ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PHILIPPE LÉGER
της 14ης Σεπτεμβρίου 1995 ( *1 )
1.
Στο πλαίσιο μιας προδικαστικής παραπομπής ως προς ερμηνευτικό ζήτημα, το Bundesverwaltungsgericht ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με τη συμφωνία μιας αποφάσεως που εξέδωσε ο ομοσπονδιακός Υπουργός Διατροφής, Γεωργίας και Δασών προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 88/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1988, που αφορά την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 131/86 (ακύρωση της οδηγίας 86/113/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1986, για τον καθορισμό των ελάχιστων προδιαγραφών σχετικά με την προστασία των ωοπα-ραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλω-βοστοιχίες) ( 1 ).
2.
Το προδικαστικό αυτό ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Hans Hönig και, αφετέρου, του δήμου Stockach ( 2 ) και του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης ( 3 ).
3.
Την 1η Ιανουαρίου 1988 τέθηκε σε ισχύ στη Γερμανία μια κανονιστική απόφαση για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες ( 4 ). Όσον αφορά τις όρνιθες που ζυγίζουν περισσότερο από 2 kg, η απόφαση αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η επιφάνεια του δαπέδου κάθε κλωβού θα πρέπει να έχει εμβαδόν τουλάχιστον:
—
530 cm ( 2 ) από την 1η Ιουλίου 1989 ( 5 )
—
550 cm ( 2 ) από την 1η Ιανουαρίου 1993 ( 6 ).
4.
Ο Hönig είναι ορνιθοτρόφος και εκτρέφει ωοπαραγωγές όρνιθες σε κλωβοστοιχίες. Τα πουλερικά του, των οποίων το βάρος υπερβαίνει τα 2 kg, στεγάζονται ανά πέντε σε κλωβούς, ο καθένας από τους οποίους έχει δάπεδο με εμβαδόν 2125 cm ( 2 ). Επομένως, σε κάθε όρνιθα αναλογούν, κατά μέσο όρο, 425 cm ( 2 ).
5.
Παρά την ειδοποίηση που του απηύθυνε η αρμόδια διοικητική αρχή του ομόσπονδου κράτους ( 7 ), με την οποία τον πληροφόρησε ότι κάθε παράβαση των διατάξεων της αποφάσεως για τις ωοπαραγωγές όρνιθες θα εδιώκετο ποινικώς, ο Hönig δήλωσε στη διοικητική αυτή αρχή ότι θα εξακολουθούσε να διαχειρίζεται την εκμετάλλευση του όπως και στο παρελθόν και, παράλληλα, άσκησε ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht αναγνωριστική προσφυγή κατά του ομόσπονδου κράτους και του Stockach ( 8 ).
6.
Προς στήριξη της προσφυγής του, ισχυρίστηκε ότι οι διατάξεις της αποφάσεως για τις ωοπαραγωγές όρνιθες δεν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικά, με το άρθρο 3 της οδηγίας. Κατά την άποψη του, ο στόχος που επιδιώκεται με την οδηγία είναι η εξάλειψη των στρεβλώσεων των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των κοινοτικών ορνιθοτρόφων. Ωστόσο, η υπουργική απόφαση για τις ωοπαραγωγές όρνιθες, καθόσον με αυτήν δεν τηρούνται αυστηρά οι προϋποθέσεις που ορίζονται από την κοινοτική οδηγία, δημιουργεί δυσμενέστερους όρους για τους Γερμανούς ορνιθοτρόφους και, συνεπώς, σε αντίθεση προς τον σκοπό της οδηγίας, αποσταθεροποιεί τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών σ' αυτόν τον τομέα δραστηριότητας.
Δεδομένου ότι η προσφυγή του κρίθηκε αβάσιμη και κατόπιν της απορρίψεως της εφέσεως του, ο Hönig άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht.
Κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού, το άρθρο 3 της οδηγίας δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να επιβάλλει εθνικές προδιαγραφές αυστηρότερες από εκείνες που έχει θεσπίσει ο κοινοτικός νομοθέτης Ωστόσο, θεωρώντας ότι εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην επίμαχη κοινοτική πράξη το Bundesverwaltungsgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', του παραρτήματος της οδηγίας 88/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1988, την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν ως ελάχιστο εμβαδόν του δαπέδου των κλωβών το προβλεπόμενο στην ανωτέρω διάταξη εμβαδόν, χωρίς να τους αφήνει τη δυνατότητα να θεσπίζουν αυστηρότερους εθνικούς κανόνες;»
7.
Υποστηρίζω ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, και τούτο για τους εξής τρεις βασικούς λόγους: τη διατύπωση της κοινοτικής οδηγίας, τη ratio legis της, τη νομολογία του Δικαστηρίου.
8.
Κατ' αρχάς, όσον αφορά τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας, το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«α)
Οι ωοπαραγωγές όρνιθες πρέπει να έχουν στη διάθεση τους χώρο του κλωβού με εμβαδόν τουλάχιστον 450 cm 2, μετρούμενο επί οριζοντίου επιπέδου, ο οποίος να μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς περιορισμούς, ιδίως χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η εγκατάσταση προστατευτικών ελασμάτων που ενδέχεται να μειώνει τον διαθέσιμο χώρο.»
9.
Κατά την άποψη μου ( 9 ), η διατύπωση της επίμαχης κοινοτικής διατάξεως είναι σαφής: δεδομένου ότι χρησιμοποιείται το επίρρημα «τουλάχιστον», μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεσπίζει ένα κατώτατο όριο, οπότε τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν προδιαγραφές λιγότερο ευνοϊκές για την προστασία των ζώων αυτών, δηλαδή, υπολειπόμενες των κοινοτικών επιταγών. Απεναντίας, ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να υπερβεί το όριο αυτό και να επιβάλει στο ίδιο του το έδαφος αυστηρότερες προδιαγραφές, οι οποίες, επομένως, θα παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στα ζώα. Αν, όπως υποστηρίζει ο Hönig, ο κοινοτικός νομοθέτης επιθυμούσε μια ομοιόμορφη και αυστηρά καθορισμένη εφαρμογή της ποσοτικής αυτής προδιαγραφής, η χρησιμοποιούμενη ορολογία θα ήταν εντελώς διαφορετική, π.χ.: «η επιφάνεια του δαπέδου των κλωβών έχει εμβαδόν 450 cm 2» ή ακόμα «(...) πρέπει να έχει εμβαδόν 450 cm 2 (...)».
10.
Η εξέταση του συνόλου των διατάξεων και της αλληλουχίας εντός της οποίας θεσπίστηκε η εν λόγω οδηγία ενισχύει την άποψη μου.
Η οδηγία 88/166 εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα κοινών δράσεων σε θέματα προστασίας των ζώων, το οποίο αποφασίστηκε από το Συμβούλιο ήδη από το 1976 ( 10 ) και διευκρινίστηκε στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1980, ως εξής:
«Η εκτροφή των ωοπαραγωγών ορνίθων σε κλωβούς πρέπει να υπόκειται στην τήρηση ελάχιστων προδιαγραφών και κριτηρίων, τα οποία θεσπίζονται για τη διασφάλιση της προστασίας των ζώων αυτών.
Το Συμβούλιο πρέπει να εκδώσει κανόνες κατάλληλους για τον σκοπό αυτό, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, πριν από την 1η Νοεμβρίου 1981» ( 11 ).
11.
Η εν λόγω οδηγία ορίζει όχι μόνο τις διαστάσεις των κλωβών που χρησιμοποιούνται για την εκτροφή σε κλωβοστοιχίες ( 12 ), αλλά και τις ίδιες τις συνθήκες της εκτροφής αυτής ( 13 ), όπως καθορίζονται στο παράρτημα της οδηγίας.
Η οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη και όχι, όπως υποστηρίζει ο Hönig, στους ορνιθοτρόφους. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν τόσο επιχειρήματα αντλούμενα από τα κείμενα όσο και επιχειρήματα αναγόμενα σε λόγους συνεπούς εφαρμογής των σχετικών διατάξεων. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ, τούτο προβλέπεται ρητά από το άρθρο 12 ( 14 ). Επιπλέον, θα ήταν παράλογο και αλυσιτελές να ανατεθεί στους ορνιθοτρόφους η μέριμνα να προβλέψουν ατομικώς ένα εμβαδόν του δαπέδου του κλωβού ανά όρνιθα μεγαλύτερο από εκείνο που προβλέπεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας. Δεν έχουν κανένα συμφέρον να το πράξουν.
Η συνεχής, αν όχι συστηματική, χρήση του επιρρήματος «τουλάχιστον» ( 15 ) και του επιθέτου «ελάχιστες» ( 16 ) υπογραμμίζει ότι η μέριμνα του κοινοτικού νομοθέτη είναι να διασφαλίσει την προστασία των πουλερικών που αναπτύσσονται σε ένα σύστημα εντατικής εκτροφής, αυτό δε σύμφωνα με τη βούληση που είχε εκφράσει ήδη από το 1976 ( 17 ). Επιπλέον, η διατύπωση του τίτλου, καθώς και του άρθρου 1 ( 18 ) της οδηγίας, είναι απολύτως σαφής.
Γι' αυτόν τον λόγο θεωρώ ότι οι προδιαγραφές που θεσπίζονται με την οδηγία σκοπούν, κυρίως, στην αποφυγή κάθε τραυματισμού ή περιττής ταλαιπωρίας των ζώων, καθώς και στη διατήρηση της υγείας τους και της καλής φυσικής τους καταστάσεως ( 19 ).
Συνεπώς, η άποψη του Hönig ότι η έκταση της επιφάνειας του δαπέδου των κλωβών που τίθεται στη διάθεση των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας είναι αμετάβλητη και ότι απαγορεύεται η υπέρβαση της είναι ασυμβίβαστη με τον σκοπό της κοινοτικής οδηγίας.
12.
Με την παρατήρηση αυτή φτάνω στον δεύτερο λόγο για τον οποίο υποστηρίζω ότι η απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να είναι αρνητική, δηλαδή τον λόγο που έγκειται στη ratio legis της επίμαχης κοινοτικής πράξεως.
13.
Ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης είναι διττός. 'Εγκειται, αφενός, στη διασφάλιση της προστασίας των ζώων σε εκτροφή ( 20 ) και, αφετέρου, στον περιορισμό των άνισων όρων ανταγωνισμού που υπάρχουν ακόμη μεταξύ των κρατών μελών σ' αυτόν τον συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας (την αγορά των αυγών και των πουλερικών), οι οποίοι άνισοι όροι οφείλονται στην ύπαρξη, στον τομέα αυτόν, ανόμοιων εθνικών κανόνων ( 21 ).
Προκειμένου να εξισορροπήσει κατά τρόπο δίκαιο τα αντικρουόμενα συμφέροντα, που είναι
—
αφενός, οικονομικές επιταγές που καθιστούν αναγκαία μείωση του κόστους παραγωγής,
—
αφετέρου, ηθικές επιταγές που καθιστούν αναγκαία τη θέσπιση κανόνων για την προστασία των ζώων,
και, έτσι, να τα συμβιβάσει ( 22 ), ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να ορίσει, σαν πρώτο βήμα, κοινές ελάχιστες προδιαγραφές.
14.
Η ανάλυση αυτή έχει βεβαιωθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, όπου αποφάνθηκε ως εξής:
«Όπως προκύπτει πάντως από το σύνολο των προαπασκευαστικών πράξεων που επικαλέστηκαν οι διάδικοι, η εναρμόνιση των προδιαγραφών που ισχύουν για τα ζώα στα εκτροφεία αποφασίστηκε κυρίως προκειμένου να εξαλειφθούν οι άνισοι όροι ανταγωνισμού στον τομέα αυτό.» ( 23 )
«Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι η οδηγία καταρτίστηκε επίσης με στόχο, εντός του πλαισίου της προαναφερθείσας σύμβασης, την καλύτερη μεταχείριση των ωοπαραγωγών ορνίθων. Πρέπει όμως να σημειωθεί σχετικώς, όπως διευκρινίστηκε πιο πάνω, ότι οι αποκλίνοντες εθνικοί κανόνες περί γεωργικών προϊόντων που μπορούν να επηρεάσουν την ομαλή λειτουργία μιας κοινής οργάνωσης αγοράς, όπως εν προκειμένω οι διαφορετικές συνθήκες εκτροφής των ωοπαραγωγών ορνίθων, μπορούν να εναρμονιστούν βάσει μόνο του άρθρου 43 της Συνθήκης, χωρίς να απαιτείται αναφορά στο άρθρο 100.» ( 24 )
15.
Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, ο στόχος της οδηγίας αυτής δεν είναι ένας και μόνος — η εξάλειψη των άνισων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών — αλλά διττός, αφού περιλαμβάνει επιπλέον την προστασία των ζώων.
Εξάλλου, η οδηγία δεν πραγματοποίησε την εξάλειψη των νομοθετικών ή κανονιστικών διαφορών που υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών, αλλά παρέσχε μόνο τη δυνατότητα περιορισμού τους. Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των κρατών μελών, η πλήρης εναρμόνιση των προδιαγραφών που εφαρμόζονται στις ωοπαραγωγές όρνιθες που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες δεν έχει πραγματοποιηθεί ( 25 ). Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η έκφραση «σαν πρώτο βήμα» που αναφέρεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη, καθώς και το περιεχόμενο της τέταρτης και της πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας, όχι μόνον υπογραμμίζουν ότι η επίμαχη κοινοτική πράξη αποτελεί ένα στάδιο εξελίξεως αλλά επίσης προαναγγέ-λουν την πραγματοποίηση μελλοντικών μεταρρυθμίσεων.
16.
Τέλος, αντλώ ένα τελευταίο επιχείρημα για τη στήριξη της θέσεώς μου από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
17.
Το Δικαστήριο κλήθηκε προσφάτως να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 89/622/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 1989 ( 26 ), η οποία επίσης επιβάλλει την τήρηση ελάχιστων προδιαγραφών. Τα πραγματικά περιστατικά που υποβάλλονται σήμερα στην κρίση του Δικαστηρίου μπορούν να συγκριθούν λυσιτελώς με εκείνα επί των οποίων αποφανθήκατε στις 22 Ιουνίου 1993, με τις αποφάσεις Philip Morris Belgium κ.λπ. ( 27 ) και Gallaher κ.λπ. ( 28 ).
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι με την επίμαχη οδηγία δεν είχε πραγματοποιηθεί πλήρης εναρμόνιση ( 29 ) και υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως του σκοπού της επίμαχης κοινοτικής διατάξεως σε σχέση με το σύνολο των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί ( 30 ), τα κράτη μέλη είχαν την ευχέρεια να χωρήσουν πέρα των ελαχίστων απαιτήσεων που θεσπίστηκαν ( 31 ):
«Η λέξη “τουλάχιστον” που περιέχεται στα προμνησθέντα άρθρα έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη, αν το κρίνουν αναγκαίο, είναι ελεύθερα να καθορίζουν μεγαλύτερο μέγεθος γι' αυτές τις ενδείξεις και προειδοποιήσεις, λαμβανομένου υπόψη του βαθμού ευαισθητοποιήσεως του κοινού στους κινδύνους για την υγεία που συνδέονται με την κατανάλωση καπνού» ( 32 ).
18.
Συμπερασματικός, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα ως εξής:
«Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', του παραρτήματος της οδηγίας 88/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1988, που αφορά την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 131/86 (ακύρωση της οδηγίας 86/113/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1986, για τον καθορισμό των ελάχιστων προδιαγραφών σχετικά με την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες), έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν όσον αφορά το εμβαδόν της επιφάνειας του δαπέδου των κλωβών που προορίζεται για τις ωοπαραγωγές όρνιθες που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες, αυστηρότερες εθνικές προδιαγραφές.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Στο εξής: οδηγία 88/166 ή οδηγία (ΕΕ L 74, σ. 83).
( 2 ) Στο εξής: Stockach.
( 3 ) Στο εξής: ομόσπονδο κράτος.
( 4 ) Κανονιστική απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, BGBl. (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Ι, σ. 2622 (στο εξής: απόφαση για τις ωοπαραγωγές όρνιθες).
( 5 ) Όπ.π., παραγράφος 1, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του άρθρου 2.
( 6 ) Διάταξη περί παραπομπής, σ. 2 της ελληνικής μεταφράσεως.
( 7 ) Η κρατική κτηνιατρική υπηρεσία του Radolfzell.
( 8 ) Διάταξη περι παραπομπής, σ. 3 της ελληνικής μεταφράσεως.
( 9 ) Με αυτό το πνεύμα επίσης τα υπομνήματα των παρατηρήσεων της Επιτροπής, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανικής Κυβερνήσεως και του καθού.
( 10 ) Πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου για την σύναψη της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των ζώων σε εκτροφή (JO C 133, σ. 6).
( 11 ) Ψήφισμα για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων σε κλωβούς (JO C 196, σ. 1).
( 12 ) Άρθρο 3 της οδηγίας.
( 13 ) Άρθρο 4.
( 14 ) «Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.»
( 15 ) Αρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία α', β', γ' και δ', και, στο παράρτημα της οδηγίας, σημεία 8 και 11.
( 16 ) Στον τίτλο, την τρίτη αιτιολογική σκέψη και στο άρθρο 1 της οδηγίας.
( 17 ) Βλ. ιδίως, την πέμπτη και την έκτη αιτιολογική σκέψη της προαναφερθείσας προτάσεως αποφάσεως του Συμβουλίου για τη σύναψη της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των ζώων σε εκτροφή.
( 18 ) «Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων που εκτρέφονται σε κλωβοστοιχίες.»
( 19 ) Με αυτό το πνεύμα σκέψη 15 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Mischo, που έχουν δημοσιευθεί στη Συλλογή μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 905).
( 20 ) Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας: «εκτιμώντας ότι (...) η Κοινότητα ενέκρινε (...) (την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ζώων σε εκτροφή) με την απόφαση 78/923/ΕΟΚ ότι η εκτροφή ωοπαραγωγών ορνίθων σε κλωβοστοιχίες είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος παραγωγής αυγών που χρησιμοποιείται στην Κοινότητα (...) ότι (...) ο τρόπος αυτός εκτροφής μπορεί να οδηγήσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε περιττές και υπερβολικές ταλαιπωρίες των ζώων».
( 21 ) Δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας: «(...) οι εθνικές νομοθεσίες που ισχύουν στον τομέα της προστασίας ζώων σε εκτροφή παρουσιάζουν διαφορές οι οποίες ενδέχεται να νοθεύσουν τους όρους ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, να βλάψουν την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς αυγών και πουλερικών».
( 22 ) Τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, με δική μου υπογράμμιση: «εκτιμώντας ότι, συνεπώς, είναι ανάγκη να θεσπιστούν παράμετροι προτεραιότητας και να καθοριστούν κοινές ελάχιστες απαιτήσεις, που θα ισχύουν για όλα τα συστήματα εντατικής εκτροφής, προκειμένου να καταστεί όυνατή η ικανοποιητική λειτουργία της αγοράς σε σχέση ιδίως με τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη την ανάγκη προστασίας των ζώων ότι για τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο, σαν πρώτο βήμα, να καθοριστούν κοινοτικά μέτρα για τις ωοπαραγωγές όρνιθες σε κλωβοστοιχίες».
( 23 ) Σκέψη 26.
( 24 ) Σκέψη 27.
( 25 ) Συναφώς, βλ. το υπόμνημα των παρατηρήσεων της Επιτροπής, σ. 8 και 9 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 26 ) Οδηγία για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τη σήμανση των προϊόντων καπνού (ΕΕ L 359, σ. 1).
( 27 ) C-222/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-3469.
( 28 ) C-11/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-3545.
( 29 ) Προαναφερθείσα απόφαση Gallaher κ.λπ., σκέψη 22 (η υπογράμμιση δική μου): «Πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή η ερμηνεία των διατάξεων μπορεί να συνεπάγεται, όπως παρατηρούν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, δυσμενή μεταχείριση της εγχώριας παραγωγής σε σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα και επιτρέπει τη διατήρηση ανίσων όρων ανταγωνισμού. Εν τούτοις, οι συνέπειες αυτές απορρέουν από τον βαθμό εναρμονίσεως που επιδιώκουν οι εν λόγω διατάξεις, οι οποίες περιέχουν ελάχιστες προδιαγραφές.»
( 30 ) Προαναφερθείσες αποφάσεις Philip Morris Belgium κ.λπ., σκέψεις 8 έως 11, και Gallaher κ.λπ., σκέψεις 11 έως 14.
( 31 ) Προαναφερθείσες αποφάσεις Philip Morris Belgium κ.λπ., σκέψη 17, και Gallaher κ.λπ., σκέψεις 20, 22 και 23.
( 32 ) Προαναφερθείσα απόφαση Gallaher κ.λπ., σκέψη 20.
Full & Egal Universal Law Academy