ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
FENNELLY
της 26ης Οκτωβρίου 1995 ( *1 )
Ι — Εισαγωγή
1.
Το στοιχείο ότι τίθεται θέμα προστασίας, κατά την οδηγία περί αγρίων πτηνών ( 1 ), ενός ήμερου πτηνού του είδους της καναδόχηνας που εισήχθη αρχικά στην Αγγλία ως διακοσμητικό πτηνό και ότι επιπλέον το συγκεκριμένο πτηνό ανήκει σε μια νανώδη υποκατηγορία άγνωστη στην άγρια πανίδα της Ευρώπης προσδίδουν κάπως ασυνήθιστο χαρακτήρα στην υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε ένα γαλλικό δικαστήριο. Το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να αποφανθεί επί της εφαρμογής της οδηγίας σε πτηνά που εκτρέφονται εν αιχμαλωσία και να εξετάσει το εύρος της εξουσίας των κρατών μελών να θεσπίζουν προστατευτικά μέτρα αυστηρότερα από αυτά που επιβάλλει η οδηγία.
Π — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία στην κύρια δίκη
2.
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης, Didier Vergy είναι, όπως δήλωσε ο δικηγόρος του κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αγρότης που ειδικεύεται στην εκτροφή αγρίων χηνών, μεταξύ άλλων και διακοσμητικών, που προμηθεύει σε δημόσια και ιδιωτικά πάρκα, ιδίως δε στον δήμο Παρισίων όλα τα πτηνά γεννώνται και εκτρέφονται στο αγρόκτημά του. Βεβαίως το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εξακριβώσει τα στοιχεία αυτά καθώς και άλλα κρίσιμα περιστατικά. Ο Vergy κατηγορείται ότι διέθεσε προς πώληση και πώλησε στο Landes-sur-Ajonc, στις 17 Μαρτίου 1992, ένα ζωντανό πτηνό ενός είδους που προστατεύεται βάσει του γαλλικού code rural (αγροτικός κώδικας) και της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Απριλίου 1981. Στη διάταξη περί παραπομπής ιστορείται ότι το συγκεκριμένο πτηνό ήταν μια μαύρη κανοδόχηνα (bernache noir du Canada) καίτοι διατυπώθηκαν κάποιες αμφιβολίες ως προς τον προσδιορισμό της ταυτότητας του πτηνού από το εθνικό δικαστήριο βέβαιο είναι πάντως ότι η συγκεκριμένη καναδόχηνα γεννήθηκε και εκτράφηκε εν αιχμαλωσία.
3.
Η καναδόχηνα ή Branta canadensis είναι ένα είδος της οικογένειας των ανατιδών, κοινώς γνωστό ως αγριόπαπια. Εκτός από την καναδόχηνα στην άγρια πανίδα της Ευρώπης απαντούν τρία άλλα είδη Branta, η Branta leucopsis, (ασπρομαγουλόχηνα), η Branta bermela (δακτυλιδόχηνα) και Branta ruficollis (χήνα κοκκινόλαίμη) ( 2 ). Ένας
έγκυρος συγγραφέας παραθέτει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά της καναδόχηνας: «Ιδιαίτερα ευαίσθητο στην ανθρώπινη επιρροή. Μαθαίνει γρήγορα και συνηθίζει τα όρια που του επιβάλλουν. Εύκολη εγκατάσταση ήμερων και αγρίων πτηνών στην καρδιά μητροπόλεων όπως το Λονδίνο καθώς και σε διακοσμητικές δεξαμενές εντός εξοχικών πάρκων» ( 3 ). Είναι το μεγαλύτερο είδος χήνας που απαντά στην Ευρώπη, με χαρακτηριστικά χρώματα το είδος απαντά στη Γαλλία και σε άλλα κράτη μέλη ( 4 ).
4.
Το ζήτημα του προσδιορισμού της ταυτότητας του συγκεκριμένου πτηνού μπορούμε να πούμε ότι οδήγησε τους διαδίκους σε κάτι σαν κυνήγι αγριόχηνας, αν παραβλέψουμε το στοιχείο ότι το εν λόγω πτηνό είναι ήμερο. Η περιγραφή του ως bernache noir du Canada στη διάταξη περί παραπομπής δεν αντιστοιχεί σε κανένα γνωστό ορνιθοειδές η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή προτείνουν διάφορες εναλλακτικές λύσεις, πλην όμως είναι της γνώμης ότι ο προσδιορισμός του είδους στο οποίο ανήκει το συγκεκριμένο πτηνό δεν είναι απαραίτητος για την ερμηνεία της οδηγίας. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο δικηγόρος του Vergy υποστήριξε ότι το πωληθέν πτηνό ήταν καναδόχηνα νάνος, ή Branta canadensis minima, υποείδος της καναδόχηνας που δεν απαντά σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών. Υποστήριξε δε, βασίμως κατά την άποψη μου, ότι η χρήση της λέξεως noir (θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι noire) στη διάταξη περί παραπομπής οφείλεται σε δακτυλογραφικό λάθος αντί του ορθού naine (νάνος).
5.
Ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου πτηνού είναι βεβαίως ζήτημα της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου καθήκον του παρόντος δικαστηρίου είναι να προσδιορίσει τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία. Όπως αντιλαμβάνομαι, η καναδόχηνα (Branta canadensis) είναι πολυτυπικό είδος, δηλαδή είδος που παρουσιάζει τόσες ποικιλίες αναλόγως της γεωγραφίας ώστε εντοπίζονται δύο ή και περισσότερα υποείδη ( 5 ). Η καναδόχηνα ανήκει σε «είδος πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών» και για τον λόγο αυτό προστατεύεται καταρχήν από την οδηγία ( 6 ).
6.
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης υποστήριξε ότι οι σχετικές εθνικές διατάξεις δεν συμβιβάζονται με την οδηγία, το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, τη σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των πτηνών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, της 3ης Μαρτίου 1973 (στο εξής: σύμβαση της Ουάσινγκτον) ( 7 ), και τον κανονισμό ΕΟΚ 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για την εφαρμογή στην Κοινότητα της σύμβασης για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (στο εξής: κανονισμός 3626/82) ( 8 ).
7.
Με διάταξη της 22ας Μαρτίου 1994, το tribunal de grande instance de Caen (Γαλλία) υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«1)
Έχει η οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, και συγκεκριμένα τα άρθρα 1, 2, 5 και 6, την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ρύθμιση που περιορίζει ή απαγορεύει την εμπορία ειδών πτηνών που δεν περιλαμβάνονται στα παραρτήματά της;
2)
Επηρεάζεται η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα από το γεγονός ότι, αφενός, τα συγκεκριμένα πτηνά γεννήθηκαν και εκτράφηκαν εν αιχμαλωσία και, αφετέρου, ότι το συγκεκριμένο είδος δεν έχει τον φυσικό οικότοπό του στη συγκεκριμένη χώρα;»
III — Οι εθνικές διατάξεις
8.
Το άρθρο L. 211-1 του γαλλικού αγροτικού κώδικα απαγορεύει μεταξύ άλλων τη μεταφορά, τη χρησιμοποίηση, τη διάθεση προς πώληση, την πώληση και την αγορά μη κατοικιδίων ειδών ζώων των οποίων η διατήρηση επιβάλλεται για λόγους ιδιαιτέρου επιστημονικού ενδιαφέροντος ή προστασίας της εθνικής βιολογικής κληρονομιάς. Κατά το άρθρο R. 211-1 του αγροτικού κώδικα, ο πίνακας των προστατευομένων ειδών ζώων καταρτίζεται από κοινού από το Υπουργείο που είναι αρμόδιο για τους Φυσικούς Πόρους και το Υπουργείο Γεωργίας. Ο σχετικός πίνακας καταρτίστηκε εν προκειμένω με υπουργική απόφαση της 17ης Απριλίου 1981 ( 9 ) και απαγορεύει μεταξύ άλλων τη σύλληψη και τη διάθεση προς πώληση, την πώληση ή την αγορά της καναδόχηνας (Branta sp.). Η Γαλλική Κυβέρνηση πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο όρος Branta sp. καλύπτει όλα τα είδη Branta.
IV — Η οδηγία του Συμβουλίου 79/409/ΕΟΚ
9.
Η οδηγία λαμβάνει ως αφετηρία, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, τη μείωση του πληθυσμού «μεγάλου αριθμού ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών» ( 10 ) η μείωση αυτή «αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος ιδίως εξαιτίας των απειλητικών συνεπειών της στη βιολογική ισορροπία». Η αποτελεσματική προστασία των πτηνών χαρακτηρίζεται ως «πρόβλημα περιβάλλοντος τυπικά διασυνοριακό που συνεπάγεται κοινές ευθύνες» ιδίως όσον αφορά τα αποδημητικά είδη τα οποία αποτελούν «κοινή κληρονομιά» (τρίτη αιτιολογική σκέψη). Στόχος της διατηρήσεως είναι «η μακροπρόθεσμη προστασία και η διαχείριση φυσικών πόρων ως αναπόσπαστο μέρος της κληρονομιάς των ευρωπαϊκών λαών» και «η διατήρηση και η προσαρμογή των φυσικών ισορροπιών των ειδών στα όρια του λογικά δυνατού» (όγδοη αιτιολογική σκέψη).
10.
Το αντικείμενο της οδηγίας περιγράφεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1:
«Η παρούσα οδηγία αφορά στη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη. Έχει αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών και κανονίζει την εκμετάλλευση τους.»
11.
Η οδηγία δεν απαριθμεί τα είδη αγρίων πτηνών που εμπίπτουν στις διατάξεις της αλλά εκτείνει την προστασία της σε «όλα τα είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση» στην Ευρώπη, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων (βλ. άρθρα 6, παράγραφοι 2 έως 4, 7 και 9). Τα είδη πτηνών που προστατεύονται από την οδηγία θα τα αναφέρω ως «προστατευόμενα είδη» ( 11 ).
12.
Η οδηγία επιβάλλει ορισμένες γενικές υποχρεώσεις σχετικά με τη διατήρηση του πληθυσμού των προστατευομένων ειδών και τη διαφύλαξη, διατήρηση και αποκατάσταση των οικοτόπων (άρθρα 2 και 3). Επόμενες διατάξεις περιέχουν ειδικότερες υποχρεώσεις σχετικά με την προστασία των ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση και των αποδημητικών ειδών (άρθρο 4) και την προστασία των αγρίων πτηνών και των αυγών τους γενικώς καθώς και την απαγόρευση της εμπορίας αγρίων πτηνών και του περιορισμού της θήρας πτηνών των προστατευομένων ειδών (άρθρα 5 έως 8).
13.
Ειδικότερα το άρθρο 5 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να «υιοθετούν τα αναγκαία μέτρα για να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας όλων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και περιλαμβάνουν ειδικότερα την απαγόρευση (...) της κατοχής των ειδών πτηνών των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη» (άρθρο 5, στοιχείο ε'). Το άρθρο 6 απαγορεύει την πώληση, τη μεταφορά για πώληση, την κατοχή για πώληση καθώς και τη διάθεση για πώληση των ζωντανών και νεκρών πτηνών καθώς και οιουδήποτε μέρους ή προϊόντος που προέρχεται από το πτηνό και που αναγνωρίζεται εύκολα, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων. Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν τις απαγορεύσεις που θεσπίζουν τα άρθρα 5 και 6 εφόσον «δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις», για τους συγκεκριμένους λόγους και υπό τους περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο 9 ένας από τους ειδικούς λόγους είναι η εκτροφή αγρίων πτηνών «για ερευνητικούς και διδακτικούς σκοπούς, για σκοπούς εμπλουτισμού πληθυσμών και επανεισαγωγής» (άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β').
14.
Η οδηγία περιλαμβάνει πέντε παραρτήματα, από τα οποία τρία υποδιαιρούνται περαιτέρω, και δη τα παραρτήματα II και IV σε δύο μέρη και το παράρτημα III σε τρία μέρη μόνο τα παραρτήματα II και ΠΙ μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Το παράρτημα II προσδιορίζει τα είδη η θήρα των οποίων μπορεί να επιτρέπεται κατά την εθνική νομοθεσία είτε σε ολόκληρη τη γεωγραφική περιοχή την οποία καλύπτει η οδηγία είτε σε μέρος αυτής (παράρτημα ΙΙ/1) ή σε συγκεκριμένα κράτη μέλη (παράρτημα Π/2). Το εμπόριο των πτηνών που απαγορεύεται γενικώς βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, επιτρέπεται για τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα ΠΙ/1 «εφόσον τα πτηνά έχουν φονευθεί ή συλληφθεί νόμιμα ή έχουν με άλλο νόμιμο τρόπο αποκτηθεί» (άρθρο 6, παράγραφος 2). Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν το εν λόγω εμπόριο υπό πλέον περιοριστικούς όρους όσον αφορά τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα ΠΙ/2 (άρθρο 6, παράγραφος 3). Η Επιτροπή προβαίνει σε μελέτες για το βιολογικό καθεστώς των ειδών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΠΙ/3 με προοπτική την πιθανή εγγραφή τους στο παράρτημα ΠΙ/2 μέχρις ότου εκδοθεί σχετική απόφαση της Επιτροπής για την προσαρμογή στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τις υπάρχουσες εθνικές διατάξεις με την επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 3.
15.
Το άρθρο 14, κάπως αποκομμένο, ορίζει ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να πάρουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας από αυτά που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία». Καμιά από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας δεν φωτίζει κάπως τον σκοπό ή το περιεχόμενο αυτού του άρθρου.
V — Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
16.
Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές και ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις ενώ ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης ανέπτυξε τις προφορικές παρατηρήσεις του κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
1) Το πρώτο ερώτημα: το περιεχόμενο της οδηγίας
17.
Το πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αναφέρεται στην εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων της οδηγίας σε είδη που δεν περιλαμβάνονται στα παραρτήματα. Η έννοια του ερωτήματος αυτού δεν καθίσταται αμέσως φανερή δεδομένου ότι όλα τα μνημονευόμενα άρθρα επιβάλλουν υποχρεώσεις. Μόνο στο άρθρο 6 υπάρχει κάποιο στοιχείο επιτρεπτού. Επιπλέον οι σχετικές απαγορεύσεις δεν συνδέονται με κανέναν από τους πίνακες των παραρτημάτων ενώ δεν υπάρχει παραπομπή στο άρθρο 14. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι όμως να ερμηνεύσει το προδικαστικό ερώτημα κατά τρόπο ώστε να δώσει μια απάντηση που θα είναι χρήσιμη στο εθνικό δικαστήριο για την επίλυση της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς.
18.
Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί προκαταρκτικώς ότι, αντίθετα με την εντύπωση που δίνει η διάταξη περί παραπομπής, η κανοδόχηνα περιλαμβάνεται στα παραρτήματα της οδηγίας και δη στο παράρτημα Π/1 και επομένως το ερώτημα θα έπρεπε να αναδιατυπωθεί κατά την έννοια αν τα άρθρα 1, 2, 5 και 6 της οδηγίας επιτρέπουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις περιοριστικές ή απαγορευτικές του εμπορίου καναδόχηνας. Κατά το άρθρο 1, η οδηγία προστατεύει όλα τα είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη, η δε καναδόχηνα είναι αναμφισβήτητα τέτοιο είδος. Αφού δεν ορίζεται ρητά ότι τα παραρτήματα αφορούν μόνο ένα συγκεκριμένο υποείδος, φυλή ή πληθυσμό, η εν λόγω κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καλύπτουν όλα τα είδη και όλα τα υποείδη, φυλές και πληθυσμούς. Είναι αληθές ότι η ονομασία «μαύρη καναδόχηνα» δεν αντιστοιχεί σε κανένα αναγνωρισμένο από την ειδικευμένη ορολογία είδος, όμως το εθνικό δικαστήριο ίσως εννοούσε την Branta canadensis fulva. Εν πάση περιπτώσει αυτό δεν επηρεάζει την απάντηση στο ερώτημα, δεδομένου ότι όλες οι καναδόχηνες που ζουν σε άγρια κατάσταση ή εν αιχμαλωσία προστατεύονται από την οδηγία.
19.
Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί περαιτέρω ότι η καναδόχηνα δεν εμφαίνεται σε κανέναν από τους πίνακες του παραρτήματος III της οδηγίας και επομένως εμπίπτει στην απαγόρευση της εμπορίας αγρίων πτηνών του άρθρου 6, παράγραφος 1. Το γεγονός ότι το είδος αυτό περιλαμβάνεται στο παράρτημα Π/1 και όχι στο παράρτημα ΠΙ αποδεικνύει τη σαφή πρόθεση της οδηγίας να απαγορεύσει το εμπόριο πτηνών αυτού του είδους. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου και ειδικότερα από την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 12 ), προκύπτει σαφώς ότι οι οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις για τις οποίες κάνει λόγο το άρθρο 2 της οδηγίας λαμβάνονται υπόψη σε άλλη διάταξη της ίδιας της οδηγίας και δεν δικαιολογούν παρεκκλίσεις από τις ειδικές υποχρεώσεις που θεσπίζει το άρθρο 6. Βεβαίως, όλα αυτά τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβερνήσεως πρέπει να εξετασθούν στο όλο πλαίσιο της απόψεως της κυβερνήσεως αυτής, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ότι δηλαδή η οδηγία δεν έχει εφαρμογή σε πτηνά που γεννούνται και εκτρέφονται εν αιχμαλωσία.
20.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν περιορίζεται στα είδη που περιλαμβάνουν τα παραρτήματα αλλά προσδιορίζεται από το άρθρο 1, το οποίο κάνει λόγο για όλα τα είδη πτηνών που ζουν επ φύσεως σε άγρια κατάσταση περιλαμβανομένων και των υποειδών των ειδών που καλύπτει η οδηγία. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει υποείδος «μαύρη καναδόχηνα» η Επιτροπή υποθέτει ότι το εθνικό δικαστήριο εννοούσε είτε την Branta bernicla nigricans είτε την Branta canadensis occidentalis και στις δύο περιπτώσεις το συγκεκριμένο πτηνό ανήκει σε είδος το οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προστατεύουν βάσει της οδηγίας.
Συμπέρασμα επί του πρώτου ερωτήματος
21.
Το ζήτημα αν η οδηγία σκοπεί την προστασία όλων των υποειδών ενός συγκεκριμένου προστατευομένου είδους ανεξαρτήτως του αν αυτό συναντάται σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη είναι το κύριο ζήτημα το οποίο καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στην υπόθεση C-202/94, Van der Feesten στις προτάσεις που θα αναπτύξω σήμερα επί της υποθέσεως αυτής προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καλύπτει τα υποείδη εκείνα των προστατευομένων ειδών που ευρίσκονται σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών ( 13 ). Αν το tribunal de grande instance διαπιστώσει ότι το πτηνό, η πώληση του οποίου αποτέλεσε την αφορμή της παρούσας δίκης, ανήκει σε υποείδος που δεν απαντά σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη, το δε Δικαστήριο ακολουθήσει την πρόταση μου στην υπόθεση Van der Feesten, τότε η οδηγία δεν θα έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή οι γαλλικές διατάξεις θα πρέπει να εξεταστούν υπό το φως του άρθρου 30 της Συνθήκης ( 14 ). Πάντως το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε παρόμοιο ζήτημα.
22.
Αν γίνει δεκτό ότι η οδηγία έχει εφαρμογή εν προκειμένω, τότε θα είναι σύντομη η απάντηση στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στην καναδόχηνα αλλά έχει γενικότερη διατύπωση. Τα προστατευόμενα είδη προσδιορίζονται στο άρθρο 1 με την έκφραση «όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση» και όχι στα παραρτήματα. Επομένως η υποχρέωση της απαγορεύσεως της εμπορίας καλύπτει όλα τα δείγματα των ειδών αυτών. Αυτό συνάγεται από τη διατύπωση και την οικονομία της ίδιας της οδηγίας η οποία, αντίθετα π.χ. με ορισμένες διεθνείς συμβάσεις περί προστασίας των ειδών αγρίας πανίδας και χλωρίδας ( 15 ), δεν απαριθμεί τα προστατευόμενα είδη αλλά σκοπεί την προστασία όλων των αγρίων πτηνών της Ευρώπης. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, προσδιορίζει επίσης το πεδίο εφαρμογής των προστατευτικών υποχρεώσεων που θεσπίζουν περαιτέρω τα άρθρα 2, 3, 5, 6, παράγραφος 1, και 10 της οδηγίας. Αντίθετα, οι παρεκκλίσεις ή εξαιρέσεις που επιτρέπουν τα άρθρα 6 και 7 περιορίζονται στα είδη και υποείδη που απαριθμούνται στα αντίστοιχα παραρτήματα ενώ για τις κατά το άρθρο 9 προαιρετικές παρεκκλίσεις των κρατών μελών πρέπει να αναφέρεται ρητά μεταξύ άλλων ποια είδη καλύπτει η παρέκκλιση (άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση).
23.
Το είδος «καναδόχηνα» περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ/1 της οδηγίας επομένως η θήρα του είναι δυνατή στο έδαφος των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία, όπου αυτή επιτρέπεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας (άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2).
24.
Και η μεν θήρα της καναδόχηνας επιτρέπεται, δεν επιτρέπεται όμως η πώληση της δεδομένου ότι το είδος αυτό δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα του παραρτήματος III της οδηγίας ( 16 ). Την ερμηνεία αυτή του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας επιρρωννύει η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις και τηρούνται ορισμένοι περιορισμοί από τα κράτη μέλη, μπορεί να «επιτραπεί το εμπόριο για τα είδη των πτηνών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΓΠ και η θήρα για τα είδη που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II της οδηγίας (...), επομένως όσον αφορά τα είδη πτηνών που δεν απαριθμούνται, στα εν λόγω παραρτήματα ή αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί που προβλέπονται σ' αυτά τα άρθρα (6, παράγραφοι 2 έως 4) ισχύουν οι γενικές απαγορεύσεις» ( 17 ). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι το καθού κράτος μέλος δεν είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του άρθρου 6 της οδηγίας μεταξύ άλλων διότι επέτρεψε την εμπορία διαφόρων ειδών αγρίων πτηνών που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα III της οδηγίας.
25.
Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι ούτε περίεργο ούτε παράλογο όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας, «από τον προστατευτικό σκοπό της οδηγίας προκύπτει ότι επιδιώκεται να αποτραπεί η δυνατότητα εμπορίας όλων των ειδών που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων λόγω των επιπτώσεων που η εμπορία μπορεί να έχει στη θήρα και κατά συνέπεια στο επίπεδο του πληθυσμού των συγκεκριμένων ειδών» ( 18 ).
26.
Φρονώ επομένως ότι στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η οδηγία έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να απαγορεύσουν την εμπορία πτηνών όλων των ειδών που βρίσκονται σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη, ανεξαρτήτως του αν περιλαμβάνονται στα παραρτήματα της οδηγίας ή όχι και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που επιτρέπει το άρθρο 6 καθώς και της δυνατότητας παρεκκλίσεως υπό τους όρους του άρθρου 9.
2) Το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος: που γεννούνται και εκτρέφονται εν αιχμαλωσία
27.
Το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος σκοπεί να διευκρινιστεί αν οι προστατευτικές διατάξεις της οδηγίας καλύπτουν και τα πτηνά που γεννώνται και εκτρέφονται εν αιχμαλωσία και αν τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις που περιορίζουν και απαγορεύουν το εμπόριο αυτών των πτηνών. Το ζήτημα αυτό δεν έχει κριθεί μέχρι στιγμής ρητά από το Δικαστήριο καίτοι στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου ο γενικός εισαγγελέας Cruz Vilaça διατύπωσε σαφώς την άποψη ότι η οδηγία δεν καλύπτει τα πτηνά που γεννώνται και εκτρέφονται εν αιχμαλωσία ( 19 ). Οι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις έχουν την ίδια άποψη.
28.
Η Γαλλική Κυβέρνηση δέχεται μεν ότι η οδηγία δεν κάνει ρητή διάκριση μεταξύ ειδών που εκτρέφονται εν αιχμαλωσία και λοιπών πτηνών, φρονεί όμως ότι ο γενικός στόχος της οδηγίας είναι η προστασία των πτηνών που βρίσκονται σε άγρια κατάσταση και αυτών που συλλαμβάνονται αλλά όχι και η προστασία των πτηνών που γεννώνται και εκτρέφονται εν αιχμαλωσία. Η δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας δείχνει ότι η οδηγία σκοπεί να αποτρέψει την υπερβολική εκμετάλλευση των πτηνών που ζουν στη φύση απαγορεύοντας την εμπορία τους και ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται συνεπώς στα πτηνά που εκτρέφονται εν αιχμαλωσία. Η εν λόγω κυβέρνηση συνάγει επιχείρημα κατ' αναλογία από το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας περί οικοτόπων της 21ης Μαΐου 1992 ( 20 ), το οποίο απαγορεύει μεταξύ άλλων την εμπορία των δειγμάτων που συλλέγονται από το φυσικό περιβάλλον και αποκλείει ρητά τα δείγματα που γεννώνται εν αιχμαλωσία το Συμβούλιο δεν θα υιοθετούσε ριζικά διαφορετική λύση για άλλες ομάδες του ζωικού βασιλείου από αυτή που ισχύει για τα άγρια πτηνά. Η εν λόγω κυβέρνηση συμπεραίνει ότι η οδηγία δεν επιβάλλει την προστασία πτηνών των προστατευομένων ειδών που γεννώνται εν αιχμαλωσία.
29.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η οδηγία σκοπεί να επιτύχει τη διατήρηση του πληθυσμού των πτηνών που ζουν σε άγρια κατάσταση, η δε επέκταση του προστατευτικού καθεστώτος στα άγρια πτηνά που ζουν εν αιχμαλωσία δεν ανταποκρίνεται στον οικολογικό αυτό στόχο. Συνεπώς στο σκέλος αυτό του ερωτήματος αρμόζει αρνητική απάντηση.
30.
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης φρονεί και αυτός ότι η οδηγία σκοπεί μόνο την προστασία της άγριας πανίδας και δεν εφαρμόζεται σε πτηνά που γεννώνται και εκτρέφονται εν αιχμαλωσία.
Συμπέρασμα ως προς την εφαρμογή της οδηγίας στα πτηνά που ζουν εν αιχμαλωσία
31.
Συμμερίζομαι και εγώ τις ταυτόσημες απόψεις που διατυπώθηκαν ως προς αυτό το σημείο. Ένα συγκεκριμένο είδος πτηνών προστατεύεται από την οδηγία αρκεί να «ζει εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση» στην Ευρώπη, πλην όμως το άρθρο 1 δεν πρέπει να ερμηνεύεται τόσο πολύ κατά γράμμα ή μηχανικά ώστε να προστατεύει κάθε συγκεκριμένο πτηνό, είτε άγριο είτε όχι, αρκεί να ζουν σε άγρια κατάσταση ορισμένα πτηνά του ίδιου είδους. Η λύση αυτή δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου την ανάγκη της «διατηρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη) ή την «προστασία και τη διαχείριση φυσικών πόρων ως αναπόσπαστο μέρος της κληρονομιάς των ευρωπαϊκών λαών» (όγδοη αιτιολογική σκέψη). Θα ήταν παράλογο η επιδίωξη αυτών των ωφελίμων στόχων να καταλήξει στην κατάργηση του μακραίωνος και χρησίμου εμπορίου ήμερων και διακοσμητικών πτηνών ίσως μάλιστα και στην αφαίμαξη των πάρκων μας.
32.
Τα είδη των οποίων την «προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση» καλύπτει η οδηγία, σύμφωνα με τη δεύτερη φράση του άρθρου 1, παράγραφος 1, είναι μόνον τα είδη εκείνα που «ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση». Η φράση αυτή που απαντά συχνά με ελαφρές διαφορές στο προοίμιο της οδηγίας επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η οδηγία δεν καλύπτει τα πτηνά που γεννώνται και εκτρέφονται εν αιχμαλωσία.
33.
Τη γνώμη αυτή που διατύπωσα δεν αντιστρατεύονται καθόλου οι σημαντικές διατάξεις των άρθρων 2 έως 8 που αποτελούν το βαρύ πυροβολικό της οδηγίας. Δεν θα εξετάσω σχολαστικά τις διατάξεις αυτές αλλά θα επιστήσω την προσοχή μόνο στις χαρακτηριστικές διατάξεις των άρθρων 3 και 4 που αφορούν την προστασία των οικοτόπων, του άρθρου 5 που απαγορεύει μεταξύ άλλων τη βλάβη των αυγών και των φωλεών και των άρθρων 7 και 8 που ρυθμίζουν τα της θήρας. Δεν γίνεται λόγος για πτηνά που ζουν εν αιχμαλωσία και, πράγμα που κάτι σημαίνει κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει απαγόρευση της εκτροφής. Και μόνο από το τελευταίο αυτό στοιχείο προκύπτει, νομίζω, σαφώς ότι η κατά το άρθρο 6 απαγόρευση της πωλήσεως, της μεταφοράς για πώληση, της κατοχής για πώληση δεν εφαρμόζεται στα πτηνά που εκτρέφονται εν αιχμαλωσία.
34.
Αποκαλυπτική είναι κατά τη γνώμη μου και η διάταξη του άρθρου 5, στοιχείο ε'. Απαγορεύει μεν την «κατοχή των ειδών πτηνών των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη» πλην όμως «με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 9». Τα στοιχεία αυτά μαρτυρούν, κατά διαφορετικούς τρόπους, παρεκκλίσεις από τη γενική απαγόρευση του φόνου και της συλλύψεως που επιβάλλει το άρθρο 5, στοιχείο α'. Πάντως η κατά το άρθρο 5, στοιχείο ε', απαγόρευση της «κατοχής» έχει πεδίο στενότερο από τη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1, ενισχύει δηλαδή την άποψη ότι δεν θεσπίζεται γενική απαγόρευση της κατοχής πτηνών απλώς και μόνο διότι αυτά ανήκουν σε προστατευόμενο είδος.
35.
Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει επίσης σιωπηρά ότι η εκτροφή εν αιχμαλωσία πτηνών προστατευομένου είδους δεν απαγορεύεται από την οδηγία. Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου το Δικαστήριο έκρινε ότι οι βελγικές διατάξεις που επιτρέπουν τη σύλληψη ορισμένων προστατευομένων πτηνών δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας, μεταξύ άλλων διότι η οικεία κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι «δεν υπάρχει άλλη ικανοποιητική λύση ιδίως η δυνατότητα αναπαραγωγής εν αιγμαλωσία των οικείων ειδών πτηνών» ( 21 ).
36.
Επομένως αβίαστα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα άγρια πτηνά προστατευομένων ειδών που γεννώνται και τρέφονται εν αιχμαλωσία δεν προστατεύονται από την οδηγία.
3) Περιορισμοί του εμπορίου δειγμάτων που ζουν εν αιχμαλωσία: άρθρο 14 της οδηγίας και άρθρο 30 και 36 της Συνθήκης
37.
Ωστόσο το συμπέρασμα της προηγουμένης παραγράφου δεν απαντά πλήρως στο πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος καθόσον το ζητούμενο είναι αν τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν το εμπόριο πτηνών τα οποία δεν εμπίπτουν στην οδηγία. Είναι αλήθεια ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διατύπωσε το ερώτημα κατ' αυτόν τον τρόπο, ωστόσο όμως το δεύτερο ερώτημα, αν θεωρηθεί σε συνδυασμό με το πρώτο, εγείρει το ζήτημα αν επιτρέπεται η θέσπιση διατάξεων «που περιορίζουν η απαγορεύουν την εμπορία». Αφού έχω τη γνώμη ότι η οδηγία δεν καλύπτει τα πτηνά που εκτρέφονται εν αιχμαλωσία και δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται τόσο το άρθρο 14 της οδηγίας όσο και τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Για λόγους οικονομίας της δίκης και σύμφωνα με τη γραμμή που ακολούθησε το Δικαστήριο σε ορισμένες πρόσφατα εκδικασθείσες υποθέσεις ( 22 ), νομίζω ότι καλό θα ήταν να εξετάσει το Δικαστήριο το ζήτημα αυτό στην υπό κρίση υπόθεση.
38.
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η απαγόρευση της εμπορίας που θεσπίζει το άρθρο L. 211-1 του αγροτικού κώδικα καλύπτει και τα πτηνά που έχουν γεννηθεί εν αιχμαλωσία και αυτά που έχουν συλληφθεί σε άγρια κατάσταση η απαγόρευση υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της διατηρήσεως των ειδών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση, πράγμα που ανταποκρίνεται προς τον σκοπό της οδηγίας. Η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει επίσης ότι καμιά διάταξη του κανονισμού 3626/82 ( 23 ) δεν αποκλείει τη δυνατότητα θεσπίσεως εθνικών διατάξεων που απαγορεύουν το εμπόριο καναδόχηνας στη Γαλλία μόνο η Branta canadensis leucopareia και η Branta sandvicensis περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, και η Branta ruficollis στο παράρτημα ΙΙ ( 24 ). Η μαύρη καναδόχηνα δηλαδή δεν καλύπτεται ούτε από τον κανονισμό ούτε από τη σύμβαση της Ουάσιγκτον εν πάση περιπτώσει ο κανονισμός δεν ρυθμίζει το εντός των κρατών μελών εμπόριο των ειδών τα οποία προστατεύει. Ενώ το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού επιτρέπει ρητά στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν τα «δείγματα ζώων που έχουν εκτραφεί εν αιχμαλωσία ή φυτών που προέρχονται από τεχνητή αναπαραγωγή» από την απαγόρευση της εμπορίας, η δυνατότητα αυτή, η οποία δεν ισχύει για τη μαύρη καναδόχηνα, δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαγορεύσουν την εμπορία ζώων προστατευομένων ειδών που έχουν εκτραφεί εν αιχμαλωσία. Εν πάση περιπτώσει το άρθρο 15 του κανονισμού επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν αυστηρότερα μέτρα ειδικότερα με στόχο τη διατήρηση των «ιθαγενών ειδών» που θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν απαγόρευση της εμπορίας δειγμάτων μη ιθαγενών ειδών που γεννήθηκαν και εκτράφηκαν εν αιχμαλωσία.
39.
Η εν λόγω κυβέρνηση παρατηρεί περαιτέρω ότι οι εθνικές διατάξεις βρίσκουν δικαιολογία βάσει του άρθρου 14 της οδηγίας, του άρθρου 36 της Συνθήκης και της νομολογίας του Δικαστηρίου της σχετικής με την ερμηνεία του άρθρου 30 και ειδικότερα βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση τη γνωστή ως Waloon waste case ( 25 ).
40.
Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι εθνικές διατάξεις δικαιολογούνται από τα ακόλουθα πραγματικά στοιχεία:
—
η εμπορία πτηνών που έχουν εκτραφεί εν αιχμαλωσία είναι δυνατόν να αποτελεί προπέτασμα για την εμπορία πτηνών που έχουν παρανόμως συλληφθεί στο φυσικό περιβάλλον
—
η εν λόγω εμπορία προϋποθέτει κατ' ανάγκη τη σύλληψη των προγόνων στο φυσικό περιβάλλον-
και
—
η ελευθέρωση πτηνών που έχουν εκτραφεί εν αιχμαλωσία, η οποία αποτελεί συνέπεια της εμπορίας των ειδών αυτών μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα επί της διατηρήσεως του είδους για λόγους συμπεριφοράς και γενετικής (απώλεια της γενετικής ποικιλίας του είδους λόγω της αναμείξεως εγχωρίων υποειδών ή γενοτύπων).
41.
Με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Επιτροπή δεν έθιξε το ζήτημα της ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης στη γαλλική απαγόρευση της εμπορίας αγρίων πτηνών που δεν καλύπτονται από την οδηγία. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της Επιτροπής διατύπωσε την άποψη ότι το ζήτημα αυτό δεν ενδιαφέρει την υπό κρίση υπόθεση η οποία αποτελεί «γαλλογαλλική υπόθεση».
42.
Ο δικηγόρος του Vergy παρατήρησε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, αφού οι γαλλικές διατάξεις δεν κάνουν διάκριση μεταξύ πτηνών που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί εν αιχμαλωσία και αυτών που ζουν σε άγρια κατάσταση, το εθνικό δικαστήριο θα μπορούσε να ερμηνεύσει τις διατάξεις αυτές υπό το φως της οδηγίας και να κρίνει ότι η απαγόρευση της εμπορίας αφορά μόνο πτηνά που ζουν σε άγρια κατάσταση. Σε διαφορετική περίπτωση η εφαρμογή της απαγορεύσεως της εμπορίας που θεσπίζει ο αγροτικός κώδικας και η υπουργική απόφαση της 17ης Απριλίου 1981 θα δημιουργούσε, κατά την άποψη του δικηγόρου, εμπόδιο στην κυκλοφορία πτηνών που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί εν αιχμαλωσία, τα οποία πωλούνται ελεύθερα στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες τέτοια διάταξη θα αντέβαινε στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Για να στηρίξει την άποψη του ο δικηγόρος του Vergy παρέπεμψε στο επεξηγηματικό υπόμνημα της προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου που υπέβαλε η Επιτροπή, για τη θέσπιση διατάξεων σχετικών με την κατοχή και την εμπορία δειγμάτων των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας, στην οποία η Επιτροπή παρατηρεί ότι «τα κράτη μέλη έχουν διατηρήσει σε ισχύ και λαμβάνουν ολοένα και αυστηρότερα μέτρα σχετικά με την εμπορία πολλών ειδών — και καλυπτομένων και μη καλυπτομένων από (τον κανονισμό 3636/82) — δημιουργώντας έτσι φραγμούς στο εμπόριο μεταξύ τους που δεν συμβιβάζονται με την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και επομένως δεν μπορούν να παραμείνουν σε ισχύ» ( 26 ).
43.
Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης παρατήρησε επίσης ότι η επίδικη απαγόρευση της εμπορίας σε ένα κράτος μέλος θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τους στόχους που επιδιώκει η οδηγία. Η έλλειψη της δυνατότητας νομίμου εμπορίου διακοσμητικών πτηνών θα έστρεφε τους ιδιοκτήτες πάρκων είτε προς το παράνομο εμπόριο πτηνών που δεν έχουν γεννηθεί ή εκτραφεί εν αιχμαλωσία ή στη σύλληψη πτηνών στο φυσικό περιβάλλον. Ο προβαλλόμενος κίνδυνος ότι η εμπορία ειδών που εκτρέφονται εν αιχμαλωσία είναι δυνατόν να καλύπτει την παράνομη εμπορία προστατευομένων πτηνών δεν δικαιολογεί την απαγόρευση της εμπορίας δεδομένου ότι όλα τα πτηνά που εκτρέφονται εν αιχμαλωσία μετά το 1979 σημαδεύονται από νεαρή ηλικία. Εξάλλου η εκτροφή τέτοιων πτηνών εν αιχμαλωσία δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η πρόγονοι έχουν συλληφθεί στο φυσικό περιβάλλον, διότι διατίθενται στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη. Η προτεινόμενη δικαιολόγηση της απαγορεύσεως για λόγους γενετικής καθαρότητας αντικρούεται από το γεγονός ότι δεν απαγορεύεται η κατοχή πτηνών εν αιχμαλωσία. Τέλος οι γαλλικές διατάξεις δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 14 της οδηγίας διότι τα πτηνά που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί εν αιχμαλωσία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Συμπεράσματα όσον αφορά τον περιορισμό της εμπορίας πτηνών που ζουν εν αιχμαλωσία
44.
Εν πρώτοις, αν υποτεθεί ότι η οδηγία εφαρμόζεται στα πτηνά που ζουν εν αιχμαλωσία, νομίζω ότι, ανεξαρτήτως των επιχειρημάτων που ανέπτυξε η Γαλλική Κυβέρνηση, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας θα επέβαλλε και όχι απλώς θα επέτρεπε την απαγόρευση της πωλήσεως, της μεταφοράς για πώληση και της κατοχής για πώληση των πτηνών αυτών. Εξάλλου αν το νόμιμο εμπόριο πτηνών που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί εν αιχμαλωσία χρησιμοποιηθεί ως προπέτασμα για το εμπόριο αγρίων πτηνών, προστατευομένων βάσει της οδηγίας σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, το κράτος αυτό θα πρέπει να λάβει μέτρα προκειμένου να πατάξει το συγκεκαλυμμένο αυτό εμπόριο. Ομοίως τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν μέτρα προκειμένου να αποτρέπεται η σύλληψη αγρίων δειγμάτων καναδόχηνας και η αφαίρεση των αυγών τους. Τα μέτρα αυτά δεν θα αποτελούσαν «αυστηρότερα μέτρα» κατά την έννοια του άρθρου 14 της οδηγίας αλλά θα αποτελούσαν απλώς τη δέουσα εφαρμογή των άρθρων 6, παράγραφοι 1 και 5.
45.
Αν υποτεθεί ορθή η άποψη μου ότι η οδηγία δεν καλύπτει τα πτηνά που εκτρέφονται εν αιχμαλωσία, μπορούν παρ' όλα αυτά τα κράτη μέλη να επικαλεστούν το άρθρο 14; Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «η οδηγία ρυθμίζει περιοριστικά τις εξουσίες των κρατών μελών στον τομέα της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών» ( 27 ). Αφού, κατά τη γνώμη μου, η οδηγία δεν σκοπεί να προστατεύσει τα πτηνά που ζουν εν αιχμαλωσία, η γαλλική απαγόρευση της εμπορίας πτηνών που έχουν εκτραφεί εν αιχμαλωσία δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 14. Με ποια λογική μπορεί να προβληθεί η διάταξη μιας οδηγίας που επιτρέπει τη λήψη αυστηροτέρων μέτρων προκειμένου να εφαρμοστεί σε αντικείμενο το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας;
46.
Το άρθρο 15 του κανονισμού 3626/82 που ανέφερε η Γαλλική Κυβέρνηση είναι και αυτό μάλλον άσχετο. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, επιτρέπει στα κράτη μέλη να λάβουν αυστηρότερα προστατευτικά μέτρα υπό ορισμένους όρους «όσον αφορά τα είδη στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός» ωστόσο η καναδόχηνα δεν είναι είδος που απειλείται με εξαφάνιση και εμπίπτει στον κανονισμό, όπως αναγνώρισε η Γαλλική Κυβέρνηση. Αυτό βέβαια δεν λύνει το ζήτημα αν η εν λόγω διάταξη που επιτρέπει τη λήψη αυστηροτέρων μέτρων εφαρμόζεται σε είδη που δεν εμπίπτουν στον κανονισμό. Την απάντηση δίνει η διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 3, που έχει σαφή διατύπωση αντίθετα με το άρθρο 14 της οδηγίας.
47.
Το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού επιτρέπει στα κράτη μέλη «προκειμένου να προστατευθεί η υγεία και η ζωή των ζώων και των φυτών (...) να λαμβάνουν για τα είδη που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό μέτρα ανάλογα προς αυτά που προβλέπονται από αυτόν». Το άρθρο 6 του κανονισμού απαγορεύει την πώληση δειγμάτων των προστατευομένων ειδών και η απαγόρευση εμπορίας όπως η επίδικη θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να θεωρηθεί ως ανάλογο μέτρο. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, πατά το προοίμιο του κανονισμού, «τα μέτρα για την εφαρμογή της σύμβασης στις εμπορικές συναλλαγές δεν πρέπει να επηρεάζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων στο εσωτερικό της Κοινότητας και ότι πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στις εμπορικές συναλλαγές με τρίτες χώρες» (πέμπτη αιτιολογική σκέψη). Αυτό σημαίνει ότι αποκλείονται τα μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία πτηνών που ζουν εν αιχμαλωσία από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Όπως προκύπτει σαφώς από την ένατη αιτιολογική σκέψη τα «αυστηρότερα μέτρα» που λαμβάνονται ενδεχομένως βάσει του κανονισμού θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να εκτιμηθούν με γνώμονα τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εξάλλου η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η απαγόρευση της πωλήσεως των εν λόγω πτηνών συμβάλλει κατά κάποιο τρόπο στην προστασία της υγείας και της ζωής της άγριας παναδόχηνας, πόσο μάλλον της καναδόχηνας που ζει εν αιχμαλωσία, όπως απαιτεί το άρθρο 15, παράγραφος 3, δεδομένου ότι και η οδηγία περί αγρίων πτηνών και η οδηγία περί οικοτόπων επιτρέπουν την εκτροφή πτηνών εν αιχμαλωσία ( 28 ) όπως εξάλλου και η γαλλική νομοθεσία.
48.
Με τις παρατηρήσεις της στην υπό κρίση υπόθεση, η Γαλλική Κυβέρνηση, ορθώς κατά τη γνώμη μου, δεν αρνείται ότι η απαγόρευση της εμπορίας κατά το άρθρο L. 211-1 του αγροτικού κώδικα είναι εθνικό μέτρο «ικανό να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο (που) πρέπει να θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς» ( 29 ), ή ότι ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 30 της Συνθήκης.
49.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα πτηνά που γεννώνται και εκτρέφονται εν αιχμαλωσία ( 30 ) εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 ως «αντικείμενα διακινούμενα πέραν των συνόρων με σκοπό την πραγματοποίηση εμπορικής συναλλαγής (...) ανεξάρτητα από τη φύση της συναλλαγής αυτής» ( 31 ). Την ίδια θέση έλαβε στην υπόθεση Van den Burg ( 32 ) σιωπηρά μεν το Δικαστήριο, ρητά δε η Επιτροπή (όχι όμως με τις παρατηρήσεις της στην υπό κρίση υπόθεση) παι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με την παρουσίαση και την εξέταση της προτάσεως κανονισμού για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με την κατοχή και την εμπορία δειγμάτων των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που προανέφερα ( 33 ).
50.
Επιπλέον το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «μία νομοθεσία περί της διαθέσεως των προϊόντων στο εμπόριο, ακόμα και αν δεν αφορά αμέσως το καθεστώς των εισαγωγών, δύναται, κατά τις περιστάσεις, να επηρεάζει τις δυνατότητες εισαγωγής προϊόντων άλλων κρατών μελών και να εμπίπτει εξ αυτού του λόγου στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης». ( 34 ) Εν προκειμένω η απαγόρευση της εμπορίας που καλύπτει και τη μεταφορά των εν λόγω δειγμάτων μπορεί να θεωρηθεί ως ισοδύναμη στην πράξη με απαγόρευση της εισαγωγής στη Γαλλία τέτοιου είδους προϊόντων είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για «τρόπο πωλήσεως» που δεν εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης σύμφωνα με την αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Keck και Mithouard ( 35 ). Οι εν προκειμένω επίδικες γαλλικές διατάξεις πρέπει να εξεταστούν με γνώμονα την αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση τη γνωστή ως Cassis de Dijon ( 36 ) και το άρθρο 36 της Συνθήκης.
51.
Κατά πάγια νομολογία «ελλείψει κοινής ρυθμίσεως της εμπορίας των εν λόγω προϊόντων, τα προκύπτοντα από τις διαφορές των εθνικών ρυθμίσεων εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας πρέπει να γίνονται δεκτά εφόσον η εθνική ρύθμιση, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα, δύναται να δικαιολογείται ως αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων του κοινοτικού δικαίου (...) μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό» και η προστασία του περιβάλλοντος συνιστά επιτακτική απαίτηση δυνάμενη να περιορίσει την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης ( 37 ). Δεν υποστηρίχθηκε ότι η εκτροφή αγριόχηνας για διακοσμητικούς σκοπούς υπάγεται σε κάποια κοινή οργάνωση αγοράς. Μπορεί εξάλλου να γίνει δεκτό ότι οι γαλλικές διατάξεις εφαρμόζονται αδιακρίτως καθόσον απαγορεύουν την εμπορία αγρίων πτηνών ανεξαρτήτως του αν τα συγκεκριμένα πτηνά γεννήθηκαν και εκτράφηκαν στη Γαλλία ή σε άλλη χώρα της Κοινότητας. Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν οι διατάξεις αυτές δικαιολογούνται και αν είναι ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
52.
Καίτοι η Συνθήκη δεν αναφέρει ρητά τη διατήρηση της άγριας πανίδας ως έναν από τους στόχους της προστασίας του περιβάλλοντος, αναγνωρίζεται γενικώς ότι αυτή συμβάλλει στη «διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος» κατά την έννοια του άρθρου 130 Π, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ( 38 ). Η δικαιολόγηση που προέβαλε η Γαλλική Κυβέρνηση την οποία συνόψισα στην παράγραφο 40 στηρίζεται μόνο σε ισχυρισμούς. Η εν λόγω Κυβέρνηση δεν υποστήριξε π.χ. ότι η συγκεκαλυμμένη (κατ' αντιδιαστολή προς την παράνομη) εμπορία ή η παράνομη σύλληψη πτηνών στο φυσικό περιβάλλον πραγματοποιείται εντός της οικείας δικαιοδοσίας ή ότι οι επίδικες πράξεις του κατηγορουμένου ενέχουν πράγματι παραβάσεις διατάξεων της οδηγίας.
53.
Οι επίδικες εθνικές διατάξεις έχουν ως κυρία συνέπεια ότι εμποδίζουν την πώληση πτηνών που νομίμως έχουν εκτραφεί στη Γαλλία. Η προστασία των αγρίων πτηνών παρίσταται, στην καλύτερη περίπτωση, μάλλον έμμεση, ίσως μάλιστα υποθετικήπράγματι οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να αποθαρρύνουν την εκτροφή τέτοιων πτηνών, πράγμα που θα μπορούσε να βλάψει τη διατήρηση των συγκεκριμένων ειδών. Αν υποτεθεί ότι ο μάλλον μικρός πληθυσμός καναδόχηνας στη Γαλλία απειληθεί, λόγου χάρη λόγω επιδημίας ή μεταβολών στους οικοτόπους, θα ήταν αδύνατο, ενόψει των γαλλικών διατάξεων όπως είναι διατυπωμένες, να ανανεωθεί με την εισαγωγή νέων δειγμάτων από άλλα κράτη μέλη και εκτροφή τους εν αιχμαλωσία. Εξάλλου, όπως τόνισε ο Vergy, η απαγόρευση της εμπορίας εκτρεφομένων ειδών είναι πιθανότερο να ενθαρρύνει παρά να αποτρέψει την παράνομη εμπορία.
54.
Όσον αφορά το στοιχείο του αναγκαίου, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν επιδίωξε να αποδείξει ότι η προστασία των αγρίων πτηνών δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου ικανοποιητικά με λιγότερο περιοριστικά του εμπορίου μέτρα. Δεν απέδειξε κατά ποιο τρόπο η εμπορία εκτρεφομένων ειδών θα ωθούσε στη σύλληψη των γονέων από το φυσικό περιβάλλον. Στην πραγματικότητα η ελευθερία της εκτροφής πτηνών εν αιχμαλωσία από τα υπάρχοντα αποθέματα θα μπορούσε να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα. Είναι εξίσου δυνατό ότι η απαγόρευση της εν λόγω εμπορίας θα ωθούσε τους κατόχους διακοσμητικών πτηνών στη Γαλλία στη σύλληψη πτηνών στο φυσικό περιβάλλον ή στο παράνομο εμπόριο τέτοιων πτηνών. Τονίστηκε επίσης ότι τέτοια πτηνά διατίθενται και σε άλλα κράτη μέλη.
55.
Με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η ελευθέρωση στο φυσικό περιβάλλον πτηνών που έχουν εκτραφεί εν αιχμαλωσία «θα μπορούσε να έχει καταστρεπτικές συνέπειες επί της διατηρήσεως του είδους, κυρίως για λόγους συμπεριφοράς και γενετικής» δυστυχώς οι διάδικοι που κατέθεσαν παρατηρήσεις δεν έδωσαν λεπτομέρειες ως προς την πιθανότητα ή την έκταση των συνεπειών αυτών ούτε ως προς τους λόγους συμπεριφοράς και γενετικής. Παρά την παράλειψη αυτή είναι φανερό ότι, ανεξαρτήτως των πιθανών συνεπειών της ελευθερώσεως στη φύση δειγμάτων που έχουν εκτραφεί εν αιχμαλωσία, δεν είναι η πώλησή τους καθεαυτή που έχει τις συνέπειες αυτές αλλά κυρίως η εκτροφή- τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβερνήσεως θα ήταν ίσως πειστικότερα αν είχε απαγορευθεί η εκτροφή τέτοιων πτηνών. Εν πάση περιπτώσει η οικολογική πολιτική της Κοινότητας ευνοεί την εκτροφή ζώων εν αιχμαλωσία στις περιπτώσεις όπου αυτή υπαγορεύεται από λόγους βιολογικής ποικιλομορφίας- σύμφωνα με την απόφαση 93/626/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993 σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλομορφία ( 39 ), η Κοινότητα «κατά το μέτρο του δυνατού και του ενδεδειγμένου και κυρίως με στόχο τη συμπλήρωση των επί τόπου μέτρων λαμβάνει μέτρα για την εκτός τόπου διατήρηση των συστατικών της βιολογικής ποικιλομορφίας» (άρθρο 9, παράγραφος α', της συμβάσεως για τη βιολογική ποικιλομορφία). Όπως τονίστηκε δε η εκτροφή προστατευομένων ειδών υπό την κατάλληλη εποπτεία μπορεί «να χρησιμεύσει ως υψηλής ποιότητας γενετικό απόθεμα που εγγυάται την επιβίωση των ειδών σε άγρια κατάσταση» ( 40 ).
56.
Τέλος ως προς το ζήτημα της «γενετικής μολύνσεως» που θίχτηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στην υπόθεση Van der Feesten, που θα μπορούσε να ανακύψει και στην υπό κρίση υπόθεση αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο πτηνό ανήκει σε υποείδος που δεν απαντά στην Ευρώπη, ο εμπειρογνώμων της Γαλλικής Κυβερνήσεως δήλωσε κατά την ίδια προφορική διαδικασία ότι η εισαγωγή πτηνών νέου υποείδους μπορεί να επιτραπεί αν το υποείδος αναγνωρίζεται πλήρως, η δε διεθνής επιστημονική κοινότητα συμφωνεί όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ των εν λόγω υποειδών. Δεν υποστηρίχθηκε ότι η διάκριση μεταξύ των επιδίκων υποειδών εν προκειμένω προσκρούει σε δυσχέρειες- υπό τις συνθήκες αυτές η Γαλλική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλεστεί τον κίνδυνο γενετικής μολύνσεως προκειμένου να δικαιολογήσει τον περιορισμό της εμπορίας δειγμάτων καναδόχηνας που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί εν αιχμαλωσία.
57.
Εξάλλου δεν νομίζω ότι ευσταθεί το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι δηλαδή η απαγόρευση στηρίζεται σε λόγους «προστασίας της ζωής των ζώων» κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης. Κατά το άρθρο L. 211-1 του αγροτικού κώδικα, η διατήρηση ζώων των μη κατοικίδιων ειδών εξαρτάται από την ύπαρξη ιδιαιτέρου επιστημονικού ενδιαφέροντος ή από την ανάγκη προστασίας της εθνικής βιολογικής κληρονομιάς- κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν συνιστά λόγο ικανό να δικαιολογήσει παρέκκλιση από το άρθρο 30 της Συνθήκης, πατά την έννοια του άρθρου 36. Εξάλλου με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 36 δεν δικαιολογεί τη λήψη μέτρων πατά των κινδύνων για την υγεία των ζώων που είναι τόσο χαμηλοί ή απόμακροι ώστε δεν συνιστούν πραγματική απειλή ( 41 ) η εν λόγω κυβέρνηση δεν διευκρίνισε ούτε τους κινδύνους για την υγεία των ζώων ούτε την έκταση τους, ούτε και απέδειξε πως η απαγόρευση της πωλήσεως αγρίων πτηνών που έχουν γεννηθεί παι επτραφεί εν αιχμαλωσία θα εξουδετέρωνε ή θα μείωνε τους πινδύνους αυτούς.
58.
Κατόπιν αυτών είμαι της γνώμης ότι η Γαλλιπή Κυβέρνηση δεν προσκόμισε επαρκείς αποδείξεις ούτε προέβαλε επιχειρήματα ικανά να δείξουν ότι οι επίδικες διατάξεις έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα την προστασία του περιβάλλοντος. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι έχουν κάποιο προστατευτικό αποτέλεσμα, δεν αποδείχθηκε ότι είναι αναγκαίες πατ' αυτήν την έννοια. Υπό τις συνθήκες αυτές, η γαλλική απαγόρευση της πωλήσεως πτηνών προστατευομένων ειδών που έχουν γεννηθεί παι εκτραφεί εν αιχμαλωσία δεν δικαιολογείται βάσει της οδηγίας ή άλλης διατάξεως του κοινοτικού δικαίου και δημιουργεί εμπόδιο στο εμπόριο, ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
4) Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος: ο φυσικός οικότοπος του συγκεκριμένου είδους
59.
Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος είναι το αν τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την προστασία της οδηγίας σε άγρια πτηνά, ο φυσικός οικότοπος των οποίων δεν βρίσκεται στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους. Είναι σαφές, ότι βάσει των αποδείξεων που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, ένας μιπρός αριθμός δειγμάτων παναδόχηνας της τάξεως των λίγων χιλιάδων ζουν σε άγρια κατάσταση στη μητροπολιτική Γαλλία. Επομένως δεν βλέπω ποια σχέση έχει το ερώτημα αυτό, αν το επίδικο πτηνό ανήκει σε αυτό το είδος. Όπως προανέφερα, αν το πτηνό ανήκει σε υποείδος που δεν ζει εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη (και κατά μείζονα λόγο στη Γαλλία), το ζήτημα λύνεται βάσει της αποφάσεως στην υπόθεση Van der Feesten. Είναι πάντως δυνατόν να δοθεί σαφής απάντηση στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου.
60.
Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το άρθρο 1 της οδηγίας κάνει λόγο για «είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως (...) στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών» (η υπογράμμιση δική μου) και παραθέτει μια φράση από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας, ότι δηλαδή «είναι ασυμβίβαστη με την οδηγία κάθε εθνική νομοθεσία που ορίζει την προστασία των αγρίων πτηνών σε συνάρτηση με την έννοια της εθνικής κληρονομιάς» ( 42 ). Η Γαλλική Κυβέρνηση συμπεραίνει ότι το γεγονός ότι το είδος δεν έχει τον φυσικό οικότοπό του στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους δεν στερεί από το κράτος αυτό τη δυνατότητα να προστατεύσει το εν λόγω είδος. Ομοίως η Επιτροπή παρατηρεί ότι η οδηγία καλύπτει είδη που δεν ζουν εκ φύσεως ή συνήθως στο έδαφος ενός κράτους μέλους αλλά σε άγρια κατάσταση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και τα οποία μεταφέρονται, διατηρούνται ή πωλούνται στο πρώτο κράτος μέλος. Ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης συντάσσεται με την άποψη αυτή.
61.
Και εγώ είμαι της ίδιας γνώμης.
VI — Συμπέρασμα
62.
Υπό το φως των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα του tribunal de grande instance de Caen:
«1)
H οδηγία 79/409/EOK του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να απαγορεύσουν την εμπορία πτηνών όλων των ειδών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση είτε αυτά περιλαμβάνονται στα παραρτήματα της οδηγίας είτε δεν περιλαμβάνονται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, και με την επιφύλαξη της δυνατότητας παρεκκλίσεως υπό τους όρους του άρθρου 9.
2)
Η οδηγία δεν εφαρμόζεται σε άγρια πτηνά που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί εν αιχμαλωσία. Συνεπώς το άρθρο 14 της οδηγίας δεν μπορεί να προβληθεί για να δικαιολογήσει τη θέσπιση εθνικών διατάξεων που προστατεύουν τέτοια πτηνά.
3)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την απαγόρευση της εμπορίας αγρίων πτηνών που έχουν γεννηθεί και εκτραφεί εν αιχμαλωσία, όπως η επίδικη στην κύρια δίκη.
4)
Η οδηγία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προστατεύουν όλα τα είδη αγρίων πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση, στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη, ανεξαρτήτως του αν το συγκεκριμένο είδος ζει εκ φύσεως στο οικείο κράτος μέλος.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979 περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, ΕΕ ειδ. εκδ. 15/001, σ. 202 (στο εξής: οδηγία).
( 2 ) Cramp and Simmons (eds), Handbook o/lhe Birds of Europe the Middlie East and North Africa —The Birds of the Western Palaearctic, Oxford University Press, Oxford University Press, Oxford, 1977, vol. Ι, σ. 424 έως 444.
( 3 ) Cramp and Simmons, όπ.π. σ. 425.
( 4 ) Δεύτερη έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών [COM (93) 572 τελικό της 24ης Νοεμβρίου 1993, σ. 162].
( 5 ) Cramp and Simmons, όπ.π., σ. 2.
( 6 ) Βλ. όμως παράγραφο 21 κατωτέρω καθώς και τις σημερινές προτάσεις μου στην υπόθεση C-202/94, Van der Feesten.
( 7 ) EE 1982, L 384, σ. 7.
( 8 ) ΕΕ 1982. L 384. σ. 1.
( 9 ) Journal Officiel de la République Française N. C. της 19ης Μαΐου 1981, σ. 4758.
( 10 ) Για λόγους συντομίας θα θυσιάσω την ακρίβεια και θα αναφέρομαι στην «Ευρώπη» και όχι στο «Ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών».
( 11 ) Κατάλογος των πτηνών αυτών που μνημονεύεται με τα διακριτικά «IRSNB 1988» δημοσιεύεται στην πρώτη έκθεση περί της εφαρμογής της οδηγίας, της Επιτροπής, EUR-12835 (1990).
( 12 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987, 262/85 (Συλλογή 1987, α. 3073).
( 13 ) Στις προτάσεις αυτές ασχολούμαι, επίσης με το ζήτημα αν συμβιβάζονται, με το άρθρο 30 της Συνθήκης οι περιορισμοί της εμπορίας μη ζώντων στην Ευρώπη υποειδών προστατευομένων ειδών.
( 14 ) Βλ. παραγράφους 48 έως 58 κατωτέρω.
( 15 ) Π.χ. η σύμβαση της Ουάσιγκτον, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 ανωτέρω.
( 16 ) Από τη δεύτερη έκθεση περί της εφαρμογής της οδηγίας της Επιτροπής αναφέρεται ότι ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπουν παρ' όλα αυτά το εμπόριο της καναδόχηνας, όπ.π. υποσημείωση 4 ανωτέρω, σ. 51.
( 17 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987, 247/85 (Συλλογή 1987, ο. 3029, σκέψη 7), η υπογράμμιση δική μου.
( 18 ) Προαναφερθείσα απόφαση, βλ. υποσημείωση 12 ανωτέρω, σκέψη 18.
( 19 ) Προτάσεις επί της προαναφερθείσας υποθέσεως 247/85, βλ. υποσημείωση 17 ανωτέρω, σ. 3054.
( 20 ) Οδηγία 92/43/EOK του Συμβουλίου, της 21ης Μαίου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7). Έχω τη γνώμη ότι η αναλογία είναι εσφαλμένη διότι το άρθρο 13 αφορά αποκλειστικά τα φυτά.
( 21 ) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987, 247/85, βλ. υποσημείωση 17 ανωτέρω, σκέψη 41 (η υπογράμμιση δική μου).
( 22 ) Στην υπόθεση C-451/93, π.χ., το Δικαστήριο απάντησε στο ερώτημα όπως θα έπρεπε να το έχει διατυπώσει το εθνικό δικαστήριο και δεν δεσμεύτηκε από την εσφαλμένη μνεία των εφαρμοστέων διατάξεων (Délavant, Συλλογή 1995, ο. Ι-1545, σκέψη 12). Στην υπόθεση C-56/94, το Δικαστήριο έδωσε απάντηση σε ένα ερώτημα που δεν ήταν απολύτως αναγκαίο «προκειμένου να δώσει επωφελή απάντηση» στο εθνικό δικαστήριο (SCAC. Συλλογή 1995, σ. Ι-1769, σκέψη 26).
( 23 ) Βλ. υποσημείωση 8 ανωτέρω.
( 24 ) Τα τρία αυτά είδη περιλαμβάνονται, στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της Συμβάσεως της Ουάσιγκτον και όχι στα παραρτήματα του κανονισμού.
( 25 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1992, υπόθεση C-2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-4431).
( 26 ) COM (91) 448 τελικό, παράγραφος 2.5, σ. 5 βλ. επίσης ΕΕ 1992, C 26, σ. 1. Τροποποιημένη πρόταση δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1994, C131, σ. 1.
( 27 ) Απόφαση της 23ης Μαΐου 1990, υπόθεση C-169/89, Van den Burg (Συλλογή 1990, σ. Ι-2143, σκέψη 9).
( 28 ) Βλ. παραγράφους 31 έως 36 ανωτέρω και το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43/EOK του Συμβουλίου, που μνημονεύεται στην υποσημείωση 20 ανωτέρω.
( 29 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, υπόθεση 8/74 Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5.
( 30 ) Όπως παρατήρησα ήδη οι επόμενες παρατηρήσεις ισχύουν mutatis mutandis και για τα δείγματα μη ευρωπαϊκών υποειδών προστατευομένων ειδών.
( 31 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, υπόθεση C-324/93 Evans Medical και Macfarlan Smith (Συλλογή 1995, σ. I-563, σκέψη 20).
( 32 ) Παρατεθείσα στην υποσημείωση 27 ανωτέρω, σκέψη 6.
( 33 ) Παράγραφος 42 των προτάσεων.
( 34 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1982, υπόθεση 75/81, Blesgen (Συλλογή 1982, σ. 1211, σκέψη 7).
( 35 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91 (Συλλογή 1993, ο. I-6097, σκέψει 16 και 17).
( 36 ) Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 321, σκέψη 8).
( 37 ) Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, υπόθεση 302/86, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1988, σ. 4607, σκέψεις 6 και 9). προτιμώ τον όρο «εμπορεύματα» αντί «προϊόντα» λόγω της φύσεως των επιδίκων εμπορευμάτων.
( 38 ) Βλ. π.χ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί οιχοτόπων, προπαρατεθείσα, υποσημείωση 20 ανωτέρω.
( 39 ) ΕΕ 1993, L 309, σ. 1.
( 40 ) Γραπτή ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ε-259/95 του Jean-Pierre Raffarin- στην απάντησή του το Συμβούλιο παρέθεσε διάφορες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου «κατά την έννοια της προτάσεως του ερωτώντος μέλους» (ΕΕ 1995 C 213, σ. 9).
( 41 ) Υπόθεοη 40/82, Συλλογή 1984, σ. 283.
( 42 ) Απόφαση της 27ης Αποιλίου 1988, 252/85 (Συλλογή 1988, σ. 2243, οχέψη 15).
Full & Egal Universal Law Academy