Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Οι παρούσες προτάσεις αφορούν δύο συναφείς ευθείες προσφυγές που άσκησαν, αντιστοίχως, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βασίλειο της Ισπανίας κατά του Συμβουλίου. Στην πρώτη υπόθεση (C-150/94), το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί την ακύρωση μιας διατάξεως του κανονισμού (ΕΚ) 519/94 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994, για το κοινό καθεστώς εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1765/82, (ΕΟΚ) 1766/82 και (ΕΟΚ) 3420/83 (1). Στη δεύτερη υπόθεση (C-284/94), το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1921/94 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1994, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 519/94 (2).
2 Οι δύο υποθέσεις αφορούν το καθεστώς των εισαγωγών ορισμένων παιχνιδιών προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας. Στη μία τίθεται το ζήτημα αυτού τούτου του κύρους της θεσπίσεως κοινοτικών ποσοστώσεων εισαγωγής. Στην έτερη βάλλεται μία πράξη με την οποία αυξήθηκαν οι υφιστάμενες ποσοστώσεις.
Το ιστορικό των διαφορών
Το νομικό πλαίσιο που υφίστατο πριν από τον κανονισμό 519/94
3 Πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 519/94, οι εισαγωγές προϋόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου διέπονταν από διαφόρους κανονισμούς του Συμβουλίου.
4 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1766/82 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας (3), εφαρμοζόταν στις εισαγωγές προϋόντων που δεν υπέκειντο σε κανέναν ποσοτικό περιορισμό, υπό την επιφύλαξη μέτρων διασφαλίσεως.
5 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3420/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, για τα καθεστώτα εισαγωγής προϋόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που δεν έχουν ελευθερωθεί στο επίπεδο της Κοινότητας (4), προέβλεπε ποσοτικούς περιορισμούς εισαγωγής για πολλά προϋόντα. Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, αυτού, ο κανονισμός εφαρμοζόταν στις εισαγωγές προϋόντων καταγωγής των χωρών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι αυτού, μεταξύ των οποίων της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας. Στο άρθρο 2, παράγραφος 1, οριζόταν ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ, μεταξύ των οποίων τα επίδικα εν προκειμένω παιχνίδια, που κατατάσσονταν τότε στη δασμολογική κλάση 97.03, υπέκειντο εντός των κρατών μελών στους ποσοτικούς περιορισμούς που αναφέρονται στο παράρτημα ως προς τα προϋόντα αυτά. Πριν από την 1η Δεκεμβρίου κάθε έτους, το Συμβούλιο έπρεπε να θεσπίζει, σύμφωνα με το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, τις ποσοστώσεις εισαγωγής που θα άνοιγαν τα κράτη μέλη για το επόμενο έτος έναντι των διαφόρων χωρών κρατικού εμπορίου (άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού). Ελλείψει τέτοιας αποφάσεως κατά την ημερομηνία αυτή, οι ποσοστώσεις ανανεώνονταν προσωρινά για τον επόμενο χρόνο (άρθρο 3, παράγραφος 2). Στο άρθρο 4 διευκρινίζονταν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούσαν να θεσπίσουν, κατά τη διαχείριση του καθεστώτος εισαγωγής, μέτρα προσαρμογής, μάλιστα δε καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών. Τα άρθρα 7 έως 10 περιείχαν τους εφαρμοστέους κανόνες για τις τροποποιήσεις του καθεστώτος εισαγωγής που ορίστηκε με τον κανονισμό.
6 Κατά την ημερομηνία της θέσεώς του σε εφαρμογή, ο εν λόγω κανονισμός (EOK) 3420/83 προέβλεπε, όσον αφορά τα παιχνίδια, το άνοιγμα ποσοστώσεων εισαγωγής από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την Ελληνική Δημοκρατία και τη Γαλλική Δημοκρατία. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3784/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση, λόγω της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, των παραρτημάτων Ι και ΙΙΙ του κανονισμού 3420/83 (5), προέβλεπε επίσης το άνοιγμα ποσοστώσεων για παιχνίδια από το Βασίλειο της Ισπανίας, από 1ης Ιανουαρίου 1986.
7 Ο κανονισμός 3420/83 τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2456/92 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1992, για τον καθορισμό των ποοοστώσεων εισαγωγής που πρέπει να ανοιχθούν από τα κράτη μέλη έναντι των χωρών κρατικού εμπορίου 1992 (6). σΟσον αφορά τα παιχνίδια προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας, ορίστηκαν ποσοστώσεις στο παράρτημα VIII ως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο της Ισπανίας. Ο κανονισμός όρισε στο άρθρο 5 ότι οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3420/83, που προέβλεπαν την ενδεχομένως αυτόματη ανανέωση των ποσοστώσεων που ίσχυαν το προηγούμενο έτος, δεν ίσχυαν για το 1993. Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού διευκρινίστηκε ότι η παρέκκλιση αυτή οφειλόταν στην ανάγκη αντικαταστάσεως, από την 1η Ιανουαρίου 1993, του συστήματος διατηρήσεως των ποσοστώσεων εισαγωγής που ανοίγονταν μόνο σε εθνικό επίπεδο από έναν κοινοτικό μηχανισμό που θα κάλυπτε όλους τους περιορισμούς που είχαν απομείνει στις 31 Δεκεμβρίου 1992.
8 Κανένας κανονισμός δεν θεσπίστηκε για τον καθορισμό των ποσοστώσεων εισαγωγής όσον αφορά το 1993.
9 Ο προβλεπόμενος, εντούτοις, κοινοτικός μηχανισμός δεν θεσπίστηκε προκειμένου να αρχίσει να λειτουργεί από το 1993. Εν προκειμένω, η Επιτροπή, εφαρμόζοντας τα άρθρα 7 έως 10 του κανονισμού 3420/83, που αφορούν τις τροποποιήσεις του καθεστώτος εισαγωγής, ειδικότερα του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, επέτρεψε σε ορισμένα κράτη μέλη να ανοίξουν ποσοστώσεις για το 1993 και για τους πρώτους μήνες του 1994. Επί 79 αποφάσεων που εκδόθηκαν συνολικά, 6 επέτρεψαν στο Βασίλειο της Ισπανίας να ανοίξει ποσοστώσεις για τα παιχνίδια που υπάγονται στον κωδικό ΕΣ/ΣΟ 9503. Τα άλλα κράτη μέλη δεν ζήτησαν τον καθορισμό ποσοστώσεων για τα παιχνίδια αυτά.
Ο κοινοτικός μηχανισμός που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 519/94
10 Ο κανονισμός 519/94, που άρχισε να ισχύει από τις 15 Μαρτίου 1994, κατάργησε τους κανονισμούς 1766/82 και 3420/83.
11 Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στις εισαγωγές προϋόντων των τρίτων χωρών που αναγράφονται στο παράρτημα Ι, μεταξύ των οποίων της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας (άρθρο 1, παράγραφος 1).
12 Οι εισαγωγές αυτές είναι ελεύθερες, με την επιφύλαξη ενδεχομένων μέτρων διασφαλίσεως και των ποσοστώσεων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού, το οποίο αφορά μόνον προϋόντα καταγωγής Κίνας, από τα οποία τα επίδικα εν προκειμένω παιχνίδια υπάγονται πλέον στους κωδικούς ΕΣ/ΣΟ 9503 41 (7), 9503 49 (8) και 9503 90 (9) (άρθρο 1, παράγραφος 2).
13 Οι κοινοτικές ποσοστώσεις για τα παιχνίδια αυτά καθορίστηκαν αντιστοίχως σε 200 798 000 ECU, 83 851 000 ECU και 508 016 000 ECU ετησίως. Επομένως, για το χρονικό διάστημα από 15 Μαρτίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1994 καθορίστηκαν αντιστοίχως, prorata temporis, σε 158 965 083 ECU, 66 382 042 ECU και 402 179 333 ECU.
Η αύξηση μιας ποσοστώσεως με τον κανονισμό 1921/94
14 Με το άρθρο 1 του κανονισμού 1921/94 η ποσόστωση που είχε ανοιχθεί για το χρονικό διάστημα από τις 15 Μαρτίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 1994 αυξήθηκε, όσον αφορά τα παιχνίδια που υπάγονται στον κωδικό ΕΣ/ΣΟ 9503 41, από 158 965 083 ECU σε 204 500 000 ECU.
15 Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού διευκρινίζεται ότι συνεπεία της εφαρμογής της ποσοστώσεως που έχει καθοριστεί με τον κανονισμό 519/94 παρατηρήθηκαν διαταραχές στις εμπορικές συναλλαγές με τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας οι οποίες επηρέασαν τις δραστηριότητες των οικονομικών τομέων της Κοινότητας που έχουν σχέση με την εισαγωγή, τη διάθεση στο εμπόριο και τη μεταποίηση των εν λόγω παιχνιδιών και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία οικονομικών δυσχερειών.
16 Επομένως, το Συμβούλιο έκρινε σκόπιμο να προσαρμόσει την εν λόγω ποσόστωση, αυξάνοντάς την καταλλήλως για το έτος 1994, με την επιφύλαξη επανεξετάσεως της καταστάσεως (τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού) (10).
Αιτήματα των διαδίκων
17 Στην υπόθεση C-150/94, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ:
- να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 519/94 του Συμβουλίου, καθόσον εφαρμόζεται στα παιχνίδια που υπόκεινται στις δασμολογικές κλάσεις ΕΣ/ΣΟ 9503 41, 9503 49 και 9503 90·
- να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
18 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επεμβαίνει προς στήριξη των αιτημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου.
19 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή·
- να απορρίψει ως απαράδεκτο τον νέο λόγο ακυρώσεως που διατυπώνεται στα σημεία 16 έως 18 του δικογράφου παρεμβάσεως, όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση, στο πλαίσιο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξεως, του άρθρου 3 Β, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης και, επικουρικώς, να απορρίψει τον νέο αυτό λόγο ακυρώσεως ως αβάσιμο·
- να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
20 Το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή παρεμβαίνουν προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Ζητούν την απόρριψη της προσφυγής. Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί να καταδικαστεί το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
21 Στην υπόθεση C-284/94, το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 173:
- να ακυρώσει τον κανονισμό 1921/94·
- να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
22 Το Συμβούλιο ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
23 Η Επιτροπή παρεμβαίνει προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου και ζητεί να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Εξέταση των λόγων ακυρώσεως που προβάλλονται κατά του κανονισμού 519/94
24 Το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται πέντε λόγους ακυρώσεως που αντλούνται από:
- παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης·
- έλλειψη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ή πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμησή τους·
- τον αυθαίρετο χαρακτήρα των εν λόγω ποσοστώσεων·
- παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας·
- παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
25 Θα εξετάσουμε διαδοχικά κάθε έναν από αυτούς τους λόγους.
26 Νομίζω ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάσει το βάσιμο ενός έκτου λόγου που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και τον οποίο διατύπωσε για πρώτη φορά το Ηνωμένο Βασίλειο με τις παρατηρήσεις του (11) επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου της Ισπανίας. Ο λόγος αυτός, προβαλλόμενος παρεμπιπτόντως επ' ευκαιρία των απόψεων που αναπτύχθηκαν σε σχέση με τον ανωτέρω δεύτερο λόγο του δικογράφου της προσφυγής, είναι απαράδεκτος κατ' εφαρμογήν του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης
27 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 519/94 δεν είναι αιτιολογημένος ή δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία. Η έκτη αιτιολογική σκέψη είναι τελείως ακατάλληλη για να αιτιολογήσει τη θέσπιση κοινοτικών ποσοστώσεων επί των ένδικων παιχνιδιών, καθώς, προκειμένου να δικαιολογηθούν τέτοιοι ποσοτικοί περιορισμοί, κάνει μνεία του «βαθμού ευαισθησίας ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας».
28 Εκ προοιμίου, το προσφεύγον κράτος μέλος υποστηρίζει ότι η έκταση των εν λόγω περιορισμών είναι τέτοια ώστε αυτές έχουν «οιονεί ποινικό» χαρακτήρα, οπότε απαιτούν ιδιαίτερα προσεκτική εξέταση.
29 Στη συνέχεια, προβάλλει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός στηρίζεται στις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την εμπορική πολιτική, το αντικείμενο της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 110 της Συνθήκης, συνίσταται στην «(...) προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές και (...) στον περιορισμό των τελωνειακών φραγμών».
30 Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού καθιερώνει την αρχή της ελευθερώσεως των εισαγωγών. Καθόσον οι ποσοστώσεις αποτελούν εξαίρεση από αυτήν την αρχή, το Συμβούλιο θα έπρεπε να είχε διευκρινίσει με ιδιαίτερη επιμέλεια τους λόγους της επιλογής στην οποία προέβη.
31 Θα έπρεπε να είχε διευκρινίσει:
- γιατί ορισμένοι τομείς της κοινοτικής βιομηχανίας παρουσιάζουν ευαισθησία στην εισαγωγή των ένδικων παιχνιδιών που προέρχονται από τη Λαϋκή Δημοκρατίας της Κίνας και όχι από κάθε άλλη τρίτη χώρα·
- γιατί ήταν αναγκαίο να αντικατασταθεί από περιορισμό κοινοτικής διαστάσεως ένα εθνικό μέτρο ποσοστώσεως που αντιπροσώπευε μόνον το 2 % της αξίας των εισαγωγών των ένδικων παιχνιδιών προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας, ενώ ο εθνικός περιορισμός θα μπορούσε να έχει καταργηθεί ή αντικατασταθεί από ένα προστατευτικό μέτρο σε περιφερειακό επίπεδο, δεδομένου ότι αυτό το είδος μέτρων προβλέπεται εξάλλου από τον ίδιο τον κανονισμό·
- γιατί ήταν αναγκαίο να αντικατασταθεί ένα περιοριστικό μέτρο που είχε ασήμαντα αποτελέσματα σε κοινοτικό επίπεδο από ένα μέτρο τόσο σημαντικής επιπτώσεως λόγω της θεαματικής αυξήσεως που συνεπαγόταν.
32 Το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1979 (12), από την οποία προκύπτει η ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως όλων των λεπτομερειακών ρυθμίσεων που τυχόν περιλαμβάνει ένα μέτρο λαμβανόμενο δυνάμει πράξεως γενικής εφαρμογής, εφόσον οι λεπτομερειακές αυτές ρυθμίσεις δεν εντάσσονται στο συστηματικό πλαίσιο της όλης ρυθμίσεως. ςΟμως, κατ' αυτό, οι ποσοστώσεις συνιστούν εξαίρεση μη εντασσόμενη στο συστηματικό πλαίσιο του επίμαχου κανονισμού ούτε σ' αυτό του κανονισμού 3420/83. Η εξαίρεση αυτή είναι τελείως διαφορετικής φύσεως από τον απλό εθνικό περιορισμό που εφαρμόζεται δυνάμει του τελευταίου αυτού κανονισμού. Αποτελεί τελείως νέο περιορισμό, οπότε το Συμβούλιο θα έπρεπε να διευκρινίσει γιατί ήταν αναγκαία η παρέκκλιση αυτή από τον κανονισμό 3420/83. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως είναι ουσιώδης σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της ακολουθούμενης πολιτικής.
33 Αν υποτεθεί ότι οι επίμαχες ποσοστώσεις αποτελούν μέρος του νέου εμπορικού καθεστώτος που διέπει τις σχέσεις με τη Λαϋκή Δημοκρατίας της Κίνας, συνιστούν εντούτοις εξαίρεση από την αρχή της ελευθερώσεως των εισαγωγών στην οποία στηρίζεται το καθεστώς αυτό.
34 Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η ανεπαρκής αιτιολογία της πράξεως δεν θεραπεύεται από τη διευκρίνιση που παρέσχε το Συμβούλιο κατά το στάδιο της παρούσας προσφυγής και η οποία ανάγεται στην αύξηση των κινεζικών εισαγωγών. Τονίζει επίσης ότι το Συμβούλιο, στο υπόμνημά του αντικρούσεως, προσπαθεί να δικαιολογήσει το επίπεδο των ποσοστώσεων που θεσπίστηκαν, ενώ ο κανονισμός δεν περιέχει καμία διευκρίνιση ως προς το σημείο αυτό.
35 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επαναλαμβάνει την επιχειρηματολογία του Ηνωμένου Βασιλείου και υποστηρίζει ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως επέβαλε λεπτομερή ανάλυση βάσει της αρχής της αναλογικότητας, αρχής που περιελήφθη ρητώς στο άρθρο 3 Β, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, η οποία απαιτεί ιδίως να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των κρατών μελών. Το Συμβούλιο, επικαλούμενο το άρθρο 37 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, προβάλλει το απαράδεκτο αυτού του ισχυρισμού, τον οποίο χαρακτηρίζει ως νέο.
36 Αρχίζοντας την ανάλυση του λόγου που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο, υπογραμμίζω ότι η εξέταση του ζητήματος της ανεπάρκειας αιτιολογίας μιας πράξεως είναι ανεξάρτητη από την κρίση του βασίμου της αιτιολογίας αυτής.
37 Θα προβώ επιπλέον σε διάφορες υπομνήσεις.
38 Το άρθρο 190 της Συνθήκης, επιβάλλοντας την υποχρέωση αιτιολογήσεως, δεν ανταποκρίνεται απλώς σε μία τυπική μέριμνα, αλλά σκοπεί να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα προασπίσεως των δικαιωμάτων τους, στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ασκήσεως του ελέγχου του και στα κράτη μέλη, καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο υπήκοο, τη δυνατότητα να γνωρίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες το θεσμικό όργανο εφάρμοσε τη Συνθήκη (13).
39 Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται, εντούτοις, από τη φύση της οικείας πράξεως. ςΟταν πρόκειται για πράξη γενικής εφαρμογής, όπως είναι ο κανονισμός, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στο να αναφέρει, αφενός, την όλη κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή της και, αφετέρου, τους γενικούς στόχους που αυτή επιδιώκει. Επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται να προσδιορίζει τα διάφορα πραγματικά περιστατικά, ενίοτε πολυάριθμα και πολύπλοκα, ενόψει των οποίων εκδόθηκε ο κανονισμός, ούτε, κατά μείζονα λόγο, να περιέχει εκτίμηση λιγότερο ή περισσότερο εξαντλητική (14).
40 Η ειδική αιτιολόγηση ορισμένων στοιχείων μιας πράξεως γενικής εφαρμογής δεν είναι αναγκαία όταν τα στοιχεία αυτά εντάσσονται στο συστηματικό πλαίσιο του συνόλου των μέτρων που λαμβάνονται με την πράξη (15) ή όταν ο ίδιος ο κανονισμός εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του συστήματος του οποίου αποτελεί μέρος (16).
41 Εξάλλου, κρινόμενη ενόψει όχι μόνον του κειμένου της πράξεως, αλλά και των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπει το σχετικό θέμα, η απαίτηση αιτιολογήσεως μπορεί ωσαύτως να μην καθιστά αναγκαία ειδική αιτιολόγηση όλων των ουσιωδών πραγματικών και νομικών στοιχείων (17). Αυτό συμβαίνει όταν τα κράτη μέλη μετέσχαν ενεργά στη διαδικασία καταρτίσεως της επίδικης πράξεως και, επομένως, γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η πράξη αυτή (18).
42 Εν προκειμένω, πρόκειται για την αιτιολόγηση ενός κανονισμού, πράξεως γενικής εφαρμογής.
43 Δεν θα σταθώ στον ισχυρισμό περί «οιονεί ποινικής» φύσεως των ποσοστώσεων. νΟπως υπογραμμίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η ιδέα της «κυρώσεως» είναι τελείως ξένη προς τη θέσπιση των περιορισμών που υιοθετήθηκαν.
44 Ο κανονισμός 519/94 διευκρινίζει τη γενική κατάσταση που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοσή του:
- τα κοινά καθεστώτα που ισχύουν για τις εισαγωγές δυνάμει, ιδίως, των κανονισμών 1766/82 και 3420/83, εξακολουθούν να παρέχουν τη δυνατότητα εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων οι οποίες επιτρέπουν στα κράτη μέλη να εξακολουθούν να εφαρμόζουν εθνικά μέτρα κατά την εισαγωγή προϋόντων καταγωγής των εν λόγω χωρών (πρώτη αιτιολογική σκέψη)·
- δυνάμει του άρθρου 7 Α της Συνθήκης, από την 1η Ιανουαρίου 1993 η εσωτερική αγορά αποτελείται από έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων (δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
45 Εκκινώντας από αυτή τη διαπίστωση, ο κοινοτικός νομοθέτης εξαγγέλλει τους στόχους του και τα μέσα που επιλέγονται για την επίτευξή τους:
- αποσκοπεί στην ολοκλήρωση της κοινής εμπορικής πολιτικής όσον αφορά το καθεστώς των εισαγωγών ως απαραίτητο συμπλήρωμα της ολοκληρώσεως της εσωτερικής αγοράς και προκειμένου οι κανόνες που διέπουν τις εμπορικές συναλλαγές της Κοινότητας με τις τρίτες χώρες να αντικατοπτρίζουν ορθά την ολοκλήρωση των αγορών (τρίτη αιτιολογική σκέψη)·
- προς τον σκοπό αυτό, προβλέπει την κατάργηση των εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων που προέρχονται από τα εθνικά μέτρα εμπορικής πολιτικής που εξακολουθούν να ισχύουν και ιδίως των ποσοτικών περιορισμών που διατηρούνται από τα κράτη μέλη δυνάμει του κανονισμού 3420/83 (τέταρτη αιτιολογική σκέψη)·
- εκθέτει ότι η ελευθέρωση των εισαγωγών, δηλαδή η απουσία κάθε ποσοτικού περιορισμού, θα πρέπει να αποτελεί το σημείο εκκινήσεως του κοινοτικού καθεστώτος (πέμπτη αιτιολογική σκέψη)·
- ωστόσο, για έναν περιορισμένο αριθμό προϋόντων, καταγωγής Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας, θα πρέπει, λόγω του βαθμού ευαισθησίας ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας, να προβλεφθούν ποσοτικές ποσοστώσεις και μέτρα επιτηρήσεως εφαρμοζόμενα σε κοινοτικό επίπεδο, ενώ συγχρόνως προβλέπει μια διαδικασία επανεξετάσης και ελέγχου των μέτρων αυτών ώστε να προσαρμόζονται στην εξέλιξη της καταστάσεως (έκτη αιτιολογική σκέψη)·
- όσον αφορά τα λοιπά προϋόντα, προβλέπει τη δυνατότητα μέτρων επιτηρήσεως και διασφαλίσεως, ενδεχομένως σε επίπεδο περιφέρειας (όγδοη έως δέκατη αιτιολογική σκέψη).
46 ηΟπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή (19), η αιτιολόγηση της πράξεως διευκρινίζει επομένως: 1) το πλαίσιο εντός του οποίου υιοθετήθηκαν οι ποσοστώσεις (ολοκλήρωση της εμπορικής πολιτικής προκειμένου να καταστεί δυνατή η καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η γενική ελευθέρωση του εμπορίου), 2) τη βάση που χρησίμευσε για την επιλογή των τομέων που υπόκεινται στις κοινοτικές ποσοστώσεις (περιορισμένος αριθμός και βαθμός ευαισθησίας του οικείου τομέα) και 3) τον λόγο για τον οποίο ήσαν αναγκαίες οι κοινοτικές ποσοστώσεις («ολοκλήρωση των αγορών», δηλαδή απουσία ελέγχων στα σύνορα εντός της εσωτερικής αγοράς).
47 Μία ποσόστωση αποτελεί, εξ ορισμού μάλιστα, προστατευτικό μέτρο κατά των εισαγωγών ή, ακριβέστερα, κατά του βλαπτικού ανταγωνισμού που μπορούν να προκαλέσουν οι εισαγωγές αυτές για τους οικείους επιχειρηματίες της Κοινότητας. Το γεγονός και μόνον της θεσπίσεώς της δείχνει ότι, κατά τον νομοθέτη, το προϋόν που αποτελεί αντικείμενο της ποσοστώσεως θα συνιστούσε κίνδυνο για τα κοινοτικά συμφέροντα, αν μπορούσε να εισάγεται απεριορίστως. ςΟταν ο κοινοτικός νομοθέτης αναφέρεται συνθετικά στον «βαθμό ευαισθησίας ορισμένων τομέων της κοινοτικής νομοθεσίας», διευκρινίζει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι το προϋόν της τρίτης χώρας βρίσκεται σε ευνοϋκή από απόψεως ανταγωνισμού κατάσταση σε σχέση με το αντίστοιχο κοινοτικό προϋόν, συχνότατα λόγω της ανταγωνιστικότητας της τιμής, και, επομένως, θα μπορούσε να βλάψει τις δυνατότητες πωλήσεως, μάλιστα δε την ύπαρξη των κοινοτικών επιχειρήσεων που παράγουν ένα ομοειδές προϋόν.
48 Κατά τη διάρκεια της δίκης, το Συμβούλιο προέβαλε ότι έλαβε υπόψη τη σημαντική αύξηση, κατά τη διάρκεια των προηγουμένων ετών, των εισαγωγών επίδικων παιχνιδιών προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας. Το στοιχείο αυτό της αιτιολογίας δεν αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 519/94. Πάντως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα κράτη μέλη, ειδικότερα δε το προσφεύγον, είχαν γνώση του στοιχείου αυτού καθόσον είχαν στενά συμμετάσχει στη διαδικασία καταρτίσεως του κανονισμού. Στο δικόγραφο της προσφυγής του (20), το Ηνωμένο Βασίλειο υπενθυμίζει ότι, επ' ευκαιρία της διαβιβάσεως, τον Νοέμβριο του 1992, μιας προτάσεως κανονισμού, η Επιτροπή είχε περιγράψει το μελετώμενο κοινοτικό σύστημα, στη συνέχεια δε προσθέτει: «Στην περίπτωση των εν λόγω παιχνιδιών, η Επιτροπή πρότεινε ποσοτικούς περιορισμούς επί κοινοτικού επιπέδου. Προσπάθησε να δικαιολογήσει την πρότασή της, υπογραμμίζοντας το σημαντικό μερίδιο της κοινοτικής αγοράς που κατέχουν οι κινεζικές εισαγωγές, τη σημαντική αύξηση των κινεζικών εισαγωγών, καθώς και τους υφιστάμενους εθνικούς περιορισμούς» (21). Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η Επιτροπή γνωστοποίησε στο Συμβούλιο, αλλά και στα κράτη μέλη, ότι οι μελετώμενοι περιορισμοί στηρίζονταν ιδίως στην κατάσταση των κινεζικών προϋόντων στην κοινοτική αγορά και στην αισθητή αύξηση των εισαγομένων ποσοτήτων. Επομένως, το προσφεύγον αντιτάχθηκε στους προτεινόμενους από την Επιτροπή περιορισμούς των εισαγωγών με επίγνωση των στοιχείων αυτών της αιτιολογίας, κατά το πρώτο στάδιο της καταρτίσεως της πράξεως (22). Υπό τις ίδιες δε ακριβώς συνθήκες, εξακολούθησε να αντιτάσσεται στη θέσπιση κοινοτικών ποσοστώσεων επί των παιχνιδιών, όταν επανελήφθησαν οι συζητήσεις τον Ιανουάριο του 1994 (23).
49 Από τις διαπιστώσεις αυτές προκύπτει ότι το Συμβούλιο, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν προσπάθησε να θεραπεύσει, κατά το στάδιο του υπομνήματός του αντικρούσεως, την ανεπαρκή αιτιολογία της πράξεως. Η επίδικη αιτιολογία ήταν ήδη γνωστή στο προσφεύγον όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη. Η αρχή κατά την οποία απαγορεύεται, κατά τα στάδια της ένδικης διαδικασίας, η βελτίωση της ανεπαρκούς αιτιολογίας (24) δεν μπορεί, επομένως, να εφαρμοστεί εν προκειμένω.
50 Τέλος, όπως προκύπτει, ο κανονισμός 519/94, τόσο από τη διατύπωσή του όσο και από τις συνθήκες της καταρτίσεώς του, ανταποκρίνεται ικανονοποιητικά στην ελάχιστη υποχρέωση αιτιολογήσεως, όπως αυτή έχει καθιερωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση Beus.
51 Κατόπιν αυτού του συμπεράσματος, τίθεται το ζήτημα αν, εν προκειμένω, ήταν αναγκαία ειδική αιτιολόγηση όλων των λεπτομερειών εφαρμογής της πράξεως βάσει της νομολογίας που υπομνήστηκε στο σημείο 40 ανωτέρω. Ειδικότερα, πρόκειται για την κρίση του ζητήματος αν ο κανονισμός έπρεπε να διευκρινίζει όλους τους λόγους που υπαγόρευσαν την επιλογή και το ύψος των βαλλομένων ποσοστώσεων.
52 Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από το αν οι ποσοστώσεις εντάσσονται ή όχι στο συστηματικό πλαίσιο της ίδιας συνολικής ρυθμίσεως.
53 Το βασικό αντικείμενο του προσβαλλόμενου κανονισμού είναι να «ολοκληρωθεί» (25) η κοινή εμπορική πολιτική.
54 Κατά το άρθρο 113, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η πολιτική αυτή διαμορφώνεται βάσει ενιαίων αρχών, ιδίως όσον αφορά τις μεταβολές δασμολογικών συντελεστών, τη σύναψη δασμολογικών και εμπορικών συμφωνιών, την ενοποίηση των μέτρων ελευθερώσεως, την πολιτική εξαγωγών και τα μέτρα εμπορικής άμυνας.
55 Με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου (26), η πολιτική αυτή περιελήφθη στον τομέα των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας.
56 ςΕκτοτε, μέτρα εμπορικής πολιτικής εθνικού χαρακτήρα επιτρέπονται μόνο δυνάμει ειδικής εξουσιοδοτήσεως της Κοινότητας (27).
57 Οι εθνικοί ποσοτικοί περιορισμοί που επιτρέπονταν κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 3420/83 απέρρεαν από ένα σύστημα που διαπνεόταν από αυτή την αρχή. Η πραγματοποίηση της «εσωτερικής αγοράς» επέβαλε ακριβώς να τεθεί τέρμα σ' αυτές τις παρεκκλίσεις από την κοινή εμπορική πολιτική. Πράγματι, η κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα ήταν τέτοιας φύσεως ώστε να στερήσει από κάθε αποτελεσματικότητα τους επιτρεπόμενους εθνικούς περιορισμούς.
58 Επομένως, ο σκοπός της εμπορικής πολιτικής που προβλέπεται στη Συνθήκη και η επιτασσόμενη αποτελεσματικότητα των περιορισμών επί των εισαγωγών συνδυάζονταν για να δικαιολογηθεί η μεταφορά επί κοινοτικού επιπέδου της εκτιμήσεως των αναγκαίων μέτρων. Προς τούτο έπρεπε να πραγματοποιηθεί συγκέντρωση της εξουσίας εκτιμήσεως στο επίπεδο των θεσμικών οργάνων συγχρόνως με τη διεύρυνση, στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς, του πρίσματος εκτιμήσεως των συμφερόντων της Κοινότητας. Η ύπαρξη, προηγουμένως, ενός ή περισσοτέρων εθνικών περιορισμών δεν αποτελούσε αποφασιστικό στοιχείο. Περιλαμβανόταν απλώς μεταξύ άλλων παραμέτρων, στην πρώτη θέση των οποίων ήταν τα οικονομικά δεδομένα που αφορούσαν την Κοινότητα στο σύνολό της, όπως τα δεδομένα αυτά ήσαν γνωστά κατά την ημερομηνία της εκτιμήσεως της καταστάσεως.
59 Το συστηματικό πλαίσιο του κανονισμού 519/94 αντιστοιχεί επομένως σε μια διαφορά επιπέδου, αλλά και όχι και φύσεως, του προηγουμένου πλαισίου. υΟπως και το προηγούμενο πλαίσιο, το παρόν εξακολουθεί να έχει τον χαρακτήρα μέσου εμπορικής πολιτικής. Δεν αποτελεί το αποτέλεσμα «σημαντικής μεταβολής της ακολουθούμενης πολιτικής» (28), αλλά την απόληξη της εφαρμογής της κοινής εμπορικής πολιτικής που προβλέπει η Συνθήκη.
60 ηΟμως, το χαρακτηριστικό ενός προστατευτικού μέτρου συνίσταται γενικά στον καθορισμό των προϋόντων των οποίων η εισαγωγή είναι ελεύθερη και αυτών των οποίων η εισαγωγή υπόκειται σε περιορισμούς, καθώς και στον προσδιορισμό της φύσεως και της σημασίας των θεσπιζομένων περιορισμών. Οι περιορισμοί αποτελούν μέρος του συνόλου. Είναι απλώς μέσα για την επίτευξη του επιθυμητού βαθμού προστασίας.
61 ςΟπως ακριβώς οι εθνικές ποσοστώσεις αποτελούν ένα στοιχείο του γενικού συνολικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται, έτσι και οι κοινοτικές ποσοστώσεις και άλλοι περιορισμοί επί των εισαγωγών συνιστούν εφεξής στοιχεία του συστηματικού πλαισίου του κανονισμού 519/94. Ο κανονισμός αυτός εντάσσεται, εξάλλου, πλήρως στο συνολικό πλαίσιο το οποίο συνιστά η κοινή εμπορική πολιτική, η οποία τείνει να καταλαμβάνει «(...) το σύνολο των μέτρων που προορίζονται να ρυθμίσουν τις οικονομικές σχέσεις με τις τρίτες χώρες» (29).
62 Κατά συνέπεια, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν ήταν υποχρεωμένος να αιτιολογήσει ειδικά την πραγματοποιηθείσα από αυτόν επιλογή ενός περιορισμού επί των εισαγωγών αντί της ελευθερώσεως των εν λόγω παιχνιδιών ούτε την πραγματοποιηθείσα από αυτόν επιλογή μιας κοινοτικής ποσοστώσεως αντί ενός μέτρου επιτηρήσεως ή προστασίας σε επίπεδο περιφέρειας, ούτε καν, τέλος, το ύψος των ποσοστώσεων που θεσπίστηκαν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να απαιτείται η αιτιολόγηση της πράξεως να διευκρινίζει τα διάφορα περιστατικά, πολυάριθμα και πολύπλοκα, ενόψει των οποίων εκδόθηκε ο κανονισμός. Παρατηρώ ότι το στοιχείο της αιτιολογίας που αντλείται από τον «βαθμό ευαισθησίας ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας» εφαρμόζεται, με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, τόσο στις ποσοτικές ποσοστώσεις, που ανέρχονται σε 15 για 7 κατηγορίες προϋόντων, όσο και σε μέτρα επιτηρήσεως που αφορούν προϋόντα που υπάγονται σε 37 κωδικούς ΕΣ/ΣΟ και 27 κατηγορίες προϋόντων. Ας σκεφθούμε τον αριθμό των περιστατικών και των αναλύσεων που θα έπρεπε να περιληφθούν σε μία αιτιολογία σύμφωνα με την επιθυμία της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Ας έχουμε επίσης συνείδηση του γεγονότος ότι, σε χιλιάδες εθνικούς περιορισμούς που επανεξετάστηκαν επ' ευκαιρία της καταρτίσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, ο νομοθέτης θα μπορούσε κάλλιστα, σε κοινοτικό επίπεδο, να διατηρήσει όχι μερικές δεκάδες, αλλά πολλές εκατοντάδες από αυτούς. Μπορούμε, έστω και μια στιγμή, να φαντασθούμε ότι ο κανονισμός θα έπρεπε να περιέχει λεπτομερή αριθμητικά στοιχεία και λεπτομερείς οικονομικές αναλύσεις που να διευκρινίζουν όλες τις πραγματοποιηθείσες επιλογές;
63 Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω δεν αποδυναμώνεται από τον ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου ότι μία ποσόστωση, ως εξαίρεση από την αρχή της ελευθερώσεως των εισαγωγών που απορρέει από το άρθρο 110 της Συνθήκης και από τον ίδιο τον προσβαλλόμενο κανονισμό, πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και, επομένως, να αιτιολογείται ειδικά.
64 Το θετικό δίκαιο γνωρίζει πράγματι την αρχή κατά την οποία μια εξαίρεση από έναν κανόνα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά. Εντούτοις, δεν μπορώ να προσχωρήσω στο συμπέρασμα που συνάγει το Ηνωμένο Βασίλειο από την αρχή αυτή.
65 Πράγματι, η αρχή της αυστηρής ερμηνείας εξυπηρετεί στο να προσδιοριστούν επί της ουσίας τα όρια μιας εξαιρέσεως (30) και όχι ο βαθμός της αιτιολογήσεως. Ο βαθμός της αιτιολογήσεως καθορίζεται κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου που αφορά την έννοια του «συστηματικού πλαισίου». υΟπως είδαμε, ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί κάλλιστα να περιέχει ένα μέτρο που παράγει αποτελέσματα σύμφωνα με τη σχέση «αρχή-εξαίρεση».
66 Η σχέση αυτή δεν μπορεί, επομένως, να τύχει επικλήσεως προς στήριξη του λόγου που στηρίζεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης.
67 Από το σύνολο των προηγουμένων παρατηρήσεων προκύπτει ότι ο λόγος που αντλεί το Ηνωμένο Βασίλειο από το άρθρο 190 της Συνθήκης είναι αβάσιμος.
68 Τι πρέπει να λεχθεί για την ύπαρξη υποχρεώσεως ειδικής αιτιολογήσεως ενόψει της αρχής της αναλογικότητας η οποία, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, υφίσταται αφότου η αρχή αυτή ενσωματώθηκε στο άρθρο 3 Β, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση;
69 Συνιστά ο ισχυρισμός της παρεμβαίνουσας νέο ισχυρισμό, απαράδεκτο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 37, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου;
70 Δεν νομίζω ότι πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό και, επομένως, νέο. Ο ισχυρισμός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αναφέρεται στο περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης. Η παρεμβαίνουσα αντλεί απλώς επιχείρημα από τη προσθήκη, στο κείμενο της Συνθήκης, της αρχής της αναλογικότητας που έχει καθιερωθεί από το Δικαστήριο, για να υποστηρίξει ότι η αρχή αυτή επεισέρχεται στο πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των κοινοτικών πράξεων.
71 Είναι βάσιμο το επιχείρημα;
72 Η απάντησή μου είναι αρνητική. Η νομολογία του Δικαστηρίου ουδέποτε καθιέρωσε υποχρέωση ειδικής αιτιολογήσεως από πλευράς της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή λαμβάνεται υπόψη κατά τον έλεγχο της ασκήσεως της εξουσίας της εκτιμήσεως του οργάνου που θεσπίζει μια κοινοτική πράξη. Ελλείψει ρητής διατάξεως της Συνθήκης, δεν μπορεί να καταστεί υποχρεωτικό σημείο αναφοράς της αιτιολογήσεως που απαιτείται από το άρθρο 190 της Συνθήκης συνεπεία της προσθήκης σ' αυτήν ενός νέου άρθρου 3 Β.
73 Ο λόγος που στηρίζεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης, όπως αναπτύχθηκε από το προσφεύγον και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρέπει τελικά να απορριφθεί.
Επί της ελλείψεως εκτιμήσεως των περιστατικών ή επί της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως των περιστατικών αυτών.
74 Στην από κοινού ανάπτυξη των πέντε λόγων ακυρώσεως που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής του, το Ηνωμένο Βασίλειο, στηριζόμενο τόσο στον σκοπό της ελευθερώσεως των συναλλαγών που θέτει το άρθρο 110 της Συνθήκης όσο και στην αρχή της ελευθερώσεως των εισαγωγών που ορίζεται με τον κανονισμό 519/94, ισχυρίζεται ότι οι επίδικες ποσοστώσεις, ως εξαίρεση από την αρχή της ελευθερώσεως, πρέπει να δικαιολογούνται πλήρως από απόψεως κοινοτικού δικαίου. Υπενθυμίζει ότι η εξαίρεση από μια γενική αρχή πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά.
75 Προβάλλει ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, ο μόνος εθνικός περιορισμός που ίσχυε για τα εν λόγω παιχνίδια ήταν η ποσόστωση που είχε ανοιχθεί από το Βασίλειο της Ισπανίας στις απευθείας εισαγωγές προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας. Η μετάβαση από αυτή την κατάσταση στην κατάσταση που απορρέει από τον κανονισμό συνιστά μεταβολή βασικής θέσεως εκ μέρους του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο μετέβη από την έγκριση ενός εμπορικού περιορισμού εντός κράτους μέλους σ' έναν περιορισμό ισχύοντα σε όλα τα κράτη μέλη.
76 Το Συμβούλιο ενήργησε επομένως εν ανυπαρξία κάθε στοιχείου, εκθέσεως ή έρευνας που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιλογή αυτή βάσει εκτιμήσεως των ουσιωδών περιστατικών.
77 Η εκτίμηση θα έπρεπε να αφορά ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία:
- τη θέση και την κατάσταση της ισπανικής βιομηχανίας παιχνιδιών·
- τα επιχειρήματα υπέρ ή κατά της επεκτάσεως της προστασίας της ισπανικής βιομηχανίας παιχνιδιών σε σχέση με λύση συνιστάμενη στη διατήρηση των υφισταμένων περιορισμών μέσω μέτρου διασφαλίσεως σε περιφερειακό επίπεδο·
- τη θέση των βιομηχανιών παιχνιδιών στα άλλα κράτη μέλη·
- την ισορροπία των συμφερόντων μεταξύ του μέρους της κοινοτικής βιομηχανίας παιχνιδιών που επιδίωκε προστασία και του μέρους που αποτελούσε την πλειονότητα, το οποίο ήταν αντίθετο στην προστασία αυτή·
- τα αποτελέσματα των προτεινόμενων μέτρων και,
- γενικότερα, την ισορροπία των συμφερόντων της Κοινότητας στο πλαίσιο του ελεύθερου εμπορίου και του προστατευτισμού.
78 Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν διατύπωσε άποψη για κανένα από αυτά τα σημεία, ο κανονισμός 519/94 θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω ελλείψεως εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Αν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως δικαιολογεί την ακύρωση, η έλλειψη εκτιμήσεως την δικαιολογεί ακόμη περισσότερο.
79 Επικουρικώς, το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
80 Στο υπόμνημά του απαντήσεως, τονίζει ότι ο μόνος λόγος που επικαλέστηκε το Συμβούλιο είναι η ταχεία αύξηση των εν λόγω εισαγωγών παιχνιδιών από το 1990.
81 Θεωρεί ότι η αύξηση αυτή δεν αποτελεί, καθαυτή, επαρκή δικαιολογία.
82 Η εκτίμηση του νομοθέτη δεν είναι ορθή, καθόσον:
- δεν εξετάστηκαν τα αποτελέσματα της αυξήσεως των εισαγωγών επί της κοινοτικής βιομηχανίας·
- δεν πραγματοποιήθηκε καμία έρευνα ως προς το μέγεθος, τη δομή, την παραγωγή, την ικανότητα παραγωγής και την αποδοτικότητα της κοινοτικής βιομηχανίας παιχνιδιών ούτε στην ίδια την κοινοτική αγορά παιχνιδιών (κατάσταση από απόψεως στατιστικών δεδομένων, ανάπτυξη ή οπισθοδρόμηση).
83 Το Συμβούλιο δεν προσκόμισε καμία απόδειξη ως προς το ότι διέθετε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο εκτός της αυξήσεως των κινεζικών εισαγωγών για να καταλήξει στην απόφαση ότι η κοινοτική βιομηχανία είχε ανάγκη προστασίας.
84 Στις παρατηρήσεις του επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου της Ισπανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται, όσον αφορά την αρχή της αυστηρής ερμηνείας των εξαιρέσεων, ότι έπρεπε να ληφθεί αναλογικά ως γνώμονας το εσωτερικό εμπορικό καθεστώς της Κοινότητας, του οποίου η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί τη βασική αρχή (άρθρα 12 επ. και άρθρα 30 επ. της Συνθήκης). Στον τομέα αυτό, η εξαίρεση που απορρέει από το άρθρο 36 της Συνθήκης και από την έννοια των «επιτακτικών αναγκών» συνιστά παρέκκλιση από μία θεμελιώδη αρχή και πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά.
85 Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο, για να επιβάλει έναν νέο περιορισμό έναντι των άλλων πλην του Βασιλείου της Ισπανίας κρατών μελών, σε χρόνο κατά τον οποίο το εμπόριο των εν λόγω παιχνιδιών είχε ελευθερωθεί εν τοις πράγμασι, έπρεπε να ακολουθήσει την ίδια διαδικασία (ή ανάλογη διαδικασία) με αυτήν που προβλέπει ο κανονισμός 519/94 για τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως.
86 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 110 της Συνθήκης, όταν διατήρησε υφιστάμενους περιορισμούς και θέσπισε νέους, αγνοώντας τον γενικό σκοπό που καθορίζει αυτή τη διάταξη πρωτογενούς δικαίου.
87 Απαντώντας στην παρεμβαίνουσα, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι αυτή δεν προσκομίζει καμία απόδειξη για μία τέτοια παράλειψη και ότι το προσφεύγον δεν αναφέρθηκε στο σημείο αυτό. Κατά συνέπεια, ζητεί να μη γίνει δεκτό το επιχείρημα αυτό. Εν πάση περιπτώσει, προβάλλει ότι το άρθρο 110 της Συνθήκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούσε εμπόδιο στη θέσπιση από το Συμβούλιο των προσβαλλομένων ποσοστώσεων στο πλαίσιο του άρθρου 113 της Συνθήκης.
88 ςΟπως και ως προς τον προηγούμενο λόγο, θα υπενθυμίσω το θετικό δίκαιο που αφορά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, πριν αντιπαραθέσω τις αρχές που θα συναχθούν κατ' αυτόν τον τρόπο προς τις εν προκειμένω περιστάσεις.
89 Στους τομείς που καθιστούν αναγκαία την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων, το αρμόδιο όργανο έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Ελέγχοντας τη νομιμότητα της ασκήσεως αυτής της αρμοδιότητας, ο δικαστής πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο αν η άσκηση αυτή πάσχει από πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή αν η αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως (31).
90 Ειδικότερα, όταν για τη θέσπιση μιας ρυθμίσεως ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα της ρυθμίσεως αυτής και τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι καταφανώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο εν λόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της ρυθμίσεως (32).
91 Η διακριτική ευχέρεια που έχει το θεσμικό όργανο κατά την εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη φύση και το περιεχόμενο των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν, αλλά, σε ορισμένο βαθμό, και στη διάγνωση βασικών στοιχείων, υπό την έννοια ιδίως ότι επιτρέπεται στο όργανο να στηριχθεί, ενδεχομένως, σε συνολικό πόρισμα (33).
92 Το βάρος αποδείξεως περί της πλάνης εκτιμήσεως, της καταχρήσεως εξουσίας ή της υπερβάσεως των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως φέρει ο διάδικος που επικαλείται την ακυρότητα της πράξεως (34).
93 Εν προκειμένω, πρόκειται για πράξη εμπίπτουσα στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής που προβλέπεται από το άρθρο 113 της Συνθήκης. Ο τομέας αυτός, όπως και ο τομέας της κοινής γεωργικής πολιτικής και της πολιτικής του ανταγωνισμού, συνεπάγεται πράγματι την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Τα αρμόδια θεσμικά όργανα διαθέτουν συνεπώς στους τομείς αυτούς ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.
94 Αναφερόμενος στον υπ' αυτήν την έννοια ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου, δέχομαι ότι, κατά μείζονα λόγο, η έλλειψη εκτιμήσεως των περιστατικών, όπως η πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των περιστατικών, δικαιολογεί την ακύρωση μιας πράξεως.
95 Μπορεί να θεωρηθεί στην παρούσα υπόθεση ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να προβεί σε εκτίμηση των περιστατικών;
96 νΟπως αναγνωρίζει το ίδιο το προσφεύγον, η Επιτροπή, και επομένως στη συνέχεια το Συμβούλιο, έλαβαν υπόψη, επί κοινοτικού επιπέδου, «το σημαντικό μερίδιο της κοινοτικής αγοράς που κατέχουν οι κινεζικές εισαγωγές και τη σημαντική αύξηση των κινεζικών εισαγωγών» (35).
97 Από μελέτη που πραγματοποίησε το Netherlands Economic Institute (Οικονομικό Ινστιτούτο των Κάτω Ξωρών, στο εξής: μελέτη ή μελέτη του ΝΕΙ) (36), η οποία προσκομίστηκε στη συζήτηση από το Συμβούλιο και δεν αμφισβητήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο, προκύπτει ότι το μέριδιο της κοινοτικής αγοράς των παιχνιδιών που κατέχουν οι εισαγωγές από μη κοινοτικές χώρες δεν είχε σταματήσει να αυξάνεται κατά τα έτη 1982 έως 1991.
98 Ο ακόλουθος πίνακας, που καταρτίστηκε βάσει αριθμητικών στοιχείων (σε εκατομμύρια ECU) που περιέχονται στους πίνακες 1 και 3 της μελέτης (37), απεικονίζει αυτή την εξέλιξη με την ένδειξη, ανά έτος, της σχέσεως «εισαγωγές από μη κοινοτικές χώρες/κατανάλωση εντός της Κοινότητας» (στο εξής: ΕΜΚ/ΚΚ στον πίνακα):
1982
1983
1984
1985
1986
1987
1988
1989
1990
1991
ΕΜΚ/ΚΚ
(%)
21,7
23,6
23,5
23,2
24,7
28,1
29,7
29,3
31,6
38,2
99 Κατά τη διάρκεια μόνον των ετών 1988 έως 1991, το μερίδιο της κοινοτικής αγοράς που κατείχαν οι εισαγωγές από μη κοινοτικές χώρες, το οποίο ανήλθε από 29,7 % σε 38,2 %, αυξήθηκε επομένως κατά 28,6 % (38).
100 Στον πίνακα 2 της μελέτης του ΝΕΙ (39) τονίζεται ότι κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος 1985 έως 1991 το ποσοστό της μέσης ετήσιας αυξήσεως ανερχόταν σε 10,2 %, ενώ το ποσοστό της ετήσιας αυξήσεως των εισαγωγών από μη κοινοτικές χώρες ήταν, όπως προέκυπτε, 18,8 %. Αυτό επιβεβαιώνει την αύξηση του βαθμού διεισδύσεως τους στην κοινοτική αγορά.
101 Στο υπόμνημά του αντικρούσεως (40), το Συμβούλιο υπενθυμίζει, για κάθε μία από τις τρεις κατηγορίες των επίδικων παιχνιδιών, την εξέλιξη των εισαγωγών από την Κίνα μεταξύ του 1988 και του 1993.
102 Καταρτισθέντες βάσει των αριθμητικών αυτών στοιχείων (41), οι ακόλουθοι πίνακες δείχνουν, ανά προϋόν και ανά έτος, τον βαθμό αυξήσεως των αντίστοιχων εισαγωγών σε σχέση με το προηγούμενο έτος, καθώς και το συνολικό ποσοστό των εισαγωγών που αντιπροσωπεύουν:
Παιχνίδια παραγεμισμένα που αναπαριστούν ζώα ή μη ανθρώπινες υπάρξεις
(κωδικός ΕΣ/ΣΟ 9503 41)
1988
1989
1990
1991
1992
1993
Ποσοστό της αυξήσεως σε σχέση με το προηγούμενο έτος
+ 4,52
+ 1,25
+ 73,84
+ 21,98
+ 15,94
Ποσοστό του συνόλου των εισαγωγών
38
37
43
54
62
68
νΑλλα παιχνίδια που αναπαριστούν ζώα ή μη ανθρώπινες υπάρξεις
(κωδικός ΕΣ/ΣΟ 9503 49)
1988
1989
1990
1991
1992
1993
Ποσοστό της αυξήσεως σε σχέση με το προηγούμενο έτος
+ 20,25
+ 12,43
+ 52,33
+ 33
+ 54,67
Ποσοστό του συνόλου των εισαγωγών
38
48
52
64
71
81
νΑλλα παιχνίδια
(κωδικός ΕΣ/ΣΟ 9503 90)
1988
1989
1990
1991
1992
1993
Ποσοστό της αυξήσεως σε σχέση με το προηγούμενο έτος
+ 61,13
+ 18,39
+ 41,12
+ 18,45
+ 7,64
Ποσοστό του συνόλου των εισαγωγών
33
45
51
59
66
66
103 Μεταξύ των ετών 1990 και 1993, οι κινεζικές εισαγωγές αυξήθηκαν, κατά συνέπεια, αντιστοίχως, για κάθε μία από αυτές τις τρεις κατηγορίες παιχνιδιών, κατά 145,88 %, 213,39 % και 79,94 %. Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, το μέρος του συνόλου των εισαγωγών που αντιπροσωπεύουν οι κινεζικές εισαγωγές ήταν, με μεγάλη απόσταση από το υπόλοιπο μέρος, το υψηλότερο (αντιστοίχως 68 %, 81 % και 66 %).
104 Αν συγκρίνουμε τα τελευταία αυτά στοιχεία με τα στοιχεία του σημείου 98 του ανωτέρω πίνακα (42), διαπιστώνουμε ότι οι εισαγωγές των επίδικων παιχνιδιών από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας αυξήθηκαν σημαντικά μέχρι σημείου να αντιπροσωπεύουν τα 2/3, μάλιστα δε τα 4/5 των συνολικών εισαγωγών, ήτοι το κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος της κοινοτικής αγοράς που κατέχουν οι εισαγωγές από μη κοινοτικές χώρες. Διαπιστώνουμε επίσης ότι η αύξηση αυτή είχε ως συνέπεια απόκτηση μεριδίων αγοράς τόσο ως προς τις άλλες εισαγωγές από μη κοινοτικές χώρες όσο και ως προς την ίδια την κοινοτική αγορά.
105 Τα στοιχεία αυτά μπορούν περαιτέρω να συνδυαστούν με οικονομικές παραμέτρους που είναι γνωστές σε όλους, δηλαδή τη σημασία των δυνατοτήτων παραγωγής της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας και την εξαιρετική της ανταγωνιστικότητα στον τομέα των τιμών λόγω του χαμηλού κόστους εργασίας, πλεονέκτημα το οποίο, πράγματι, αποδεικνύεται καθοριστικό σ' έναν τομέα στον οποίο οι εργασίες συναρμολογήσεως είναι πολυάριθμες και δεν μπορούν εύκολα να αυτοματοποιηθούν (43).
106 Είναι δυνατό να συναχθεί συναφώς ότι οι κινεζικές εισαγωγές, είτε κατέστησαν δυνατές σε βάρος της κοινοτικής παραγωγής είτε σε βάρος άλλων εισαγωγών από μη κοινοτικές χώρες ή και αμφοτέρων, ασκούν συνολικά ισχυρή πίεση στις τιμές της κοινοτικής αγοράς.
107 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο, στηριζόμενο στο μερίδιο της κοινοτικής αγοράς που κατέχουν οι κινεζικές εισαγωγές και στην επίπτωση, επί της καταστάσεως αυτής, μιας πολύ σημαντικής αυξήσεως των εισαγωγών κατά τη διάρκεια των ετών που προηγήθηκαν της προσβαλλομένης πράξεως, προέβη σε εκτίμηση των περιστατικών, εν μέρει βάσει γενικών διαπιστώσεων.
108 Αντίθετα προς τον ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου, η εκτίμηση αυτή δεν έγινε βάσει αποκλειστικά της καταστάσεως της ισπανικής αγοράς, αλλ' ενόψει των συμφερόντων της κοινοτικής αγοράς στο σύνολό της.
109 Η αιτίαση που αντλείται από την έλλειψη εκτιμήσεως των περιστατικών δεν πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτή.
110 Υπέπεσε, επομένως, το Συμβούλιο σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των περιστατικών;
111 Θα απέρρεε η πλάνη αυτή, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 110 της Συνθήκης, αγνοώντας τον γενικό στόχο της ελευθερώσεως του εμπορίου που θέτει η διάταξη αυτή;
112 Το Συμβούλιο δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί καθόσον, διατυπωθέν από την παρεμβαίνουσα Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν είχε διατυπωθεί προηγουμένως από το προσφεύγον. Πράγματι, στις παρατηρήσεις που ανέπτυξε από κοινού για το σύνολο των λόγων που προβάλλει, το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλέστηκε ρητά τον σκοπό του άρθρου 110 της Συνθήκης. Υποστήριξε μάλιστα ότι υφίσταται αναλογία με τις διατάξεις των άρθρων 12 επ. και 30 επ. της Συνθήκης αυτής για να ζητήσει, στη συνέχεια, την εφαρμογή της αρχής της αυστηρής ερμηνείας των εξαιρέσεων.
113 Μπορούσαν η αρχή αυτή και το άρθρο 110 της Συνθήκης να περιορίσουν, κατ' ουσίαν, τη δυνατότητα του νομοθέτη να θεσπίσει κοινοτικά μέτρα προστασίας;
114 Δεν το νομίζω.
115 Το άρθρο 110, πρώτο εδάφιο, εκφράζει απλώς μια πρόθεση ανεξάρτητη από χρονικές παραμέτρους, ένα στόχο προς τον οποίο έτειναν οι βουλήσεις των υπογραψάντων τη Συνθήκη: «(...) τα κράτη μέλη αποσκοπούν να συμβάλουν προς το κοινό συμφέρον στην αρμονική ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου, στην προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές και στον περιορισμό των τελωνειακών φραγμών» (44).
116 Με τις αποφάσεις της 5ης Μαου 1981 (45) και της 15ης Ιουλίου 1982 (46) κρίθηκε ότι το άρθρο αυτό «(...) δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύεται από τη Συνθήκη στην Κοινότητα να λαμβάνει οιοδήποτε μέτρο, το οποίο δύναται να επηρεάσει το εμπόριο με τις τρίτες χώρες (...)». Στις υποθέσεις αυτές επρόκειτο για μέτρα που ήταν αναγκαία από την ύπαρξη, στην αγορά της Κοινότητας, σοβαρής διαταραχής δυνάμενης να θέσει σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης και τα οποία στηρίζονταν στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
117 Θεωρώ εντούτοις ότι τόσο περιοριστικές υποθετικές περιπτώσεις δεν συνιστούν το μοναδικό δυνατό πλαίσιο μέτρων προστασίας. Υπό την επιφύλαξη των αναληφθεισών διεθνών υποχρεώσεων (47) και υπό την επιφύλαξη, ιδίως, πρόδηλης πλάνης, νομίζω ότι η Κοινότητα είναι ελεύθερη να εκτιμά τα μέτρα εμπορικής άμυνας που είναι αναγκαία για την εσωτερική της αγορά συνεπεία των δεδομένων του διεθνούς ανταγωνισμού. Η εκτίμηση αυτή εντάσσεται, εξ ορισμού μάλιστα, στην κοινή εμπορική πολιτική που προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης.
118 Η αναλογία που προτείνει το Ηνωμένο Βασίλειο, αναφερόμενο στα άρθρα 12 επ. και 30 επ. της Συνθήκης, δεν είναι λυσιτελής. Εν πρώτοις, διότι, σε αντίθεση προς το άρθρο 110, τα άρθρα 12 και 30 θέτουν σαφείς υποχρεώσεις που συνομολόγησαν μεταξύ τους τα υπογράψαντα τη Συνθήκη κράτη. Περαιτέρω, διότι, ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, η θέσπιση κοινοτικών προστατευτικών μέτρων με τον κανονισμό 519/94 δεν συνιστά την εφαρμογή μιας εξαιρέσεως από έναν επιτακτικό κανόνα, όπως θα μπορούσε να είναι μία διάταξη εφαρμογής του άρθρου 36 της Συνθήκης, αλλά η καθιέρωση μιας εξαιρέσεως από μία αρχή που έχει τεθεί ανεξάρτητα από οποιαδήποτε κατά κυριολεξία υποχρέωση, αρχή της οποίας ο νομοθέτης ήταν ελεύθερος να καθορίσει την έκτασή της κατά το ίδιο χρονικό σημείο κατά το οποίο καθόριζε τις εξαιρέσεις από αυτήν.
119 Καίτοι η αρχή της αυστηρής ερμηνείας των εξαιρέσεων μπορεί, όταν εφαρμόζεται σε μία παρέκκλιση από έναν επιτακτικό κανόνα της Συνθήκης, να εμποδίσει τη θέσπιση εκτελεστικών πράξεων που εξέρχονται του πλαισίου μιας στενής ερμηνείας, δεν ασκεί επιρροή στις άλλες περιπτώσεις. ςΟταν η εξουσία του νομοθέτη δεν περιορίζεται από έναν επιτακτικό κανόνα, ο κανόνας της αυστηρής ερμηνείας μπορεί να τύχει επικλήσεως μόνον στην περαιτέρω πορεία, στο πλαίσιο της εφαρμογής της πράξεως που θα θεσπίσει ο νομοθέτης αν, όπως εν προκειμένω, αποφασίσει να καθιερώσει μια αρχή με προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Ο κανόνας αυτός μπορεί εξάλλου να τυγχάνει επικλήσεως μόνο μέχρις ότου επέμβει εκ νέου ο νομοθέτης ο οποίος, εφόσον δεν υφίσταται εμπόδιο από τη Συνθήκη, θα τροποποιήσει τα περιθώρια της αρχής διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής των εξαιρέσεων.
120 Απορρέει η πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως από τη μεταβολή, χωρίς να συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, ενός εθνικού περιοριστικού μέτρου σε έναν περιορισμό εφαρμοστέο στο σύνολο της Κοινότητας αν το άρθρο 110 της Συνθήκης δεν αποτελούσε, καθαυτό, εμπόδιο στην έκδοση του κανονισμού 519/94;
121 Το Ηνωμένο Βασίλειο εκκινεί από την αρχή ότι εθνικοί περιορισμοί υφίσταντο μόνο σε ένα κράτος μέλος, δηλαδή στο Βασίλειο της Ισπανίας.
122 Ο απόλυτος χαρακτήρας του σχετικού ισχυρισμού πρέπει, κατ' αρχάς, να μετριαστεί υπό το φως των ιδιαιτέρων συνθηκών της εκδόσεως του κανονισμού.
123 Υπόμνησα ήδη ότι ο κοινοτικός μηχανισμός που τελικά θεσπίστηκε με τον κανονισμό αυτόν θα έπρεπε να αρχίσει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1993, όπως προβλεπόταν από τον κανονισμό 2456/92.
124 όΟμως, ο τελευταίος αυτός κανονισμός όριζε στο παράρτημά του VIII ποσοστώσεις που θα ίσχυαν κατά το 1992 για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο της Ισπανίας.
125 Επομένως, εξακολουθούσαν να υφίστανται, την παραμονή της 1ης Ιανουαρίου 1993, ποσοστώσεις σε δύο κράτη μέλη, από τα οποία το ένα ήταν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρώτος κοινοτικός παραγωγός παιχνιδιών σύμφωνα με το προσφεύγον (48). Επομένως, το γεγονός ότι οι ποσοστώσεις έπαυσαν να ισχύουν στη Γερμανία την 1η Ιανουαρίου 1993 οφειλόταν κατ' αρχάς στην εφαρμογή του κανονισμού 2456/92, ο οποίος κατάργησε την αυτόματη ανανέωση των ποσοστώσεων του προηγουμένου έτους.
126 Δεύτερον, και σημαντικότερο, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να ισχυρίζεται πειστικά ότι ο νομοθέτης δεν μπορούσε να θεσπίσει μια κοινοτική ποσόστωση για τον λόγο ότι το σύνολο σχεδόν των κρατών μελών είχε ελευθερώσει τις εισαγωγές των εν λόγω παιχνιδιών.
127 Η συλλογιστική αυτή νομίζω ότι δεν λαμβάνει υπόψη τη φύση και το περιεχόμενο της εξουσίας που ασκεί ένα θεσμικό όργανο μετά από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο μιας κοινής πολιτικής. Αγνοεί επίσης την πραγματικότητα των περιστάσεων της υποθέσεως και ιδίως τη μεταβολή τους.
128 ςΟταν ένα όργανο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή, ασκεί στη θέση των κρατών μελών τις εξουσίες που του έχουν παρασχεθεί με τη Συνθήκη, η εκφραζόμενη βούληση δεν είναι η γραμμική συνισταμένη των εκτιμήσεων στις οποίες θα μπορούσαν να προβούν τα κράτη ενόψει αποκλειστικά των εθνικών τους συμφερόντων πριν από την έναρξη ισχύος ή τη συμπλήρωση μιας κοινής πολιτικής. Οι πραγματοποιούμενες επιλογές αποτελούν κατ' αρχήν τη συνέπεια ενός νέου πρίσματος θεωρήσεως των τιθεμένων προβλημάτων, δηλαδή του πρίσματος του γενικού κοινοτικού συμφέροντος που διακρίνεται από το σύνολο των ιδιαιτέρων συμφερόντων των κρατών. Τα προβλήματα αναλύονται, αυτά καθ' εαυτά, στο πλαίσιο του συνόλου που αποτελείται από τους τομείς τους οποίους αφορούν. Κατά περίπτωση, και με την επιφύλαξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας, μπορούν να εντάσσονται στο πλαίσιο μιας προσπάθειας επιτεύξεως συμβιβασμού υπαγορευόμενης από το γενικό συμφέρον.
129 Δεν θα έπρεπε, αν η συλλογιστική του Ηνωμένου Βασιλείου ευσταθούσε, να γίνει δεκτό ότι η διαφορά ουδέποτε θα ανέκυπτε, εφόσον, απλούστατα, η ειδική πλειοψηφία που απαιτείται από το άρθρο 113, παράγραφος 4, της Συνθήκης δεν θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί; Εντούτοις, εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο, όλα τα άλλα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, παρεμβαίνουσας υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου, ψήφισαν υπέρ της εκδόσεως του κανονισμού.
130 Ιδιαίτερα πρόσφορο πλαίσιο για την έκφραση της αυτονομίας της πολιτικής βουλήσεως του οργάνου αποτελούν τα ευρέα όρια εκτιμήσεως που αυτό αντλεί από τη Συνθήκη στους τομείς που καλύπτουν πολύπλοκες οικονομικές καταστάσεις.
131 Ας έχουμε συνείδηση του γεγονότος ότι, υπό απόλυτη θεώρηση των πραγμάτων, στην περίπτωση μέτρων εμπορικής άμυνας, δύο διαφορετικοί φορείς που διαθέτουν την εξουσία λήψεως αποφάσεων θα μπορούσαν κάλλιστα να προβούν, όσον αφορά την ίδια οικονομική κατάσταση, σε διαφορετική εκτίμηση ως προς το κατάλληλο χρονικό σημείο για τη θέσπιση τέτοιου είδους μέτρων καθώς και για τον επιθυμητό βαθμό δραστικότητας τέτοιου είδους μέτρων. Είναι απολύτως φυσικό το ότι η διαφορά προσεγγίσεως οφείλεται στα περιθώρια εκτιμήσεως του φορέα της εξουσίας. Παράλληλα, ένα κοινοτικό όργανο μπορεί να προβεί, ενόψει της ίδιας πραγματικής καταστάσεως, σε διαφορετική εκτίμηση της ανάγκης από αυτήν στην οποία προέβησαν προηγουμένως τα κράτη μέλη. Τα κράτη αυτά μπορεί να είχαν καθορίσει σε υψηλότερο επίπεδο το όριο της σοβαρότητας της απειλής που δικαιολογούσε την επέμβασή τους. Μπορεί επίσης να είχαν μικρότερη συνείδηση του συνολικού κινδύνου. Και στις δύο περιπτώσεις θα είχαν την τάση να αναβάλουν τη θέσπιση μέτρων.
132 Η συλλογιστική του προσφεύγοντος δεν λαμβάνει υπόψη, επιπλέον, το υποστατό των περιστατικών της υποθέσεως.
133 Εκκινεί από την εσφαλμένη ιδέα ότι η οικονομική κατάσταση είχε παγιωθεί τουλάχιστον από τα έτη 1990 και 1991, έτη που χρησίμευσαν ως σημεία αναφοράς κατά τον καθορισμό των τελευταίων εθνικών περιορισμών για το έτος 1992, που ορίστηκαν με τον κανονισμό 2456/92.
134 όΟμως, τα αριθμητικά στοιχεία που παρατέθηκαν ανωτέρω στο σημείο 102 δείχνουν ότι η αύξηση των εισαγωγών από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας συνεχιζόταν ακάθεκτη.
135 Επομένως, νομίζω ότι ουδόλως ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι, ενόψει μιας τέτοιας εξελίξεως της καταστάσεως που αποτελούσε ήδη κίνδυνο, η θέσπιση κοινοτικών ποσοστώσεων ικανών να προστατεύσουν την κοινοτική αγορά στο σύνολό της ήταν το αποτέλεσμα πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως.
136 Σε συμφωνία με τον Ιmile de Girardin, υπενθυμίζω ότι «κυβερνώ σημαίνει προβλέπω».
137 ωΟταν οι εισαγωγές προϋόντων με πολύ ανταγωνιστικές τιμές ανέρχονται μέχρι σημείου να αντιστοιχούν στα 2/3, μάλιστα δε στα 4/5 των συνολικών εισαγωγών, δεν μπορεί να μην προβλέπεται ότι οι εισαγωγές αυτές όχι μόνο θα καταλήξουν σε απώλειες μεριδίων της αγοράς όσον αφορά άλλες εισαγωγές και/ή άλλους κλάδους παραγωγής της Κοινότητας, αλλά θα ασκήσουν επίσης ισχυρή ανταγωνιστική πίεση επί των επιπέδων των τιμών στην ενιαία αγορά και, επομένως, θα μπορούν να ζημιώσουν την κοινοτική βιομηχανία.
138 Δεν μπορεί να απαιτείται από το Συμβούλιο να αποδεικνύει τουλάχιστον, πέραν του κινδύνου διαταραχής ή ενάρξεως διαταραχής, την ύπαρξη ζημίας που έχει ήδη ευρέως επέλθει.
139 Μια τέτοια απαίτηση θα εξουδετέρωνε ένα από τα στοιχεία του ίδιου του ορισμού της πολιτικής, καθόσον αυτή θεωρείται ως η τέχνη του προβλέπειν. Μεγάλος θα ήταν μάλιστα ο κίνδυνος να προκύψει η λυπηρή κατάσταση όπου, συχνά, ο φορέας της εξουσίας, καθυστερώντας υπερβολικά το φάρμακο, δεν θα μπορούσε πλέον να τη θεραπεύσει.
140 Ας προσέξουμε, τέλος, ώστε, υπό την κάλυψη μιας προσεγγίσεως που υπερεκτείνει τη λογική που αφορά τα της αποδείξεως, να μην καταλήξουμε άθελα σε ανατροπή του βάρους αποδείξεως όσον αφορά την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
141 Δεν είναι αυτό το αποτέλεσμα στο οποίο θα μπορούσαν να καταλήξουν τα αιτήματα που διατύπωσε επανειλημένως το Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου το Συμβούλιο να αιτιολογήσει μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών, αφενός, κάθε ένα από τα στάδια της συλλογιστικής του και, αφετέρου, ιδίως, κάθε μία από τις περιστάσεις που αποδεικνύουν μάλλον μια απτή πραγματικότητα παρά ένα δημιουργηθέντα κίνδυνο;
142 Νομίζω ότι, στις περιπτώσεις ασκήσεως ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης, ανεξάρτητα από την υποχρέωση σύντομης αιτιολογήσεως μιας πράξεως γενικού περιεχομένου, πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύσσει σε βάθος τα καθοριστικά νομικά και πραγματικά στοιχεία καθώς και τη συλλογιστική που τον ώθησαν στη θέσπιση του επίμαχου κανόνα.
143 Στη συνέχεια, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας.
144 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν προσκόμισε την απόδειξη το βάρος της οποίας έχει.
145 Το Ηνωμένο Βασίλειο, στο περιθώριο αυτών των αιτημάτων αιτιολογήσεως, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το Συμβούλιο, κατά την εκτίμηση της αναγκαιότητας κοινοτικών ποσοστώσεων, τα αποτελέσματα των οποίων δεν μπορούσαν να προβλεφθούν με βεβαιότητα, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ενόψει των στοιχείων που διέθετε κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού. Ειδικότερα, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το θεσπισθέν προστατευτικό μέτρο ήταν, όσον αφορά την ίδια την κατ' αρχήν ανάγκη θεσπίσεώς του, ικανό να προκαλέσει βλάβη στην κοινοτική βιομηχανία που υποτίθεται ότι θα προστάτευε.
146 Δεν αποτελούν συναφώς απόδειξη οι εκθέσεις που επικαλείται στο δικόγραφό του προσφυγής (49) προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι κοινοτικοί περιορισμοί δεν δικαιολογούνταν από οικονομικής απόψεως. Οι εκθέσεις αυτές, που καταρτίστηκαν το 1989, στηρίζονται σε δεδομένα που ανάγονται το πολύ στο 1988, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο τα ποσοστά του συνόλου των εισαγωγών που αντιπροσώπευαν οι κινεζικές εισαγωγές ανέρχονταν σε 38 % για τις δύο πρώτες κατηγορίες παιχνιδιών και σε 33 % για την τρίτη.
147 Τονίζω ότι το Συμβούλιο προσκόμισε εξάλλου μια οικονομική μελέτη που αποδίδει, το 1993, την εξέλιξη της κοινοτικής βιομηχανίας παιχνιδιών και των εισαγωγών, εξέλιξη που έλαβε υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του.
148 υΟσον αφορά, τέλος, τον ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου ότι το Συμβούλιο θα έπρεπε, όσον αφορά τα επίδικα παιχνίδια, να ακολουθήσει την ίδια διαδικασία (ή μία ανάλογη διαδικασία) με αυτήν που προβλέπεται στον κανονισμό 519/94, ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται με τον πέμπτο λόγο που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Πράγματι, αναφέρεται έμμεσα στην ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ των επιχειρηματιών που ενδιαφέρονται για τα παιχνίδια στα οποία ο κανονισμός επέβαλε άμεσα ποσοστώσεις και των επιχειρηματιών που ενδιαφέρονται για άλλα ελευθερωμένα προϋόντα τα οποία, κατ' εφαρμογήν του ίδιου κανονισμού, υπήχθησαν μεταγενέστερα σε περιορισμούς.
149 Ο ισχυρισμός αυτός δεν πρέπει, επομένως, να εξεταστεί στο πλαίσιο του παρόντος λόγου.
Επί του αυθαίρετου χαρακτήρα των ποσοστώσεων
150 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο ενήργησε αυθαιρέτως, επειδή δεν εκτίμησε τα περιστατικά ή τα εκτίμησε εσφαλμένως. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως θα μπορούσε να ενισχυθεί από το γεγονός ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν διευκρινίζει σε καμία από τις διατάξεις του τους λόγους της αντικαταστάσεως ενός εθνικού περιοριστικού μέτρου με ασήμαντα αποτελέσματα από έναν κοινοτικό περιορισμό με σημαντικά αποτελέσματα. Θα ενισχυόταν ομοίως από το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη παρά μόνον την αύξηση των εισαγωγών από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας.
151 Κατά τη γνώμη μου, από την ίδια τη διατύπωσή του προκύπτει ότι ο λόγος αυτός απορροφάται από τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, οι οποίοι εξετάστηκαν ήδη ανωτέρω. Θα μπορούσε ομοίως να έχει σχέση με τον λόγο που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία θα εξεταστεί κατωτέρω.
152 Επομένως, ο τρίτος λόγος δεν πρέπει να εξεταστεί χωριστά.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
153 Ο λόγος αυτός περιέχει τρία σκέλη.
154 Κατά το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως, το Συμβούλιο, θεσπίζοντας κοινοτικές ποσοστώσεις, δεν υιοθέτησε ένα μέτρο ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος περιορίζεται στην προστασία της ισπανικής βιομηχανίας παιχνιδιών. Σε σχέση με αυτόν τον στόχο, το ληφθέν μέτρο δεν ήταν το λιγότερο επαχθές. Θα αρκούσε ένα προστατευτικό μέτρο σε περιφερειακό επίπεδο.
155 Είδαμε, εντούτοις, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης εκτίμησε στην πραγματικότητα, όχι μόνο στο επίπεδο της ισπανικής αγοράς, αλλά στο επίπεδο της κοινοτικής αγοράς στο σύνολό της, την ανάγκη προστασίας από τις εισαγωγές προερχόμενες από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας βάσει της συνολικής εξελίξεως των εισαγωγών αυτών.
156 Επομένως, το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
157 Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι ο νομοθέτης διεύρυνε αισθητά το επίπεδο προστασίας, περιορίζοντας το εμπόριο επί κοινοτικού επιπέδου σε ποσοστό μέχρι 50 %. Συναφώς, ένα απλό μέτρο κοινοτικής επιτηρήσεως θα ήταν λιγότερο επαχθές. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο δεν παρέσχε αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να διευκρινιστεί γιατί, κατά τον καθορισμό του ύψους των ποσοστώσεων, αναφέρθηκε στο επίπεδο των κινεζικών εισαγωγών του έτους 1991 και όχι των ετών 1992 ή 1993.
158 Το εν λόγω δεύτερο σκέλος πρέπει να απορριφθεί όπως το πρώτο.
159 οΟταν ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, «(...) η νομιμότητα μέτρου θεσπιζομένου στον τομέα αυτό μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού» (50). Ο περιορισμός αυτός ελέγχου της αναλογικότητας «επιβάλλεται ιδιαιτέρως» όταν «το Συμβούλιο υποχρεούται να διαιτητεύει μεταξύ διισταμένων συμφερόντων και, συνεπώς, να επιλέγει μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών πολιτικών λύσεων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του» (51).
160 ηΟμως, σε μία κατάσταση κατά την οποία οι εισαγωγές έχουν αυξηθεί σημαντικά εντός ολίγων ετών ώστε να αντιπροσωπεύουν τα 2/3 έως τα 4/5 των συνολικών εισαγωγών, νομίζω ότι δεν είναι κατ' αρχάς δυνατό να υποστηρίζεται ότι θα αρκούσε ένα απλό μέτρο κοινοτικής επιτηρήσεως, χωρίς άμεσα αποτελέσματα επί του επιπέδου των εισαγωγών. Πιο συγκεκριμένα, θα πω ότι, σε μια τέτοια συγκυρία, οι ποσοστώσεις δεν αποτελούν προφανώς ακατάλληλα μέτρα σε σχέση με τον στόχο της προστασίας που επιδίωξε το Συμβούλιο.
161 οΟσον αφορά το καθορισθέν με τον κανονισμό 519/94 ετήσιο ύψος των τριών ποσοστώσεων επί των παιχνιδιών, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το ύψος αυτό είναι πράγματι πάρα πολύ κοντά στα αριθμητικά στοιχεία των εισαγωγών αυτών των παιχνιδιών κατά τη διάρκεια του 1991.
162 Το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι επιδίωξε να διασφαλιστεί ότι η ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών της Κοινότητας με τις τρίτες χώρες αντανακλά σαφώς την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, λαμβανομένου συγχρόνως υπόψη του βαθμού ευαισθησίας της κοινοτικής βιομηχανίας στον οικείο τομέα. Προσθέτει ότι, καθορίζοντας τις ποσοστώσεις στο επίπεδο των εισαγωγών του 1991 και όχι στο σαφώς κατώτερο επίπεδο του 1990, προσπάθησε να επιτύχει ορισμένη ισορροπία μεταξύ της κατάλληλης προστασίας των οικείων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας και της διατηρήσεως, ενόψει των συγκεκριμένων κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων, ενός αποδεκτού επιπέδου εμπορίου με τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας.
163 Παρατηρώ ότι το υποστατό και το εύλογο των πρώτων αναφερομένων στόχων επιβεβαιώθηκαν κατά την εξέταση των δύο πρώτων λόγων ακυρώσεως.
164 ςΟσον αφορά την επιλογή του 1991 ως έτους αναφοράς, νομίζω πράγματι ότι ελήφθησαν υπόψη, με την επιφύλαξη ενδεχομένων μεταγενέστερων προσαρμογών, όχι μόνον τα συμφέροντα των κοινοτικών παραγωγών, αλλά και τα συμφέροντα των άλλων ενδιαφερομένων κοινοτικών παραγωγών, όπως των εισαγωγέων, διανομέων, λιανοπωλητών κ.λπ. Το καθορισθέν ύψος των ποσοστώσεων καλύπτει πράγματι τις εξαιρετικά σημαντικές αυξήσεις των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 1991 (+73,84 % ως προς τα παιχνίδια που υπάγονται στον κωδικό 9503 41, + 52,33 % ως προς αυτά που υπάγονται στον κωδικό 9503 49 και + 41,12 % ως προς αυτά που υπάγονται στον κωδικό 9503 90) (52). Προφανώς, καλύπτουν επίσης τις εισαγωγές των προηγουμένων ετών.
165 Το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο φέρει το βάρος αποδείξεως, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το κατ' αυτόν τον τρόπο επιλεγέν από τον νομοθέτη επίπεδο προστασίας ήταν προφανώς ακατάλληλο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Συναφώς, υπενθυμίζω, ότι, ακόμη κι όταν «(...) δεν αποκλείεται να ήταν δυνατή η χρησιμοποίηση κι άλλων μέσων προς επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος, ωστόσο το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει το Συμβούλιο στην εκτίμησή του περί του αν τα μέτρα που έλαβε ο κοινοτικός νομοθέτης ήταν ή όχι πρόσφορα, στον βαθμό που δεν αποδείχθηκε ότι τα μέτρα αυτά ήταν εμφανώς απρόσφορα (...)» (53).
166 Με το τρίτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι η γενική επέκταση του πεδίου εφαρμογής και των αποτελεσμάτων των ισπανικών περιορισμών διαφέρει από τις διατάξεις του κανονισμού που προβλέπουν εξέταση κατά περίπτωση της πραγματικής καταστάσεως πριν από τη θέσπιση μέτρων επιτηρήσεως ή προστασίας επί των ελευθερωμένων προϋόντων.
167 Θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση του βασίμου αυτού του ισχυρισμού στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως.
168 Η εξέταση του βαθμού της αναλογικότητας υπό το θεωρούμενο εδώ πρίσμα συνδέεται με την ανάλυση του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Το Ηνωμένο Βασίλειο υπαινίσσεται πράγματι ότι υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ της καταστάσεως των παιχνιδιών που αφορούν οι ποσοστώσεις, για τα οποία δεν πραγματοποιήθηκε έρευνα κατά περίπτωση, και της καταστάσεως των άλλων ελευθερωμένων προϋόντων, για τα οποία ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιβάλλει έρευνα κατά περίπτωση πριν από τη θέσπιση οποιουδήποτε μέτρου επιτηρήσεως ή προστασίας. Επομένως, αναφέρεται εμμέσως στην ύπαρξη ανισότητας μεταχειρίσεως. ςΟμως, μόνον όταν διαπιστώνεται ενδεχομένως δυσμενής διάκριση από ουσιαστική άποψη πρέπει να εξετάζεται, επ' ευκαιρία της επαληθεύσεως του δικαιολογούμενου αντικειμενικώς χαρακτήρα της διακρίσεως, εάν η δυσμενής διάκριση είναι αυστηρώς ανάλογη προς το επιδιωκόμενο αντικείμενο.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
169 Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει την αιτίαση ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αντιμετωπίζει διαφορετικά δύο κατηγορίες προϋόντων. Η πρώτη, που περιλαμβάνει τα προϋόντα που υπέκειντο ήδη σε εθνικά μέτρα διασφαλίσεως ή επιτηρήσεως, αποτελεί το αντικείμενο προστατευτικών μέτρων που ορίζονται στον κανονισμό, χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί επίσημη έρευνα και χωρίς να είχε δοθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη το δικαίωμα να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Η δεύτερη, που περιλαμβάνει τα «άλλα προϋόντα», προβλέπει μία υποχρεωτική διαδικασία κοινοτικής έρευνας για την άσκηση των δικαιωμάτων της άμυνας από τρίτους ενδιαφερομένους πριν από τη θέσπιση κάθε νέου μέτρου επιτηρήσεως ή προστασίας. Η μεταβολή ενός εθνικού περιορισμού, που ισχύει μόνον εντός του Βασιλείου της Ισπανίας, σε κοινοτικό περιορισμό θα έπρεπε, καθόσον αντιστοιχεί στην πραγματικότητα προς νέο περιορισμό, να εξαρτηθεί από τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για την επιβολή περιορισμών επί των εισαγωγών των «άλλων προϋόντων».
170 Η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται ιδίως ότι καταστάσεις συγκρίσιμες δεν πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, εκτός αν διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά (54).
171 ηΟσον αφορά τον καθορισμό των κατηγοριών που συγκρίνει, το Ηνωμένο Βασίλειο εκκινεί και εδώ από την εσφαλμένη αντίληψη ότι το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο να θεωρήσει ότι τα επίδικα παιχνίδια είχαν ελευθερωθεί εν τοις πράγμασι για τον λόγο ότι ένα μόνο κράτος μέλος είχε διατηρήσει εθνικούς περιορισμούς κατά την ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού 519/94. Επομένως, επιδιώκει να διαπιστωθεί ότι η κατάσταση των εν λόγω παιχνιδιών και αυτή των άλλων ελευθερωμένων με τον κανονισμό προϋόντων ήταν παρόμοιες, αλλά αποτέλεσαν το αντικείμενο αδικαιολόγητης διαφορετικής μεταχειρίσεως.
172 Στο πλαίσιο της εξετάσεως του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, είδαμε ότι η εκφρασθείσα βούληση του κοινοτικού νομοθέτη δεν είναι η γραμμική συνισταμένη των εκτιμήσεων στις οποίες προέβησαν προηγουμένως τα κράτη μέλη (55). Εν προκειμένω, οι εκτιμήσεις αυτές ασκούσαν ακόμη λιγότερο επιρροή καθόσον αφορούσαν μία κατάσταση στην οποία επήλθαν μεταγενεστέρως μεταβολές και, εν πάση περιπτώσει, η Κοινότητα, στο πλαίσιο του άρθρου 113 της Συνθήκης, είναι ελεύθερη να εκτιμά τα μέτρα εμπορικής άμυνας που είναι αναγκαία για την εσωτερική της αγορά (56).
173 Στην πραγματικότητα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ:
- της κατηγορίας των παιχνιδιών για τα οποία το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της ευρείας εξουσίας του εκτιμήσεως, έκρινε αναγκαία την προστασία των συμφερόντων της κοινοτικής βιομηχανίας συνεπεία της καταστάσεως που υφίστατο κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού
και
- της κατηγορίας των προϋόντων για τα οποία, λόγω της οικονομικής καταστάσεως που εκτιμήθηκε κατά τον ίδιο χρόνο, το Συμβούλιο έκρινε δυνατή την καθιέρωση μιας ελευθερώσεως των εισαγωγών.
174 Οι δύο αυτές κατηγορίες, επομένως, πρέπει να υφίσταντο κατά το χρονικό σημείο της θεσπίσεως της προσβαλλομένης πράξεως, δηλαδή κατά το χρονικό και μόνο σημείο όπου η οικονομική κατάσταση εκτιμήθηκε, όσον αφορά κάθε μία από τις κατηγορίες αυτές, από τον κοινοτικό νομοθέτη και όχι, όσον αφορά τα επίδικα παιχνίδια, σε προηγούμενο χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η κοινή εμπορική πολιτική.
175 Οι κατηγορίες αυτές είναι τελείως διαφορετικές, καθόσον δημιουργήθηκαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που συνήχθησαν στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της οικονομικής καταστάσεως σε δεδομένη στιγμή. Δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «συγκρίσιμες» κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας. Η μία περιλαμβάνει τα προϋόντα που δεν έχουν ελευθερωθεί, ενώ η άλλη τα προϋόντα που έχουν ελευθερωθεί.
176 Το γεγονός ότι ο κανονισμός 519/94 εξάρτησε πράγματι μια μεταβολή της νομικής καταστάσεως των ελευθερωμένων προϋόντων από μία ειδική διαδικασία δεν μπορεί, υπό τις συνθήκες αυτές, να συνιστά απαγορευόμενη διάκριση (57). Η διαδικασία αυτή μπορεί απλώς να εφαρμόζεται στο μέλλον για ελευθερωμένα προϋόντα προκειμένου αυτά να υπαχθούν, ενδεχομένως, στο εξ ορισμού πιο περιοριστικό καθεστώς των μη ελευθερωμένων προϋόντων. Προϋποθέτει μεταβολή της οικονομικής καταστάσεως, η οποία πρέπει ακριβώς να αποτελέσει το αντικείμενο νέας εκτιμήσεως. Δεν επρόκειτο να εφαρμοστεί σε οικονομική κατάσταση την οποία ήδη γνώριζε και εκτίμησε ο νομοθέτης, επιπλέον δε σε χρονικό σημείο κατά το οποίο οι διαδικαστικοί κανόνες ούτε είχαν θεσπιστεί ούτε δημοσιευθεί.
177 Παρατηρώ ότι ο νομοθέτης δεν όφειλε να προβλέψει ειδική διαδικασία πριν από την επιβολή οποιουδήποτε νέου περιορισμού. Είχε την ευχέρεια να την προβλέψει μόνο με μεταγενέστερο νομοθέτημα, οπότε η διαδικασία αυτή δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί, εν πάση περιπτώσει, παρά αποκλειστικά στα προϋόντα που ελευθερώθηκαν με τον κανονισμό 519/94.
178 Κατά συνέπεια, ο λόγος που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να ελεγχθεί η αναλογικότητα του μέτρου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (58).
Εξέταση των λόγων ακυρώσεως που προβάλλονται κατά του κανονισμού 1921/94
179 Το Βασίλειο της Ισπανίας επικαλείται δύο λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται:
- σε παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης·
- σε παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
180 Θα εξετάσουμε τους λόγους αυτούς με τη σειρά.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης
181 Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο αιτιολόγησε ανεπαρκώς την αύξηση κατά 28,64 % της ποσοστώσεως που ίσχυε για τα παιχνίδια που υπάγονται στον κωδικό ΕΣ/ΣΟ 9503 41, ενώ η αύξηση αυτή συνιστά «ουσιώδη μεταβολή» σε σχέση με τον κανονισμό 519/94 και ότι δεν αναφέρεται καμία εξέλιξη των περιστάσεων που να δικαιολογεί τη μεταβολή αυτή.
182 Κατά το Συμβούλιο, ο κανονισμός 1921/94, δεδομένου ότι επιφέρει ουσιώδη μεταβολή στην κατάσταση των επιχειρηματιών του οικείου τομέα, θα έπρεπε όχι μόνο να εντοπίζει τους παράγοντες που επηρέασαν την απόφασή του, αλλά και να διευκρινίζει την επίπτωσή τους, σύμφωνα με την απόφαση της 7ης Απριλίου 1992 (59). Προσθέτει ότι ο κανονισμός, αναφερόμενος απλώς στις «διαταραχές (...) στις εμπορικές συναλλαγές με τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας» (60), διατυπώνει απλώς «πραγματικές παρατηρήσεις» οι οποίες είναι ανεπαρκείς όταν το οικείο όργανο ασκεί την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων (61).
183 Επικαλείται, τέλος, την απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 1992 (62), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε (63) ότι, μολονότι στο πλαίσιο αρχικής αιτήσεως συνδρομής του Ευρωπαϋκού Κοινωνικού Ταμείου σ' ένα πρόγραμμα επαγγελματικής καταρτίσεως ο συνοπτικός χαρακτήρας της αιτιολογήσεως μιας αποφάσεως πληροί τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης, αντιθέτως, σε περίπτωση εγκρίσεως της αρχικής αιτήσεως, η απόφαση περί μειώσεως του ύψους της αρχικώς χορηγηθείσας συνδρομής έχει ως αποτέλεσμα βαρύτερες συνέπειες για τον αιτούντα, οπότε πρέπει να διευκρινίζει με σαφήνεια τους λόγους που δικαιολογούν τη μείωση αυτή.
184 Τονίζω ότι, όπως και ο κανονισμός 519/94, ο κανονισμός 1921/94 είναι πράξη γενικής εφαρμογής και όχι απόφαση.
185 Επομένως, πρέπει να εκπληρώνεται η υποχρέωση αιτιολογήσεως, όπως αυτή ορίζεται με την προαναφερθείσα απόφαση Beus, στο σημείο 39 ανωτέρω. Η υποχρέωση αυτή μπορούσε ενδεχομένως να αποτελεί και συνάρτηση των διευκρινίσεων που δόθηκαν με τις αποφάσεις που παρατίθενται στα σημεία 40 και 41 ανωτέρω. Επομένως, η αιτιολογία θα μπορούσε κατ' αρχάς να περιορίζεται στην αναφορά, αφενός, της γενικής καταστάσεως που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της πράξεως και, αφετέρου, των γενικών στόχων που επιδιώκονταν με την πράξη αυτή.
186 Ο κανονισμός 1921/94 περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία αιτιολογίας:
- ο κανονισμός 519/94 υπέβαλε την εισαγωγή περιορισμένου αριθμού προϋόντων σε κοινοτικές ποσοτικές ποσοστώσεις λόγω του βαθμού ευαισθησίας ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας (πρώτη αιτιολογική σκέψη)·
- κατά τον καθορισμό του επιπέδου των ποσοστώσεων, το Συμβούλιο προσπάθησε να επιτύχει ορισμένη ισορροπία μεταξύ μιας κατάλληλης προστασίας των οικείων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας και της διατηρήσεως, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων διακυβευομένων συμφερόντων, ικανοποιητικού επιπέδου εμπορίου με τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας (δεύτερη αιτιολογική σκέψη)·
- εντούτοις, όσον αφορά τα παιχνίδια που υπάγονται στον κωδικό ΕΣ/ΣΟ 9503 41, η εφαρμογή και η διαχείριση της ποσοστώσεως έδειξε ότι αυτός ο στόχος δεν επιτυγχάνεται κατά τρόπο πλήρως ικανοποιητικό για το 1994· πράγματι, παρατηρήθηκαν σοβαρές διαταραχές στις εμπορικές συναλλαγές με τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας οι οποίες επηρέασαν τις δραστηριότητες των οικονομικών τομέων της Κοινότητας που έχουν σχέση με την εισαγωγή, τη διάθεση στο εμπόριο και τη μεταποίηση παιχνιδιών καταγωγής αυτής της χώρας και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία οικονομικών δυσχερειών (τρίτη αιτιολογική σκέψη)·
- υπ' αυτές τις συνθήκες, προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση από το προϋπάρχον καθεστώς εισαγωγών προς το καθεστώς που θεσπίζεται βάσει του κανονισμού 519/94, κρίνεται σκόπιμη η προσαρμογή προς τα άνω της εν λόγω ποσοστώσεως για το 1994, με την επιφύλαξη επανεξετάσεως της καταστάσεως (τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
187 Επομένως, ο κανονισμός περιέχει απολύτως σαφή περιγραφή της συνολικής καταστάσεως. Ειδικότερα, διαπιστώνει ότι υφίσταται πρόβλημα όσον αφορά τη μετάβαση προς το νέο καθεστώς του κανονισμού 519/94, το οποίο αναφάνηκε κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νομοθετήματος. Από το γράμμα των αιτιολογικών σκέψεων συνάγεται οπωσδήποτε ότι η καθορισθείσα ποσόστωση για τα παιχνίδια του κωδικού ΕΣ/ΣΟ 9503 41 αποδείχθηκε ανεπαρκής για την ικανοποίηση, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μεταξύ 15ης Μαρτίου και 31ης Δεκεμβρίου 1994, των αναγκών των επιχειρηματιών της Κοινότητας που αφορούσαν οι εισαγωγές, λαμβανομένων ασφαλώς υπόψη του αριθμού των εκκρεμών πράξεων και των βραχυπροθέσμων υποχρεώσεων. νΟπως αναφέρεται στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη, ο κανονισμός προβαίνει απλώς σε «προσαρμογή» της εν λόγω ποσοστώσεως μόνο για τη μεταβατική περίοδο.
188 Ο κανονισμός 1921/94 διευκρινίζει, εξάλλου, απερίφραστα τον σκοπό που επιδιώκει. Πρόκειται για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της κατάλληλης προστασίας των οικείων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας και της διατηρήσεως, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων διακυβευομένων συμφερόντων, ενός ικανοποιητικού επιπέδου εμπορίου με τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας. Πρόκειται για τον ίδιο στόχο με αυτόν που επιδιώκει, ως προς το σημείο αυτό, ο κανονισμός 519/94, ο οποίος όμως δεν επιτεύχθηκε πλήρως ως προς τα εν λόγω παιχνίδια.
189 Επομένως, το Συμβούλιο τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει βάσει της προαναφερθείσας αποφάσεως Beus του Δικαστηρίου. Δεν όφειλε να παραθέσει επιπλέον τα ειδικά πραγματικά δεδομένα που δικαιολογούσαν τον βαθμό της προσωρινής αυξήσεως της ποσοστώσεως, δηλαδή την τεχνικής φύσεως επιλογή στην οποία προέβη (64).
190 Οι δύο αποφάσεις τις οποίες επικαλείται ιδίως το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έχουν σημασία εν προκειμένω.
191 Και οι δύο αφορούν αποφάσεις. ςΟμως, η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας αποφάσεως συμβαίνει συχνότατα να είναι ευρύτερη από την υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας πράξεως γενικού περιεχομένου.
192 υΟταν στην προπαρατεθείσα απόφαση Compagnia italiana alcool κατά Επιτροπής διευκρινίζεται ότι μία απόφαση πρέπει να «διευκρινίζει την επίπτωση» των παραγόντων που την επηρέασαν, αναφέρεται στον περαιτέρω βαθμό διευκρινίσεως που πρέπει να παρέχει η απόφαση σε σχέση με την κατάσταση του ή των υποκειμένων δικαίου τους οποίους αφορά ακριβώς αυτή η απόφαση. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαντά στο καθεστώς που διέπει την υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων γενικής εφαρμογής. Ως εκ περισσού, προσθέτω ότι δεν αποτελούν «πραγματικές παρατηρήσεις» τα εκτιθέμενα στον κανονισμό 1921/94, ότι δηλαδή «(...) παρατηρήθηκαν σοβαρές διαταραχές στις εμπορικές συναλλαγές με τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας οι οποίες επηρέασαν τις δραστηριότητες των οικονομικών τομέων της Κοινότητας που έχουν σχέση με την εισαγωγή, τη διάθεση στο εμπόριο και τη μεταποίηση παιχνιδιών καταγωγής αυτής της χώρας και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία οικονομικών δυσχερειών» (65) Οι αναφορές αυτές συνεπάγονται χωρίς αμφιβολία ότι η αρχική ποσόστωση δεν καθιστούσε δυνατή την επαρκή ικανοποίηση, το 1994, των αναγκών των επιχειρηματιών που αφορούσαν οι εισαγωγές.
193 Ως προς την προπαρατεθείσα απόφαση Consorgan κατά Επιτροπής, εκτός του ότι αφορά απόφαση, αναφέρεται σε μία περίπτωση κατά την οποία η απόφαση είχε τροποποιήσει προηγούμενη απόφαση με την οποία είχε χορηγηθεί σε συγκεκριμένο υποκείμενο δικαίου κάποιο ποσό συνδρομής και, επομένως, του είχε δημιουργήσει δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι το ποσό αυτό θα εισήρχετο πράγματι στην περιουσία του ενδιαφερομένου. υΟμως, εν προκειμένω, ο προσβαλλόμενος κανονισμός κάθε άλλο παρά στερεί έναν επιχειρηματία από αναγνωρισμένα κατ' αρχήν δικαιώματα και απλώς τονίζει, ως προς όλους τους επιχειρηματίες του τομέα, τον βαθμό του ανταγωνισμού που μπορεί να ασκηθεί μέσω των κινεζικών προϋόντων. Κατά τη γνώμη μου, δεν τίθεται επομένως ζήτημα κατ' αναλογίαν εφαρμογής της αρχής που συνάγεται από την ανωτέρω απόφαση.
194 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να απορριφθεί.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
195 Το Βασίλειο της Ισπανίας θεωρεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έλαβε υπόψη του τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη την οποία είχε δημιουργήσει στους επιχειρηματίες το επίπεδο προστασίας που προκύπτει από τον κανονισμό 519/94. Το Συμβούλιο δεν όφειλε να λάβει υπόψη την κατάσταση των οικείων επιχειρηματιών, οι οποίοι, δεδομένου ότι δεν είχαν μεταβληθεί οι αρχικές περιστάσεις, είδαν να μεταβάλλεται, εντός εξαιρετικά σύντομου χρονικού διαστήματος, το status quo που είχε δημιουργηθεί με τον προηγούμενο κανονισμό, χωρίς να προβληθεί η ύπαρξη υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος. Κατά το προσφεύγον, δεν μπορεί να απαιτείται από οποιονδήποτε συνετό και πληροφορημένο επιχειρηματία να προβλέπει μία μεταβολή που στερεί από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο την προηγούμενη ποσόστωση, μόλις τέσσερις μήνες μετά τη θέσπισή της. Τέλος, από τον κανονισμό 1921/94 προκύπτει σοβαρή ζημία για όλους τους επιχειρηματίες της Κοινότητας οι οποίοι, δυνάμει του αρχικού κανονισμού, είχαν καταγγείλει ή αναβάλει την έναρξη ισχύος των συμβάσεών τους.
196 Εξάλλου, το Συμβούλιο, στο υπόμνημά του αντικρούσεως, δεν αιτιολογεί ούτε το γεγονός ότι δεν υφίσταντο οι προσδοκίες των επιχειρηματιών ούτε το ανώτερο δημόσιο συμφέρον που θα δικαιολογούσε να μη ληφθούν υπόψη οι προσδοκίες αυτές.
197 Πριν ζητήσει από το Δικαστήριο να απορρίψει τον λόγο ακυρώσεως ως αβάσιμο, το καθού διερωτάται ως προς το αν ένα κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί την παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών.
198 Επί του τελευταίου αυτού σημείου, θεωρώ ότι ένα κράτος μέλος, προνομιούχος διάδικος, μπορεί να επικαλεστεί την παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των οικείων επιχειρηματιών, όπως μπορεί να επικαλεστεί την παράβαση οποιουδήποτε άλλου κανόνα που ανάγεται στη σφαίρα της κοινοτικής νομιμότητας. Μου φαίνεται δύσκολο να συνδεθεί η δυνατότητα επικλήσεως του συγκεκριμένου λόγου από κράτος μέλος με την ύπαρξη συγκεκριμένου συμφέροντος. Δεν θα μπορούσε μια τέτοια προσέγγιση, αν γενικευόταν σε σχέση με άλλους λόγους, να προκαλέσει ετερόκλητες και περιττές δυσκολίες εφαρμογής; Προεχόντως, να περιόριζε αναπόφευκτα την έκταση του ελέγχου της νομιμότητας. Το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν ανεπιθύμητο όσον αφορά τα φυσικά και νομικά πρόσωπα των οποίων η πρόσβαση στην κοινοτική δικαιοσύνη είναι περιορισμένη από το άρθρο 173 της Συνθήκης.
199 Πριν από την εξέταση του λόγου ακυρώσεως, θα υπενθυμίσω ότι, πράγματι, εν προκειμένω, το βάρος αποδείξεως του βασίμου του φέρει το προσφεύγον. Το προσφεύγον δεν μπορεί, επομένως, με τα δικόγραφά του να ανατρέψει το βάρος αποδείξεως, ζητώντας να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να προσκομίσει κάθε χρήσιμο στοιχείο, επιπλέον δε αρνητικού περιεχομένου όσον αφορά ορισμένα από τα στοιχεία αυτά (66).
200 ωΟπως τονίζει το Συμβούλιο, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει τα όρια της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στον τομέα εφαρμογής του άρθρου 113 της Συνθήκης: «Δεδομένου ότι τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν διακριτική εξουσία κατά την επιλογή των μέσων που είναι αναγκαία για την πραγμάτωση της πολιτικής τους, οι επιχειρηματίες δεν πρέπει να τρέφουν δικαιολογημένως εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση της υπαρχούσης καταστάσεως, η οποία δύναται να μεταβληθεί με αποφάσεις που λαμβάνουν τα εν λόγω όργανα στο πλαίσιο της διακριτικής τους εξουσίας.» (67)
201 Οι ανταγωνιζόμενοι κοινοτικοί παραγωγοί παιχνιδιών δεν μπορούν να επικαλούνται κεκτημένο δικαίωμα για τη διατήρηση ενός πλεονέκτηματος που απορρέει γι' αυτούς από την εφαρμογή ποσοστώσεων με τον κανονισμό 519/94 (68). Οι τροποποιήσεις ποσοστώσεων εμπίπτουν στην ίδια την άσκηση εμπορικής πολιτικής. Ειδικότερα, μία αύξηση ποσοστώσεως επιφέρει απλώς ανύψωση του επιπέδου ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά και δεν περιορίζει τις θετικές προσδοκίες των παραγωγών της Κοινότητας. Μεταβολές ποσοτικών περιορισμών συνιστούν τελικά οικονομικούς κινδύνους εγγενείς στους τομείς που αφορούν οι περιορισμοί αυτοί.
202 Σημειώνω ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν επικαλείται ρητώς την κατάσταση των παραγωγών της Κοινότητας.
203 Παραδόξως, προβάλλει μάλλον την κατάσταση των επιχειρηματιών που ενδιαφέρονται για τις εισαγωγές από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας, όταν αναφέρεται στη σοβαρή ζημία που υπέστησαν οι παραγωγοί της Κοινότητας οι οποίοι, δυνάμει του αρχικού κανονισμού, είχαν «καταγγείλει ή αναβάλει την έναρξη ισχύος των συμβάσεών τους». Πράγματι, μόνον οι επιχειρηματίες που ενδιαφέρονται για τις εισαγωγές αναγκάστηκαν, γενικώς, να μειώσουν το μέγεθος των εισαγωγών τους συνεπεία της θεσπίσεως ποσοστώσεων με τον κανονισμό 519/94. όΟμως, οι προσδοκίες των επιχειρηματιών αυτών δεν μειώθηκαν, αλλ' αντιθέτως ενισχύθηκαν με τον κανονισμό 1921/94. Επομένως, η κατάσταση αυτή ουδόλως συνιστά παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
204 Συνοψίζοντας, ο προσβαλλόμενος κανονισμός απλώς επέδρασε αρνητικά σε ορισμένες προοπτικές των ανταγωνιζομένων παραγωγών της Κοινότητας, αλλά εντός πλαισίου και υπό πρίσμα που είναι ξένα προς την έννοια της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
205 Ο εν λόγω κανονισμός προσάρμοσε απλώς το επίπεδο μιας από τις ποσοστώσεις που προέβλεψε ο κανονισμός 519/94, ενόψει των δεδομένων που προέκυψαν κατά την εφαρμογή του τελευταίου αυτού νομοθετήματος (69).
206 Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
207 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Το άρθρο 169, παράγραφος 4, διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
208 Πρέπει να εφαρμοστούν οι δύο αυτές διατάξεις στις δύο εξετασθείσες υποθέσεις.
209 Στην υπόθεση C-150/94, το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει, κατά συνέπεια, εκτός από τα δικά του έξοδα, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο, ενώ η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή, που παρενέβησαν, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
210 Στην υπόθεση C-284/94, το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει, εκτός από τα δικά του έξοδα, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο, ενώ η Επιτροπή, παρεμβαίνουσα, φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Πρόταση
211 Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
Στην υπόθεση C-150/94
«1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει, εκτός από τα δικά του έξοδα, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο.
3) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.»
Στην υπόθεση C-284/94
«1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει, εκτός από τα δικά του έξοδα, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο.
3) Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 67, σ. 89.
(2) - ΕΕ L 198, σ. 1.
(3) - ΕΕ L 195, σ. 21.
(4) - ΕΕ L 346, σ. 6.
(5) - EE L 364, σ. 1.
(6) - ΕΕ L 252, σ. 1.
(7) - Παιχνίδια παραγεμισμένα που αναπαριστούν ζώα ή μη ανθρώπινες υπάρξεις (π.χ. αρκούδες χνουδωτές).
(8) - Αλλα παιχνίδια που αναπαριστούν ζώα ή μη ανθρώπινες υπάρξεις (π.χ. ζώα από πλαστική ύλη).
(9) - Αλλα παιχνίδια (π.χ. όπλα-παιχνίδια).
(10) - Τελευταία, με τον κανονισμό (ΕΚ) 752/96 του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1996, για τροποποίηση των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 519/94 (ΕΕ L 103, σ. 1), ενοποιήθηκαν σε μία ποσόστωση οι τρεις ποσοστώσεις που αφορούσαν τις εν λόγω τρεις κατηγορίες παιχνιδιών.
(11) - Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στις 15 Μαου 1995, σημείο 3.9.
(12) - Υπόθεση 166/78, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 247).
(13) - Απόφαση της 4ης Ιουλίου 1963, 24/62, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 909, ιδίως 914).
(14) - Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1968, 5/67, Beus (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 705, ιδίως σ. 706).
(15) - Αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 1973, 80/72, Koninklijke Lassiefabrieken (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 587, σκέψεις 24 και 25), Ιταλία κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 8, και της 29ης Φεβρουαρίου 1984, 37/83, Rewe-Zentrale (Συλλογή 1984, σ. 1229, σκέψη 13).
(16) - Αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1982, 292/81 και 293/81, Lion κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 3887, σκέψη 19), της 22ας Ιανουαρίου 1986, 250/84, Eridania κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 117, σκέψη 38), της 13ης Οκτωβρίου 1992, C-63/90 και C-67/90, Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-5073, σκέψη 16), και της 14ης Ιουλίου 1994, C-353/92, Ελλάδα κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-3411, σκέψη 19).
(17) - Αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψη 49), και της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-466/93, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (ΙΙ) (Συλλογή 1995, σ. Ι-3799, σκέψη 16).
(18) - Προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 50. Βλ. ομοίως, όσον αφορά μια απόφαση, αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 1973, 13/72, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 349, σκέψη 12), και της 11ης Δεκεμβρίου 1980, 1252/79, Lucchini κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 467, σκέψη 14).
(19) - Υπόμνημα παρεμβάσεως, σημείο 13.
(20) - Σημείο 2.16.
(21) - Δικές μου οι υπογραμμίσεις.
(22) - Δικόγραφο προσφυγής, σημείο 2.19.
(23) - Οπ.π., σημείο 2.20.
(24) - Αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1981, 195/80, Michael κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψη 22), και της 12ης Νοεμβρίου 1985, 183/83, Krupp κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3609, σκέψη 21).
(25) - Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη, στο τέλος.
(26) - Βλ. τη διατύπωση του άρθρου 113, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
(27) - Απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1986, 174/84, Bulk Oil (Συλλογή 1986, σ. 559, σκέψη 31).
(28) - Βλ. σημείο 32 ανωτέρω.
(29) - Pescatore, P.: «La politique commerciale», Droit des Communautιs europιennes, Les Novelles, 1969, σ. 917, ιδίως σ. 921.
(30) - Είτε στο στάδιο της θεσπίσεως της πράξεως, όταν αυτή συνιστά παρέκκλιση από επιτακτικό κανόνα της Συνθήκης, είτε, στις άλλες περιπτώσεις, μόνο στο στάδιο της εφαρμογής της πράξεως που καθιερώνει μια αρχή και μία ή περισσότερες εξαιρέσεις: βλ. σημείο 119 κατωτέρω.
(31) - Αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1977, 29/77, Roquette Frθres (Συλλογή τόμος 1977, σ. 541, σκέψεις 19 και 20), και της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55, σκέψη 5). Βλ. επίσης την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, C-179/87, Sharp Corporation κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-1635, σκέψη 58).
(32) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 14). Βλ. επίσης, προηγουμένως, την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 40/72, Schroeder (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 397, σκέψη 14).
(33) - Προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 14.
(34) - Οπ.π., σκέψη 15.
(35) - Σημείο 2.16.
(36) - Εκδοση 1993 του Panorama del'industrie communautaire (Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων).
(37) - Σελίδα 23.
(38) - Βλ. επίσης την ακόλουθη παρατήρηση της μελέτης του ΝΕΙ (σ. 26): «Ενώ οι καθαρές εισαγωγές αντιπροσωπεύουν το 15 % της προφανούς καταναλώσεως το 1980, αναρριχήθηκαν στο 38 % το 1991.»
(39) - Σελίδα 23.
(40) - Σημεία 3.2.3 και παράρτημα Ι.
(41) - Κατώτερα, με μία εξαίρεση, από τα αναφερόμενα από το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τα έτη 1991 έως 1993, τα αριθμητικά αυτά στοιχεία δεν αμφισβητούνται.
(42) - Εστω και παρατηρώντας ότι τα στοιχεία αυτά καλύπτουν το σύνολο των παιχνιδιών.
(43) - Βλ. τη μελέτη του ΝΕΙ, σ. 26.
(44) - Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
(45) - Υπόθεση 112/80, Dόrbeck (Συλλογή 1981, σ. 1095, σκέψη 44).
(46) - Υπόθεση 245/81, Edeka Zentrale (Συλλογή 1982, σ. 2745, σκέψη 24).
(47) - Ιδίως της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT).
(48) - Ο δεύτερος το 1991, μετά τη Γαλλία, σύμφωνα με τη μελέτη του ΝΕΙ (σ. 24).
(49) - Στα σημεία 2.17 και 2.18.
(50) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 14).
(51) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4973, σκέψη 91).
(52) - Βλ. τους πίνακες στο σημείο 102 ανωτέρω.
(53) - Προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 94.
(54) - Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-181/88, C-182/88 και C-218/88, Deschamps κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 4381, σκέψη 18), και Wuidart κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 13.
(55) - Βλ. το σημείο 128 ανωτέρω.
(56) - Βλ. το σημείο 117 ανωτέρω.
(57) - Τελείως διαφορετική θα ήταν η περίπτωση κατά την οποία ο νομοθέτης θα είχε επιβάλει την τήρηση μιας ειδικής διαδικασίας, πριν από τη θέσπιση, μεταγενεστέρως, νέων περιορισμών επί των εισαγωγών ορισμένων προηγουμένως ελευθερωθέντων προϋόντων, αλλά δεν θα το είχε πράξει για άλλα προϋόντα επίσης ελευθερωθέντα.
(58) - Βλ. σημείο 168 ανωτέρω.
(59) - Υπόθεση C-358/90, Compagnia italiana alcool κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-2457, σκέψη 42).
(60) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη.
(61) - Ιδια απόφαση, σκέψη 41.
(62) - Υπόθεση C-181/90, Consorgan κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3557).
(63) - Σκέψεις 15, 16 και 18.
(64) - Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Eridania κ.λπ., σκέψη 38, στο τέλος.
(65) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη.
(66) - Βλ. σημείο 196 ανωτέρω.
(67) - Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, 52/81, Faust κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3745, σκέψη 27).
(68) - Βλ., αναλόγως, την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψη 34).
(69) - Βλ., όσον αφορά μια παραπλήσια περίπτωση τροποποιήσεων μέτρων διασφαλίσεως κατά τη διάρκεια ενός και μόνο έτους, την προπαρατεθείσα απόφαση Dόrbeck, σκέψη 36.
Full & Egal Universal Law Academy