ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MICHAEL B. ELMER
της 8ης Ιουνίου 1995 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Στην παρούσα υπόθεση, ζητήθηκε από το Δικαστήριο να δώσει απάντηση σε διάφορα ερωτήματα ως προς τη σχέση μεταξύ ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης και της ιταλικής νομοθεσίας η οποία απαγορεύει τη μεσολάβηση ιδιωτικών επιχειρήσεων για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, καθώς και τη διάθεση από αυτές εργαζομένων προσωρινής απασχολήσεως. Τα ερωτήματα υποβλήθηκαν από το Tribunale civile e penale di Milano, το οποίο κλήθηκε να αποφανθεί, στο πλαίσιο διαδικασίας που αποκαλείται διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας, επί αιτήσεως εγκρίσεως του καταστατικού ενός συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, του Job Centre Coop, a r. 1. Πριν ληφθεί θέση επί των υποβληθέντων ερωτημάτων, πρέπει να εξακριβωθεί αν το Δικαστήριο μπορεί να δώσει απάντηση σε ερωτήματα υποβληθέντα από εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο αυτής της συγκεκριμένης ειδικής διαδικασίας.
2.
Η μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και οποιαδήποτε άλλη μεσολαβητική δραστηριότητα μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως αμειβομένης εργασίας απαγορεύεται, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του ιταλικού νόμου 264 της 29ης Απριλίου 1949, σε όλους εκτός από τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από χαριστική αιτία. Συνεπώς, διάφορα γραφεία που έχουν οργανωθεί υπό την ευθύνη του ιταλικού Υπουργείου Εργασίας έχουν το μονοπώλιο της μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού στην Ιταλία ( 1 ).
Κατ' αρχήν, οι εργοδότες δεν πρέπει να προσλαμβάνουν χωρίς τη μεσολάβηση δημοσίου γραφείου ευρέσεως εργασίας. Ωστόσο, υφίστανται εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτόν ειδικά για τις θέσεις διευθυντικών στελεχών ή για το προσωπικό που επιλέγεται μέσω γενικών διαγωνισμών, καθώς και για τα μέλη του οικιακού προσωπικού ( 2 ). Αρχικώς, οι εργοδότες δεν είχαν παρά τη δυνατότητα να υποδεικνύουν στα γραφεία ευρέσεως εργασίας μόνον τα προσόντα που έπρεπε να διαθέτει ο εργαζόμενος («richiesta numerica»), κατόπιν δε αυτού το γραφείο ευρέσεως εργασίας επέλεγε τον εργαζόμενο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ώστε να λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, υπόψη η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του ενδιαφερομένου, η διάρκεια της περιόδου αναζητήσεως εργασίας κ.λπ. Όμως, το άρθρο 25, παράγραφος 1, του νόμου 223 της 23ης Ιουλίου 1991 παρέχει στον εργοδότη τη δυνατότητα να επιλέξει τον εργαζόμενο που επιθυμεί να προσλάβει από κατάλογο που συντάσσει το γραφείο ευρέσεως εργασίας («richiesta nominativa»).
Οι εργοδότες που απασχολούν άνω των δέκα μισθωτών (εξαιρουμένων των διευθυντών και των μαθητευομένων) οφείλουν του λοιπού να επιφυλάσσουν (προς το παρόν) το 12 % των νέων θέσεων εργασίας σε εργαζομένους οι οποίοι κατέστησαν άνεργοι ειδικά κατόπιν πτωχεύσεως του προηγουμένου εργοδότη τους ή βρίσκονται στην ανεργία περισσότερο από δύο χρόνια.
Οποιαδήποτε αντίθετη προς τους κανόνες αυτούς μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και η πρόσληψη εργαζομένων χωρίς τη μεσολάβηση γραφείου ευρέσεως εργασίας επισύρει, κατά τον νόμο του 1949, ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις. Επί πλέον, τα δικαστήρια μπορούν, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέως — αρχής η οποία ασκεί συγκεκριμένα καθήκοντα στο πλαίσιο της πολιτικής και της ποινικής δίκης —, να ακυρώνουν τις συμβάσεις εργασίας που έχουν συναφθεί κατά παράβαση των κανόνων αυτών, εντός προθεσμίας ενός έτους από την πρόσληψη.
Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ποιες κυρώσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου συνδέονται τόσο με την άρνηση του εργοδότη να προσλάβει το ορισθέν από το γραφείο ευρέσως εργασίας πρόσωπο που ζητεί εργασία όσο και με την αντίστοιχη άρνηση του προσώπου αυτού.
3.
Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 1369 της 23ης Οκτωβρίου 1960 ορίζει τα εξής:
«Απαγορεύεται στον επιχειρηματία να αναθέτει υπό μορφή εργολαβίας ή υπεργολαβίας ή υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή, ακόμη και σε συνεταιρισμούς, την εκτέλεση απλών παροχών εργασίας μέσω της απασχολήσεως εργατικού δυναμικού προσληφθέντος και αμειβομένου από τον εργολάβο ή τον μεσολαβητή, οποιαδήποτε και αν είναι η φύση της εργασίας ή της υπηρεσίας στην οποία αναφέρονται οι παροχές.
Επιπλέον, απαγορεύεται στον επιχειρηματία να αναθέτει σε μεσολαβητές, ανεξαρτήτως του αν είναι υπάλληλοι, τρίτοι ή εταιρίες, ακόμη και συνεταιρισμοί, εργασίες που πρέπει να εκτελεστούν έναντι κατ' αποκο-πήν αμοιβής από εργαζομένους προσληφθέντες και αμειβομένους από τους μεσολαβητές αυτούς.»
Οποιαδήποτε παράβαση των κανόνων αυτών επισύρει ποινικές κυρώσεις: νομικώς, ο μισθώνων εργασία θεωρείται, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 5, του νόμου, από κάθε άποψη ως εργοδότης.
Κατά τα διαθέσιμα πληροφοριακά στοιχεία, οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στην απαίτηση προστασίας των εργαζομένων από την εκμετάλλευση και τη φαλκίδευση των δικαιωμάτων τους, οι οποίες προκύπτουν από το ότι άλλος είναι ο πραγματικός εργοδότης και άλλο το πρόσωπο που χαρακτηρίζεται τυπικώς ως εργοδότης αλλά που στην πράξη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεσολαβητής.
4.
To Job Centre Coop, a r. 1. είναι ένας υπό ίδρυση συνεταιρισμός με έδρα το Μιλάνο (Ιταλία) και με εταιρικό κεφάλαιο που ανέρχεται σε 1300000 LIT, ποσό που σήμερα ισούται με 600 ECU. Κατά το άρθρο 4, στοιχεία c και d, του καταστατικού του, ο συνεταιρισμός έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων:
«c)
τη δημιουργία μόνιμης υπηρεσίας συλλογής, καταχωρίσεως, επεξεργασίας, επιλογής και γνωστοποιήσεως στα μέλη ή σε τρίτους που ενδεχομένως ενδιαφέρονται — από χαριστική αιτία στα μέλη και στους τρίτους εργαζομένους — του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού πληροφοριών σχετικά με τη ζήτηση και προσφορά εργασίας στην ιταλική και κοινοτική αγορά εργασίας, με στόχο να φέρει σε επαφή τους εργοδότες με τους εργαζομένους
d)
τη δημιουργία υπηρεσίας εντοπισμού και επιλογής ιταλικού ή αλλοδαπού προσωπικού για τους Ιταλούς ή αλλοδαπούς εργοδότες, που ενδιαφέρονται γι' αυτό το εργατικό δυναμικό.»
5.
To Job Centre Coop, a r. 1. υπέβαλε ενώπιον του Tribunale civile e penale di Milano αίτηση εγκρίσεως του καταστατικού της εταιρίας βάσει του άρθρου 2330, παράγραφος 3, του ιταλικού αστικού κώδικα. Κατά τη διάταξη αυτή, το Tribunale, αν διαπιστώσει ότι το καταστατικό της εταιρίας πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και αφού υποβληθεί σε αυτό πρόταση του εισαγγελέα, διατάσσει την εγγραφή της εταιρίας στα οικεία βιβλία. Το άρθρο 2331, παράγραφος 1, ορίζει ότι η εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα μόνον από της εγγραφής στα οικεία βιβλία.
6.
Το Tribunale civile e penale di Milano εξέτασε την αίτηση στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερης διαδικασίας που αποκαλείται στην Ιταλία «giurisdizione volontaria» (εκουσία δικαιοδοσία). Κατά τα πληροφοριακά στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση μου, η έκφραση αυτή καλύπτει την εξέταση από ένα δικαστήριο ορισμένων υποθέσεων, όπως για παράδειγμα υποθέσεων εγκρίσεως του καταστατικού εταιριών και εγγραφής τους στα οικεία βιβλία, υιοθεσίας κ.λπ. ( 3 )
Οι υποθέσεις σχετικά με την κατάσταση προσώπων εκδικάζονται εν συμβουλίω σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 706 επ. του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας. Κατά το άρθρο 738, ο εισαγγελέας υποβάλλει πρόταση αφού λάβει γνώση της δικογραφίας και, κατά τα άρθρα 740 του ίδιου κώδικα πολιτικής δικονομίας και 2380 του ιταλικού αστικού κώδικα, ο εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση κατά των αποφάσεων του Tribunale για την έκδοση των οποίων απαιτείται η υποβολή προτάσεως του. Αν παρίσταται ανάγκη ασκήσεως της, η έφεση ασκείται ενώπιον του αρμοδίου Corte d'Appello. Στην περίπτωση αυτή, η δίκη ενώπιον του Corte d'Appello διεξάγεται βάσει των αυτών κανόνων που εφαρμόζονται στη δίκη ενώπιον του Tribunale, δεδομένου ότι η υπόθεση εκδικάζεται κεκλεισμένων των θυρών και βάσει γραπτών παρατηρήσεων του αιτούντος και του εισαγγελέα.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
7.
Μετά την υποβολή της προτάσεως του εισαγγελέα, το Tribunale εκτίμησε, στο πλαίσιο της αιτήσεως εγκρίσεως του καταστατικού του Job Centre Coop, a r. L, ότι η υπόθεση αυτή θέτει διάφορα προβλήματα σχετικά με το περιεχόμενο και την έκταση εφαρμογής σειράς διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ο λόγος δε αυτός το οδήγησε, προκειμένου να εκδώσει οριστική απόφαση επί της υποθέσεως που έχει αχθεί ενώπιον του, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Μπορούν να θεωρηθούν οι εθνικές διατάξεις περί μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και περί προσωρινής απασχολήσεως, αν ληφθεί υπόψη ότι χαρακτηρίζονται ως γενικού συμφέροντος καθόσον σκοπούν να προστατεύσουν τους εργαζομένους και την εθνική οικονομία, ως συνδεόμενες με την άσκηση δημοσίας εξουσίας υπό την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 66 και 55 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας;
2)
Μπορούν οι κοινοτικές διατάξεις που επικαλούνται οι αιτούντες, ελλείψει συγκεκριμένων εκτελεστικών διατάξεων στον εν λόγω τομέα, να θεωρηθούν ως έχουσες άμεση εφαρμογή (με συνέπεια να διακυβεύονται οι σκοποί γενικού συμφέροντος που επιδιώκουν οι ισχύοντες ιταλικοί νόμοι στον τομέα της μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και της προσωρινής απασχολήσεως) και παρέχουν το δικαίωμα σε κάθε φορέα, δημόσιο ή ιδιωτικό, να ασκεί, χωρίς κανέναν ειδικό έλεγχο ή άδεια, οποιαδήποτε δραστηριότητα μεσολαβήσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας και/ή προσωρινής διαθέσεως εργατικού δυναμικού σε τρίτους, όταν το κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει πλήρως με τον δικό του διοικητικό μηχανισμό τη ζήτηση υπηρεσιών που παρουσιάζει η αγορά εργασίας;»
Επί του παραδεκτού
8.
Η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση διατύπωσαν αντιρρήσεις ως προς το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων, δεδομένου ότι απόφαση εκδιδομένη στο πλαίσιο διαδικασίας «εκουσίας δικαιοδοσίας» δεν είναι ως εκ της φύσεως της απόφαση που πρόκειται να επιλύσει μια διαφορά, κατόπιν προηγουμένης κατ' αντιδικία διαδικασίας, αλλά περισσότερο διοικητική απόφαση. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε συναφώς ότι η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είχε ζητηθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκδικάσεως εφέσεως κατά αποφάσεως του Tribunale σε μια τέτοια υπόθεση.
9.
Θα υπογραμμίσω ευθύς εξαρχής ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 177 της Συνθήκης επιτρέπει σε «οποιοδήποτε εθνικό δικαστήριο» να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αν εκτιμά ότι είναι αναγκαία η ύπαρξη προδικαστικής αποφάσεως επί ενός ζητήματος προκειμένου να εκδώσει την απόφαση του ( 4 ). Το Δικαστήριο οφείλει στο μέτρο του δυνατού να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια όλα τα στοιχεία κοινοτικού δικαίου που τους είναι αναγκαία προκειμένου να εκδώσουν την απόφαση τους ( 5 ).
10.
Δεν είναι αναγκαίο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου να διεξάγεται κατ' αντιδικία ( 6 ). Έτσι το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι έχει δικαιοδοσία να δώσει απάντηση σε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί υποθέσεως όπου ο δικαστής ενεργούσε ταυτοχρόνως ως εισαγγελέας και ως ανακριτής σε ποινική διαδικασία κατ' αγνώστων ( 7 ).
Ομοίως, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 5ης Μαΐου 1977, 110/76, Pretore di Cento (Συλλογή τόμος 1977, σ. 265), έδωσε απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα που του είχαν υποβληθεί από ιταλικό δικαστήριο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατ' αγνώστων. Τα προδικαστικά ερωτήματα είχαν σκοπό να διευκρινιστεί το ζήτημα αν το εθνικό δικαστήριο είχε την υποχρέωση να πληροφορήσει την Κοινότητα σχετικά με μια εκκρεμή ποινική υπόθεση. Ο γενικός εισαγγελέας J.-P. Warner υπογράμμισε με τις προτάσεις του ότι η υπόθεση ήταν βέβαια ασυνήθιστη λόγω της μη υπάρξεως διαδίκων, αλλά ούτε ο γενικός εισαγγελέας ούτε το Δικαστήριο έκριναν ότι για τον λόγο αυτόν έπρεπε να μη δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
11.
Με τη διάταξη της 18ης Ιουνίου 1980, Borker ( 8 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί να του υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 177 αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μόνον από δικαστήριο καλούμενο να αποφανθεί στο πλαίσιο διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως. Στην υπόθεση αυτή, ένας δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Παρισίων είχε ζητήσει από το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου να αποφανθεί επί του δικαιώματος του δικηγόρου να παραστεί ενώπιον γερμανικών δικαστηρίων, οπότε το διοικητικό συμβούλιο του εν λόγω δικηγορικού συλλόγου δεν είχε επιληφθεί διαφοράς που είχε εκ του νόμου την αποστολή να επιλύσει ( 9 ). Το κρίσιμο σημείο ενέκειτο συνεπώς στο ότι το οικείο όργανο δεν είχε κληθεί να εκδώσει απόφαση που θα καθόριζε δεσμευτικώς τη νομική κατάσταση ενός ιδιώτη.
12.
Εν προκειμένω, το Tribunale civile e penale di Milano οφείλει να εκδώσει απόφαση η οποία θα καθρίζει επιτακτικώς τη νομική κατάσταση του Job Centre Coop. a r. l. Αναλόγως του περιεχομένου των απαντήσεων που ενδεχομένως θα δώσει το Δικαστήριο, το Tribunale θα πρέπει να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η εταιρία αυτή, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της, μπορεί να εγγραφεί στα οικεία βιβλία και, ως εκ τούτου, να αποκτήσει νομική προσωπικότητα κατά το ιταλικό δίκαιο.
Αν οι συναφείς κοινοτικές διατάξεις ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζουν την εφαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας επί της μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και επί της διαθέσεως εργαζομένων προσωρινής απασχολήσεως, πρέπει ασφαλώς να γίνει δεκτό ότι δεν θα έχουν μεγάλη επίπτωση τόσο το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στα ερωτήματα, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται περί διαδικασίας «εκουσίας δικαιοδοσίας», όσο και η συνακόλουθη βάσει του εθνικού δικαίου άρνηση του εθνικού δικαστηρίου να εγγράψει την εταιρία στα οικεία βιβλία, εμποδίζοντáς την έτσι να αποκτήσει νομική προσωπικότητα.
Αν απεναντίας θεωρηθεί ότι οι συναφείς κοινοτικές διατάξεις πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι εμποδίζουν, εν όλω ή εν μέρει, την εφαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας περί μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και περί διαθέσεως εργαζομένων προσωρινής απασχολήσεως, θα μπορούσαν να ανακύψουν προβλήματα, σε επίπεδο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, αν το Δικαστήριο εκτιμήσει ότι δεν οφείλει να δώσει απάντηση στα ερωτήματα. Στην περίπτωση αυτή, είναι λογική η σκέψη ότι το εθνικό δικαστήριο θα εφαρμόσει την εθνική νομοθεσία χωρίς το Δικαστήριο να έχει παράσχει εν προκειμένω ενδείξεις ως προς το ασυμβίβαστο της εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, με τελικό αποτέλεσμα ότι κατά πάσα πιθανότητα η εταιρία δεν θα εγγραφεί στα οικεία μητρώα, δεν θα αποκτήσει νομική προσωπικότητα και, συνεπώς, δεν θα μπορεί να αναπτύξει δραστηριότητα αυτού του είδους, ενώ, εν προκειμένω, της αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτή από το κοινοτικό δίκαιο.
13.
Δεν φαίνεται το Δικαστήριο να έχει προηγουμένως αποφανθεί επί του ζητήματος αν μπορεί να δώσει απάντηση σε ερωτήματα υποβληθέντα από δικαστή στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το ιταλικό δίκαιο διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας («giurisdizione volontaria»).
Απεναντίας, το Δικαστήριο, στην υπόθεση Haaga ( 10 ), έχει δώσει απάντηση σε ερώτημα που του είχε υποβάλει το Bundesgerichtshof στο πλαίσιο γερμανικής διαδικασίας εκου-σίας δικαιοδοσίας η οποία εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Ακριβώς όπως στην παρούσα υπόθεση, επρόκειτο περί ζητημάτων ουσιαστικού δικαίου αφορώ-ντων το καταστατικό εταιρίας. Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Η. Mayras επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου επί των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και, συναφώς, είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Πράγματι, στο πλαίσιο διαδικασίας εκου-σίας δικαιοδοσίας υποβάλλεται στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα από το Bundesgerichtshof. Σε αυτό το ανώτατο δικαστήριο η υπόθεση δεν ήχθη από διάδικο υπό τη στενή έννοια του όρου, αλλά από νομικώς κατώτερο δικαστήριο, προκειμένου το εν λόγω ανώτατο δικαστήριο να διαμορφώσει την εθνική νομολογία επί ενός σαφώς καθορισμένου ζητήματος.
Θα μπορούσε κανείς να καταλήξει από τα ανωτέρω στο ότι, πράττοντας αυτό, το Bundesgerichtshof δεν επιτελεί καμία πραγματική δικαστική λειτουργία; Αυτή δεν είναι η άποψη μου, αρκεί δε να υπενθυμίσω ότι στη Γερμανία η τήρηση μητρώου εμπόρων και εμπορικών εταιριών εξασφαλίζεται, κατά το άρθρο 125 του Gesetz über die Angelegenheiten der freiwilligen Gerichtsbarkeit, από το Amtsgericht, πρωτοβάθμιο δικαστήριο, βάσει διαδικασίας που περιγράφει λεπτομερώς αυτό το νομοθετικό κείμενο.
Εξάλλου, η διαδικασία αυτή δεν αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα της τηρήσεως μητρώου εμπόρων και εμπορικών εταιριών, αλλά αφορά και ορισμένες άλλες υποθέσεις, όπως είναι η επιτροπεία, η υιοθεσία, ο έλεγχος του μητρώου σωματείων, οι κληρονομιές κ.λπ. Πρόκειται, όπως φαίνεται, όχι τόσο για υποθέσεις αντιδικίας όσο για “διοικητικές υποθέσεις που διενεργούνται υπό δικαστική μορφή”, δηλαδή με τις εγγυήσεις μιας πραγματικής δίκης. Εξάλλου, όσον αφορά ειδικά το μητρώο εμπόρων και εμπορικών εταιριών, μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ της αρμοδιότητας του Amtsgericht και αυτής του Tribunal de commerce στη Γαλλία. Αν κανείς πράξει τούτο, κάλλιστα μπορεί να βεβαιωθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως φυσικά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και συγκεκριμένα το Oberlandesgericht, επιτελεί πραγματική δικαστική λειτουργία- η νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht) είναι σύμφωνη με αυτή την κατεύθυνση κατά τη νομολογία του δικαστηρίου αυτού, οι διατάξεις του Θεμελιώδους Νόμου περί εγγυήσεων υπέρ του πολίτη ενώπιον της δικαιοσύνης, δηλαδή η αρχή της ακροάσεως και η εγγύηση του φυσικού δικαστή, έχουν εφαρμογή επί διαδικασιών αυτής της φύσεως.
Όσο για μένα, δεν έχω συνεπώς κανέναν δισταγμό να δεχθώ ότι το Bundesgerichtshof μπορούσε, κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης, να υποβάλει στο Δικαστήριο το περί ου πρόκειται προδικαστικό ερώτημα.»
Συμμεριζόμενο τις ανωτέρω σκέψεις, το Δικαστήριο έδωσε απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα ως προς την ερμηνεία ενός κανόνα της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών, κανόνα που αφορά τη δημοσιότητα ορισμένων στοιχείων σχετικά με τα όργανα που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν μια εταιρία έναντι τρίτων.
14.
Κατά την άποψη μου, υφίσταται μεγάλη ομοιότητα μεταξύ της υποθέσεως Haaga και της παρούσας υποθέσεως. Και στην μια και στην άλλη υπόθεση, ο δικαστής έπρεπε να αποφανθεί επί ζητημάτων σχετικών με το περιεχόμενο του καταστατικού μιας εταιρίας. Και στη μια και στην άλλη υπόθεση, η εθνική νομοθεσία είχε εμπιστευθεί στα δικαστήρια την επίλυση των ζητημάτων εγκρίσεως του καταστατικού εταιριών, ενώ, και στη μια και στην άλλη υπόθεση, η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ήταν αποφασιστικής σημασίας όσον αφορά το ζήτημα της εγγραφής της εταιρίας στα οικεία βιβλία και της αποκτήσεως νομικής προσωπικότητας.
15.
Κατ' εμέ, το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία θεμελιωδών κοινοτικών κανόνων, σε αντίθεση με την υπόθεση Haaga όπου το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί επί ενός ζητήματος περισσότερο τεχνικής φύσεως, δεν σημαίνει ότι η παρούσα υπόθεση δεν πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
16.
Ούτε, κατά την άποψη μου, υφίσταται διαφορά ασκούσα επιρροή λόγω του ότι θα μπορούσε εν προκειμένω να ασκηθεί έφεση κατά της αποφάσεως του Tribunale, σε αντίθεση με την υπόθεση Haaga, όπου το Bundesgerichtshof ήταν αυτό που είχε υποβάλει το ερώτημα. Μπορεί ίσως να υφίστανται ικανοί λόγοι να είναι το Δικαστήριο περισσότερο επιεικές όσον αφορά την αναγνώριση της δυνατότητας ενός εθνικού δικαστηρίου να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα όταν το δικαστήριο αυτό εκδίδει αμετάκλητη απόφαση σε μια υπόθεση ( 11 ), όμως το σημείο αφετηρίας της Συνθήκης έγκειται στο ότι τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις υπόκεινται σε έφεση έχουν και αυτά τη δυνατότητα να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα βάσει του άρθρου 177. Επιπλέον, η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είναι η ίδια, εξ όσων γνωρίζω, ανεξαρτήτως του αν τα ζητήματα περί της καταστάσεως προσώπων έχουν εγερθεί ενώπιον του Tribunale ή του Corte d'Appello, πρέπει δε στο πλαίσιο αυτό να υπογραμμιστεί ότι στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Tribunale ο εισαγγελέας διατύπωσε την άποψή του, με αποτέλεσμα να έχει υπάρξει κατ' αντιμωλία διαδικασία.
17.
Με την απόφαση του της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia κατά Novello ( 12 ), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το άρθρο 177 «δεν αναθέτει στο Δικαστήριο την αποστολή να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά να συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών. Δεν είναι επομένως αρμόδιο να απαντά σε ερωτήματα περί ερμηνείας που του υποβάλλονται στο πλαίσιο διαδικασίας που είναι προκατασκευασμένη από τους διαδίκους με σκοπό να άγουν το Δικαστήριο στο να λάβει θέση επί ορισμένων προβλημάτων κοινοτικού δικαίου, τα οποία δεν ανταποκρίνονται σε αντικειμενική ανάγκη που συνδέεται με την επίλυση διαφοράς. Αν σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει εαυτό αναρμόδιο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να θίγει τα προνόμια του εθνικού δικαστηρίου, ενώ αντιθέτως επιτρέπει να αποφευχθεί η χρησιμοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 177 για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που έχει η Συνθήκη.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, αν και το Δικαστήριο οφείλει να επαφίεται κατά το δυνατόν στην κρίση του εθνικού δικαστή ως προς το αν τα ερωτήματα που ο εν λόγω δικαστής του απευθύνει είναι αναγκαία, πρέπει επίσης να είναι σε θέση να προβαίνει σε οιαδήποτε εκτίμηση που συνδέεται με την εκπλήρωση της δικής του αποστολής, ιδίως για να εξετάσει, όπως υποχρεούται κάθε δικαστήριο, την αρμοδιότητά του. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων των αποφάσεων του επί του θέματος, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής εξουσίας που αρύεται από το άρθρο 177, όχι μόνον τα συμφέροντα των διαδίκων, αλλά και τα συμφέροντα της Κοινότητας και των κρατών μελών. Δεν δύναται, επομένως, χωρίς να παραβεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί, να παραμείνει αδιάφορο έναντι των εκτιμήσεων στις οποίες έχουν προβεί δικαστήρια των κρατών μελών στις εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι εκτιμήσεις αυτές δύνανται να έχουν επίπτωση επί της ομαλής λειτουργίας της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 177» ( 13 ).
18.
Βέβαια, θα μπορούσε κανείς, υπό το πρίσμα της υποθέσεως Foglia κατά Novello, να κρίνει ότι το γεγονός ότι έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σε υπόθεση αφορώσα την έγκριση του περιγραφομένου στο καταστατικό μιας εταιρίας εταιρικού σκοπού έχει γενικό και υποθετικό χαρακτήρα. Παρά το ότι τα ιδρυτικά μέλη του Job Centre Coop, a r. 1. αναθέτουν στην εταιρία έναν σκοπό που συνίσταται στην άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων, δεν είναι, καθόλου βέβαιο ότι όντως θα ασκηθούν οι δραστηριότητες αυτές όταν η εταιρία θα αρχίσει να λειτουργεί. Συχνά ο εταιρικός σκοπός περιγράφεται κατά τον ευρύτερο δυνατό τρόπο. Συνεπώς, υφίσταται κάποιος κίνδυνος καταστρατηγήσεως ενός καθεστώτος όπως αυτού που ισχύει στην Ιταλία, το οποίο προβλέπει την επέμβαση δικαστηρίου προκειμένου να εγκριθεί το καταστατικό μιας εταιρίας, δεδομένου ότι μέσω προδικαστικών ερωτημάτων θα οδηγείται το Δικαστήριο να επιτελεί στην πραγματικότητα συμβουλευτική λειτουργία επί γενικών και υποθετικών ζητημάτων κοινοτικού δικαίου. Ο κίνδυνος αυτός είναι πραγματικός, όπως υπογραμμίζει το ότι μια εταιρία όπως το Job Centre ar. 1. προφανώς μπορεί να ιδρυθεί με εξαιρετικά μικρό εταιρικό κεφάλαιο της τάξεως των 600 ECU.
19.
Κατ' εμέ, αυτός ο αφηρημένος κίνδυνος καταστρατηγήσεως της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής δεν μπορεί να καταλήξει σε άρνηση του Δικαστηρίου να δώσει απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα. Απεναντίας, προέχει να εξακριβωθεί αν είναι δυνατόν εν προκειμένω να υποτεθεί η ύπαρξη πραγματικού εννόμου συμφέροντος στο να εγκριθεί το καταστατικό μιας εταιρίας προκειμένου να της παρασχεθεί η δυνατότητα να αρχίσει τις προκαθορισθείσες δραστηριότητες της. Βάσει των όσων είναι γνωστά εν προκειμένω, τα ιδρυτικά μέλη της εταιρίας αποτελούνται, πρώτον, από εργαζομένους διαφορετικής ιθαγενείας οι οποίοι ενδιαφέρονται για όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα δυνατοτήτων απασχολήσεως στην αγορά εργασίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και, πιο συγκεκριμένα, στην ιταλική αγορά εργασίας. Επιπλέον, μεταξύ των ιδρυτικών μελών περιλαμβάνονται και διάφορες πολυεθνικές εταιρίες οι οποίες επί σειρά ετών αναπτύσσουν δραστηριότητες τόσο μεσολαβήσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας όσο και διαθέσεως εργαζομένων προσωρινής απασχολήσεως. Παρ' όλον ότι η ως άνω εκτίμηση προκαλεί σοβαρές αμφιβολίες, ειδικά λόγω του εξαιρετικά μικρού εταιρικού κεφαλαίου, το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, δεν έχει, κατ' εμέ, ικανούς λόγους να αρνηθεί να δώσει απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
Επί της ουσίας
20.
Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου μπορούν να χωριστούν σε δύο ομάδες. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 48 περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και τα άρθρα 59 και 60 περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ειδικά σε σχέση με τη μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού. Μόνο στην περίπτωση που οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή, θα πρέπει να ληφθεί θέση επί του ζητήματος αν, μεταξύ άλλων, η μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού εξαιρείται της ελεύθερης κυκλοφορίας, βάσει των διατάξεων περί των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την άσκηση δημοσίας εξουσίας υπό την έννοια των άρθρων 48, παράγραφος 4, 55 και 66.
Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί στη συνέχεια να αξιολογηθεί ένα καθεστώς μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, όπως το ιταλικό καθεστώς, υπό το πρίσμα των κανόνων που προκύπτουν από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 90 και 86 της Συνθήκης.
Οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας
21.
Ουδόλως αντιλαμβάνομαι πώς θα μπορούσε να ασκεί εν προκειμένω επιρροή το άρθρο 48 της Συνθήκης το οποίο αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Το Job Centre Coop, a r. 1. προφανώς δεν είναι μισθωτός, αλλά εταιρία, της οποίας ο σκοπός, όπως προβλέπεται στο καταστατικό, συνίσταται, μεταξύ άλλων, στη μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, είναι δε εν προκειμένω αδιάφορο ότι μεταξύ των ιδρυτικών μελών συγκαταλέγονται εργαζόμενοι, δεδομένου ότι η εταιρία, άπαξ ιδρυθεί και αρχίσει να λειτουργεί, θα έχει καταστεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Ούτε προσκομίστηκε κάποιο στοιχείο που να επιτρέπει τη σκέψη ότι το Job Centre Coop, a r. 1. θα μπορούσε, από τη στιγμή που όντως ευδοκιμήσει η μεσολάβηση του, να επικαλεστεί δικαιώματα που ενδεχομένως αναγνωρίζονται σε έναν εργαζόμενο.
22.
Προέχει μάλλον να εξεταστούν οι δραστηριότητες που το Job Centre Coop, a r. 1. υποχρεούται να ασκεί κατά το καταστατικό του, σε σχέση με τους κανόνες των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης, περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
23.
Το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ορίζει την έννοια των υπηρεσιών ως παροχών που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων. Κατά το άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν ιδίως βιομηχανικές, εμπορικές ή βιοτεχνικές δραστηριότητες, καθώς και δραστηριότητες των ελευθέρων επαγγελμάτων. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η δραστηριότητα, αντί αμοιβής, του γραφείου ευρέσεως εργασίας και η δραστηριότητα μιας επιχειρήσεως που συνίσταται στο να διαθέτει, αντί αμοιβής, εργατικό δυναμικό που παραμένει στην υπηρεσία της εν λόγω επιχειρήσεως, χωρίς να έχει συναφθεί καμία σύμβαση εργασίας με το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τους εργαζομένους, αποτελούν επαγγελματικές δραστηριότητες του αυτού είδους με τις αναφερόμενες στο άρθρο 60 της Συνθήκης ( 14 ). Στην υπόθεση Höfner και Eiser ( 15 ), ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs δέχθηκε ότι η δραστηριότητα του συμβούλου προσλήψεως στελεχών και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων εμπίπτει στο άρθρο 60, αλλά το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να λάβει θέση επί του ζητήματος αυτού, καθότι η υπόθεση αφορούσε εσωτερική κατάσταση στο οικείο κράτος μέλος, εσωτερική κατάσταση που, κατά πάγια νομολογία, δεν επηρεάζεται από τους κανόνες περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( 16 ).
24.
Είναι εκτός αμφιβολίας ότι σε ιδιαίτερους τομείς, όπως στους προαναφερθέντες, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με εμπορικούς τρόπους μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, οι οποίοι πρέπει να θεωρηθεί ότι διέπονται από τους κανόνες της Συνθήκης που αφορούν τις υπηρεσίες. Ωστόσο, δεν έπεται ότι είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η εκτός τέτοιων ιδιαιτέρων τομέων μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού έχει εμπορικό χαρακτήρα, ώστε να δικαιολογείται συναφώς η εφαρμογή των κανόνων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Εντούτοις, όπως στην υπόθεση Höfner και Eiser, δεν πρέπει να ληφθεί θέση επί του ακριβούς περιεχομένου της εννοίας των υπηρεσιών, αν η υπόθεση αφορά κατάσταση που ενδεχομένως δεν τελεί σε αντίθεση με τους κανόνες περί παροχής υπηρεσιών.
25.
Όσον αφορά τους κανόνες περί διαθέσεως εργατικού δυναμικού προσωρινής απασχολήσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η ιταλική νομοθεσία δεν εμποδίζει μια εγκατεστημένη στην Ιταλία επιχείρηση — όπως εν προκειμένω το Job Centre Coop, a r. 1. — να θέτει εργατικό δυναμικό στη διάθεση εργοδοτών εντός άλλων κρατών μελών. Συνεπώς, η ιταλική απαγόρευση διαθέσεως εργατικού δυναμικού προσωρινής απασχολήσεως αφορά εν προκειμένω μια εσωτερική κατάσταση επί της οποίας δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 59.
26.
Όσον αφορά τη μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, το ιταλικό δίκαιο απαγορεύει τη μεσολάβηση εγκατεστημένων στην Ιταλία ιδιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ ενός εργοδότη στην Ιταλία και ενός προσώπου που ζητεί εργασία. Κατά τα διαθέσιμα πληροφοριακά στοιχεία, η απαγόρευση αυτή είναι γενική και έχει αδιακρίτως εφαρμογή, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί προσώπου που ζητεί εργασία στην Ιταλία ή σε άλλο κράτος μέλος. Τα προσκομισθέντα εν προκειμένω πληροφοριακά στοιχεία δεν επιτρέπουν να αποκλειστεί με βεβαιότητα ότι η ιταλική νομοθεσία απαγορεύει τη μεσολάβηση εγκατεστημένων στην Ιταλία επιχειρήσεων μεταξύ ενός προσώπου που ζητεί εργασία στην Ιταλία και ενός εργοδότη εντός άλλου κράτους μέλους, όμως και σε αυτή την κατάσταση, εφόσον παρίσταται ανάγκη, θα ισχύει γενικώς και αδιακρίτως η απαγόρευση μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, ανεξαρτήτως του αν ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος στην Ιταλία ή σε άλλο κράτος μέλος.
27.
Στην πιο πρόσφατη νομολογία του, το Δικαστήριο ερμήνευσε τους περί υπηρεσιών κανόνες της Συνθήκης βάσει των ίδιων αρχών που έχει ήδη εφαρμόσει όσον αφορά τους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Εσχάτως, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 10ης Μαΐου 1995, Alpine Investments ( 17 ), εξέτασε τη δυνατότητα κατ' αναλογία εφαρμογής, στο πλαίσιο του άρθρου 59, των αρχών της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 1993, Keck και Mithouard ( 18 ), αρχών κατά τις οποίες οι εθνικές διατάξεις που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένους τρόπους πωλήσεως εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης. Η απόφαση Alpine Investments αφορούσε εθνική ρύθμιση που απαγόρευε μια ορισμένη μορφή εμπορίας, η οποία αποκαλείται «cold calling», ενός «προϊόντος», του οποίου η εμπορία άλλως επιτρεπόταν, και πιο συγκεκριμένα μιας χρηματοοικονομικής υπηρεσίας. Παρ' όλον ότι η απαγόρευση ήταν γενική και δεν είχε ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα να παράσχει σε εγχώριες επιχειρήσεις πλεονέκτημα έναντι των παρεχόντων υπηρεσίες που ήσαν εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, το Δικαστήριο απέδωσε σημασία στο ότι η απαγόρευση προερχόταν από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως του παρέχοντος υπηρεσίες και αφορούσε όχι μόνον τις προσφορές προς πρόσωπα που ήσαν εγκατεστημένα στο έδαφος του κράτους αυτού ή που μετέβαιναν στο εν λόγω κράτος για να δεχθούν τις υπηρεσίες, αλλά και τις προσφορές προς πρόσωπα που βρίσκονταν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, η απαγόρευση αυτή καθόριζε ευθέως τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην αγορά υπηρεσιών εντός των άλλων κρατών μελών. Συνεπώς, ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59.
Εν προκειμένω, η επίμαχη εθνική νομοθεσία επιβάλλει στους ιδιώτες μια γενική απαγόρευση να προσφέρουν ένα ορισμένο «προϊόν», δηλ. την παροχή των υπηρεσιών που συνίστανται στη μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού. Για να αξιολογηθεί η παρούσα υπόθεση, μου φαίνεται, εξάλλου, ότι είναι χρήσιμο να γίνει σύγκριση με τους κανόνες περί κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το αρθρο 34 της Συνθήκης, το οποίο αφορά τους περιορισμούς στην εισαγωγή, δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικού απαγορευτικού μέτρου που πλήττει την παραγωγή ενός ορισμένου προϊόντος, ακόμη αν η εξαγωγή του εν λόγω προϊόντος καθίσταται για τον λόγο αυτόν αδύνατη ( 19 ). Το άρθρο 34 «αφορά τα εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών και να συνεπάγονται έτσι διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, ούτως ώστε να εξασφαλίζουν ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εγχώρια παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του ενδιαφερομένου κράτους» ( 20 ). Κατ' ανάλογο τρόπο, η ιταλική απαγόρευση σχετικά με την «παραγωγή» μιας υπηρεσίας συνισταμένης στη μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού είναι γενική και δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να περιορίζει ειδικά την εξαγωγή της εν λόγω υπηρεσίας ή να εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ, αφενός, της ανταλλαγής των υπηρεσιών αυτών στην εσωτερική αγορά του οικείου κράτους μέλους και, αφετέρου, της εξαγωγής των υπηρεσιών αυτών. Θα ήθελα, επιπροσθέτως, να υπογραμμίσω ότι, στο πλαίσιο της μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, θα υφίστανται πάντοτε δύο λήπτες υπηρεσιών, δηλαδή ένας εργοδότης και ένα πρόσωπο που αναζητεί εργασία. Στις καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ιταλικής απαγορεύσεως, ο παρέχων υπηρεσίες και τουλάχιστον ο ένας από τους λήπτες των υπηρεσιών βρίσκονται στο ιταλικό έδαφος. Το γεγονός ότι η απαγόρευση της «παραγωγής» υπηρεσιών εχουσών τη μορφή της μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού μπορεί να έχει, σε ορισμένες καταστάσεις, συνέπειες και για τον λήπτη των υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένος εντός άλλου κράτους μέλους δεν πρέπει να έχει σημασία, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, η απαγόρευση θα έχει πρωτίστως συνέπειες επί αυτού τούτου του εδάφους του οικείου κράτους μέλους.
28.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι λογικό το συμπέρασμα ότι το άρθρο 59 της Συνθήκης δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να απαγορεύει γενικώς τη μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού στο έδαφός του, εφόσον η απαγόρευση αυτή πλήττει αδιακρίτως την παροχή της ως άνω υπηρεσίας και σε αποδέκτες εντός του εν λόγω κράτους μέλους και σε αποδέκτες εντός άλλου κράτους μέλους ( 21 ).
29.
Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει, κατά την άποψη μου, στο ερώτημα ως προς τους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας να δώσει την απάντηση ότι τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να απαγορεύει στις εγκατεστημένες εντός του κράτους αυτού επιχειρήσεις να μεσολαβούν για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, εφόσον η απαγόρευση αυτή έχει γενικώς και αδιακρίτως εφαρμογή επί της παροχής υπηρεσιών και σε αποδέκτες εντός του εν λόγω κράτους μέλους και σε αποδέκτες εντός άλλου κράτους μέλους.
Το ζήτημα της σχέσεως με to άρθρο 90 της Συνθήκης σε συνδυασμό με το άρθρο 86
30.
To Job Centre Coop, a r. 1. ισχυρίστηκε ότι το μονοπώλιο στη μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού αντίκειται στο άρθρο 90 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, δεδομένου ότι τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες της αγοράς.
31.
Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστήριξε, αντιθέτως, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού εμπίπτει στους περί ανταγωνισμού κανόνες της Συνθήκης.
32.
Η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι το μονοπώλιο στη μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού πρέπει να αξιολογηθεί βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης, αλλά ότι η ιταλική απαγόρευση της διαθέσεως εργαζομένων προσωρινής απασχολήσεως δεν εμπίπτει στους περί ανταγωνισμού κανόνες της Συνθήκης.
33.
Θα υπογραμμίσω εξαρχής ότι η Ιταλική Δημοκρατία, κατά τα διαθέσιμα πληροφοριακά στοιχεία, δεν προτείνει η ίδια τη διάθεση εργαζομένων προσωρινής απασχολήσεως ούτε έχει απονείμει σε ορισμένες επιχειρήσεις ειδικά δικαιώματα να προβαίνουν στην παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Το άρθρο 90 έχει εφαρμογή μόνον όταν έχουν απονεμηθεί σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα-Συνεπώς, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι το άρθρο 90 της Συνθήκης δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικού κανόνα όπως αυτού που περιέχεται στο άρθρο 1 του νόμου 1369 της 23ης Οκτωβρίου 1960.
34.
Με την απόφαση της 23ης Απριλίου 1991 στην προαναφερθείσα υπόθεση Höfner και Eiser ( 22 ), το Δικαστήριο καθόρισε τις περιστάσεις υπό τις οποίες η μεσολάβηση δημοσίων οργανισμών για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού μπορεί να συνεπάγεται παραβίαση του άρθρου 90 της Συνθήκης συνδυαζομένου με το άρθρο 86. Με την απόφαση του, το Δικαστήριο είπε, μεταξύ άλλων τα εξής ( 23 ):
«Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξεταστεί αν ένας δημόσιος οργανισμός απασχολήσεως εργατικού δυναμικού (...) μπορεί να θεωρηθεί ως επιχείρηση, κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Από την άποψη αυτή πρέπει να διευκρινιστεί, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, αφενός ότι η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο της χρηματοδοτήσεως του, και αφετέρου ότι η διαμεσολάβηση για την ανεύρεση εργασίας ή προσωπικού αποτελεί οικονομική δραστηριότητα.
To γεγονός ότι η διαμεσολάβηση για την ανεύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού ανατίθεται συνήθως σε δημοσίους φορείς δεν μεταβάλλει την οικονομική φύση της διαμεσολαβήσεως αυτής. Η διαμεσολάβηση αυτή δεν ασκούνταν πάντα και δεν ασκείται κατ' ανάγκη από δημοσίους φορείς. Η διαπίστωση αυτή ισχύει κυρίως για την ανεύρεση εργασίας σε στελέχη και διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων.
Κατά συνέπεια, φορείς, όπως οι δημόσιοι οργανισμοί απασχολήσεως που διαμεσολαβούν για την ανεύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, μπορούν να χαρακτηρίζονται ως επιχειρήσεις, ώστε να υπόκεινται στους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο δημόσιος οργανισμός απασχολήσεως, ο οποίος είναι αρμόδιος, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, για τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως οι υπηρεσίες που προβλέπει το άρθρο 3 του AFG, εξακολουθεί να υπόκειται στους κανόνες ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι η εφαρμογή τους είναι ασυμβίβαστη με την εκπλήρωση της αποστολής του (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, 155/73, Sacchi, Συλλογή τόμος 1974, σ. 409, σκέψη 15).
Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένας δημόσιος οργανισμός απασχολήσεως, ο οποίος δρα μονοπωλιακώς ως προς τη διαμεσολάβηση για την ανεύρεση εργασίας, αντιμετωπίζει τις δραστηριότητες ευρέσεως εργασίας σε στελέχη και διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων, οι οποίες ασκούνται από ιδιωτικές εταιρίες συμβούλων προσλήψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης δεν μπορεί να εμποδίσει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής του οργανισμού αυτού, εφόσον ο οργανισμός αυτός δεν είναι προφανώς σε θέση να ικανοποιήσει τη ζήτηση στην αγορά και στην πράξη ανέχεται την εκ μέρους των εταιριών αυτών προσβολή των μονοπωλιακών του δικαιωμάτων.
Μολονότι το άρθρο 86 αφορά τις επιχειρήσεις και μπορεί να εφαρμόζεται, εντός των ορίων του άρθρου 90, παράγραφος 2, στις δημόσιες επιχειρήσεις ή στις επιχειρήσεις που διαθέτουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, η Συνθήκη προβλέπει και την υποχρέωση των κρατών μελών να μη λαμβάνουν και να μη διατηρούν σε ισχύ κανένα μέτρο που μπορεί να αναιρεί την πρακτική αποτελεσματικότητα της ανωτέρω διατάξεως (βλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1977, 13/77, INNO, Συλλογή τόμος 1977, σ. 653, σκέψεις 31 και 32). Το άρθρο 90, παράγραφος 1, προβλέπει πράγματι ότι τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν, όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, κανένα μέτρο αντίθετο προς τους κανόνες της Συνθήκης, ιδίως δε προς τους κανόνες που θέτουν τα άρθρα 85 έως και 94.
Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστο προς τους κανόνες της Συνθήκης κάθε μέτρο κράτους μέλους το οποίο διατηρεί σε ισχύ διάταξη νόμου που δημιουργεί κατάσταση που οδηγεί κατ' ανάγκη έναν δημόσιο οργανισμό απασχολήσεως να παραβαίνει το άρθρο 86.
Συναφώς πρέπει να υπομνηστεί, πρώτον, ότι η επιχείρηση που διαθέτει μονοπώλιο από τον νόμο μπορεί να θεωρηθεί ως κατέχουσα δεσπόζουσα θέση, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, 311/84, CBEM, Συλλογή 1985, σ. 3261, σκέψη 16), και ότι το έδαφος ενός κράτους μέλους, επί του οποίου εκτείνεται το μονοπώλιο, μπορεί να αποτελεί σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς (βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Michelin, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 28).
Πρέπει να διασαφηνιστεί, δεύτερον, ότι η δημιουργία απλώς και μόνον δεσπόζουσας θέσης με τη χορήγηση αποκλειστικού δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, δεν είναι καθαυτή ασυμβίβαστη με το άρθρο 86 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, CBEM, όπ.π., σκέψη 17). Το κράτος μέλος δηλαδή δεν παραβιάζει τις απαγορεύσεις που προβλέπουν οι δύο αυτές διατάξεις, παρά μόνο εφόσον η οικεία επιχείρηση, με το να ασκεί απλώς το αποκλειστικό δικαίωμα που της έχει χορηγηθεί, εκμεταλλεύεται καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της.
Κατά το άρθρο 86, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β', της Συνθήκης, η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται, μεταξύ άλλων, σε περιορισμό της παροχής υπηρεσιών που να αποβαίνει εις βάρος των ενδιαφερομένων αποδεκτών της εν λόγω υπηρεσίας.
Τα κράτη μέλη δημιουργούν καταστάσεις περιορισμού της παροχής υπηρεσιών όταν η επιχείρηση στην οποία έχουν χορηγήσει αποκλειστικό δικαίωμα σε σχέση με τη διαμεσολάβηση για την ανεύρεση εργασίας σε στελέχη και διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων δεν είναι προφανώς σε θέση να ικανοποιήσει τη ζήτηση της αγοράς για τέτοιες υπηρεσίες και όταν η πραγματική άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων διαμεσολαβή-σεως εκ μέρους ιδιωτικών εταιριών καθίσταται αδύνατη λόγω της διατηρήσεως της ισχύος νομοθετικής διατάξεως η οποία απαγορεύει τις δραστηριότητες αυτές επί ποινή ακυρότητας των σχετικών συμβάσεων.
Τρίτον, πρέπει να τονιστεί ότι ευθύνη του κράτους μέλους από τα άρθρα 86 και 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης γεννάται μόνο εφόσον η κατάχρηση εκ μέρους του συγκεκριμένου φορέα είναι ικανή να επηρεάσει αρνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Για να συντρέχει αυτή η προϋπόθεση εφαρμογής των ανωτέρω άρθρων, δεν χρειάζεται να έχει πράγματι επηρεαστεί αρνητικά το εμπόριο αυτό λόγω της καταχρηστικής συμπεριφοράς του οικείου φορέα. Αρκεί να αποδειχτεί ότι η συμπεριφορά αυτή είναι ικανή να παραγάγει το αποτέλεσμα αυτό (βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, Michelin, όπ.π., σκέψη 104).
Τέτοιο δυνητικό αποτέλεσμα επί του διακρατικού εμπορίου υφίσταται, μεταξύ άλλων, όταν οι διαμεσολαβητικές δραστηριότητες των ιδιωτικών επιχειρήσεων για την ανεύρεση εργασίας σε στελέχη και διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων μπορούν να καλύπτουν και τους υπηκόους ή το έδαφος άλλων κρατών μελών.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο δημόσιος οργανισμός απασχολήσεως που διαμεσολαβεί για την ανεύρεση εργασίας ή προσωπικού υπόκειται στην απαγόρευση του άρθρου 86 της Συνθήκης, εφόσον η εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν εμποδίζει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που του έχει ανατεθεί. Το κράτος μέλος που του έχει παραχωρήσει μονοπώλιο για τη διαμεσολάβηση αυτή παραβαίνει το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, όταν δημιουργεί καταστάσεις που οδηγούν κατ' ανάγκη τον δημόσιο οργανισμό απασχολήσεως να παραβαίνει το άρθρο 86 της Συνθήκης. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
—
το μονοπώλιο καλύπτει τις διαμεσολαβητικές δραστηριότητες για την ανεύρεση στελεχών και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων,
—
είναι πρόδηλο ότι ο δημόσιος οργανισμός απασχολήσεως δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στη ζήτηση της αγοράς για αυτό το είδος των δραστηριοτήτων,
—
η πραγματική άσκηση των ανωτέρω δραστηριοτήτων από ιδιωτικές επιχειρήσεις ευρέσεως εργασίας καθίσταται αδύνατη λόγω της διατηρήσεως της ισχύος νομοθετικής διατάξεως που απαγορεύει τις δραστηριότητες αυτές επί ποινή ακυρότητας των σχετικών συμβάσεων,
—
οι εν λόγω διαμεσολαβητικές δραστηριότητες μπορούν να καλύπτουν και υπηκόους ή το έδαφος άλλων κρατών μελών.»
35.
Πράττοντας τούτο, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, κατ' εμέ, κατά πολύ γενικό τρόπο ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες η μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού συνεπάγεται παραβίαση του άρθρου 90 συνδυαζομένου με το άρθρο 86. Τα διαθέσιμα εν προκειμένω στοιχεία δεν μου επιτρέπουν να προβώ σε διαφορετική εκτίμηση και συνεπώς προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 86 και 90 την ίδια απάντηση που έδωσε στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν εν προκειμένω πληρούνται οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
36.
Ωστόσο, ένα ζήτημα αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Στην υπόθεση Höfner και Eiser, το Δικαστήριο επισήμανε ότι αντιμετωπίζεται παράβαση των άρθρων 86 και 90 της Συνθήκης ιδίως όταν το μονοπώλιο της μεσολαβήσεως για την εύρεση εργατικού δυναμικού καλύπτει τα στελέχη και διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων ( 24 ). Απλώς και μόνον λόγω του ότι χρησιμοποίησε τον όρο «ιδίως», το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί να υφίσταται παράβαση των άρθρων 86 και 90 και στην περίπτωση της μεσολαβήσεως για την εύρεση άλλου εργατικού δυναμικού εκτός από στελέχη ή διευθυντικά στελέχη. Ωστόσο, η προαναφερθείσα υπόθεση αφορούσε μόνον τη μεσολάβηση για την εύρεση στελεχών και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να αποφανθεί κατά γενικότερο τρόπο επί των προϋποθέσεων υπό τις οποίες το μονοπώλιο του κράτους μέλους στον τομέα της μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού μπορεί να συνεπάγεται παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων.
Είμαι της γνώμης ότι σήμερα η μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού τελείται — ή μπορεί να τελείται — με κερδοσκοπικό σκοπό, τόσο σε σχέση με τα στελέχη και τα διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων, όσο και σε σχέση με οποιεσδήποτε άλλες ομάδες εργαζομένων. Κατά πάσα πιθανότητα, λόγω θεωρήσεων αυτού του είδους η πλειονότητα των κρατών μελών είτε δεν έχει κυρώσει το μέρος της Συμβάσεως της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας υπ' αριθ. 96 του 1949 που απαγορεύει την μεσολάβηση ιδιωτικών επιχειρήσεων για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού είτε, τα τελευταία χρόνια, το έχει καταγγείλει ( 25 ). Δεν είναι καθόλου δυνατόν ή πρόσφορο να προβώ σε οριοθέτηση των ομάδων εργαζομένων που μπορεί να ενδιαφέρει η εμπορική μεσολάβηση για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, δεδομένου ότι η αγορά τελεί σε συνεχή εξέλιξη. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να μη λάβει υπόψη το μέρος της αποφάσεως Höfner και Eiser που αφορά ειδικά τη μεσολάβηση για την εύρεση στελεχών και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων.
Συμπέρασμα
37.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα ερωτήματα τις εξής απαντήσεις:
«1)
Τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να απαγορεύει στις εγκατεστημένες εντός του κράτους αυτού επιχειρήσεις να μεσολαβούν για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, εφόσον η απαγόρευση αυτή έχει γενικώς και αδιακρίτως εφαρμογή επί της παροχής υπηρεσιών και σε αποδέκτες εντός του εν λόγω κράτους μέλους και σε αποδέκτες εντός άλλου κράτους μέλους.
2)
O δημόσιος οργανισμός απασχολήσεως που μεσολαβεί για την εύρεση εργασίας ή προσωπικού υπόκειται στην απαγόρευση του άρθρου 86 της Συνθήκης, εφόσον η εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν εμποδίζει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που του έχει ανατεθεί. Το κράτος μέλος που του έχει παραχωρήσει μονοπώλιο για τη μεσολάβηση αυτή παραβαίνει το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, όταν δημιουργεί καταστάσεις που οδηγούν κατ' ανάγκην τον δημόσιο οργανισμό απασχολήσεως να παραβαίνει το άρθρο 86 της Συνθήκης. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
—
είναι πρόδηλο ότι ο δημόσιος οργανισμός απασχολήσεως δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στη ζήτηση της αγοράς για αυτό το είδος των δραστηριοτήτων,
—
η πραγματική άσκηση των ανωτέρω δραστηριοτήτων από ιδιωτικές επιχειρήσεις ευρέσεως εργασίας καθίσταται αδύνατη λόγω της διατηρήσεως της ισχύος νομοθετικής διατάξεως που απαγορεύει τις δραστηριότητες αυτές επί ποινή ακυρότητας των σχετικών συμβάσεων,
—
οι εν λόγω δραστηριότητες ευρέσεως εργασίας ή εργατικού δυναμικού μπορούν να καλύπτουν και υπηκόους ή το έδαφος άλλων κρατών μελών.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Ορισμένες μεσολαβητικές δραστηριότητες (ιδίως δε οι σχετικές με τον τομέα της ψυχαγωγίας και τον ξενοδοχειακό τομέα, καθώς και με την αρτοποιία και το ναυτικό επάγγελμα) υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς που συνεπάγεται την ίδρυση χωριστών γραφείων ευρέσεως εργασίας.
( 2 ) Οι εφαρμοστέοι κανόνες στον γεωργικό τομέα καθορίζονται με τον νόμο 83 της 11ης Μαρτίου 1970.
( 3 ) Η έννοια της εκουσίας δικαιοδοσίας ανάγεται κατά πάσα πιθανότητα στο ρωμαϊκό δίκαιο και σήμερα είναι διαδεδομένη σε διάφορα ευρωπαϊκά δικαυκά συστήματα. Κατά το πρώτο βψλίο, κεφάλαιο 16, του Πανδέχτη του Ιουστινιανού, οι ανθύπατοι είχαν αρμοδιότητες εκτός της περιφερείας της πόλεως των, αλλ' αποκλειστικώς όσον αφορά υποθέσεις που αποτελούσαν το αντικείμενο συναινέσεως, συνεπώς δε όχι όσον αφορά διαφορές. Η αμοδιότητά τους εκτεινόταν, μεταξύ άλλων, στην επίσημη αναγνώριση υιοθεσιών, καθώς και στην απελευθέρωση δούλων και στη χειραφεσία ανηλίκων. Βλ. Digest of Justinian, τόμος 1 (έκδοση υπό τη διεύθυνση του Mommsen κ.λπ., σ. 31 επ.)
( 4 ) Βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974, 162/73, Birra Dreher (Συλλογή τόμος 1974, σ. 111, σκέψη 3).
( 5 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia (Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 8).
( 6 ) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Birra Dreher σκέψεις 2 και 3, και, ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 17ης Μαΐου 1994, C-18/93, Corsica Ferries (Συλλογή 1994, σ. I-1783, σκέψη 12).
( 7 ) Βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salò (Συλλογή 1987, σ. 2545), καθώς και την ανάλογη απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 228/87, Ποινική διαδικασία κατ' αγνώστων (Συλλογή 1988, α 5099).
( 8 ) Υπόθεση 138/80 (Συλλογή τόμος 1980/II, σ. 315, σκέψη 4).
( 9 ) Βλ. επίσης τη διάταξη της 5ης Μαρτίου 1986, 318/85, Greis Unterweger, (Συλλογή 1986, σ. 955, σκέψη 4), αφορώσα ερωτήματα υποβληθέντα από μια συμβουλευτική επιτροπή για τις παραδόσεις της νομοθεσίας περί συναλλάγματος.
( 10 ) Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1974, 32/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 491).
( 11 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1981, 246/80, Brοeckmeulen (Συλλογή 1981, σ. 2311, σκέψεις 16 και 17).
( 12 ) Υπόθεση 244/80 (Συλλογή 1981, σ. 3045).
( 13 ) Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψεις 18 και 19.
( 14 ) Βλ. αντιστοίχως, την απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1979, 110 και 111/78, Van Wesemael (Συλλογή τόμος 1979/1 σ. 29), και την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 279/80, Webb (Συλλογή 1981, σ. 3305).
( 15 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-1979).
( 16 ) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-154/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. I-659, σκέψη 9).
( 17 ) Υπόθεση C-384/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-1141.
( 18 ) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-6097).
( 19 ) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, 15/79, Groenveld (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 649).
( 20 ) Βλ., ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-80/92, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1994, σ. I-1019, σκέψη 24).
( 21 ) Κατ' εμέ, είναι δυνατόν να ευρεθούν στοιχεία προς στήριξη της απόψεως αυτής στην απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta (Συλλογή 1994, σ. I-3453, σκέψη 50).
( 22 ) Βλ. την υποσημείωση 15.
( 23 ) Σκέψεις 20 έως 34.
( 24 ) Βλ. σκέψη 34 της αποφάσεως.
( 25 ) Κατά τα πληροφοριακά στοιχεία που διαθέτω, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία και το Λουξεμβούργο έχουν προσχωρήσει στο δεύτερο κεφάλαιο της Συμβάσεως, το οποίο προβλέπει την προοδευτική κατάργηση των με κερδοσκοπικό σκοπό δραστηριοτήτων μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού. Η Φιλανδία, η Γερμανία και η Σουηδία έχουν καταγγείλει τη Σύμβαση.
Full & Egal Universal Law Academy