Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, με δικόγραφο προσφυγής που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Μαου 1994, να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 89/618/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες (1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2 Δυνάμει του άρθρου 12 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία το αργότερο είκοσι τέσσερις μήνες ύστερα από την έκδοσή της, την 27η Νοεμβρίου 1989. Επομένως, η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να έχει μεταφέρει την εν λόγω οδηγία στην εθνική της έννομη τάξη το αργότερο την 27 Νοεμβρίου 1991.
Καίτοι δεν αμφισβητείται η παράλειψη αυτή, η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί να κηρυχθεί απαράδεκτη η προσφυγή επικαλούμενη ένα τυπικό ελάττωμα σχετικά με το έγγραφο οχλήσεως.
3 Το έγγραφο οχλήσεως, με ημερομηνία 20 Μαου 1992, αναφερόταν σ' έναν συνημμένο σ' αυτό κατάλογο όπου απαριθμούνταν 49 οδηγίες οι οποίες, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, δεν είχαν μεταφερθεί στο ιταλικό δίκαιο εντός της προβλεφθείσας ημερομηνίας. Από τις προμνημονευθείσες οδηγίες, οι 48 ήταν οδηγίες ΕΟΚ, ενώ η αποτελούσα το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως οδηγία ήταν οδηγία Ευρατόμ. Η οδηγία αυτή είχε ορθώς μνημονευθεί στον κατάλογο ως η «οδηγία του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 1989 σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες (89/618/Ευρατόμ)».
Στην τελευταία φράση του εν λόγω εγγράφου η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη έχοντας μεταφέρει τις περιλαμβανόμενες στον κατάλογο οδηγίες, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες καθώς και από τα άρθρα 189, τρίτο εδάφιο, και 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της και επιφυλάχθηκε του δικαιώματός της να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη.
4 Καθώς η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή της απηύθυνε, στις 25 Μαου 1993, αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με τη μη μεταφορά της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ. Στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη, η Επιτροπή αναφέρθηκε στις ασκούσες επιρροή διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
5 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής, της 20ής Μαου 1992, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως μια έγκυρη για την κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως πράξη κατά την έννοια του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, και τούτο για τον λόγο ότι το εν λόγω έγγραφο αναφερόταν μόνο στη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ και όχι σ' αυτήν του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. ΕΕστω και αν το έγγραφο οχλήσεως μπορεί να θεωρηθεί ως μια εγκύρως κινούσα τη διαδικασία αυτή πράξη, το γεγονός ότι δεν μνημονεύθηκε σ' αυτό ότι επρόκειτο για παράβαση από πλευράς της Συνθήκης ΕΚΑΕ, τούτο σημαίνει ότι το αντικείμενο του εγγράφου οχλήσεως δεν είναι όμοιο προς αυτό της μετανεστέρως ασκηθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγής. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί να κηρυχθεί η προσφυγή απαράδεκτη.
6 Η Επιτροπή επεσήμανε, καταρχάς, ότι είχε γίνει εν προκειμένω χρήση ενός εγγράφου οχλήσεως με τυποποιημένο περιεχόμενο αναφερόμενου σε κατάλογο συνταχθέντα από υπολογιστή. Η μέθοδος αυτή επιτρέπει στην Επιτροπή να διεκπεραιώνει ταχύτερα και αποτελεσματικότερα τις διαδικασίες λόγω παραβάσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι τηρήθηκε εν προκειμένω η σχετική διοικητική διαδικασία, καθώς με το έγγραφο οχλήσεως της 20ής Μαου 1992 η Ιταλική Κυβέρνηση ενημερώθηκε πλήρως σχετικά με τις αιτιάσεις της Επιτροπής, οπότε η εν λόγω κυβέρνηση μπορούσε να προετοιμάσει την άμυνά της. Το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέθεσε διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ αντί της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεί μια απλή άνευ σημασίας ασάφεια, πράγμα που δεν μπορεί να συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής.
Επομένως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν έχει τροποποιηθεί σε σχέση με το έγγραφο οχλήσεως, δεδομένου ότι η πραγματική αιτίαση - η μη μεταφορά της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ - είναι η ίδια τόσο όσον αφορά το έγγραφο οχλήσεως όσο και όσον αφορά την αιτιολογημένη γνώμη και το δικόγραφο της προσφυγής.
7 Το κείμενο του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ είναι απολύτως όμοιο προς αυτό του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με αποτέλεσμα η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ να ισχύει και για τη διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
ΕΟσον αφορά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει, π.χ. με την απόφασή του της 11ης Ιουλίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλίας (2), ότι το έγγραφο οχλήσεως αποσκοπεί στο να περιγράψει το αντικείμενο της διαφοράς και να παράσχει στο κράτος μέλος, το οποίο καλείται να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την προετοιμασία της άμυνάς του. Δοθέντος ότι αυτό το δικαίωμα του κράτους μέλους να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του και να προετοιμάσει την άμυνά του αποτελεί μια ουσιώδη και ηθελημένη από τη Συνθήκη εγγύηση, η τήρησή της αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας της διαδικασίας διαπιστώσεως της παραβάσεως του οικείου κράτους μέλους.
Εξάλλου, όσον αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το έγγραφο οχλήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 169, το Δικαστήριο έχει κρίνει, με την απόφασή του της 28ης Μαρτίου 1985, Επιτροπή κατά Ιταλίας (3), ότι
«Καίτοι από αυτό συνάγεται ότι η αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να εκθέτει με λογική πληρότητα και λεπτομερώς τους λόγους που ώθησαν την Επιτροπή να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο κράτος παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαιτήσει τόσο μεγάλη ακρίβεια, όσον αφορά την όχληση, η οποία αναγκαία συνίσταται απλώς σε μια πρώτη σύντομη περίληψη των αιτιάσεων (...)».
8 νΟπως έχω προαναφέρει, η Επιτροπή, με το έγγραφο οχλήσεως, κατέστησε γνωστό στην Ιταλική Κυβέρνηση ότι, ενόψει των στοιχείων που διέθετε, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι απαριθμούμενες στον συνημμένο κατάλογο οδηγίες δεν είχαν μεταφερθεί στο ιταλικό δίκαιο. Στον κατάλογο περιλαμβανόταν ιδίως η οδηγία που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως, οδηγία ως προς την οποία ρητώς μνημονευόταν ότι ήταν οδηγία Ευρατόμ.
Η έλλειψη παραθέσεως των ασκουσών επιρροή διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΕ διορθώθηκε από την Επιτροπή με την αιτιολογημένη της γνώμη της 25ης Μαου 1993, η οποία αναφερόταν αποκλειστικά στη διαδικασία λόγω παραβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 161, τρίτο εδάφιο, και 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, τα οποία είναι αντίστοιχα προς τα άρθρα 189, τρίτο εδάφιο, και 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στα άρθρα 141, 161, τρίτο εδάφιο, και 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Η πραγματική όμως αιτίαση, όπως αναφέρει η Επιτροπή, δηλαδή η μη μεταφορά της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ, ουδέποτε τροποποιήθηκε.
9 Πιστεύω ότι ουδέποτε η Ιταλική Κυβέρνηση είχε αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι η Επιτροπή πάντα θεωρούσε ότι η μη εφαρμογή της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ συνιστούσε παράβαση από πλευράς της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Καίτοι η Ιταλική Κυβέρνηση είχε την ευχέρεια να διατυπώσει παρατηρήσεις ως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η εν λόγω κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως.
Η χρησιμοποιηθείσα εν προκειμένω από την Επιτροπή διαδικασία, η οποία συνίσταται στην αποστολή ενός συνοπτικού και τυποποιημένου εγγράφου οχλήσεως το οποίο παραπέμπει σε κατάλογο, καταρτιζόμενο από υπολογιστή, των οδηγιών των οποίων η προθεσμία μεταφοράς έχει εκπνεύσει χωρίς η Επιτροπή να έχει πληροφορηθεί οτιδήποτε σχετικά με τη μεταφορά τους, επιτρέπει την απλή και αποτελεσματική διεκπεραίωση πολυαρίθμων διαδικασιών λόγω παραβάσεως σ' αυτό το λίαν προπαρασκευαστικό στάδιο. Αυτή η διαδικασία παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα όχι μόνο για την Επιτροπή αλλά και για τα κράτη μέλη τα οποία μπορούν να παρέχουν σχετικά στοιχεία, με μια ενιαία και συχνά λακωνικότατη απάντηση, σχετικά με τη μεταφορά μεγάλου συχνά αριθμού οδηγιών, 49 συνολικώς εν προκειμένω.
Βεβαίως είναι λυπηρό ότι, όσον αφορά τη γενομένη στο έγγραφο οχλήσεως μνεία μιας από τις 49 ενδεχόμενες παραβάσεις, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε στις τυπικώς ορθές διατάξεις. Ωστόσο, η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορούσε να έχει καμία βάσιμη αμφιβολία ως προς το αντικείμενο του εγγράφου αυτού.
Εξάλλου, από την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασία προκύπτει ότι τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να διασαφηνίζει, στην αιτιολογημένη γνώμη, το νομικό πλαίσιο μιας υποθέσεως σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου οχλήσεως, εφόσον βεβαίως δεν τροποποιούνται οι πραγματικές αιτιάσεις.
Επομένως, δεδομένου ότι δεν προέκυψε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Ιταλικής Δημοκρατίας, η κήρυξη της προσφυγής ως απαράδεκτης λόγω της ατελούς εκ μέρους της Επιτροπής παραθέσεως ορισμένων διατάξεων θα αποτελούσε ανώφελη τυπολατρεία και θα συνεπαγόταν καθυστέρηση όσον αφορά τη διαπίστωση της παραβάσεως.
Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η προταθείσα από την Ιταλική Κυβέρνηση ένσταση.
10 Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η οδηγία 89/618/Ευρατόμ δεν μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο πριν από την εκπνοή της καθορισθείσας με το άρθρο 12 της οδηγίας προθεσμίας, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία, ειδικότερα από το άρθρο της 12, καθώς και από τα άρθρα 161, τρίτο εδάφιο, και 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
11 Η Επιτροπή ζητεί την καταδίκη της Ιταλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
Συμπέρασμα
12 Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
«- Η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα μέτρα που ήταν αναγκαία για τη μεταφορά στο εσωτερικό της δίκαιο της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
- Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 357, σ. 31.
(2) - Υπόθεση 51/83, Συλλογή 1984, σ. 2793, σκέψεις 3 έως 5.
(3) - Υπόθεση 274/83, Συλλογή 1985, σ. 1077, σκέψη 21.
Full & Egal Universal Law Academy