άλλην διατύπωση, η συνολική αξία των εισαγομένων μερών θα ήταν τέτοια, ώστε θα υπερέβαινε την ειδικώς καθοριζομένη από τη νομοθεσία ελαχίστη αξία κατά την εισαγωγή ενός πλήρους κινητήρα, αλλά, λόγω του ότι εκάστη εισαγωγή αντιμετωπίζεται χωριστά, δασμοί αντιντάμπινγκ θα εφαρμόζονταν ατομικώς στις εν λόγω εισαγωγές.
14.
Από την άλλη πλευρά, το εθνικό δικαστήριο επισημαίνει ότι το γεγονός ότι οι κανονισμοί αναφέρονται στους ΠΦΚ «που υπάγονται στη διάκριση ex 85.01 Β Ι β'» του ΚΔ θα μπορούσε να είναι αποκαλυπτικό της προθέσεως που είχε ο νομοθέτης να επιβάλλει δασμό αντιντάμπινγκ σε όλες τις εισαγωγές που υπάγονται, για τους σκοπούς της δασμολογικής κατατάξεως, στην εν λόγω διάκριση. Κατά την ερμηνεία αυτή, τα μέρη κινητήρων θα κατατάσσονταν όπως ένας πλήρης ή τελειωμένος κινητήρας, κατ' εφαρμογήν του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, αν, αφής συναρμολογηθούν, εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά, ακόμη και αν είναι, στην πραγματικότητα, σε κατάσταση ατελούς ή μη τελειωμένου κινητήρα. Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι η ερμηνεία αυτή θα ήταν περισσότερο σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκουν οι κανονισμοί απ' ό,τι μια ερμηνεία κατά την οποία μόνο στους τυποποιημένους ΠΦΚ, πλήρεις ή τελειωμένους, θα μπορούσε να επιβληθεί ο οικείος δασμός αντιντάμπινγκ.
15.
Το εθνικό δικαστήριο αναφέρει ότι το δεύτερο ερώτημα έχει ως σκοπό να εξακριβωθεί ότι, αν οι κανονισμοί εφαρμόζονται στα εν λόγω μέρη κινητήρων οι οποίοι δύνανται να θεωρηθούν ως πλήρεις ή τελειωμένοι ΠΦΚ, μπορούν να ερμηνευθούν ως έχοντες εφαρμογή στα εισαγόμενα μέρη που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς την εφαρμογή του δασμού αντιντάμπινγκ. Επισημαίνει τη δυσκολία εφαρμογής στα εισαγόμενα μέρη κινητήρων της μεθόδου υπολογισμού του δασμού αντιντάμπινγκ, η οποία καθορίζεται από τους κανονισμούς για τους κινητήρες όσο πιο χαμηλή είναι η αξία του εισαγομένου μέρους, θεωρουμένου ως κατ' ουσίαν ισοδυνάμου προς έναν πλήρη ΠΦΚ, σύμφωνα με το σημείο 2, στοχείο α', των γενικών κανόνων, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η οικονομική επιβάρυνση, την οποία συνιστά ο δασμός αντιντά-μπινγκ. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διαφωτισθεί ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω δασμοί αντιντάμπινγκ πρέπει να υπολογίζονται.
ΙΙΙ — Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
16.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα, η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, ενώ η προσφεύγουσα και η Επιτροπή ανέπτυξαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις. Ούτε το καθού ούτε η Γερμανική Κυβέρνηση κατέθεσαν παρατηρήσεις.
Προσφεύγουσα
17.
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι είναι μία μεσαία επιχείρηση, η οποία απασχολεί περίπου 80 άτομα και της οποίας η κυρία δραστηριότητα συνίσταται στην κατασκευή ειδικών ηλεκτρικών κινητήρων χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα μέρη κινητήρων εισαγόμενα από τρίτες χώρες καθώς και άλλα αγορασμένα εντός της Κοινότητας. Έκαστος των ειδικών αυτών κινητήρων πρέπει να σχεδιάζεται και να κατασκευάζεται ειδικώς, ανάλογα με τις ανάγκες των πελατών, οι οποίοι, κατά το μεγαλύτερο μέρος, είναι κατασκευαστές μηχανών.
18.
Στη σχετική με το πρώτο ερώτημα ανάλυση της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι αιτιολογικές σκέψεις και το κείμενο των κανονισμών — χωρίς να κάνει λόγο για την έρευνα αντιντάμπινγκ που προηγήθηκε αυτών — συμβιβάζονται μόνο με την ερμηνεία κατά την οποία τα σχετικά προϊόντα είναι αποκλειστικώς εκείνα τα οποία μπορούν να καταταχθούν ως πλήρεις ή τελειωμένοι ΠΦΚ ( 16 ). Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι, σε σχέση προς την εν γένει τελωνειακή νομοθεσία, η νομοθεσία αντιντάμπινγκ αποτελεί lex specialis και ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ δεν έπρεπε να εφαρμόζονται γενικώς, αλλά μάλλον κατά τρόπο που να παρέχει προστασία μόνο σε αποδεδειγμένες και ειδικές περιπτώσεις αθέμιτων εμπορικών πρακτικών.
19.
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1987, οι γενικές διατάξεις στον τομέα των τελωνειακών δασμών, όπως είναι το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, εφαρμόζονται μόνον κατά το μέτρο που συμβιβάζονται με τις διατάξεις του κανονισμού αυτού. Εντούτοις, το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού απαιτούσε οι ατομικοί κανονισμοί αντιντάμπινγκ να αναφέρουν το «σχετικό προϊόν». Η προσφεύγουσα θεωρεί, επομένως, ότι, αφού εν προκειμένω οι κανονισμοί ορίζουν ρητώς το σχετικό προϊόν αναφέροντας ειδικούς τύπους πλήρων ή τελειωμένων ΠΦΚ, η εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείου α', των γενικών κανόνων αποκλείεται, Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, εξάλλου, ότι το γεγονός ότι οι κανονισμοί περιορίζονται στον καθορισμό μεταβλητού δασμού αντιντάμπινγκ για «κάθε τύπο κινητήρα» επιβεβαιώνει την αντίληψη της σύμφωνα με την οποία ο κοινοτικός νομοθέτης δεν ασχολήθηκε με το θέμα της εισαγωγής μερών κινητήρων. Εφιστά επίσης την προσοχή στο ζήτημα που έθεσε το εθνικό δικαστήριο, δηλαδή στο ότι η εφαρμογή του μεταβλητού συντελεστή στα εισαγόμενα μέρη κινητήρων θα προκαλούσε την επιβολή σ' αυτά υψηλότέρων δασμών αντιντάμπινγκ από εκείνους που θα έπρεπε να καταβληθούν κατά την εισαγωγή πλήρων κινητήρων.
20.
Η προσφεύγουσα στηρίζεται στην αρχή κατά την οποία το πεδίο εφαρμογής ενός κανονισμού πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται εν αναφορά προς «τις ίδιες τις διατάξεις του» ( 17 ). Παρόλον ότι η αρχή αυτή έχει εξαιρέσεις, καμία εξαίρεση δεν μπορεί να γίνει δεκτή αν η προτεινομένη ερμηνεία έχει ως συνέπεια την επιβολή υποχρεώσεως σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ( 18 ). Επειδή αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα της προτεινομένης εν προκειμένω από την προσφεύγουσα ερμηνείας, η ερμηνεία αυτή δεν πρέπει να γίνει δεκτή. Στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ερμηνεία περιορίζουσα το περιεχόμενο των κανονισμών στους πλήρεις κινητήρες δεν είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο. Ο βασικός κανονισμός εξουσιοδοτούσε ειδικώς τον κοινοτικό νομοθέτη να καθορίζει τα προϊόντα που υπόκεινται στον δασμό αντιντάμπινγκ εν προκειμένω, τόσο η αρχική έρευνα όσο και ο τελικώς επιβληθείς δασμός αφορούσαν αποκλειστικώς τους πλήρεις ή τελειωμένους ΠΦΚ. τείνει — ερμηνεία που αποκλείει την εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων — δεν θα υπονομεύσει τον προστατευτικό χαρακτήρα των οικείων κανονισμών. Το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων έχει εφαρμογή μόνον αν μέρη ενός προϊόντος, εμφανίζοντα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του τελικού προϊόντος, παρουσιάζονται ταυτόχρονα προς εκτελωνισμό ( 19 ). Ο σκοπός του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων δεν είναι να εμποδίσει την αποφυγή των δασμών αντιντάμπινγκ αλλά μάλλον να απλοποιήσει την τελωνειακή κατάταξη. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι εισαγωγείς που κλιμακώνουν τις εισαγωγές τους μπορούν πάντοτε να αποφύγουν τους δασμούς αντιντάμπινγκ αυτή δεν επιδίδεται σε τέτοιες πρακτικές και θεωρεί, επομένως, ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά, απλώς και μόνο επειδή εισάγει ταυτόχρονα τα ατροφία και τους στάτορες που αυτή χρειάζεται ( 20 ).
21.
Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η αποδοχή της ερμηνείας που αυτή προότι,
22.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, αν η σχετική με το πρώτο ερώτημα επιχειρηματολογία της δεν γίνει δεκτή, τα σχετικά εν προκειμένω τεμάχια δεν εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός ΠΦΚ, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1987, είτε από την άποψη της εξωτερικής εμφανίσεως τους και της λειτουργίας τους, είτε λόγω του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε στην απόφαση που προσφάτως εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Develop Dr Eisbein ( 21 ). Ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο είχε κρίνει για την εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, τα σχετικά τεμάχια έπρεπε ήδη να μπορούν να αναγνωρίζονται οπτικά κατά τρόπο αντικειμενικό ως τελειωμένο προϊόν. Υποστήριξε ότι, εν προκειμένω, τα τεμάχια δεν μπορούσαν οπτικώς να αναγνωρίζονται ως αποτελούντα ηλεκτρικό κινητήρα.
23.
Όσον αφορά τα «ουσιώδη χαρακτηριστικά», η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι τα σχετικά τεμάχια δεν ομοιάζουν εξωτερικώς με ηλεκτρικούς κινητήρες, δεδομένου ότι λείπουν διάφορα σημαντικά τεμάχια, δηλαδή τα δύο υποστηρίγματα για την πλευρά προωθήσεως και την απέναντι πλευρά, καθώς και τα καλύπτρα εδράνων. Από την άποψη της εσωτερικής εμφανίσεως, επίσης διαφέρουν λείπουν τα ένσφαιρα έδρανα, ο ανεμιστήρας, το περίβλημα ανεμιστήρα και το σύστημα ακροδεκτών. Εξάλλου, αυτά δεν εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός ΠΦΚ, δηλαδή την ικανότητα μετατροπής της ηλεκτρικής ενέργειας σε μηχανική ενέργεια, με τη βοήθεια μαγνητικών πεδίων.
24.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το κόστος άλλων τεμαχίων εκτός των επίδικων εισαγομένων από τρίτες χώρες τεμαχίων και τα έξοδα επεξεργασίας και συναρμολογήσεως ανέρχονται μεταξύ του 65 και 85 % του κόστους κατασκευής των ειδικών ηλεκτρικών κινητήρων της. Αναγνωρίζοντας την ύπαρξη σημαντικών διακυμάνσεων, αναφέρει, ως παράδειγμα προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, λεπτομερώς το κόστος δυο τυπικών ειδικών ΠΦΚ, από το οποίο προκύπτει ότι η αξία των τσεχοσλοβάκικων εισαγωγών ανέρχεται αντιστοίχους σε 35,07 και 17,13 % του κόστους.
25.
Η προσφεύγουσα αναφέρεται επίσης στους «κανόνες συναρμολογήσεως», που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στη νομολογία του σχετικά με το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων. Θεωρεί ότι, αν ληφθεί ως βάση η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Brother International ( 22 ) και αν ληφθεί υπόψη το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό της, τα αναγκαία συμπληρωματικά τεμάχια και η επεξεργασία, με τη χρησιμοποίηση ειδικού εξοπλισμού, η διαδικασία της συναρμολογήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή διαδικασία. Ισχυρίζεται ότι τα εισαγόμενα τεμάχια, λαμβανόμενα υπόψη μεμονωμένα και πριν από τις εν λόγω πρόσθετες πράξεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κατ' ουσίαν ομοιάζοντα προς πλήρεις ή τελειωμένους ΠΦΚ.
26.
Ως προς το τρίτο ερώτημα — πάντοτε με την επιφύλαξη των απόψεων που διατύπωσε ως προς τα προηγούμενα ερωτήματα — η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν ένας στάτορας ή ένα στροφίο, λαμβανόμενα υπόψη μαζί, πρέπει να αντιμετωπισθούν ως ισοδύναμα προς έναν πλήρη ΠΦΚ, θα ήταν μη κανονική η εφαρμογή της μεθόδου που περιγράφουν οι κανονισμοί για τον υπολογισμό του δασμού αντιντά-μπινγκ. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1987 ορίζει ότι «[τ]ο ποσό του δασμού αντιστοιχεί, για κάθε τύπο κινητήρα, στη διαφορά ανάμεσα στην καθαρή τιμή μονάδας, με το προϊόν ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας και μη εκτελωνισμένο, και στην τιμή που αναφέρεται στο παράρτημα». Αν εφαρμοζόταν αυτή η μέθοδος υπολογισμού του δασμού κατά την εισαγωγή μερών κινητήρων, θα παραβιάζονταν τόσο η αρχή της ασφάλειας δικαίου όσο και η αρχή της αναλογικότητας.
27.
Κατά την προσφεύγουσα, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτεί οι κανονισμοί να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή ( 23 ), ιδίως οσάκις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των κανονισμών αντιντάμπινγκ, επιβάλλουν οικονομική επιβάρυνση. Επιπλέον, το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού απαιτεί τόσον το σχετικό προϊόν όσο και ο επιβαλλόμενος δασμός να αναφέρονται με ακρίβεια. Κατά την προσφεύγουσα, η επέκταση των δασμών σε προϊόντα που δεν αναφέρονται επακριβώς θα ήταν παράνομη. Τα κενά των κανονισμών δεν μπορούν ποτέ να συμπληρώνονται σε βάρος των οικείων επιχειρηματιών ( 24 ). Στον κοινοτικό νομοθέτη εναπόκειται να πει αν ο δασμός πρέπει να εφαρμοσθεί στα εισαγόμενα μέρη κινητήρων.
28.
Η εφαρμογή του δασμού στα μέρη κινητήρα θα επέφερε, όπως αναγνωρίζει το εθνικό δικαστήριο, την καθιέρωση υψηλότερου επιπέδου προστασίας ως προς τις εν λόγω εισαγωγές απ' ό,τι ως προς τις εισαγωγές πλήρων κινητήρων. Το ποσό του δασμού θα ήταν υψηλότερο, τόσο σε απόλυτη αξία όσο και, a fortiori, κατ' αναλογία προς την αξία του εισαγομένου προϊόντος. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι θα παραβιαζόταν η αρχή της αναλογικότητας. Εξάλλου, το άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι το ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να υπερβεί το περιθώριο ντάμπινγκ και οφείλει, εν πάση περιπτώσει, να είναι μικρότερο αν αρκεί χαμηλότερο επίπεδο προστασίας για να εξαφανισθεί η ζημία, την οποία υπέστη η οικεία κοινοτική βιομηχανία. Αν και οι κανονισμοί είναι σύμφωνοι προς την αρχή αυτή στο μέτρο που πρόκειται για την εισαγωγή πλήρων ή τελειωμένων κινητήρων, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η αυτόματη εφαρμογή του μεταβλητού δασμού, τον οποίον αυτοί προβλέπουν, στα εισαγόμενα τεμάχια θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και θα συνιστούσε ταυτόχρονα παράβαση του άρθρου 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.
Επιτροπή
29.
Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι η αναφερόμενη στους κανονισμούς δασμολογική κλάση περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της στους ΠΦΚ και ότι αυτή δεν εφαρμόζεται στα μέρη ή τεμάχια, τα οποία υπάγονται σε χωριστή διάκριση. Η εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείο β', των γενικών κανόνων έχει ως αποτέλεσμα τα εισαγόμενα τεμάχια, αν εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός πλήρους ΠΦΚ, να πρέπει να αντιμετωπίζονται, από άποψη τελωνειακών δασμών, ως ΠΦΚ, αλλά το αποτέλεσμα δεν πρέπει κατ' ανάγκη να είναι το ίδιο στην περίπτωση δασμού αντιντάμπινγκ, του οποίου η εφαρμογή εξαρτάται κυρίως από τον κανονισμό που τον θέτει σε εφαρμογή.
30.
Η Επιτροπή εφιστά ιδίως την προσοχή στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Dr Treiter, με την οποία εξήγησε τη σχέση μεταξύ του ΚΔ και των κανονισμών αντιντάμπινγκ ( 25 ). Η απλή αναφορά, σε έναν κανονισμό αντιντάμπινγκ, μιας ειδικής κλάσεως του ΚΔ δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι κάθε προϊόν που υπάγεται στην εν λόγω κλάση υπόκειται στον δασμό. Μόνον όταν, μετά από μία προσηκόντως διεξαχθείσα έρευνα όσον αφορά το ντάμπινγκ, έχει αποδειχθεί ότι ένα συγκεκριμένο προϊόν αποτελούσε αντικείμενο ντάμπινγκ, μπορεί στο προϊόν αυτό να επιβληθεί δασμός αντιντάμπινγκ.
31.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι μόνον η βούληση να εμποδισθεί η αποφυγή του δασμού μπορούσε να δικαιολογήσει την εφαρμογή του δασμού αντιντάμπινγκ στους στάτορες και τα στροφία, ως αν επρόκειτο για πλήρεις κινητήρες. Εντούτοις, ακόμη και αυτή ερμηνεία δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την αποφυγή του δασμού. Ο δασμός θα μπορούσε πράγματι να εφαρμοσθεί μόνον αν όλα τα μέρη που μπορούν να θεωρηθούν ως κατ' ουσίαν ομοιάζοντα προς το επακριβώς στον κανονισμό καθοριζόμενο τελικό προϊόν εισάγονταν ταυτόχρονα αλλά ο αποφασισμένος να αποφύγει την πληρωμή του δασμού εισαγωγέας θα μπορούσε εύκολα να κλιμακώσει τις εισαγωγές του. Μια τέτοια ηθελημένως ευρεία ερμηνεία θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον αν ήταν αποτελεσματική.
32.
Κατά την Επιτροπή, υφίστανται λόγοι που αντιτίθενται προδήλως στην ερμηνεία αυτή. Πρώτον, το γράμμα των κανονισμών δεν περιέχει καμία ένδειξη που να συνεπάγεται ότι οι μη πλήρεις κινητήρες καλύπτονται ο κανονισμός 1986 δεν αναφέρεται στα μέρη και η αναφορά αυτών των τελευταίων στην 29η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1987 αφορά ειδική περίπτωση, δηλαδή τη χρησιμοποίηση από «Ιταλούς μικρούς παραγωγούς, βιοτεχνικής κλίμακας»«τεμαχίων καταγωγής των χωρών κρατικού εμπορίου», με την προφανή συνέπεια ότι αυτά μπορούσαν να ανταγωνισθούν τις τιμές φθηνών εισαγομένων ΠΦΚ. Οι αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών δείχνουν ότι μόνον οι ΠΦΚ αποτέλεσαν αντικείμενο προηγουμένης έρευνας και ότι όλες οι πραγματικές διαπιστώσεις αφορούν το αποτέλεσμα της εισαγωγής τους. Η ερμηνεία των κανονισμών υπό την έννοια ότι εφαρμόζονται στα εισαγόμενα τεμάχια θα ήταν ασυμβίβαστη προς τον βασικό κανονισμό και, επομένως, θα προσέκρουε σε ιεραρχικώς ανώτερο κανόνα δικαίου. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε δύο επιπλέον λόγους για τους οποίους το γράμμα του κανονισμού 1987 δεν δικαιολογούσε την εφαρμογή του στα εισαγόμενα τεμάχια. Πρώτον, η δασμολογική διάκριση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 1, αποκλείει ρητώς το τμήμα της διακρίσεως που αφορά τα «μέρη και ξεχωριστά τεμάχια». Δεύτερον, αντίθετα προς ό,τι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής περιέγραψε ως «τους κανονικούς κανονισμούς αντιντάμπινγκ» ( 26 ) (δηλαδή αυτούς που εφαρμόζουν δασμό ad valorem), οι οποίοι προβλέπουν ότι, για τα σχετικά με την εφαρμογή τους ζητήματα, οι συναφείς διατάξεις του ΚΔ έχουν αποφασιστική σημασία, το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1987 προβλέπει ότι το ΚΔ θα εφαρμοσθεί «με την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού».
33.
Ο δεύτερος λόγος που προέβαλε η Επιτροπή, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του οριζομένου από τους κανονισμούς δασμού, η οποία βασίζεται σε δύο τιμές: την τιμή που ο πρώτος ανεξάρτητος αγοραστής πλήρωσε για τα εισαγόμενα προϊόντα και την ελαχίστη τιμή που αναφέρεται στο παράρτημα. Εξηγώντας σε ποιες βάσεις θα μπορούσε να γίνεται ο υπολογισμός του δασμού στην περίπτωση των τεμαχίων, η Επιτροπή αναγνωρίζει πολλές δυνατότητες, όλες, κατ' αυτήν, μη ικανοποιητικές ( 27 ) η εφαρμογή στα εισαγόμενα τεμάχια του επιβαλλομένου από τους κανονισμούς μεταβλητού δασμού δεν προβλέπεται από αυτούς τους τελευταίους ή, τουλάχιστον, δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε άδικα αποτελέσματα.
34.
Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι οι κανονισμοί δεν πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο προκαλούντα την εφαρμογή προδήλως καταχρηστικών δασμών και ότι δεν είναι δυνατόν να επιτρέπεται στις εθνικές τελωνειακές αρχές να καθορίζουν το ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ. Αν αυτό γινόταν, θα διακυβευόταν η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε έναν τομέα όπου η Κοινότητα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, θα εδημιουργούντο δυσκολίες ως προς την εφαρμογή των δασμών αντιντάμπινγκ ελλείψει κατάλληλης κατευθυντήριας κοινοτικής γραμμής όσον αφορά τις τιμές αναφοράς, και θα στερούσε τους εισαγωγείς ενός καταλλήλου επιπέδου ασφάλειας δικαίου. Κατά την Επιτροπή, αυτό το συμπέρασμα είναι σύμφωνο τόσο με τη νομολογία του Δικαστηρίου όσο και με τις γενικές αρχές που διέπουν την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του δασμολογικού συστήματος ( 28 ).
35.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, θα έπρεπε να δώσει αρνητική απάντηση, καθόσον αφορούσε τα εν προκειμένω επίδικα τεμάχια. Επικαλέστηκε την πρόσφατα εκδοθείσα από το Δικαστήριο απόφαση GoldStar Europe ( 29 ). Ενόψει της θέσεως που υποστήριξε ως προς τα δύο πρώτα ερωτήματα, η Επιτροπή δεν κατέθεσε παρατηρήσεις ως προς το τρίτο ερώτημα.
Γαλλική Κυβέρνηση
36.
Η Γαλλική Κυβέρνηση, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, έλαβε εντελώς διαφορετική θέση τόσο από εκείνη της προσφεύγουσας όσο και από εκείνη της Επιτροπής. Δεν συμμετείχε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση.
37.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, θεωρεί ότι οι γενικές αρχές που διέπουν την κατάταξη των περιλαμβανομένων στο ΚΔ εμπορευμάτων πρέπει να εφαρμόζονται στην ερμηνεία των κανονισμών. Προβάλλει δύο λόγους: i) οι κανονισμοί αναφέρονται ειδικώς στην εφαρμογή των εν λόγω αρχών ii) οι ομοιότητες μεταξύ των τελωνειακών δασμών και των δασμών αντιντάμπινγκ, ιδίως ως προς τις αρμόδιες για την είσπραξη τους αρχές, οδηγούν στη σκέψη ότι οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία στη μία περίπτωση πρέπει να επηρεάζουν εκείνες που εφαρμόζονται στην άλλη. Θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου οι εθνικές τελωνειακές αρχές να μη χρησιμοποιούν τους κανόνες της τελωνειακής ονοματολογίας οσάκις εφαρμόζουν τους δασμούς αντιντάμπινγκ. Η κυβέρνηση συνάγει, επομένως, το συμπέρασμα ότι το σημείο 2, στοιχείο α', έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
38.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το ερώτημα αν, σύμφωνα με το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, οι στάτορες και τα ατροφία πρέπει να κατατάσσονται ως πλήρεις κινητήρες εγείρει δύο χωριστά επιμέρους ερωτήματα: i) Εμφανίζει ο στάτορας, σε συνδυασμό με το στροφίο, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός πλήρους ηλεκτρικού κινητήρα; ii) Το γεγονός ότι πρέπει να προστεθούν και άλλα στοιχεία στα δύο αυτά τεμάχια κατά τη διαδικασία κατασκευής εμποδίζει το να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο επιμέρους ερώτημα; Προτείνει να ληφθεί υπόψη η ουσιώδης λειτουργία ενός ηλεκτρικού κινητήρα και, στη συνέχεια, να εξετασθεί αν ο στάτορας, σε συνδυασμό με το στροφίο, ανταποκρίνεται στη λειτουργία αυτή. Η μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε μηχανική εξασφαλίζεται κυρίως από τον συνδυασμό ενός στάτορα με ένα στροφίο. Ο σχεδιασμός και η κατασκευή των τεμαχίων αυτών συνιστούν μία πολύπλοκη πράξη και με υψηλή προστιθεμένη οξία, που αντιπροσωπεύει, κατά μέσον όρο, περίπου το 66 % του κόστους ενός ηλεκτρικού κινητήρα, τα δε χαρακτηριστικά ενός κινητήρα προσδιορίζονται αποκλειστικώς από την ποιότητα του στάτορα και του στροφίου. Παρόλον ότι μόνα τους δεν αρκούν για να συστήσουν ηλεκτρικό κινητήρα, η προσθήκη των άλλων αναγκαίων τεμαχίων και η κατασκευή τους έχουν δευτερεύουσα σημασία. Τα κύρια αυτά συστατικά μπορούν να χρησιμοποιούνται για διάφορες εφαρμογές χωρίς να είναι αναγκαίο να κατασκευασθεί πλήρης κινητήρας ( 30 ). Η αναγκαιότητα προσθήκης «δευτερευόντων» τεμαχίων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κατασκευής δεν θίγει την ουσία της εξασφαλιζομένης από τον στάτορα και το στροφίο λειτουργίας. Κατ' αυτήν, ορθώς το καθού κατέταξε τα τεμάχια αυτά ως ΠΦΚ και, επομένως, τους επέβαλε δασμό αντιντάμπινγκ.
39.
Ως προς το τρίτο ερώτημα, η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι ούτε ο κανονισμός 1986 ούτε εκείνος του 1987 επιτρέπουν την προσαρμογή των προβλεπομένων συντελεστών δασμού αντιντάμπινγκ. Στηρίζει τον ισχυρισμό αυτό στο γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αποφάσισε να θεσπίσει, στην παρούσα περίπτωση, σύστημα μεταβλητών δασμών. Αντιθέτως, αν ο νομοθέτης είχε επιλέξει έναν δασμό ad valorem, το σύστημα αυτό θα είχε καταστήσει δυνατόν να λαμβάνονται πλήρως υπόιρη οι διαφορές αξίας μεταξύ των εισαγομένων πλήρων και μη πλήρων κινητήρων. Η κυβέρνηση εφιστά την προσοχή στην εκδοθείσα από το Δικαστήριο απόφαση στην υπόθεση Neotype Techmashexport κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( 31 ), με την οποία απορρίφθηκε λόγος προβληθείς κατά του μεταβλητού χαρακτήρα του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε οριστικά με τον κανονισμό 1987 και με την οποία έγινε δεκτό ότι η θέσπιση του παρέμενε εντός των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως που έχει ανατεθεί στο Συμβούλιο. Κατέληξε ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές δεν διαθέτουν διακριτική εξουσία όσον αφορά την είσπραξη του προβλεπομένου από τους κανονισμούς δασμού και ότι, επομένως, ολόκληρος ο δασμός πρέπει να εισπραχθεί εφόσον οι εισαγωγές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους.
40.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας, σύμφωνα με τον οποίο η εφαρμογή του δασμού ήταν άδικη, η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι ο πραγματικός συντελεστής του δασμού αντιντάμπινγκ που θεσπίστηκε με τους κανονισμούς αποτελεί ήδη ένα πολύ χαμηλό ποσό σε σχέση με το πραγματικό περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας ( 32 ). Μόνο σε περιπτώσεις, όπως αυτή της προσφεύγουσας — οι οποίες, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, είναι «περιθωριακές» — το κόστος άλλων τεμαχίων εκτός του στάτορα και του στροφίου, καθώς και τα έξοδα επεξεργασίας, αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος του συνολικού κόστους. Η κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το θεσπισθέν από τους κανονισμούs σύστημα δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιδέχεται μεταβολή σε τέτοιες περιπτώσεις και, επί πλέον, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως του μη εκδίδοντας ειδικούς κανόνες για επιχειρήσεις όπως η προσφεύγουσα.
IV — Εξέταση των ερωτημάτων
Πρώτο ερώτημα
41.
Η Γαλλική Κυβέρνηση ορθώς επισημαίνει ότι δεν προκαλεί έκπληξη το ότι ειδικοί κανονισμοί αντιντάμπινγκ, όπως ο κανονισμός 1986 και εκείνος του 1987, παραπέμπουν τόσο στη δασμολογική ονοματολογία όσο και στις γενικές τελωνειακές διατάξεις, εις τρόπον ώστε να διευκολύνονται οι εθνικές αρχές, που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή τους, στην αναγνώριση των υποκειμένων στον δασμό αντιντάμπινγκ προϊόντων. Επομένως, οι κανονισμοί παραπέμπουν στη διάκριση ex 85.01 ΒΙβ', του ΚΔ, που αντιστοιχεί στον κώδικα Nimexe ex 85.01-33, 85.01-34 ή 85.01-36, για την αναγνώριση των τυποποιημένων ΠΦΚ που υπόκεινται στον δασμό. Όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη, δέχομαι, όπως και η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι η περιγραφή ενός προϊόντος στο πλαίσιο ειδικής δασμολογικής κατατάξεως δεν είναι κατ' ανάγκην εξαντλητική. Πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη το πλαίσιο και οι οικείες κλάσεις.
42.
Στην υπόθεση Osram ( 33 ), ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξετάσει το πεδίο εφαρμογής της κλάσεως 70.11 του ΚΔ, που αφορά τις «φύσιγγες και σωληνοειδή περιβλήματα εξ υάλου (...) διά ηλεκτρικούς λαμπτήρας διά πυρώσεως ή φθορισμού, ηλεκτρονικός λυχνίας και παρόμοια». Αφού ανέφερε ότι η δασμολογική κλάση 70.11, όπως αυτή είχε διατυπωθεί, εφαρμοζόταν μόνο στα «μη τελειωμένα» προϊόντα, το Δικαστήριο συνέχισε ότι «αυτός ο όρος πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τον ερμηνευτικό γενικό κανόνα 2α, του τίτλου Ι, του ΚΔ» ( 34 ). Ο ίδιος αυτός κανόνας πρέπει, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, να εφαρμοσθεί στην κατάταξη των μη τελειωμένων προϊόντων για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi περιέγραψε ακριβώς το αποτέλεσμα της εφαρμογής του εν λόγω κανόνα, λέγοντας:
«Σύμφωνα με κανόνα που ακολουθείται γενικώς για την εφαρμογή του Κοινού Δασμολογίου, η κατονομασία ενός είδους σε ορισμένη πλάση του δασμολογίου καλύπτει το είδος αυτό έστω και αν είναι μη πλήρες ή μη τελειωμένο, υπό την προϋπόθεση ότι, στην κατάσταση που βρίσκεται, εμφανίζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πλήρους ή τελειωμένου είδους.» ( 35 )
Ο γενικός εισαγγελέας καθώς και το Δικαστήριο έκριναν ότι η εφαρμογή του κανόνα προϋπέθετε ότι τα χωριστά τεμάχια εισάγονται ή εμφανίζονται προς εκτελωνισμό ταυτόχρονα ( 36 ).
43.
Σε περίπτωση αποδοχής της απόψεως της Γαλλικής Κυβερνήσεως σχετικά με την εν προκειμένω εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, δεν θα πρέπει να λησμονηθεί ότι, ενώ η υπόθεση Osram αφορούσε απλώς τη δασμολογική κατάταξη, η παρούσα υπόθεση αφορά επίσης την εφαρμογή ενός δασμού αντιντά-μπινγκ. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, αν οι εθνικές αρχές δεν συμπεριλάβουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής των κανονισμών τόσο τους τελειωμένους ή πλήρεις ΠΦΚ όσο και τους μη τελειωμένους ή μη πλήρεις ΠΦΚ, η κατάσταση θα είναι ασυμβίβαστη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, αφής οι δεύτεροι εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των πρώτων. Δεν μπορώ να οικειοποιηθώ τον ισχυρισμό αυτόν.
44.
Παρόλον ότι το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 1986, όπως επικυρώθηκε οριστικώς με το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1987, ρητώς προέβλεψε την εφαρμογή των γενικών κανόνων σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη, η εφαρμογή αυτή, όπως ορθώς η προσφεύγουσα παρατήρησε, πρέπει να γίνεται με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του κανονισμού. Όπως το Δικαστήριο παρατήρησε με την απόφαση Krohn, «το πεδίο εφαρμογής ενός κανονισμού συνήθως καθορίζεται από τις ίδιες τις διατάξεις του και δεν μπορεί καταρχήν να επεκταθεί σε άλλες περιπτώσεις εκτός από αυτές τις οποίες ήθελε να ρυθμίσει» ( 37 ). Στην υπόθεση αυτή, ένας επιχειρηματίας είχε υποστηρίξει, ανεπιτυχώς, ότι μία διάταξη κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με την ακύρωση των πιστοποιητικών εισαγωγής μανιόκας καταγωγής τρίτων χωρών εκτός της Ταϋλάνδης μπορούσε να εφαρμόζεται κατ' αναλογία στην Ταϋλάνδη, παρόλον ότι ο κανονισμός της Επιτροπής που διέπει τις εισαγωγές από την Ταϋλάνδη δεν αναφέρεται στη δυνατότητα αυτή. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα επιχειρεί να βασιστεί στη συνήθη σημασία της χρησιμοποιουμένης από τους κανονισμούς διατυπώσεως και όχι, για παράδειγμα, να ισχυρισθεί ότι η έλλειψη αναφοράς στα τεμάχια συνιστά «κενό που είναι ασυμβίβαστο με κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου και που μπορεί να καλυφθεί με την (...) κατ' αναλογία εφαρμογή» ( 38 ), άλλων κανόνων, όπως είναι το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων. Δεν πιστεύω ότι το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν νομοθέτησε σχετικά με τα μέρη κινητήρων μπορεί να θεωρηθεί ως κενό προς πλήρωση στο πλαίσιο του συστήματος προστασίας κατά του ντάμπινγκ το οποίο έχουν θεσπίσει οι εν προκειμένω επίδικοι κανονισμοί. Τα κοινοτικά μέτρα που επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ είναι, εκ φύσεως, εξαιρετικά και δεν πρέπει συνήθως να ερμηνεύονται κατ' άλλον τρόπον ή μόνο διά μιας αυστηρής κατά λέξη ερμηνείας. Κατά τη γνώμη μου, αυτό πρέπει ειδικά να συμβαίνει οσάκις μια ευρεία ερμηνεία θα είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους οικείους επιχειρηματίες, όπως είναι η προσφεύγουσα.
45.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1987 ορίζει, με πολύ ακριβείς όρους, το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβάλλει ως περιλαμβάνον ορισμένους ΠΦΚ που υπάγονται στη διάκριση ex 85.01 Β Ι β'του ΚΔ. Τη συγκεκριμένη εποχή, η διάκριση αυτή αφορούσε αποκλειστικώς τις πλήρεις μηχανές και συσκευές. Μου φαίνεται απολύτως λογική η υπόθεση ότι, αν το Συμβούλιο είχε θελήσει να επεκτείνει τον δασμό στα μέρη κινητήρων, θα είχε επίσης παραπέμψει στη διάκριση 85.01 Γ, η οποία αφορούσε ρητώς τα μέρη και, πιθανώς, τα ξεχωριστά τεμάχια των μηχανών που κατατάσσονται στη διάκριση 85.01 ( 39 ). Η παραπομπή στον αντίστοιχο κώδικα Nimexe δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσει την άποψη αυτή, εφόσον κανένας από τους τρεις αναφερομένους κώδικες (βλ. πιο πάνω, παράγραφος 3) δεν αφορά τα μέρη του ΠΦΚ. Οι τόσο προσεκτικά επιλεγέντες χρησιμοποιούμενοι όροι δηλώνουν τους «τυποποιημένους πολυφασικούς ηλεκτρικούς κινητήρες» και στη συνέχεια παραπέμπουν σαφέστατα στα τρία επίπεδα ισχύος, που καλύπτονται απ' όλη την γκάμα των κωδικών Nimexe ex 85.01-33, ex 85.01-34 και ex 85.01-36. Αν, με διασταλτική ερμηνεία, περιλαμβανόταν η επομένη κλάση, η οποία αφορά, πράγματι, τα «μέρη και ξεχωριστά τεμάχια», θα αναιρούνταν οι σαφείς όροι που χρησιμοποιήθηκαν. Θεωρώ ότι μία κατά λέξη ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1987, επομένως, θα οδηγήσει οπωσδήποτε στο συμπέρασμα ότι τα μέρη κινητήρων αποκλείονται. Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα αυτό αρκεί για να καταστεί δυνατή η λύση του εν προκειμένω ανακύψαντος προβλήματος.
46.
Εξάλλου, είμαι επίσης πεπεισμένος ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται σημαντικά με τη διάταξη που εξέδωσε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου στην υπόθεση Enital κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( 40 ). Η Enital είχε ζητήσει, μεταξύ άλλων, την αναστολή της εκτελέσεως του κανονισμού 1986. Ένα από τα προβληθέντα επιχειρήματα προς στήριξη του αιτήματος αυτού συνίστατο στο ότι, με τον κανονισμό 1986, η Επιτροπή είχε εφαρμόσει παρανόμως δασμό αντιντάμπινγκ στα μέρη κινητήρων. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε το επιχείρημα αυτό με την ακόλουθη διατύπωση: ( 41 )
«Πρέπει να γίνει δεκτό, όπως ορθά διευκρίνισε η Επιτροπή, ότι το δεύτερο επιχείρημα της αιτούσας στερείται, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, οιασδήποτε σημασίας. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απλή ανάγνωση του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ L 330, 1985, σ. 335) και του κώδικα Nimexe (EE L 353, 1985, σ. 475), η δασμολογική κλάση 85.01 του Κοινού Δασμολογίου, η οποία φέρει την ονομασία “Ηλεκτρογεννήτριες: ηλεκτροκινητήρες μετατροπείς στρεφόμενοι ή στατοί μετασχηματιστές πηνία αντίδρασης και αυτεπαγωγής”, υποδιαιρείται σε τρεις διακρίσεις:
85.01 Α (εμπορεύματα που προορίζονται για πολιτικά αεροσκάφη),
85.01 Β (άλλες μηχανές και συσκευές),
85.01 C (μέρη και ξεχωριστά τεμάχιαεξαρτήματα),
ενώ η εκ μέρους του κανονισμού 3019/86 της Επιτροπής επίκληση της δασμολογικής διακρίσεως 85.01 B I ß' δεν αφορά τα μέρη και εξαρτήματα, όπως αυτά ορίζονται στη διάκριση 85.01 Γ. Από τη μελέτη των αντίστοιχων δασμολογικών κλάσεων (85.01-33, 85.01-34 και 85.01-36) του κώδικα Nimexe επιρρωννύεται η εν λόγω διαπίστωση, εφόσον οι οικείες δασμολογικές κλάσεις περιγράφουν τους τυποποιημένους πολυφασικούς κινητήρες ισχύος από 0,75 μέχρι 75 KW, ενώ τα μέρη και εξαρτήματα κινητήρων περιγράφονται αντίθεντα στους κώδικες 85.01-89 και 85.01-90, στους οποίους δεν παραπέμπει ο παραπάνω κανονισμός 3019/86.»
47.
Εντούτοις, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τόσο η παραπομπή στις «διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1987, όσο και η αναγκαιότητα εγγυήσεως της ασφάλειας δικαίου έναντι των εθνικών τελωνειακών αρχών δικαιολογούν την εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων και, συνεπώς, μία ερμηνεία του κανονισμού 1987 προβλέπουσα την εφαρμογή αυτού του τελευταίου στα εισαγόμενα τεμάχια που μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιωδώς προσομοιάζοντα με τους πλήρεις κινητήρες. Μου φαίνεται ότι, προτού να εξετασθεί η ύπαρξη ενδεχομένων δυσκολιών, τις οποίες οι εθνικές αρχές θα αντιμετωπίσουν αν πρέπει να εφαρμόσουν τον κανονισμό 1987 στα εισαγόμενα τεμάχια, πρέπει να εξετάσουμε το ερώτημα αν η παραπομπή, μεταξύ άλλων, στο σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων επιβάλλει μία μη κατά λέξη ερμηνεία του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1987.
48.
Το εθνικό δικαστήριο υπαινίχθηκε ότι αυτή η ερμηνεία θα βρισκόταν περισσότερο σε αρμονία με τον σκοπό των μέτρων αντιντάμπινγκ εν γένει και εκείνων του κανονισμού 1987 ειδικότερα, λόγω του ότι θα αποθάρρυνε τους εισαγωγείς από του να επιδιώξουν να αποφύγουν τους δασμούς αντιντάμπινγκ που ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε αναγκαίους και θεμιτούς προκειμένου να προστατεύσει την κοινοτική βιομηχανία από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Δεν συμφωνώ ως προς το σημείο αυτό. Όπως ορθώς η Επιτροπή επισήμανε, το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων απαιτεί τα σχετικά εισαγόμενα μη πλήρη προϊόντα να εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του αντίστοιχου πλήρους προϊόντος. Το Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση Osram ( 42 ), ότι, παρόλον ότι ο κανόνας αυτός έχει ως αποτέλεσμα κάθε κατονομασία ενός είδους σε ορισμένη κλάση του δασμολογίου να καλύπτει το είδος τούτο είτε εισάγεται«πλήρες ή τελειωμένο» ή «σε κατάσταση αποσυναρμολογήσεως ή μη συναρμολογήσεως», εντούτοις «προκύπτει από τη διατύπωση αυτής της διατάξεως ότι αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί παρά μόνον υπό τον όρο ότι τα μη συναρμολογημένα μέρη παρουσιάζονται συγχρόνως στον εκτελωνισμό» ( 43 ). Υπό το πρίσμα αυτό, ο οικείος επιχειρηματίας θα έπρεπε απλώς να κλιμακώνει ή να οργανώνει σταδιακά τις εισαγωγές του, ώστε καμία εισαγομένη παρτίδα να μη περιέχει επαρκή αριθμό τεμαχίων για να επιτρέπεται η εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ δεν πρέπει να της επιβληθεί, απλώς επειδή απείχε από τέτοιες πρακτικές. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αυτή δέχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, είχε ενίοτε εισαγάγει ταυτόχρονα τα δύο επίδικα τεμάχια. Εντούτοις, αυτό δεν εξαρτιόταν από τη δική της θέληση, αλλά από τις συνθήκες κατασκευής που αντιμετώπιζαν οι Τσεχοσλοβάκοι προμηθευτές της.
49.
Κατά τη γνώμη μου, από την απόφαση Osram απορρέει ότι, στις πολυάριθμες περιπτώσεις κατά τις οποίες η προσφεύγουσα εισήγαγε χωριστά στάτορες και στροφία, δεν μπορεί να τεθεί θέμα εφαρμογής του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, παρόλον ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο σκέλος, υπό την έννοια ότι οι οικείες εισαγωγές δεν πληρούν προδήλως τις προϋποθέσεις εφαρμογής του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων.
50.
Κατά τη γνώμη μου, το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων εφαρμόζεται ενδεχομένως μόνον οσάκις τα φερόμενα ουσιώδη τεμάχια εισάγονται μαζί ή εμφανίζονται ταυτόχρονα προς εκτελωνισμό. Ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, δεν θεωρώ ότι είναι δυνατόν να προβάλλεται ως επιχείρημα ο κίνδυνος αποφυγής του δασμού, προκειμένου να δικαιολογηθεί η εφαρμογή του δασμού αντιντάμπινγκ σε τεμάχια όπως αυτά που έχει εισαγάγει η προσφεύγουσα, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δασμού.
51.
Το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων μπορεί να εφαρμοσθεί μόνον δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1987, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς εφαρμόζονται «με την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι στην εν λόγω υπό όρους παραπομπή στην τελωνειακή νομοθεσία πρέπει να δοθεί η συνήθης, κατά λέξη σημασία της. Δεν είναι δυνατόν, σε καμία περίπτωση, να επιτραπεί ένας γενικός κανόνας ερμηνείας, όπως είναι το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, να επεκτείνει το ειδικό καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του δασμού που επέβαλε ο κανονισμός 1987, για τον λόγο και μόνο ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού παραπέμπει στον εν λόγω κανόνα: ο δευτερεύων ρόλος [«με την επιφύλαξη (...)]» που ανατέθηκε σ' αυτόν τον τελευταίο καθιστά το πράγμα αναμφισβήτητο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αμφιβολίες του εθνικού δικαστηρίου ως προς την εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων οφείλονται κυρίως στις ανησυχίες του σχετικά με τα δυσανάλογα αποτελέσματα που θα είχε η εφαρμογή του μεταβλητού δασμού αντιντάμπινγκ στα εισαγόμενα τεμάχια, όπως εκείνα για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Συμμερίζομαι τις αμφιβολίες αυτές. Ακόμη και αν έπρεπε να αγνοήσω τους επιβαλλόμενους από τον βασικό κανονισμό περιορισμούς όσον αφορά την έκδοση ατομικών κανονισμών αντιντάμπινγκ, ειδικά την ανάγκη προηγουμένης έρευνας σχετικά με τη φερομένη ζημία, στη συνέχεια δε να υποθέσω ότι το Συμβούλιο μπορούσε νόμιμα — πράγμα που μου φαίνεται εξαιρετικά απίθανο — να επιβάλει δασμό αντιντάμπινγκ πλήττοντα τα μέρη των εισαγομένων ΠΦΚ, είναι απολύτως προφανές ότι το Συμβούλιο, εν πάση περιπτώσει, ήταν υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού, να εκτιμήσει το οικείο περιθώριο ντάμπινγκ και να καθορίσει κατάλληλο συντελεστή δασμού αντιντάμπινγκ, μη υπερβαίνοντα το απολύτως αναγκαίο για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τις εν λόγω εισαγωγές στους κοινοτικούς παραγωγούς αναλόγων προϊόντων. Προφανώς, τέτοια εκτίμηση δεν πραγματοποιήθηκε.
52.
Εντούτοις, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, εφόσον το Συμβούλιο δεν επέλεξε να επιβάλει στους εισαγόμενους πλήρεις ΠΦΚ μεταβλητό δασμό με συντελεστή όσο μπορούσε υψηλό υπό το φως της πράγματι διεξαχθείσας έρευνας και σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό, το απλό γεγονός ότι στα εισαγόμενα τεμάχια επιβλήθηκε μεταβλητός δασμός με υψηλότερο συντελεστή απ' ό,τι στους πλήρεις κινητήρες δεν πρέπει να θεωρηθεί ως άδικο. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί. Δέχομαι το επιχείρημα της προσφεύγουσας σύμφωνα με το οποίο η απλή εφαρμογή του κανονισμού 1987 στα μέρη κινητήρων θα προκαλούσε την επιβολή ενός απαράδεκτα υψηλότερου συντελεστή προστασίας έναντι αυτών των εισαγωγών από αυτόν που ρητώς προβλέπεται από τον κανονισμό αυτό για τις εισαγωγές πλήρων κινητήτων. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια εφαρογή του κανονισμού 1987 θα ήταν ασυμβίβαστη, μεταξύ άλλων, με την οικονομική βάση του ίδιου του κανονισμού. Ευτυχώς, μία κανονική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 5, όπως αυτή που προτείνεται πιο πάνω στην παράγραφο 45, αποκλείει ένα τέτοιο παράξενο και αντικανονικό αποτέλεσμα.
53.
Βλέπω επίσης μία επιβεβαίωση της ερμηνείας αυτής του άρθρου 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1987 στην πειστική σύγκριση που έκανε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση μεταξύ της διατυπώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 5, και εκείνης που χρησιμοποιείται στους «κανονικούς κανονισμούς αντιντάμπινγκ» ( 44 ), όπως είναι ο κανονισμός 1739/85 ( 45 ), για τον οποίο επρόκειτο στην υπόθεση Dr Tretter ( 46 ). Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού όριζε ότι «Για τον ανωτέρω δασμό εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς», πράγμα που διαφέρει από τη διατύπωση «με την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 5 (η υπογράμμιση είναι δική μου).
54.
Η άποψη μου αυτή ενισχύθηκε επίσης από το λυσιτελές επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της και που στήριξε στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Dr Tretter ( 47 ), σχετικά με την πραγματική σχέση μεταξύ των διατάξεων περί δασμών αντιντάμπινγκ και εκείνων περί τελωνειακών δασμών. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο ερωτήθηκε αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1739/85 ( 48 ), που επέβαλε δασμό αντιντάμπινγκ σε ορισμένους τύπους ρουλεμάν με μπίλιες και ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους, καταγωγής Ιαπωνίας, ήταν άκυρο, επειδή η δασμολογική κλάση στην οποία αναφερόταν δεν κάλυπτε μόνο τα ρουλεμάν με μπίλιες υπό τεχνική έννοια (δηλαδή τα περιστρεφόμενα περί άξονα ρουλεμάν), αλλά επίσης τα καλούμενα ένσφαιρα έδρανα (κουζινέτα) (δηλαδή τους οδηγούς γραμμικής κινήσεως), ακόμη και αν η διαδικασία αντιντάμπινγκ που είχε οδηγήσει στην επιβολή του εν λόγω δασμού δεν αφορούσε τα εν λόγω ένσφαιρα έδρανα. Λαμβάνοντας ως βάση την αρχή κατά την οποία, όταν το γράμμα ενός κειμένου παραγώγου κοινοτικού δικαίου μπορεί να τύχει πολλών ερμηνειών, πρέπει να προτιμάται εκείνη η ερμηνεία που καθιστά τη συγκεκριμένη διάταξη συμβιβαστή με τη Συνθήκη, καθώς και την αρχή κατά την οποία οι κανονισμοί εκτελέσεως πρέπει, αν είναι δυνατόν, να ερμηνεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού ( 49 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι από το ίδιο το γράμμα της προσβαλλομένης διατάξεως και, κυρίως, από τη φράση «που υπάγονται στην κλάση ex 84.62 του Κοινού Δασμολογίου» μπορεί να συναχθεί ότι η τυχόν κατάταξη ενός προϊόντος σε αυτή τη δασμολογική κλάση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το προϊόν αυτό υπόκειται σε δασμό αντιντάμπινγκ κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής. Δέχομαι ότι από την απόφαση Dr Tretter προκύπτει ότι απλή αναφορά σε ειδική δασμολογική κλάση δεν συνεπάγεται συστηματικά ότι κάθε προϊόν ανήκον στην κλάση αυτή υπόκειται στον δασμό αντιντάμπινγκ. Η επιβολή του δασμού σ' ένα προϊόν θα εξαρτηθεί από την περιγραφή που έχει υιοθετήσει ο κοινοτικός νομοθέτης στον οικείο κανονισμό αντιντάμπινγκ, από τον σκοπό του κανονισμού αυτού και από το ιστορικό του, εξεταζόμενο υπό το φως των απαιτήσεων που επιβάλλει ο βασικός κανονισμός. Εν προκειμένω, ουδείς εκ των παραγόντων αυτών δικαιολογεί την εφαρμογή του κανονισμού 1987 στα εισαγόμενα μέρη κινητήρων.
55.
Με την απόφαση Dr Tretter, το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν το Συμβούλιο επιθυμούσε να επιβάλει δασμό αντιντάμπινγκ στα ένσφαιρα έδρανα, θά είχε διατυπώσει συναφώς άλλα κριτήρια διακρίσεως. Η παρούσα υπόθεση διακρίνεται της υποθέσεως Dr Tretter, καθόσον τα προϊόντα που επιδιώκεται να περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του δασμού αντιντάμπινγκ κατατάσσονται πράγματι σε χωριστή δασμολογική κλάση. Με δεδομένη τη ρητή αυτή αναφορά στα «μέρη και ξεχωριστά τεμάχια», στη διάκριση 85.01 Γ, είμαι πεπεισμένος ότι, αν το Συμβούλιο είχε θελήσει να περιλάβει τα εν λόγω μέρη και ξεχωριστά τεμάχια στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του δασμού αντιντάμπινγκ, θα είχε, τουλάχιστον, ενσωματώσει μνεία της εν λόγω διακρίσεως στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1987.
56.
Για όλους τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω, στις παραγράφους 41 έως 55, είμαι πεπεισμένος ότι στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ που επέβαλαν οι εν προκειμένω επίδικοι κανονισμοί εφαρμόζεται μόνο στους τελειωμένους ή πλήρεις ΠΦΚ, είτε εμφανίζονται είτε όχι σε κατάσταση μη συναρμολογήσεως ή αποσυναρμολογήσεως. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων εφαρμόζεται, θα είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα, το οποίο υπέβαλε επικουρικώς το εθνικό δικαστήριο. Φυσικά, σ' αυτό εναπόκειται να εφαρμόσει το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, αν αυτό δικαιολογείται, και, υπό το φως της εκτιμήσεως του των πραγματικών εν προκειμένω περιστατικών, να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με το εάν ένα μη πλήρες ή μη τελειωμένο είδος εμφανίζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του πλήρους ή τελειωμένου είδους. Κατά την εκτέλεση του καθήκοντος αυτού, το εθνικό δικαστήριο μπορεί επίσης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, να ζητήσει από το Δικαστήριο ερμηνεία του κανόνα αυτού ενόψει αυτών των πραγματικών περιστατικών.
57.
Πρέπει πρώτα να σημειωθεί ότι, όπως ο γενικός εισαγγελέας Gulmann ανέφερε με τις προτάσεις του στην υπόθεση Develop Dr Eisbein ( 50 ), το σημείο 2, στοιχείο α', εισήχθη στο Κοινό Δασμολόγιο με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1972 ως αποτέλεσμα μιας συστάσεως, της 9ης Ιουνίου 1970, του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας και έγινε δεκτό από τα κράτη μέλη της Κοινότητας με την απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1971 ( 51 ), και ότι ο σκοπός του «ήταν η διευκόλυνση των τελωνειακών εργασιών», κατά τρόπον ώστε «ο εισαγωγέας ο οποίος εισάγει το σύνολο των χωριστών τεμαχίων που είναι αναγκαία για την κατασκευή του τελικού προϊόντος να έχει τη δυνατότητα να κατατάσσει τα τεμάχια αυτά είτε ως τελειωμένο είδος, δηλαδή να μη τα κατατάσσει στις κλάσεις που αφορούν τα τεμάχια και εξαρτήματα του οικείου εμπορεύματος — αν υφίστανται τέτοις κλάσεις —, ή να τα κατατάσσει στις δασμολογικές κλάσεις στις οποίες θα υπάγονταν άλλως τα χωριστά τεμάχια» ( 52 ). Από τη διατύπωση της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Develop Dr Eisbein προκύπτει ότι, στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο είχε εξετάσει τη δεύτερη φράση του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, σχετικά με το ερώτημα ποια ήταν η κατάσταση όταν όλα τα μέρη ή τα τεμάχια ενός πλήρους προϊόντος εμφανίζονταν ταυτόχρονα στον εκτελωνισμό αποσυναρμολογημένα ή μη συναρμολογημένα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, σ' αυτή την περίπτωση, από τη δεύτερη φράση του κανόνα προκύπτει ότι τα μέρη ή τεμάχια αυτά έπρεπε «να χαρακτηρισθούν ως πλήρες είδος» ( 53 ), και ότι δεν «παρίσταται ανάγκη να ληφθεί υπόψη η τεχνική συνδέσεως ή η περιπλοκότητα της μεθόδου συναρμολογήσεως» ( 54 ). Η παρούσα υπόθεση είναι εντελώς διαφορετική, εφόσον αφορά την πρώτη φράση του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων. Κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες εισαγωγές της προσφεύγουσας περιελάμβαναν κατ' ουσίαν όλα τα αναγκαία τεμάχια για την κατασκευή έστω ενός μόνον τυποποιημένου ηλεκτρικού ΠΦΚ, χωρίς να αναφέρουμε τους ειδικούς κινητήρες για την κατασκευή των οποίων τα τεμάχια αυτά πράγματι χρησιμοποιούνταν. Επιπλέον, το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων εφαρμόζεται, ενδεχομένως, μόνον δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1987, από τον οποίον, επομένως, «εξαρτάται». Η ειδική φύση των προϊόντων που αφορά ο δασμός αντιντάμπινγκ, δηλαδή των ηλεκτρικών κινητήρων, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο κανόνας μπορεί να εφαρμόζεται. Αν υποτεθεί ότι τα τεμάχια εισήχθησαν ταυτόχρονα (βλ. ανωτέρω, παράγραφο 50), μπορούν ο στάτορας και το στροφίο να θεωρούνται, όπως το προτείνει η Γαλλική Κυβέρνηση, ως εμφανίζοντα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός πλήρους ή τελειωμένου είδους;
58.
Αν και μπορεί να είναι αληθές ότι ορισμένα ουσιώδη χαρακτηριστικά του κινητήρα, όπως η ισχύς του, καθορίζονται κυρίως από τον συνδυασμό του στάτορα και του στροφίου, δεν θεωρώ ότι αυτό αρκεί. Όπως η προσφεύγουσα ορθώς αναφέρει, ο συνδυασμός ενός στάτορα και ενός στροφίου δεν προσομοιάζει ούτε εσωτερικά ούτε εξωτερικά προς έναν ΠΦΚ, και δεν μπορεί, άνευ της προσθήκης διαφόρων άλλων σημαντικών τεμαχίων (βλ. ανωτέρω, παράγραφο 23), να εκπληρώνει πράγματι την ουσιώδη αποστολή του που συνίσταται στη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε μηχανική ενέργεια. Άνευ των τεμαχίων αυτών δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως εμφανίζων τα «ουσιώδη χαρακτηριστικά» ενός ηλεκτρικού κινητήρα. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται με την απόφαση που πρόσφατα εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση GoldStar Europe ( 55 ), την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Οφείλοντας να αποφασίσει αν, υιοθετώντας δασμολογική διάκριση για προϊόντα τα οποία είχαν προηγουμένως θεωρηθεί ως «μέρη» συσκευών μαγνητοσκοπήσεως και τα οποία περιγράφονταν ως «μηχανικό μέρος βιντεοφωνικής συσκευής εγγραφής ή αναπαραγωγής (...) εξοπλισμένο με τις κεφαλές εγγραφής και αναπαραγωγής (mecadecks)», η Επιτροπή είχε εγκύρως ασκήσει την εξουσία, που της απονέμουν τα άρθρα 8 και 9 του κανονισμού 2658/87 ( 56 ), να εκδίδει μέτρα σχετικά με την κατάταξη των εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε το επιχείρημα της Επιτροπής, στηριζόμενο στο σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων, σύμφωνα με το οποίο «το mecadeck συνιστά το κύριο μέρος της βιντεοφωνικής συσκευής, εφόσον περιέχει από μόνο του το σύνολο των χαρακτηριστικών στοιχείων για τη λειτουργία της συσκευής, ήτοι για τη βιντεοφωνική εγγραφή και αναπαραγωγή» ( 57 ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Συναφώς υπογραμμίζεται ότι, ναι μεν τα μηχανικά στοιχεία που απαρτίζουν ένα mecadeck είναι απαραίτητα για την επί μέρους λειτουργία μιας μαγνητοσκοπικής συσκευής, αλλ' εξίσου απαραίτητα είναι και τα ηλεκτρονικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας μαγνητοσκοπικής συσκευής έγκεινται στον συνδυασμό των μηχανικών και ηλεκτρονικών στοιχείων.» ( 58 )
59.
Κατά τη γνώμη μου, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός ΠΦΚ έγκεινται στον συνδυασμό όλων των διαφόρων σημαντικών τεμαχίων που είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η λειτουργία του ως ηλεκτρικού κινητήρα. Εξάλλου, κατά το μέτρο που η εφαρμογή του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων σε δασμό αντιντάμπινγκ εξαρτάται από τον σκοπό του δασμού αυτού και από τις χρήσεις για τις οποίες προορίζονται οι συγκεκριμένες εισαγωγές, θεωρώ ότι, υπό τις παρούσες περιστάσεις, όπου η προσφεύγουσα κατασκευάζει, με τη βοήθεια εξοπλισμού μεγάλης ακρίβειας και εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, ειδικούς κινητήρες που έχουν σχεδιασθεί από τους μηχανικούς της για να ικανοποιούν τις ατομικές ανάγκες των πελατών της, φαίνεται πολύ δύσκολο να λεχθεί ότι ο συνδυασμός ενός στροφίου και ενός στάτορα μπορεί να θεωρηθεί ως εμφανίζων τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός τελειωμένου ή πλήρους ΠΦΚ. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι υποχρεούται να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, θα πρέπει να απαντήσει ότι ένας στάτορας με περιέλιξη και ένα στροφίο με άξονα δεν εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός πλήρους ή τελειωμένου ΠΦΚ που πλήττεται με δασμό αντιντάμπινγκ.
60.
Υπό το φως των συμπερασμάτων, στα οποία κατέληξα όσον αφορά τα δύο πρώτα ερωτήματα, είναι πρόδηλον ότι οι κανονισμοί δεν επέβαλαν κανένα δασμό αντιντά- μπινγκ επί των εισαγομένων τεμαχίων και πρέπει να δοθεί συναφής απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
V — Πρόταση
61.
Επομένως, θεωρώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Finaiizgericht Rheinland-Pfalz πρέπει να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
«1)
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3019/86 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων, ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 kilowatts έως και 75 kilowatts, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής 'Ενωσης, και το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 864/87 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγπ στις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων, ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 kilowatts έως και 75 kilowatts, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ένωσης, έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν δασμό αντιντάμπινγκ αποκλειστικά στις εισαγωγές πλήρων ή τελειωμένων τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων (ακόμη και αν εμφανίζονται μη συναρμολογημένοι ή αποσυναρμολογηθέντες). Δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του σημείου 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας ώστε να συμπεριληφθούν οι μη πλήρεις ή μη τελειωμένοι πολυφασικοί ηλεκτρικοί κινητήρες στο πεδίο εφαρμογής του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβάλλουν οι εν λόγω κανονισμοί.
2)
Στην περίπτωση κατά την οποία οι ανωτέρω διατάξεις ερμηνευθούν, σύμφωνα με το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων για την ερμηνεία της συνδυασμένης ονοματολογίας, ως έχουσες εφαρμογή στα μη πλήρη ή μη τελειωμένα προϊόντα, ένας στάτορας και ένα στροφίο με άξονα δεν εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός πλήρους ή τελειωμένου, τυποποιημένου ή ειδικού πολυφασικού ηλεκτρικού κινητήρα.
3)
Οι εν λόγω διατάξεις δεν προβλέπουν την εφαρμογή δασμού αντιντάμπινγκ στα εισαγόμενα μέρη τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) EE L 280. σ.68.
( 2 ) ΕΕ 1987 L 83, σ. 1.
( 3 ) O πλήρης τίτλος, που αναγράφεται στην Επίσιιμη Εφημερίδα, του κανονισμού 1987 είναι «Κανονισμό; (ΕΟΚ) 864/87 του Συμβουλίου, τη; 23η; Μαρτίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων, ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 kilowatts έως και 75 kilowatts, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ένωσης, και για την οριστική είσπραξη των ποσών που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση μέσω του προσωρινού δασμού».
( 4 ) ΕΕ L 345, σ. 1.
( 5 ) ΕΕ L 368, σ. 1. Το 1987 ορίστηκε νέα μορφή κωδικού αριθμού «Συνδυασμένης Ονοματολογίας» (ΣΟ) για τα προϊόντα για τα οποία πρόκειται οτην κύρια δίκη, σύμφωνα με το νέο δασμολόγιο και το νέο σύστημα ονοματολογίας που εισήχθη με τον κανονισμό (EOK) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1) βλ., κατωτέρω, την υποσημείωση 6.
( 6 ) Ol εν λόγω κώδικες Nimexe αναδιοργανώθηκαν κάπως κατά τη διάρκεια της περιόδου που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τον κανονκηιό 2658/87, τα συναφή εδάφια του οποίου έχουν ως εξής:
«Κωδικός ΣΟ Περιγραφή εμπορευμάτων
8501
Ηλεκτροκινητήρες και ηλεκτρογεννήτριες, με εξαίρεση τα συγκροτήματα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος:
8501 52 91
με VT/fi που υπερβαίνει τα 750 W αλλά δεν υπερβαίνει τα 7,5 kW
8501 52 93
με ισχύ που υπερβαίνει τα 7,5 kW αλλά δεν υπερβαίνει τα 37 kW
501 52 99
με ισχύ που υπερβαίνει τα 37 kW αλλά δεν υπερβαίνει τα 75 kW
8503 00
Μέρη που αναγνωρίζονται ότι προορίζονται αποκλειστικά ή κύρια για τις μηχανές των κλάσεων 8501 ή 8502:
8503 00 10
Στεφάνες μη μαγνητικές
8503 00 90
Άλλα».
( 7 ) Βλ. Kaplcyn και Verloren Van Thcmaat, Introduction to the Law of the European Communities (Εκδόσεις Gormley, 2η έκδοση, 1989), σ. 812.
( 8 ) EE L 201, σ. 1.
( 9 ) Οι παρούσες διατάξεις περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988. για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (EEL 209, σ. 1). Στις 19 Ιουλίου 1995, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση νέου κανονισμού του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ C 319, σ. 10). Η πρόταση αυτί] αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στο να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις της νομοθεσίας αντιντάμπινγκ της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ), που συμφωνήθηκαν το 1994 στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης.
( 10 ) Βλ. Kapteyn και Verloren Van Themaat, σύγγραμμα που αναφέρεται στην υποσημείωση, ανωτέρω, σ. 812.
( 11 ) Βλ. άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
( 12 ) Βλ. άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.
( 13 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο κανονισμός 1987 αποτελούσε το μόνο μέτρο αντιντάμπινγκ που επέβαλε ποτέ μεταβλητό δασμό επί μη συναρμολογημένων προϊόντων και ο οποίος είχε πλέον καταργηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του βασικού κανονισμού, οι δασμοί αντιντάμπινγκ παύουν κανονικά να ισχύουν πέντε χρόνια μετά την ημερομηνία ενάρξεως τη; ισχύος τους. O ισχυρισμός αυτός μπορεί, εντούτοις, να είναι κάπως αντίθετος προς τη διατυπωθείσα από τον γενικό εισαγγελέα Van Gervcn άποψη, στις προτάσεις του σχετικά με τις συνεκδικαοθείσες υποθέσεις Neolypc Tcchmashexport κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-305/86 και C-160/87. Συλλογή 1990, σ. I-2945), όπου δηλώνει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή «εφαρμόζουν κανονικά στην πράξη έναν μεταβλητό δασμό ο οποίος αποτελεί συνάρτηση της διαφοράς μεταξύ μιας ελάχιστης τιμής και της τιμής εξαγωγής (ή της τιμής προς τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή)», (παράγραφος 39). Αν και το κύρος του κανονισμού 1987 επικυρώθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής (βλ. την παράγραφο 39, κατωτέρω), δεν γνωρίζουμε πολύ καλά αν το σχόλιο του γενικού εισαγγελέα Van Gerven, που αναφέρθηκε πιο πάνω, αφορούσε τα μη συναρμολογημένα προΐ'όντα,
( 14 ) Κανονισμός 3618/86, παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση 4. O κανόνας αυτός επανελήφθη κατά λέξη στον κανονισμό 2658/87, παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση.
( 15 ) Επισημαίνει ότι τα μέρη κινητήρων αναφέρονται στην 34η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1987, αλλά πουθενά αλλού στο κείμενο των κανονισμών. Πρέπει να σημειωθεί, όπως η Επιτροπή παρατήρησε, αναφορά στα μέρη κινητήρων γίνεται επίσης στην 29η αιτιολογική σκέψη του κανονισμοί 1987.
( 16 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο σύμβουλος της προσφεύγουσας αναφέρθηκε στην 29η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1987 προς στήριξη του ισχυρισμού του κατά τον οποίο, παρόλον ότι ο νομοθέτης εγνώριζε το γεγονός ότι τα μέρη κινητήρων εισάγονται χωριστά εντός της Κοινότητας, εντούτοις αποφάσισε ευθαρσώς να μη συμπεριλάβει τα μέρη αυτά στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
( 17 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985, 165/84, Krohn (Συλλογή 1985, α 3997, σκέψη 13).
( 18 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1978, 6/78, Union française de céréales (Συλλογή τόμος 1978, σ. 545).
( 19 ) Βλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 1974, Osram, 183/73 (Συλλογή τόμος 1975, ο. 265).
( 20 ) Απαντώντας σε ερώτηση που τέθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο σύμβουλος της προσφεύγουσας δέχθηκε ότι, αν και στην περίπτωση πολλών εισαγωγών για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα δίκη τα τεμάχια ει^ σήχθησαν χωριστά, σε άλλες περιπτώσεις εισήχθησαν μαζί, σε συναρμολογημένη κατάσταση.
( 21 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C-35/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-2655).
( 22 ) Απόφαση τη; 13η; Δεκεμβοίου 1989, C-26/88 (Συλλογή 1989, ο. 4253).
( 23 ) Η προσφεύγουσα παραθέτει την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, 143/83 Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1985. σ. 427), προς στήριξη του ισχυρισμού της.
( 24 ) Η προσφεύγουσα επικαλείται, χυρίως, την απόφαση Krohn, παρατεθείσα πιο πάνω στην υποσημείωση, προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της.
( 25 ) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1993, C-90/92 (Συλλογή 1993, σ. Ι-3569).
( 26 ) Ως παράδειγμα, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1739/85 του Συμβουλίου, της 24η; Ιουνίου 1985, για την επιβολή οριστικού õaqiοu αντιντά(ΐπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων ρουλεμάν με μπίλιες και ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους, καταγωγής Ιαπωνίας (EE L 167, σ. 3).
( 27 ) Μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: i) καθορισμός της δια-φοράς μεταξύ της ελαχίστης τιμής ενός πλήρους κινητήρα και της τιμής εκάστου εισαγομένου τεμαχίου που πλήρωσε ο πρώτος ανεξάρτητος αγοραστής ii) καθορισμός της διαφοράς μεταξύ της ελαχίστης τιμής ενός πλήρους κλητήρα και της τιμής πωλήσεως ενός τυποποιημένου ΠΦΚ- iii) καθορισμός της διαφοράς μεταξύ της ελαχίστης τιμής ενός μη πλήρους κινητήρα και της τιμής πωλήσεως που συμφωνήθηκε με τον τελικό αγοραστή του εν λόγω μη τελειωμένου κινητήρα.
( 28 ) Η Επιτροπή αναφέρεται στο σημείο αυτό στην απόφαση Develop Dr Eisbein, που παρατίθεται πιο πάνω στην υποσημείωση, σκέψη 18.
( 29 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-401/93 (Συλλογή 1994, σ. I-5587).
( 30 ) Η Γαλλική Κυβέρνηση ανατίθεται στο γεγονός ότι, για παράδειγμα, για ορισμένες πράξεις καθαρίσματος και απολυμάνσεων, στάτορες συνδυασμένοι με ατροφία μπορούν να χρησιμοποιούνται για να θέτουν οε κίνηση αντλίες.
( 31 ) Παρατέθηκε πιο πάνω, στην υποσημείωση.
( 32 ) Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η καθορισθείσα με τον κανονισμό 1987 ελαχίστη τιμή βασιζόταν στις τιμές κόστους των κοινοτικών παραγωγών των πλέον αποδοτικών πλήρων ΠΦΚ και όχι σε εκείνες του μέσου κοινοτικού παραγωγοί) (στον προσωρινό κανονισμό 1986 βασιζόταν στο μέσο κόστος). Κατά την κυβέρνηση, αν είχε χρησιμοποιηθεί ως βάση το πλέον υψηλό κόστος, θα είχε καταστεί αναγκαία η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ υπερβαίνοντος κατά 60 % τις τιμές εισαγωγής, ενώ αυτός που επιβλήθηκε με τον κανονισμό 1987 δεν υπερβαίνει τις εν λόγω τιμές παρά μόνο κατά 35 % περίπου. O ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση Neotype Techmashexport κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (παρατέθηκε ήδη πιο πάνω, στην υποσημείωση 13), όπου ανέφερε ότι ο καθορισθείς με τον κανονισμό 1987 δασμός αντιντάμπινγκ «σημαίνει αύξηση κατά 25 % περίπου σε σχέση με τις τιμές εισαγωγής που εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς» και ότι βρίσκεται, επομένως, «σε σημαντικά κατώτερο επίπεδο απ' ό,τι τα περιθώρια ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν» (παράγραφος 10).
( 33 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση.
( 34 ) Ομοίως, σκέψη 6.
( 35 ) Ομοίως, σ. 274 των προτάσεων.
( 36 ) Σκέψη 7 της αποφάσεως και σ. 275 των προτάσεων.
( 37 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση 17, σκέψη 13 της αποφάσεως.
( 38 ) Ομοίως, σκέψη 14.
( 39 ) Προς στήριξη της απόψεως αυτής, πρέπει να σημειωθεί ότι, διαφορετικά απ' ό,τι το αγγλικό και το γερμανικό κείμενο, το γαλλικό κείμενο της κλάσεως 85.01 Γ αφορά τα «μέρη και ξεχωριστά τεμάχια» (η υπογράμμιση δική μου).
( 40 ) Διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 1987, 304/86 R (Συλλογή 1987, σ. 267).
( 41 ) Ομοίως, σκέψη 15.
( 42 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση.
( 43 ) Ομοίως, σκέψη 7.
( 44 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην παράγραφο 32.
( 45 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση.
( 46 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση.
( 47 ) Ομοίως.
( 48 ) Παρατέθηκε πιο πάνω, στην υποσημείωση.
( 49 ) Το Δικαστήριο ανέφερε την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 218/82 Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 4063), προς στήριξη της πρώτης αρχής και την απόφαση της 10ης Μαρτ(ου 1971, 38/70, Tradax (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 707), προς στήριξη της δεύτερης αρχής (σκέψη 11).
( 50 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση, υποσημείωση 12 των προτάσεων.
( 51 ) ΕΕ L 137, σ. 10.
( 52 ) Βλ. απόφαση Develop Dr Eisbein, παράγραφος 19 των προτάσεων. O γενικός εισαγγελέας παοαθέτει την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Μαίου 1979/I, 165/78, IMCO (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 935), προς στήριξη της απόψεως αυτής. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το σημείο 2, στοιχείο α', των γενικών κανόνων «αφορά τα μη συναρμολογηθέντα ακόμα είδη, καθώς και τα αποσυναρμολογηθέντα είδη και, καθόσον τα μη συναρμολογηθέντα τεμάχια επιτρέπουν τη δημιουργία ενός πλήρους είδους, αυτά καλύπτονται από τις διατάξεις που ρυθμίζουν το είδος αυτό (δηλαδή το πλήρες είδος) ακόμη και αν το Κοινό Δασμολόγιο περιέχει ειδική κλάση για τα μεμονωμένα τεμάχια και εξαρτήματα».
( 53 ) Όπ.π., σκέψη 17.
( 54 ) Όπ.π., σκέψη 19.
( 55 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση.
( 56 ) Παρατέθηκε πιο πάνω στην υποσημείωση.
( 57 ) Βλ. υπόθεση GoldStar Europe, παρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 29, σκέψη 23.
( 58 ) Ομοίως, σκέψη 26.
Full & Egal Universal Law Academy