Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Ι - Εισαγωγή
1 Μπορεί ένα κράτος μέλος να επικαλεστεί το άρθρο 9 της οδηγίας περί των αγρίων πτηνών (1) προκειμένου να δικαιολογήσει την εκχώρηση, νομοθετικώς, στις περιφερειακές ή επαρχιακές αρχές της εξουσίας να επιτρέπουν τη θήρα ειδών πτηνών μη περιλαμβανομένων στο παράρτημα της οδηγίας η οποία επιτρέπει τη θήρα, ακόμη και αν με την εν λόγω εθνική νομοθεσία επιδιώκεται η εκ μέρους των αρχών υποχρεωτική τήρηση τόσο της οδηγίας όσο και των εθνικών νομοθετικών διατάξεων; Αυτό είναι το κατά το μάλλον και ήττον σύνθετο νομικό υπόβαθρο της παρούσας υποθέσεως, την οποία καλείται να επιλύσει το Δικαστήριο επ' αφορμή προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε ιταλικό δικαστήριο ως προς την έκταση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη για την τήρηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες το άρθρο 9 της οδηγίας επιτρέπει, κατ' εξαίρεση, παρεκκλίσεις.
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2 Στις 21 Ιουλίου 1992 η Giunta Regionale (περιφερειακές διοικητικές αρχές) της περιφερείας Veneto εξέδωσε την απόφαση 4209 περί καθορισμού των θηρευτικών περιόδων για το έτος 1992/93. Κατά της εν λόγω αποφάσεως άσκησαν, μεταξύ άλλων, προσφυγή ακυρώσεως οι Associazione Italiana per il World Wildlife Fund (στο εξής: WWF Italiana) και άλλες οργανώσεις με το αιτιολογικό ότι επιτρεπόταν η θήρα ορισμένων ειδών της άγριας πτηνοπανίδας που δεν περιλαμβανόταν στο οικείο παράρτημα της οδηγίας και ότι δεν πληρούνταν οι κατά το άρθρο 9 της οδηγίας προϋποθέσεις παρεκκλίσεως.
3 Το Tribunale amministrativo regionale per il Veneto (δεύτερο τμήμα) υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ερωτάται αν το άρθρο 9 της οδηγίας επιβάλλει στην Ιταλική Δημοκρατία την υποχρέωση να διευκρινίσει, με ρητή κανονιστική διάταξη ή διοικητικό μέτρο (ανάλογα με το αν εκδίδεται νόμος ή διοικητική πράξη) τα επιμέρους στοιχεία που δικαιολογούν την παρέκκλιση, όπως διαλαμβάνονται στην οδηγία.»
ΙΙΙ - Οι συναφείς διατάξεις του ιταλικού δικαίου
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 157, της 11ης Φεβρουαρίου 1992, περί προστασίας της ομοιόθερμης άγριας πανίδας και περί θήρας (2) (στο εξής: νόμος 157) προβλέπει ότι η άγρια πανίδα αποτελεί αναπαλλοτρίωτη δημόσια κληρονομιά, η οποία προστατεύεται προς το συμφέρον της εθνικής και διεθνούς κοινότητας. Η θήρα επιτρέπεται εφόσον δεν προσκρούει στις επιταγές της διατηρήσεως της άγριας πανίδας ή αν δεν προκαλεί ζημία στη γεωργική παραγωγή, (άρθρο 1, παράγραφος 2). Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, οι διεπόμενες από κοινό καθεστώς περιφέρειες (regioni a statuto ordinario) «εκδίδουν κανονιστικές πράξεις περί διαχειρίσεως και προστασίας όλων των ειδών της άγριας πανίδας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τις διεθνείς συμβάσεις και τις κοινοτικές οδηγίες», ενώ οι ειδικές περιφέρειες (regioni a statuto speciale) και οι αυτόνομες επαρχίες πράττουν το ίδιο «εντός των ορίων ασκήσεως των αποκλειστικών εξουσιών τους, όπως προβλέπουν οι αντίστοιχες πράξεις περί συστάσεώς τους».
5 Το άρθρο 1, παράγραφος 4, είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Η οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, η οδηγία 85/411/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1985, και η οδηγία 91/244/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαρτίου 1991, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, ομού μετά των οικείων παραρτημάτων, μεταφέρονται πλήρως στην εσωτερική έννομη τάξη και εφαρμόζονται εντός των προθεσμιών όπως προβλέπει ο παρών νόμος.»
Η ίδια διάταξη αποσκοπεί και στην εφαρμογή της Συμφωνίας των Παρισίων, της 18ης Οκτωβρίου 1950 (νόμος 812 της 24ης Νοεμβρίου 1978) και της Συμφωνίας της Βέρνης, της 19ης Σεπτεμβρίου 1979 (νόμος 503 της 5ης Αυγούστου 1981).
6 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, απαριθμεί τα είδη, η θήρα των οποίων επιτρέπεται, και προσδιορίζει τις ημερομηνίες των θηρευτικών περιόδων για διάφορες ομάδες ειδών. Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, εξουσιοδοτούνται οι περιφέρειες, αφού προηγουμένως συμβουλευθούν το εθνικό ίδρυμα αγρίας πανίδας (ΙΝFS), να τροποποιούν τις ημερομηνίες των θηρευτικών περιόδων για συγκεκριμένα είδη, λαμβάνοντας υπόψη την επικρατούσα από περιβαλλοντική άποψη κατάσταση σε συγκεκριμένους τόπους, παράλληλα με την υποχρέωση τηρήσεως του κατ' ανώτατο όριο χρόνου διαρκείας της προβλεπομένης από την προηγούμενη παράγραφο θηρευτικής περιόδου. Ύστερα από πρόταση του Υπουργού Γεωργίας και Δασών, από κοινού με τον Υπουργό Περιβάλλοντος, μπορεί να εκδοθεί προεδρικό διάταγμα όπου απαριθμούνται τα νέα είδη, η θήρα των οποίων επιτρέπεται, και τούτο εντός εξήντα ημερών από της θεσπίσεως των κοινοτικών κανόνων ή από της ενάρξεως ισχύος των διεθνών συμβάσεων. Ο κατάλογος των ειδών, η θήρα των οποίων επιτρέπεται, μπορεί να τροποποιηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές οδηγίες (άρθρο 18, παράγραφος 3). Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 4, οι περιφέρειες υποχρεούνται, μετά από διαβουλεύσεις με το ΙΝFS, να δημοσιεύουν τις σε περιφερειακό επίπεδο θηρευτικές περιόδους και τις κανονιστικές πράξεις που αφορούν ολόκληρο το θηρευτικό έτος από τις 15 Ιουνίου, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 3, και να προσδιορίζουν τον κατ' ανώτατο όριο αριθμό πτηνών που μπορούν να φονευθούν ημερησίως κατά τη διάρκεια της θηρευτικής περιόδου.
7 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, απαριθμεί τα είδη των αγρίων πτηνών τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των πτηνών που μπορούν να θηρευθούν σύμφωνα με την οδηγία. Ο κατάλογος των ειδών αυτών παρατίθεται στην υπ' αριθ. 3 εγκύκλιο του Υπουργείου Γεωργίας, της 29ης Ιανουαρίου 1993 (3), η οποία προβλέπει ότι επιτρέπεται η θήρα των εν λόγω ειδών μόνον εφόσον τηρούνται αυστηρώς οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που θέτει η οδηγία, ενώ οι περιφέρειες και οι αυτόνομες επαρχίες έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν παρεκκλίσεις μόνον υπό τους όρους αυτούς.
ΙV - Η οδηγία 79/409
8 Κίνητρο για την έκδοση της οδηγίας ήταν η μείωση του πληθυσμού ορισμένων ειδών αγρίων πτηνών που ζουν εκ φύσεως στο ευρωπαϋκό έδαφος των κρατών μελών (4) όπου εφαρμόζεται η Συνθήκη, γεγονός το οποίο «αποτελεί κίνδυνο για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, ιδίως εξαιτίας των απειλητικών συνεπειών της στη βιολογική ισορροπία» (προοίμιο της οδηγίας, δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Κατά την οδηγία, η αποτελεσματική προστασία των πτηνών συνιστά «τυπικά διασυνοριακό πρόβλημα περιβάλλοντος που συνεπάγεται κοινές ευθύνες», ειδικότερα όσον αφορά τα αποδημητικά είδη που θεωρούνται ως «κοινή κληρονομιά» (προοίμιο, τρίτη αιτιολογική σκέψη). Αντικείμενο της διατηρήσεως είναι «η μακροπρόθεσμη προστασία και η διαχείριση των φυσικών πόρων ως αναπόσπαστο μέρος των κληρονομιάς των ευρωπαϋκών λαών» και η «διατήρηση και προσαρμογή των φυσικών ισορροπιών των ειδών στα όρια του λογικά δυνατού» (προοίμιο, όγδοη αιτιολογική σκέψη).
9 Η οδηγία επιβάλλει ορισμένες γενικής φύσεως υποχρεώσεις αφορώσες τη διαφύλαξη του πληθυσμιακού επιπέδου των προστατευομένων ειδών και τη διατήρηση, συντήρηση και αποκατάσταση των οικοτόπων (άρθρα 2 και 3). Άλλες διατάξεις περιλαμβάνουν περισσότερο συγκεκριμένες υποχρεώσεις σχετικά με την προστασία των απειλουμένων και μεταναστευτικών ειδών (άρθρο 4), καθώς και την εν γένει προστασία των αγρίων πτηνών και των ωών τους, συμπεριλαμβανομένης της απαγορεύσεως της εμπορίας αγρίων πτηνών και περιορισμών ως προς τη θήρα πτηνών από τα προστατευόμενα είδη (άρθρα 5 έως 8). Τα άρθρα 5 και 7 παρέχουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιτρέπουν τη θήρα ορισμένων ειδών αγρίων πτηνών που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας και η διατήρηση των οποίων δεν απειλείται «ανάλογα με το επίπεδο του πληθυσμού τους, τη γεωγραφική κατανομή και τον ρυθμό αναπαραγωγής τους σε όλη την Κοινότητα» (άρθρο 7, παράγραφος 1). Η θήρα απαγορεύεται κατά την περίοδο φωλεοποιήσεως ή κατά τις διάφορες φάσεις της αναπαραγωγής ή, όσον αφορά τα αποδημητικά είδη, κατά την περίοδο αναπαραγωγής και κατά την επιστροφή τους στον τόπο φωλεοποιήσεως.
10 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια να παρεκκλίνουν μόνον από τους περιορισμούς της θήρας που προβλέπει το άρθρο 7:
«(...) εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις [και] για τους ακολούθους λόγους:
α) - για λόγους υγείας και δημοσίας ασφαλείας,
- για λόγους αεροπορικής ασφαλείας,
- για να προληφθούν σοβαρές ζημίες στις καλλιέργειες, στα κατοικίδια ζώα, στα δάση, στην αλιεία και στα ύδατα,
- για την προστασία της χλωρίδας και πανίδας,
β) για ερευνητικούς και διδακτικούς σκοπούς, για σκοπούς εμπλουτισμού πληθυσμών και επανεισαγωγής, καθώς και για την εκτροφή που είναι αναγκαία για τις ανωτέρω ενέργειες,
γ) για να επιτραπεί, με αυστηρά ελεγχόμενους όρους και επιλεκτικό τρόπο, η σύλληψη, κράτηση και ορθολογική εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρό αριθμό».
11 Το άρθρο 9, παράγραφος 2, προβλέπει:
«Οι εξαιρέσεις πρέπει να μνημονεύουν:
- τα είδη που αποτελούν αντικείμενο εξαιρέσεων,
- τα επιτρεπόμενα μέσα, εγκαταστάσεις ή μεθόδους συλλήψεως ή θανατώσεως,
- τις συνθήκες κινδύνου και τις χρονικές και τοπικές περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι εξαιρέσεις,
- την αρχή η οποία είναι αρμόδια να δηλώσει ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να αποφασίσει ποια μέσα, εγκαταστάσεις ή μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εντός ποιων ορίων και από ποια πρόσωπα,
- τους ελέγχους που θα πραγματοποιηθούν.»
Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, τα κράτη μέλη αποστέλλουν έκθεση περί της εφαρμογής του άρθρου στην Επιτροπή, η οποία «μεριμνά συνεχώς ώστε οι συνέπειες των εξαιρέσεων αυτών να μην είναι ασυμβίβαστες με την παρούσα οδηγία» και αναλαμβάνει «τις κατάλληλες για τον σκοπό αυτό πρωτοβουλίες» (άρθρο 9, παράγραφος 4).
V - Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
12 Κατά το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, προτάσεις κατέθεσαν οι WWF Italiana, η Federazione Italiana della Caccia (ιταλική θηρευτική ομοσπονδία), η οποία παρενέβη στην εκκρεμή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δίκη, και η Επιτροπή. Στο Δικαστήριο δεν υποβλήθηκαν παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως ή άλλης ιταλικής δημοσίας αρχής, συμπεριλαμβανομένης της καθής η προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου. Οι παρατηρήσεις μπορούν να συνοψισθούν ως εξής.
13 Η WWF Italiana προτείνει στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το άρθρο 18 του νόμου 157 είναι ασυμβίβαστο με την οδηγία για τον λόγο ότι είτε επιτρέπει τη θήρα μη συμπεριλαμβανομένων στα παραρτήματα της οδηγίας ειδών είτε, όπως εκτιμά το αιτούν δικαστήριο, δεν υφίσταται οποιαδήποτε διαδικασία διασφαλίζουσα την τήρηση των τεθειμένων με το άρθρο 9 προϋποθέσεων. Κατά την άποψη της ενώσεως, επιδιώκοντας τη μεταφορά της οδηγίας σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 157, η Ιταλία παρέλειψε να διασφαλίσει ότι πρόκειται να τηρηθούν οι απορρέουσες από την οδηγία απαγορεύσεις και υποχρεώσεις. Ενώ το άρθρο 18 του νόμου εικάζεται ότι θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας, στην πραγματικότητα επιτρέπει τη θήρα όλων των παρατιθεμένων στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του νόμου ειδών, κατά προφανή παράβαση της οδηγίας.
14 Κατά την WWF Italiana, η διάταξη περί παραπομπής θέτει δύο διακρινόμενα αλλήλων ερωτήματα, ήτοι αυτό της μη προβλέψεως από τις ιταλικές διατάξεις ειδικής διαδικασίας επιτρέπουσας παρεκκλίσεις και εκείνο της αναθέσεως στις περιφερειακές αρχές της εξουσίας να αναγνωρίζουν παρόμοιες παρεκκλίσεις. Επιτρέποντας σιωπηρή παρέκκλιση, το άρθρο 18 δεν διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά επαρκώς σαφή και ακριβή τρόπο, όπως απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου (5). Το σύστημα παρεκκλίσεων που εισάγει δεν τυγχάνει εφαρμογής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 της οδηγίας. Κατά την άποψή της, δεν αληθεύει ότι το άρθρο 18 του νόμου 157 περιλαμβάνει κατάλογο αγρίων πτηνών τα οποία μπορούν «θεωρητικώς» να θηρευθούν και ότι οι περιφερειακές αρχές οφείλουν να διασφαλίζουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση παρεκκλίσεων. Η ανάθεση κανονιστικής φύσεως εξουσιών στις περιφερειακές αρχές δεν συνιστά μέσο θεραπείας της εθνικής νομοθεσίας, η οποία δεν συνάδει προς τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις (6). Εξάλλου, η απλή διοικητική πρακτική δεν συνιστά έγκυρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει της οδηγίας (7). Εν πάση δε περιπτώσει, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παραβίασε την αρχή περί ασφαλείας δικαίου. Η WWF Italiana καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συναφής ιταλική νομοθετική ρύθμιση παραβιάζει την οδηγία, επιτρέποντας τη θήρα ειδών πτηνών που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ και μη ενσωματώνοντας στην εθνική έννομη τάξη τις μεθόδους, διαδικασίες, ελέγχους ή όρια, εντός και σύμφωνα με τα οποία οι αρμόδιες για τη ρύθμιση της θήρας αρχές επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας, να προβλέπουν τη θανάτωση προστατευμένων ειδών.
15 Η ιταλική ομοσπονδία θήρας (στο εξής: ομοσπονδία) είναι της γνώμης ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι το υποβληθέν από τον εθνικό δικαστή ερώτημα άπτεται του ζητήματος κατά πόσον οι συναφείς ιταλικές διατάξεις συνάδουν προς το άρθρο 9 της οδηγίας και όχι της ερμηνείας του περιεχομένου του άρθρου αυτού.
16 Η ομοσπονδία εκτιμά ότι, επειδή μόνο τα παρατιθέμενα στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας είδη μπορούν να θηρεύονται, η οδηγία δεν είναι τόσο αυστηρή ώστε να μην επιτρέπει τυχόν παρεκκλίσεις. Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, για παράδειγμα, επιτρέπει τη σύλληψη ορισμένων πτηνών σε μικρό αριθμό «υπό αυστηρά ελεγχόμενους όρους και κατά επιλεκτικό τρόπο», αποδίδοντας, συνακόλουθα, ιδιαίτερη σημασία στα τοπικά έθιμα και ανάγκες. Η ομοσπονδία αναγνωρίζει ότι ούτε το άρθρο 1 ούτε το άρθρο 18 του νόμου 157 αναφέρονται στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να αναγνωριστούν παρεκκλίσεις κατά την έννοια της οδηγίας, πράγμα το οποίο θεωρεί ως νομικό κενό, ικανό να οδηγήσει σε δυσχέρειες εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Πλην όμως, δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέγουν τους τρόπους μέσω των οποίων επιτυγχάνουν τους στόχους της οδηγίας. Ο νόμος 157 δεν έμεινε «απαθής» έναντι των επιτακτικών αναγκών διατηρήσεως που οδήγησε το Συμβούλιο στην έκδοση της οδηγίας, αλλά θέσπισε ένα δυναμικό σύστημα ελέγχου της τηρήσεως των διατάξεών του, όπως αποδεικνύει το διάταγμα της 22ας Νοεμβρίου 1993 (8), με το οποίο διαγράφηκαν δύο είδη από τον κατάλογο των πτηνών που μπορούν να θηρεύονται.
17 Η ομοσπονδία υπογραμίζει περαιτέρω ότι ο νόμος 157 θέτει σε εφαρμογή τις Συμβάσεις των Παρισίων και Βέρνης, καθώς και την οδηγία, και ότι η δεύτερη από τις εν λόγω συμβάσεις περιλαμβάνει κανόνες, οι οποίοι βαίνουν παραλλήλως, ενίοτε δε ταυτίζονται, με τα κοινοτικά μέτρα. Η Σύμβαση της Βέρνης επιτρέπει - ή δεν απαγορεύει, γεγονός που δεν διαφέρει στην πράξη - τη θήρα των εννέα από τα δώδεκα είδη που δεν περιλαμβάνει το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας αλλά που επιτρέπει ο νόμος 157. Η Κοινότητα προσχώρησε στη Σύμβαση με την «απόφαση 82 της 3ης Δεκεμβρίου 1981» (9), υιοθετώντας με τον τρόπο αυτό, εμμέσως πλην σαφώς, τους καταλόγους των ειδών αγρίων πτηνών, η θήρα των οποίων επιτρέπεται και τα οποία διαφέρουν από εκείνα των παραρτημάτων ΙΙ/1 και ΙΙ/2 της οδηγίας. Μεταφέροντας και εφαρμόζοντας τις δύο υπερεθνικές πράξεις, η Ιταλία συμμορφώθηκε σχεδόν πλήρως με τις απορρέουσες από το κοινοτικό και διεθνές δίκαιο υποχρεώσεις της.
18 Έπεται, κατά την ομοσπονδία, ότι το υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα στα πλαίσια της παρούσας δίκης ως προς το αν απαιτείται ρητή διάταξη περιέχουσα τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας επιμέρους στοιχεία που δικαιολογούν την παρέκκλιση, αφορά το κατά πόσον ο νόμος περί μεταφοράς συνάδει προς την οδηγία και όχι προς την ερμηνεία της ίδιας της οδηγίας. Κατά την άποψη της ομοσπονδίας, το ζήτημα αυτό μπορεί να τεθεί μόνο στα πλαίσια του άρθρου 169 της Συνθήκης και όχι στην κατά το άρθρο 177 αυτής αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη του άρθρου 9 είναι τόσο σαφής ώστε το εθνικό δικαστήριο να εκτιμά ότι συνεπάγεται άμεσο αποτέλεσμα και, συνακόλουθα, δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας της. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η νομιμότητα του καθορισμού των θηρευτικών περιόδων εξαρτάται αποκλειστικώς και μόνον από το άρθρο 18 του νόμου 157.
19 Η Επιτροπή, η οποία άσκησε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης προσφυγή κατά της Ιταλίας σε σχέση με τον νόμο 157, διαφωνεί με ορισμένες υποθέσεις του εθνικού δικαστή που διατυπώνονται στη διάταξη περί παραπομπής και αφορούν τις έννομες συνέπειες μιας οδηγίας που έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο (10), την εξουσία του εθνικού δικαστή να αφήνει ανεφάρμοστη διάταξη του εθνικού δικαίου απάδουσα προς το κοινοτικό δίκαιο (11) και την υποχρέωση των κρατών μελών να μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη ακόμη και τις διατάξεις εκείνες μιας οδηγίας που είναι σαφείς, ακριβείς και ανεπιφύλακτες (12). Πάντως, κατά την άποψη της Επιτροπής, το Δικαστήριο μπορεί να απαντήσει στο υποβληθέν ενώπιόν του ερώτημα, χωρίς να λάβει υπόψη τις εσφαλμένες απόψεις του εθνικού δικαστή.
20 Σε σχέση με το υποβληθέν ερώτημα, η Επιτροπή παραπέμπει στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά τις επιβαλλόμενες με την οδηγία επιταγές περί μεταφοράς της (13). Κατά την άποψή της, τα εθνικά μέτρα που αποτελούν έκφραση του δικαιώματος παρεκκλίσεως πρέπει να αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη του ότι πληρούνται όλες οι κατά το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, προϋποθέσεις. Απλή διοικητική πρακτική δεν επαρκεί για την ορθή μεταφορά των εν λόγω διατάξεων. Η Επιτροπή προσθέτει ότι σιωπηρώς συνάγεται και μια περαιτέρω προϋπόθεση, η οποία είναι το φυσικό επακόλουθο των προϋποθέσεων που συνάγονται ρητώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι οποιαδήποτε παρέκκλιση είναι περιορισμένη κατά χρόνο. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 9 απαιτεί απλώς από τα κράτη μέλη να αναθέτουν την εξουσία αναγνωρίσεως παρεκκλίσεων στις τοπικές αρχές οσάκις οι ανατεθειμένες σε αυτές εξουσίες ορίζονται σαφώς και αναφέρονται ρητώς όλες οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία.
VI - Εξέταση του υποβληθέντος στο Δικαστήριο ερωτήματος
i) Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
21 Η ομοσπονδία αμφισβητεί αυτό που χαρακτηρίζει το παραδεκτό της υποβολής εκ μέρους του εθνικού δικαστή του ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένου ερωτήματος, με το αιτιολογικό ότι το ερώτημα αυτό του ιταλικού δικαστηρίου δεν αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 9 της οδηγίας αλλά το το κάτα πόσον συμβιβάζονται (ή άλλως πώς) με την οδηγία οι εκτελεστικές διατάξεις και ότι τυχόν ερμηνεία του άρθρου 9 στερείται λυσιτελείας για τον εθνικό δικαστή προκειμένου ο τελευταίος να επιλύσει τα εκκρεμή ενώπιόν του, στα πλαίσια της κύριας δίκης, ζητήματα. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ομοσπονδία επικαλέστηκε και την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση Zabala Erasun κ.λπ. (14).
22 Η ομοσπονδία θίγει μάλλον το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου παρά το παραδεκτό του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος. Πάντως, το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν η ομοσπονδία νομιμοποιείται να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ή το παραδεκτό του υποβληθέντος από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματος. Κατά πάγια νομολογία, «αφού η ευχέρεια καθορισμού των ερωτημάτων που πρέπει να υποβληθούν στο Δικαστήριο ανήκει μόνο στο εθνικό δικαστήριο, οι διάδικοι δεν μπορούν ούτε να αλλάξουν το περιεχόμενό τους ούτε να ζητήσουν να αναγνωριστούν ως άνευ αντικειμένου (...) οι συντάκτες του άρθρου 177 θέλησαν να εγκαθιδρύσουν (...) διαδικασία (...) ανεξάρτητη από οποιαδήποτε πρωτοβουλία των διαδίκων [της κυρίας δίκης] και κατά τη διάρκεια της οποίας οι τελευταίοι καλούνται απλώς να εκθέσουν τις απόψεις τους» (15). Εξυπακούεται ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν μπορούν να αμφισβητούν ούτε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί προδικαστικών ερωτημάτων ούτε το παραδεκτό των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων (16).
23 Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός ότι το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του συμβιβαστού προς την οδηγία των οικείων εθνικών διατάξεων είναι εσφαλμένος. Η αίτηση του εθνικού δικαστηρίου, τόσο από γραμματική όσο και από τελεολογική άποψη, ανάγεται στην ερμηνεία εκ μέρους του Δικαστηρίου του άρθρου 9 της οδηγίας, εφόσον είναι «πρόδηλο» ότι η ερμηνεία των συναφών κοινοτικών διατάξεων έχει «σχέση με το υποστατό [και] το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης» (17). Ενδέχεται, στο πλαίσιο της υπό κρίση δίκης, το εθνικό δικαστήριο να εκτιμά ότι η ερμηνεία της οδηγίας είναι αναγκαία προκειμένου το ίδιο να ερμηνεύσει εκείνες τις διατάξεις του νόμου 157 που αναφέρονται συγκεκριμένα στην οδηγία ή προκειμένου να εκτιμήσει το κατά πόσον συμβιβάζεται ο νόμος με την οδηγία. Εν πάση περιπτώσει το εθνικό δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τον νόμο 157 υπό το φως της οδηγίας σε εκτέλεση της οποίας έχει εκδοθεί (18). Μολονότι το Δικαστήριο δεν μπορεί, στα πλαίσια παραπομπής, όπως η παρούσα, να αποφανθεί επί του συμβιβαστού εθνικών διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί «να παράσχει εκείνα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί του νομικού ζητήματος που το απασχολεί» (19).
24 Επιπλέον, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο «να ελέγχει το βάσιμο των υποβαλλομένων ερωτημάτων» για την επίλυση της εκκρεμούς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς (20). Το Δικαστήριο αποφαίνεται παγίως ότι «μόνο στα εθνικά δικαστήρια (...) εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο το αν είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν, όσο και τη λυσιτέλεια των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων» (21).
25 Αλλά και η επίκληση εκ μέρους της ομοσπονδίας της αποφάσεως στην υπόθεση Zabala Erasun κ.λπ. είναι ατυχής. Ναι μεν είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του υποβάλλεται προδικαστικό ερώτημα, προκειμένου να διαπιστώνει την αρμοδιότητά του, πλην όμως από τον διαβιβασθέντα φάκελο της δικογραφίας στην παρούσα δίκη δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι έπαυσε πλέον να εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου η δίκη ή ότι δεν απαιτείται η έκδοση δικαστικής αποφάσεως για την αποτελεσματική επίλυση της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς (22). Έπεται, κατ' εμέ, ότι η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή και το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των υποβληθέντων ερωτημάτων.
ii) Οι υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία
26 Στα πλαίσια της παρούσας δίκης, το εθνικό δικαστήριο ήγειρε το ζήτημα των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη να παραθέτουν τους λόγους που δικαιολογούν την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 της οδηγίας δυνατότητα παρεκκλίσεως της οποίας κάνουν χρήση. Μολονότι η ουσία της υποθέσεως που επελήφθη έγκειται στο αν οι θηρευτικές περίοδοι που καθόρισε η Giunta regionale της περιφερείας Veneto συνάδει προς την οδηγία, το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι το κύρος του μέτρου μπορεί να εκτιμηθεί μόνον έναντι των εκτελεστικών διατάξεων του νόμου 157. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το εθνικό δικαστήριο επιδιώκει να βεβαιωθεί ως προς το αν ο νόμος 157 συνιστά ορθή μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Για να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο λυσιτελής απάντηση, ενδείκνυται η διεξοδικότερη ανάλυση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία σε σχέση με τη θήρα των αγρίων πτηνών και όχι η εκτίμηση αποκλειστικά και μόνο του ζητήματος της υποχρεώσεώς τους να αιτιολογούν το μέτρο, το οποίο εντάσσεται σε στενότερο πλαίσιο. Ενόψει των ερμηνευτικών αυτών στοιχείων, το εθνικό δικαστήριο θα καταστεί δυνατό να προσδιορίσει αν και κατά πόσον το άρθρο 9 της οδηγίας είναι λυσιτελές για την επίλυση του ζητήματος του κύρους της προσβαλλομένης θηρευτικής περιόδου.
27 Για την κατάταξη των επιχειρημάτων που προβάλλονται με τη διάταξη περί παραπομπής και από τους διαδίκους, θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσω τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του γενικότερου ζητήματος της μεταφοράς των οδηγιών. Το ζήτημα ανέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου επ' ευκαιρία παλαιοτέρων υποθέσεων στα πλαίσια προσφυγών κατά παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή. Η επί του θέματος συλλογιστική του Δικαστηρίου στις δύο πρώτες συναφείς υποθέσεις αξίζει να παρατεθεί αυτολεξεί:
«Όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν απαιτείται τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων της οδηγίας σε ειδική και ρητή νομοθετική διάταξη· αρκεί ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό εξασφαλίζει αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας με επαρκώς σαφή και συγκεκριμένο τρόπο (βλ. απόφαση της 23ης Μαου 1985 στην υπόθεση 29/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1985, σ. 1661). Πάντως, η ακριβής μεταφορά της οδηγίας έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη όπου η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη, στο καθένα για το έδαφός του.» (23)
28 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «η εσωτερική νομοθεσία πρέπει να παρέχει εγγυήσεις ότι τα είδη πτηνών που δεν απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ δεν μπορούν να θηρεύονται» και ότι η εθνική νομοθεσία, μη αποκλείοντας τη δυνατότητα θηρεύσεως άλλων ειδών πτηνών πλην εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας, «δημιουργεί μια διφορούμενη νομική κατάσταση» ασυμβίβαστη με τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις των κρατών μελών (24). Επιπλέον, «όπως προκύπτει από το γενικό σύστημα προστασίας που προβλέπεται με την οδηγία, η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να επεκτείνει τον κατάλογο των ειδών πτηνών του παραρτήματος ΙΙ, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων» (25).
29 Από την προμνησθείσα νομολογία και από τη διατύπωση του άρθρου 9 διαγράφεται σαφώς ο όλως εξαιρετικός χαρακτήρας της δυνατότητας που παρέχει η ανωτέρω διάταξη για παρέκκλιση από την απαγόρευση θανατώσεως προστατευμένων πτηνών, όπως προβλέπει το άρθρο 5, και από τους περιορισμούς θηρεύσεως που καθιερώνει το άρθρο 7. Το άρθρο 7 εισάγει διαρκή παρέκκλιση επιτρέπουσα τη θήρα των απαριθμουμένων ειδών, υπό προϋποθέσεις που αφορούν κυρίως τη διατήρηση του επιπέδου των πληθυσμών των εν λόγω ειδών και την προστασία τους κατά τη διάρκεια των ιδιαίτερα κρίσιμων περιόδων του έτους. Η θήρα άλλων ειδών αγρίων πτηνών επιτρέπεται μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 9, όπως αποφάνθηκε κατηγορηματικά το Δικαστήριο:
«Πρώτον, το κράτος μέλος πρέπει να περιορίζει την εξαίρεση [παρέκκλιση] μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει άλλη ικανοποιητική λύση. Δεύτερον, η παρέκκλιση πρέπει να στηρίζεται τουλάχιστον σ' έναν από τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία αα, ββ και γγ. Τρίτον, η παρέκκλιση πρέπει να ανταποκρίνεται στα συγκεκριμένα τυπικά κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, τα οποία έχουν ως στόχο να περιορίζουν τις παρεκκλίσεις στα απολύτως αναγκαία και να διασφαλίζουν τη δυνατότητα επιτηρήσεως εκ μέρους της Επιτροπής (...) [ενώ η ευχέρεια παρεκκλίσεως πρέπει να χρησιμοποιείται καταλλήλως] για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών και ειδικών καταστάσεων» (26).
30 Η δέσμη των κατά το άρθρο 9 προϋποθέσεων έχει προφανώς σωρευτικό χαρακτήρα και, δεδομένου ότι το άρθρο αποτελεί παρέκκλιση από τις κατά τα άρθρα 5 και 8 απαγορεύσεις, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Η ύπαρξη άλλων ικανοποιητικών λύσεων σε ζητήματα αεροπορικής ασφαλείας ή προστασίας των καλλιεργειών, τα οποία διαφορετικά θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του άρθρου 9, αποκλείει οποιαδήποτε παρέκκλιση δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως. Επίσης, η θήρα για ψυχαγωγικούς λόγους αποκλείεται, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων για τους οποίους μπορεί να παρεκκλίνει από τις εν λόγω απαγορεύσεις το κράτος μέλος. Περαιτέρω, στα πλαίσια της εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνείας της ανωτέρω διατάξεως, σύμφωνα με όσα εξέθεσα στο προηγούμενο σημείο, εξυπακούεται ότι οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 9 πρέπει να λαμβάνονται από κοινού. Η παράθεση των τυπικών προϋποθέσεων της παραγράφου 2 αποσκοπεί στο να επιτρέψει τον αυστηρό έλεγχο της τηρήσεως των προκαταρκτικών προϋποθέσεων που θέτει η παράγραφος 1. Από την ίδια νομολογία, καθίσταται σαφές ότι, προκειμένου το Δικαστήριο να κρίνει αν κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς, στα πλαίσια διαδικασίας παραβάσεως, το άρθρο 9 το εν λόγω κράτος μέλος βαρύνεται με την απόδειξη του ότι πληρούνται οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που του επιτρέπουν την παρέκκλιση (27).
31 Οι απαιτήσεις της οδηγίας σε σχέση με τη μεταφορά του άρθρου 9 αυτής απαντούν αναλυτικότερα σε μεταγενέστερες αποφάσεις επί υποθέσεων όπου τα κράτη μέλη επιδίωξαν, εν πολλοίς ανεπιτυχώς, να επικαλεστούν την ανωτέρω διάταξη ως δικαιολογητική βάση των εθνικών νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες παραβιάζουν εκ πρώτης όψεως την οδηγία. Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί εθνικών διατάξεων βάσει των οποίων δεν εφαρμόζεται μεταξύ άλλων η απαγορευόμενη φόνευση και σύλληψη προστατευομένων πτηνών και η καταστροφή των φωλεών και ωών τους, εφόσον οι σχετικές πράξεις διενεργούνται στο πλαίσιο «της συνήθους εκμεταλλεύσεως του εδάφους η οποία πραγματοποιείται μέσω γεωργικών, δασικών ή αλιευτικών δραστηριοτήτων» ή στο πλαίσιο «της αξιοποιήσεως των προϋόντων που προέρχονται από τις δραστηριότητες αυτές»· οι ανωτέρω παρεκκλίσεις κρίθηκαν ως μη ανταποκρινόμενες «στις απαιτήσεις του άρθρου 9 της οδηγίας [δεδομένου ότι οι συναφείς] δραστηριότητες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι καλύπτονται από τους αναφερομένους στο άρθρο 9 της οδηγίας νόμους» (28). Ομοίως, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι εθνικές διατάξεις επιτρέπουσες στους κυρίους ή στους χρησιμοποιούντες εδάφη ή ύδατα να φονεύουν ή συλλαμβάνουν προστατευόμενα πτηνά οσάκις προκαλούν ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν ζημίες ή βλάβες είναι ασυμβίβαστες προς το άρθρο 9, παράγραφος 1 στο βαθμό που «[η διατύπωση της εθνικής διατάξεως] δεν εξαρτά όπως προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, τη χορήγηση των αδειών από την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει άλλη ικανοποιητική λύση» (29). Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αντίκεινται στην οδηγία εθνικοί κανόνες βάσει των οποίων ορισμένα είδη αγρίων πτηνών δεν τυγχάνουν προστασίας ως προς τις φωλεές και τα ωά τους. Επειδή οι επίδικες γαλλικές διατάξεις δεν διευκρίνιζαν τους λόγους που θα δικαιολογούσαν τυχόν παρέκκλιση για τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, συνιστούσαν παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας (30). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, για την ορθή μεταφορά της οδηγίας, είναι απαραίτητο να προβλέπονται ρητώς στις εθνικές νομοθεσίες οι επιβαλλόμενες με την οδηγία απαγορεύσεις και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν τα κράτη μέλη προκειμένου να παρεκκλίνουν από τις απαγορεύσεις αυτές (31).
32 Ασφαλώς, οι περί μεταφοράς της οδηγίας απαιτήσεις δεν παρεμποδίζουν τα κράτη μέλη να αναθέτουν στις περιφερειακές ή επαρχιακές αρχές εκτελεστικές εξουσίες. Κατά πάγια νομολογία, «κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να κατανέμει, όπως εκείνο κρίνει, τις αρμοδιότητες σε εθνικό επίπεδο και να εφαρμόζει τις οδηγίες με μέτρα των περιφερειακών ή τοπικών αρχών. Πάντως, η ανωτέρω κατανομή αρμοδιοτήτων δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωσή του να διασφαλίζει την πιστή μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στην εσωτερική νομοθεσία» (32). Πρόσφατα, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει ότι «είναι απαραίτητο το εθνικό δίκαιο να εξασφαλίζει στην πράξη την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας εκ μέρους της εθνικής διοικήσεως, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκετά ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και να μπορούν, κατά περίπτωση, να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» (33).
33 Όσον αφορά τον νόμο 157, ενώ οι περιφέρειες και οι αυτόνομες επαρχίες εμφαίνονται να φέρουν τη ρητή υποχρέωση τηρήσεως της οδηγίας, όπως προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 4, η διατύπωση του άρθρου 18, παράγραφος 1, του νόμου ενδέχεται να οδηγήσει στον σχηματισμό της πεποιθήσεως εκ μέρους των οικείων αρχών ότι η Ιταλική Δημοκρατία ήταν ήδη πεπεισμένη, σε σχέση με τα εν λόγω είδη και για τις συγκεκριμένες περιόδους, ότι συνέτρεχαν ήδη οι προϋποθέσεις του άρθρου 9. Στην πραγματικότητα, το γεγονός απλώς και μόνον ότι στον κατάλογο των προστατευομένων ειδών, η θήρα των οποίων επιτρέπεται κατά το άρθρο 7 και το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας, προστέθηκε, χωρίς οποιαδήποτε ρητή αιτιολόγηση, αριθμός και άλλων προστατευομένων ειδών, τείνει να κλονίσει τον ισχυρισμό ότι ο νόμος 157 πρέπει να λογίζεται ως παρέκκλιση. Όπως προανέφερα, η θήρα δεν αποτελεί αφ' εαυτής έρεισμα για οποιαδήποτε παρέκκλιση. Το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι δημιουργεί «μια αμφίδρομη από απόψεως δικαίου κατάσταση», ασυμβίβαστη με τις περί μεταφοράς απαιτήσεις της οδηγίας.
34 Στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (34), το Δικαστήριο εξέτασε το συμβιβαστό προς την οδηγία εθνικών διατάξεων βάσει των οποίων οι περιφερειακές αρχές ήσαν επιφορτισμένες με την εκτέλεση της οδηγίας. Ο ιταλικός νόμος 968 του 1977 μεταβίβασε στις περιφέρειες την εξουσία να εγκρίνουν τη σύλληψη και την πώληση αποδημητικών πτηνών προκειμένου να χρησιμοποιούνται ως ζωντανά δολώματα ή για ψυχαγωγικούς σκοπούς. Κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, η αιτίαση της Επιτροπής δεν αφορούσε «ούτε την αρμοδιότητα που χορηγήθηκε στις περιφέρειες στον τομέα της θήρας ούτε τις νομοθετικές ή διοικητικές διατάξεις που εξέδωσαν οι εν λόγω περιφέρειες» (35). Πάντως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν νομιμοποιούνταν να επικαλεστεί το άρθρο 9 προκειμένου να αιτιολογήσει την εκ πρώτης όψεως μη τήρηση των κατά το άρθρο 5 υποχρεώσεων. Το γεγονός ότι η συναφής διάταξη του εθνικού δικαίου δεν θέσπισε τα κριτήρια και τους όρους που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας, αλλ' ούτε υποχρέωση της περιφέρειας να λάβει υπόψη τους όρους αυτούς και τα κριτήρια «συνεπάγεται έλλειψη ασφαλείας δικαίου όσον αφορά τις υποχρεώσεις που πρέπει να τηρούν οι περιφέρειες όταν θεσπίζουν τις κανονιστικές ρυθμίσεις τους (...). Επομένως, δεν εξασφαλίζεται ότι η σύλληψη ορισμένων ειδών πτηνών περιορίζεται στο απολύτως ελάχιστο όριο (...) ή ότι τα μέσα, οι εγκαταστάσεις ή οι μέθοδοι συλλήψεως δεν είναι ευρείας κλίμακας, μη επιλεκτικές ή ικανές να έχουν ως συνέπεια την σε τοπικό επίπεδο εξαφάνιση ενός είδους. Έπεται ότι τα ουσιώδη στοιχεία του άρθρου 9 της οδηγίας δεν έχουν μεταφερθεί κατά τρόπο πλήρη, σαφή και βέβαιο στην ιταλική κανονιστική ρύθμιση» (36). Σε μεταγενέστερες υποθέσεις με αντικείμενο τον ίδιο εθνικό νόμο, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ευχέρεια κράτους μέλους να επικαλείται την κανονιστική εξουσία των περιφερειακών αρχών για να δικαιολογεί εθνική νομοθεσία, αντιβαίνουσα στις προβλεπόμενες από συγκεκριμένη οδηγία απαγορεύσεις, αντίκειται στην αρχή της ασφαλείας δικαίου» (37). Κατά την άποψή μου, η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη, η οποία αφορούσε επίσης τις παρεκκλίσεις θηρεύσεως στην Ιταλία, επιβάλλεται να τύχει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση.
35 Οι έννομες συνέπειες στην ιταλική έννομη τάξη της υπουργικής εγκυκλίου της 29ης Ιανουαρίου 1993, με την οποία καλούνται οι περιφέρειες και οι αυτόνομες επαρχίες να αναγνωρίζουν παρεκκλίσεις μόνο σύμφωνα με την οδηγία, δεν αποτελούν αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Πάντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ορθή μεταφορά των προϋποθέσεων και κριτηρίων του άρθρου 9 αυτής απαιτεί οι οποιεσδήποτε εκτελεστικές διατάξεις να διευκρινίζουν ότι η παρέκκλιση χωρεί μόνον «εφόσον δεν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση», ουσιώδης προκαταρκτικός όρος τον οποίο δεν μνημονεύει η εγκύκλιος. Επιπλέον, είναι σαφές ότι η διοικητική πρακτική κράτους μέλους η οποία συνάδει προς την οδηγία, δεν αρκεί για την πλήρη συμμόρφωση προς την οδηγία (38)· εξάλλου, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι εθνικές κανονιστικές διατάξεις μπορούν να συμπληρώνονται και από άλλα μέτρα υπό τον όρο ότι «έχουν γενική ισχύ και μπορούν να δημιουργήσουν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους ιδιώτες» και ότι η εξουσιοδοτημένη για τη λήψη των μέτρων αυτών εθνική αρχή συμμορφώνεται πράγματι με την οδηγία (39).
36 Κατά την άποψή μου, όπως συνάγεται από το σύστημα της οδηγίας, το κράτος μέλος που επιλέγει να παρεκκλίνει μέσω εθνικής νομοθετικής διατάξεως και αναθέτει την έκδοση των εκτελεστικών μέτρων στις περιφερειακές ή επαρχιακές αρχές δεν μπορεί να επιδιώκει τη θέσπιση κατ' εξαίρεση παρεκκλίσεως προκειμένου να επιτρέπει τη θήρα κατά το άρθρο 9 σαν να επρόκειτο για αναπόσπαστο τμήμα των διατάξεων που επιτρέπουν τη θήρα σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας. Όπως προανέφερα, το άρθρο 7 δεν απαιτεί να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις και επιτρέπει τη θήρα των απαριθμουμένων ειδών υπό ορισμένους ελάχιστους όρους που διασφαλίζουν τη συντήρηση του πληθυσμού του εν λόγω είδους. Η έκταση του περιεχομένου της θήρας που μπορεί να διενεργείται στα πλαίσια της παρεκκλίσεως του άρθρου 9 εξαρτάται από τους λόγους για τους οποίους γίνεται χρήση της παρεκκλίσεως. Νομίζω, επί παραδείγματι, ότι πιθανότατα η δικαιολογούμενη εκ λόγων αεροπορικής ασφαλείας θήρα είναι κατά πολύ περιορισμένη γεωγραφικώς από τη δικαιολογούμενη από την ανάγκη αποφυγής σοβαρών ζημιών στις καλλιέργειες και στα κατοικίδια ζώα θήρα. Οποιαδήποτε εθνική παρέκκλιση βάσει του άρθρου 9 πρέπει να περιορίζεται στο αυστηρά αναγκαίο του λόγου για τον οποίο θεσπίστηκε.
37 Από τα ανωτέρω συνάγω ότι δεν επιτρέπεται επίκληση του άρθρου 9 της οδηγίας προκειμένου να δικαιολογηθούν εθνικά μέτρα επιτρέποντα τη θήρα ορισμένων ειδών πτηνών, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στα αντίστοιχα παραρτήματα της οδηγίας, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις δεν περιλαμβάνουν σαφή αντικειμενικά κριτήρια ως προς το ότι πληρούνται όντως οι απαιτούμενες από το άρθρο 9 για την παρέκκλιση προϋποθέσεις και εν πάση περιπτώσει δεν περιορίζουν τη θήρα στο αυστηρά αναγκαίο «προς ικανοποίηση συγκεκριμένων απαιτήσεων και ειδικών καταστάσεων», ενώ δεν διευκρινίζουν με επαρκή σαφήνεια τις υποχρεώσεις των περιφερειακών αρχών να τηρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις.
38 Η ομοσπονδία επικαλέστηκε τη Σύμβαση της Βέρνης, της 3ης Δεκεμβρίου 1981, περί της διατηρήσεως της άγριας ζωής και των φυσικών οικοτόπων στην Ευρώπη, η οποία εγκρίθηκε για λογαριασμό της Κοινότητας με την απόφαση 82/72/ΕΟΚ του Συμβουλίου (40), και ειδικότερα το γεγονός ότι η Σύμβαση δεν προστατεύει ορισμένα είδη πτηνών, η θήρα των οποίων απαγορεύεται από την οδηγία. Πρώτον, το γεγονός ότι η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται επί ορισμένων ειδών πτηνών που απειλούνται με εξαφάνιση δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την οδηγία. Η μη επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση θήρας των εν λόγω ειδών δεν ισοδυναμεί με άδεια θήρας. Επίσης, η απόφαση 82/72 ουδέν αναφέρει ως προς το ότι η εκ μέρους της Κοινότητας έγκριση της Συμβάσεως τροποποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τις υποχρεώσεις των κρατών μελών από την οδηγία, η οποία αναφέρεται ρητώς στις αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου της αποφάσεως. Τέλος, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, το άρθρο 12 της Συμβάσεως επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη τη λήψη αυστηροτέρων μέτρων από τα προβλεπόμενα με τη Σύμβαση και η οδηγία πρέπει να θεωρηθεί ως παρόμοιο μέτρο.
39 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ομοσπονδία επικαλέστηκε το γεγονός ότι η Ιταλική Κυβέρνηση είχε κοινοποιήσει στην Επιτροπή, στις 12 Αυγούστου 1992, τις παρεκκλίσεις που επιθυμούσε να εφαρμόσει βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας. Πάντως, η κοινοποίηση μιας παρεκκλίσεως δεν αποδεικνύει το σύννομό της με τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2. Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, η Ιταλία δεν συμπεριέλαβε το άρθρο 18 του νόμου 157 μεταξύ των επιτρεπομένων κατά το άρθρο 9 της οδηγίας παρεκκλίσεων όπως προκύπτει από την έκθεση του Οκτωβρίου 1993 περί της εφαρμογής της οδηγίας (41). Η ομοσπονδία επικαλέστηκε περαιτέρω την υπουργική εγκύκλιο της 29ης Ιανουαρίου 1993 και τον νόμο 50 που εξέδωσε η περιφέρεια Veneto στις 9 Δεκεμβρίου 1993, προκειμένου να στηρίξει την άποψή της ότι οι συναφείς ιταλικές διατάξεις θέσπισαν τα κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαγορεύσεις που θέτει η οδηγία. Τούτο όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση προς τον ισχυρισμό ότι ο νόμος 157 συνιστά αφ' εαυτού παρέκκλιση, αλλά γίνεται δυσχερώς αντιληπτό πώς τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή ως προς το κύρος της αποφάσεως της 21ης Ιουλίου 1992.
iii) Η αποστολή του εθνικού δικαστηρίου
40 Οσάκις το εθνικό δικαστήριο αντιμετωπίζει προφανή αντίθεση μεταξύ ενός εθνικού μέτρου ή μιας διοικητικής πράξεως εκδοθείσας δυνάμει εθνικής διατάξεως περί εφαρμογής μιας κοινοτικής οδηγίας, και των διατάξεων της ίδιας της οδηγίας, η ύπαρξη των εθνικών εκτελεστικών διατάξεων δεν του απαγορεύει να λάβει υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας, όπως φαίνεται να πιστεύει στην προκειμένη περίπτωση ο εθνικός δικαστής. Ομοίως, αν το εθνικό δικαστήριο αδυνατεί να προσδιορίσει αν το εν λόγω εθνικό μέτρο ή η διοικητική πράξη συνάδουν κατ' ουσία προς την οδηγία, απαιτείται να ελέγξει το σύννομο του μέτρου ή της πράξεως με τις διατάξεις της ίδιας της οδηγίας. Πράγματι, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, δυνάμει των άρθρων 5 και 189 της Συνθήκης, «να λάβει κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο, κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων» που απορρέουν από συγκεκριμένη οδηγία, ενώ «εξυπακούεται ότι, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο και ειδικότερα τις διατάξεις του εθνικού δικαίου οι οποίες θεσπίστηκαν προς εκτέλεση της οδηγίας, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο υπό το φως του γράμματος και του σκοπού της οδηγίας» (42). Αυτό συμβαίνει ακόμη και αν η οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της. Στην περίπτωση αυτή «εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση της οδηγίας, να προσδιορίσει αν το αμφισβητούμενο εθνικό μέτρο εκφεύγει του περιθωρίου της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών και δεν μπορεί, συνακόλουθα, να θεωρηθεί ως νόμιμη (...) παρέκκλιση» (43).
41 Η Επιτροπή αμφισβήτησε την ύπαρξη διατάξεως του ιταλικού δικαίου, την οποία επικαλέστηκε ο εθνικός δικαστής και η οποία τον απέτρεψε ενδεχομένως από την εξέταση του συμβιβαστού προς την οδηγία του επιδίκου στα πλαίσια της παρούσας δίκης νόμου 157. Ακόμη και αν συνέβαινε αυτό, κατά την ήδη από μακρού χρόνου παγιωμένη νομολογία του Δικαστηρίου, «είναι ασυμβίβαστη προς τις συμφυείς με τον χαρακτήρα του κοινοτικού δικαίου επιταγές κάθε διάταξη εθνικού δικαίου ή κάθε πρακτική, νομοθετική, διοικητική ή δικαστική, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου λόγω της μη αναγνωρίσεως στο αρμόδιο για την εφαρμογή του δικαίου αυτού δικαστηρίου της εξουσίας να πράττει, κατά το χρονικό ακριβώς σημείο της εφαρμογής της, ο,τιδήποτε είναι αναγκαίο ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή των εθνικών νομοθετικών διατάξεων που εμποδίζουν ενδεχομένως (...) την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων» (44). Από τα ανωτέρω συνάγω ότι ο εθνικός δικαστής, ο οποίος επελήφθη της υποθέσεως στην κύρια δίκη, όχι μόνο δικαιούται αλλά και υποχρεούται, δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχει η Ιταλική Δημοκρατία από τη Συνθήκη, να ελέγξει το σύννομο προς τις περιοριστικώς απαριθμούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 9 της οδηγίας της θηρευτικής περιόδου που προβλέπει η απόφαση 4209 της Giunta regionale της περιφερείας Veneto, είτε ερμηνεύοντας την οικεία διάταξη του νόμου 157 σύμφωνα με την οδηγία, είτε αγνοώντας οποιαδήποτε διάταξη του νόμου αυτού η οποία αντίκειται στην οδηγία.
VII - Πρόταση
42 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν από το Tribunale amministrativo regionale per il Veneto (δεύτερο τμήμα) ερώτημα:
1) Το άρθρο 9 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, δεν μπορεί να τύχει επικλήσεως προκειμένου να δικαιολογηθούν διατάξεις του εθνικού δικαίου περί αναθέσεως στις περιφερειακές ή επαρχιακές αρχές της εξουσίας να επιτρέπουν τη θήρα ειδών πτηνών τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα οικεία παραρτήματα της οδηγίας, εφόσον οι διατάξεις δεν περιέχουν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, ώστε να θεμελιώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προσφυγής στην επιτρεπόμενη βάσει του άρθρου αυτού παρέκκλιση ή εφόσον δεν περιορίζουν τη θήρα σε ό,τι είναι αυστηρώς αναγκαίο προς ικανοποίηση συγκεκριμένων απαιτήσεων και ειδικών καταστάσεων ή δεν διευκρινίζουν με επαρκή σαφήνεια τις υποχρεώσεις των περιφερειακών αρχών να τηρούν τις προϋποθέσεις.
2) Οσάκις το εθνικό δικαστήριο αδυνατεί να προσδιορίσει αν η διοικητική πράξη περί θεσπίσεως θηρευτικής περιόδου για τη θήρα αγρίων πτηνών συνάδει με εθνικές κανονιστικές διατάξεις περί εφαρμογής της οδηγίας, πρέπει να ελέγχει το κατά πόσον η διοικητική αυτή πράξη συνάδει στην πραγματικότητα με τις διατάξεις της ίδιας της οδηγίας.
(1) - Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202, στο εξής: οδηγία).
(2) - Supplemento Ordinario alla Gazzetta Ufficiale della Repubblica Italiana, αριθ. 46 της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σ. 3.
(3) - Gazzetta Ufficiale della Rebubblica Italiana, αριθ. 38 της 16ης Φεβρουαρίου 1993, σ. 37.
(4) - Στο εξής, χάριν συντομίας, αντί να ακριβολογώ, χρησιμοποιώντας τη φράση «ευρωπαϋκό έδαφος των κρατών μελών», θα αναφέρομαι στην «Ευρώπη».
(5) - Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987, υπόθεση 247/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ. 3029).
(6) - Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1991, υπόθεση C-157/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-57).
(7) - Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1990, υπόθεση C-339/87, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1990, σ. Ι-851).
(8) - Gazzetta Ufficiale della Repubblica Italiana, αριθ. 76 της 1ης Απριλίου 1994, σ. 39.
(9) - Πρόκειται προφανώς για την απόφαση 82/72/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1981, περί συνάψεως της συμβάσεως για τη διατήρηση της άγριας ζωής και των φυσικών οικοτόπων στην Ευρώπη (ΕΕ 1982, L 38, σ. 1).
(10) - Αναφερόμενη στις αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1974, υπόθεση 41/74, Van Duyn (Συλλογή τόμος 1974, σ. 537)· της 28ης Οκτωβρίου 1975, υπόθεση 36/75, Rutili (Συλλογή τόμος 1975, σ. 367), και της 22ας Ιουνίου 1989, υπόθεση 103/88, Constanzo (Συλλογή 1989, σ. 1839).
(11) - Αναφερόμενη στην απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239), και στην απόφαση 170 του 1984 του ιταλικού συνταγματικού δικαστηρίου (στην υπόθεση Granital).
(12) - Αναφερόμενη στην απόφαση της 6ης Μαου 1980, υπόθεση 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 99).
(13) - Απόφαση 247/85 προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 9· βλ. κατωτέρω σημείο 27.
(14) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-422/93, C-423/93 και C-424/93 (Συλλογή 1995, σ. Ι-1567).
(15) - Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1965, υπόθεση 44/65, Singer et Fils (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 201, και συγκεκριμένα σ. 205).
(16) - Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1994, υπόθεση C-364/92, SAT Fluggesellschaft (Συλλογή 1994, σ. Ι-43, σκέψεις 8 έως 14).
(17) - Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-332/92, C-333/92 και C-335/92, Eurico Italia κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-711, σκέψη 17).
(18) - Απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, υπόθεση 14/83, Von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26).
(19) - Βλ., π.χ., απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1989, υπόθεση C-150/88, Parfόmerie-Fabrik 4711 (Συλλογή 1989, σ. 3891, σκέψη 12).
(20) - Απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 117/77, Pierik (Συλλογή τόμος 1978, σ. 297, σκέψεις 6 και 7).
(21) - Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1995, υπόθεση C-62/93, BP Σουπεργκάζ (Συλλογή 1995, σ. Ι-1883, σκέψη 10).
(22) - Αποφάσεις C-422/93, C-423/93 και C-424/93, οι οποίες προαναφέρθηκαν ανωτέρω στην υποσημείωση 14, σκέψεις 17, 18 και 29.
(23) - Αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987, υπόθεση 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 3073, σκέψη 9), και υπόθεση 247/85, η οποία προαναφέρθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 25, σκέψη 9.
(24) - Απόφαση 247/85 που προαναφέρθηκε, σκέψεις 14 και 16.
(25) - Απόφαση 262/85 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 23, σκέψη 12.
(26) - Απόφαση 262/85 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 23, σκέψη 7.
(27) - Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση 247/88 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 5, σκέψη 34, και απόφαση 262/85 που προαναφθέρθηκε στην υποσημείωση 23, σκέψη 14.
(28) - Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, υπόθεση 412/85, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 3503, σκέψη 19).
(29) - Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1987, υπόθεση 236/85, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1987, σ. 3989, σκέψη 13).
(30) - Απόφαση της 27ης Απριλίου 1988, υπόθεση 252/85, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 2243, σκέψη 11).
(31) - Απόφαση 252/85 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 30, σκέψη 19, και απόφαση C-339/87 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 7, σκέψη 28.
(32) - Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 227/85 έως 230/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 1, σκέψη 9).
(33) - Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1995, υπόθεση C-365/93, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1995, σ. Ι-499, σκέψη 9).
(34) - Απόφαση 262/85 που προαναφέρθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 23.
(35) - Ένθ. αν., σκέψη 33.
(36) - Ένθ. αν., σκέψη 39.
(37) - Απόφαση C-157/89 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 6, σκέψη 17 (στην αγγλική έκδοση της Συλλογής χρησιμοποιείται η έκφραση «legal safety» για την απόδοση της εκφράσεως «certezza del diritto» του ιταλικού πρωτοτύπου, η οποία συνήθως μεταφράζεται ως «ασφάλεια δικαίου)».
(38) - Απόφαση 236/85 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 29, σκέψη 13.
(39) - Απόφαση C-339/87 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 7, σκέψεις 7 και 8.
(40) - Ένθ. ανωτέρω στην υποσημείωση 9.
(41) - Πάντως, οι κοινοποιήσεις αφορούσαν εννέα από τα δώδεκα είδη που απαριθμεί το άρθρο 18, παράγραφος 1 [Δεύτερη έκθεση περί εφαρμογής της οδηγίας 79/409/ΕΚ περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, COM(93) 572 τελικό, της 24ης Νοεμβρίου 1993, σ. 88 (του αγγλικού κειμένου)].
(42) - Υπόθεση 14/83, ένθ. αν., υποσημείωση 18.
(43) - Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1977, υπόθεση 51/76, Nederlandse Ondernemingen (Συλλογή τόμος 1977, σ. 55, σκέψη 29).
(44) - Απόφαση της 19ης Ιουνίου 1990, υπόθεση C-213/89, Factortame κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-2433, σκέψη 20).
Full & Egal Universal Law Academy