Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Με τέσσερις προσφυγές της, τις οποίες για συστηματικούς λόγους θα πραγματευθώ από κοινού, η Επιτροπή επιδιώκει να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο ότι η χορήγηση, από τα καθών κράτη μέλη, αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής (και, προκειμένου περί της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Ιταλικής Δημοκρατίας, εξαγωγής) ηλεκτρικού ρεύματος (και, προκειμένου περί της Γαλλικής Δημοκρατίας, φυσικού αερίου) στοιχειοθετεί παραβίαση των υποχρεώσεων που τα κράτη μέλη αυτά υπέχουν δυνάμει των άρθρων 30, 34 και 37 (ή, στην περίπτωση του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών, δυνάμει των άρθρων 30 και 37) της Συνθήκης, επιπλέον δε, στην περίπτωση του Βασιλείου της Ισπανίας, και δυνάμει του άρθρου 48 της Πράξεως για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ L 302, της 15ης Νοεμβρίου 1985, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως).
Στις ανοιγείσες δίκες έχει ασκήσει παρέμβαση το Ηνωμένο Βασίλειο, ζητώντας την αποδοχή των υπό κρίση προσφυγών, η Ιρλανδία, ζητώντας την απόρριψη τους και, τέλος, η Γαλλική Δημοκρατία, που ζητεί την απόρριψη των προσφυγών που στρέφονται κατά του Βασιλείου της Ισπανίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών.
Η απλή περιγραφή του αντικειμένου των κρινομένων προσφυγών αρκεί για να αναδείξει το εντελώς εξαιρετικό ενδιαφέρον των ζητημάτων που θέτουν. Το Δικαστήριο, καλούμενο να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει σε έναν τομέα όπως εκείνο της ενέργειας τις διατάξεις των άρθρων 30, 34 και 37 (αλλά, όπως θα εκτεθεί, και εκείνη του άρθρου 90, παράγραφος 2) της Συνθήκης, καλείται κατ' ουσία, για πρώτη ίσως φορά με τρόπο τόσο ευθύ, να αποφανθεί αν η επικρατούσα σε ορισμένα (αν όχι στα περισσότερα) κράτη μέλη αντίληψη περί δημόσιας υπηρεσίας είναι, όσον τουλάχιστον αφορά μερικές αποφασιστικής σημασίας όψεις της, συμβατή με τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
I - Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
1 Παρά την έλλειψη σχετικών ειδικών διατάξεων της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας, όπως αρχικά ίσχυσε (1), το ζήτημα της δημιουργίας κοινής αγοράς ενέργειας απασχόλησε πολύ νωρίς την Κοινότητα. αΗδη το έτος 1964, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών είχαν συμφωνήσει, με το «Πρωτόκολλο Συμφωνίας επί των ενεργειακών προβλημάτων» (2), για την ανάγκη δημιουργίας κοινής αγοράς στον τομέα της ενέργειας, προσδιορίζοντας σε πολύ γενικές γραμμές, στο ίδιο κείμενο, τα δεδομένα βάσει των οποίων θα έπρεπε να προσδιορισθεί η πολιτική αυτή καθώς και τους στόχους στους οποίους θα έπρεπε να αποβλέπει. Την 18η Δεκεμβρίου 1968, η Επιτροπή υπέβαλε, εξάλλου, στο Συμβούλιο έγγραφο τιτλοφορούμενο «Πρώτος προσανατολισμός για μια κοινοτική ενεργειακή πολιτική», το οποίο απετέλεσε την πρώτη απόπειρα λεπτομερούς διερευνήσεως του πλαισίου μέσα στο οποίο επρόκειτο να ενταχθεί η κοινή πολιτική ενέργειας, καταγραφής των ουσιωδέστερων σχετικών προβλημάτων και προσδιορισμού των μέσων που είχαν στη διάθεσή τους τα κοινοτικά όργανα για την επίλυσή τους.
2 Τα πρώτα αυτά βήματα έμειναν, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς συνέχεια. Το ζήτημα επανετέθη πολύ αργότερα και αφού η Ευρώπη είχε δοκιμάσει, μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, τη δοκιμασία των δύο πετρελαϋκών κρίσεων του 1973 και του 1979. Τη νέα αφετηρία απετέλεσε η θέσπιση, με την Ενιαία Ευρωπαϋκή Πράξη, του άρθρου 8 Α της Συνθήκης: η προοπτική ολοκληρώσεως της εσωτερικής αγοράς με χρονικό ορίζοντα την 31η Δεκεμβρίου 1992 επανέφερε επιτακτικά στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς της ενέργειας. Λίγους μόνον μήνες μετά την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως και προτού καν η τελευταία τεθεί σε ισχύ, το Συμβούλιο, με το ψήφισμά του της 16ης Σεπτεμβρίου 1986 (3), έταξε ως στόχο της ενεργειακής πολιτικής της Κοινότητας, μεταξύ άλλων (σημείο 5 δδ), και την «καλύτερη ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς της ενέργειας, απαλλαγμένη από τα εμπόδια που παρεμβάλλονται στις συναλλαγές, με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας εφοδιασμού, τη μείωση του κόστους και την ενίσχυση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας». Από την πλευρά της η Επιτροπή δημοσίευσε, την 2α Μαου 1988, κείμενο εργασίας τιτλοφορούμενο «Η εσωτερική αγορά ενέργειας» (4), στο οποίο, αφού υπογραμμίζεται ότι για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς της ενέργειας είναι αναγκαία, πλην άλλων, η αυστηρότερη εφαρμογή όλων των κρίσιμων διατάξεων του ισχύοντος κοινοτικού δικαίου, γίνεται ρητή αναφορά στην ανάγκη ελέγχου, υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών, των μονοπωλίων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.
3 Παράλληλα, η Επιτροπή ανέλαβε σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών, με στόχο, μέσω της εισαγωγής κανόνων εναρμονίσεως, την εξάλειψη ορισμένων τουλάχιστον από τα εμπόδια που συναντά η δημιουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας. Θεσπίσθηκε έτσι η οδηγία 90/377/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1990, σχετικά με μια κοινοτική διαδικασία για τη διαφάνεια των τιμών αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας για τον τελικό βιομηχανικό καταναλωτή (5), η οδηγία 90/547/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1990, για τη διαμετακόμιση ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των μεγάλων δικτύων (6) και η οδηγία 91/296/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 31ης Μαου 1991, για τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου μέσω των μεγάλων δικτύων (7).
4 Ασύγκριτα ευρύτερο είναι το πεδίο των προτάσεων οδηγιών που υπέβαλε η Επιτροπή την 24η Φεβρουαρίου 1992. Το πλέον φιλόδοξο στοιχείο των προτάσεων αυτών, οι οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στις αιτιολογικές τους σκέψεις, αποτελούν το δεύτερο, μετά τη θέσπιση των οδηγιών που αναφέρθηκαν στο σημείο 3, στάδιο της διαδικασίας ολοκληρώσεως της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (8) και φυσικού αερίου (9), είναι η εισαγωγή συστήματος ρυθμίσεων που σκοπούν στη χορήγηση, υπό σειρά προϋποθέσεων και περιορισμών, στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και τους πελάτες τους (ή σε ορισμένους τουλάχιστον από αυτούς) δικαίωμα προσβάσεως, τόσο στα υφιστάμενα στα κράτη μέλη δίκτυα με τα οποία η ηλεκτρική ενέργεια ή το φυσικό αέριο μεταφέρονται από τα σημεία παραγωγής είτε προς τους διανομείς είτε προς τους τελικούς χρήστες (δίκτυα μεταφοράς) όσο και στα υφιστάμενα στα κράτη μέλη δίκτυα μέσω των οποίων οι παραπάνω μορφές ενέργειας παραδίδονται από τους διανομείς στους τελικούς χρήστες (δίκτυα διανομής). Η λογική που διέπει την προτεινόμενη ρύθμιση είναι προφανής: η αναγνώριση υπέρ των παραγωγών, διανομέων και τελικών χρηστών δικαιώματος προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής (εκτός των οποίων, ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου δεν είναι βεβαίως νοητές) αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, καθώς καθιστά δυνατή την τροφοδοσία του διανομέα ή του τελικού καταναλωτή από τον παραγωγό της επιλογής του, σε οποιοδήποτε σημείο της Κοινότητος και αν είναι ο τελευταίος εγκατεστημένος. Είναι όμως εξίσου προφανές ότι στα κράτη μέλη στα οποία έχουν θεσπισθεί αποκλειστικά δικαιώματα προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, η αναγνώριση παρόμοιου δικαιώματος θα επέβαλλε αναθεώρηση θεμελιωδών αρχών οργανώσεως και λειτουργίας του ενεργειακού τομέα, από την προστασία της ασφάλειας των δικτύων μέχρι τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των ενεργειακών αναγκών. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι παράδοξο ότι οι προτάσεις της Επιτροπής, όπως είχαν εν τω μεταξύ τροποποιηθεί (10), εξακολουθούσαν να αποτελούν, κατά την ημέρα συζητήσεως των υπό κρίση προσφυγών, αντικείμενο διαπραγματεύσεως στα πλαίσια του Συμβουλίου (11).
5 Πως εντάσσονται οι υπό κρίση προσφυγές στην προοπτική της δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς ενέργειας; Η Επιτροπή επιδιώκει με τις προσφυγές της αυτές να διαπιστωθεί ότι, ανεξαρτήτως της προόδου των εργασιών εκπονήσεως κανόνων παραγώγου δικαίου στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, τα καθών κράτη μέλη είναι πάντως υποχρεωμένα να καταργήσουν ορισμένους από τους σχετικούς με τους τομείς αυτούς κανόνες εσωτερικού δικαίου, εκείνους δηλαδή με τους οποίους έχουν χορηγηθεί αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής (προκειμένου περί της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας, και εξαγωγής) ηλεκτρικού ρεύματος και (προκειμένου περί της Γαλλίας) φυσικού αερίου. Πάντοτε κατά την Επιτροπή, οι κανόνες αυτοί αντίκεινται σε διατάξεις της ίδιας της Συνθήκης και ειδικότερα, αφενός μεν στα άρθρα 30 και 34 (με τα οποία απαγορεύεται η επιβολή μεταξύ των κρατών μελών ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών και των εξαγωγών καθώς και η επιβολή μέτρων ισοδυνάμου προς τους περιορισμούς αυτούς αποτελέσματος), αφετέρου δε στο άρθρο 37, στην παράγραφο 1 του οποίου ορίζονται τα εξής: «Τα κράτη μέλη διαρρυθμίζουν προοδευτικώς τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα κατά τρόπο, ώστε με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε κάθε οργανισμό με τον οποίο κράτος μέλος, νομικά ή πραγματικά ελέγχει, διευθύνει ή επηρεάζει αισθητά, άμεσα ή έμμεσα, τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επίσης και επί των κατά παραχώρηση κρατικών μονοπωλίων». Είναι από την άποψη αυτή χαρακτηριστικό ότι η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να υπογραμμίσει, στο προοίμιο καθεμιάς από τις προτάσεις οδηγιών για τις οποίες έγινε ήδη λόγος, ότι το περιεχόμενό της «δεν επηρεάζει την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης». Αν οι υπό κρίση προσφυγές ευδοκιμήσουν, τα καθών κράτη μέλη, προκειμένου να συμμορφωθούν πλήρως στα κριθέντα, θα είναι υποχρεωμένα να προχωρήσουν στην κατάργηση ή τουλάχιστον στη ριζική αναμόρφωση και των λοιπών αποκλειστικών δικαιωμάτων που έχουν θεσπίσει στους κρίσιμους τομείς. Από τις απώτερες συνέπειες μιας ευνοϋκής για την Επιτροπή εκβάσεως της δίκης, η σημαντικότερη θα ήταν αναμφίβολα η θεμελίωση υποχρεώσεως των καθών κρατών μελών να εξασφαλίσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στους διανομείς ή στους τελικούς καταναλωτές, που τυχόν θα θελήσουν να εισαγάγουν ή να εξαγάγουν ηλεκτρική ενέργεια ή φυσικό αέριο, πρόσβαση στα αντίστοιχα δίκτυα μεταφοράς ή διανομής. ςΕνα από τα, κατά την αντίληψη της Επιτροπής, κύρια προσκόμματα (αν όχι το κυριότερο) στην εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας θα έχει έτσι εξαλειφθεί.
II - Επί του παραδεκτού
6 Η Γαλλική Δημοκρατία (υπογραμμίζοντας πάντως ότι, ως προς το σημείο αυτό, «επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου») θέτει ζήτημα παραδεκτού της στρεφόμενης εναντίον της προσφυγής της Επιτροπής, προβάλλοντας ότι επί ορισμένων επιχειρημάτων τα οποία είχε προβάλει κατά το στάδιο που προηγήθηκε της καταθέσεως της προσφυγής, η Επιτροπή δεν έλαβε αιτιολογημένη θέση παρά μόνον με το δικόγραφο της προσφυγής της, ότι, εν πάση περιπτώσει, η θέση αυτή αποκλίνει εκείνης που είχε εκτεθεί στην αιτιολογημένη γνώμη και ότι, υπό τα δεδομένα αυτά, η Επιτροπή παρέβλεψε τον σκοπό στον οποίο αποβλέπει η διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, παραβιάζοντας το δικαίωμα του καθού κράτους μέλους να υπερασπισθεί τις απόψεις του. Η Γαλλική Δημοκρατία προβάλλει ειδικότερα τα εξής:
α) Απαντώντας στο έγγραφο οχλήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση είχε προβάλει ότι τα μονοπώλια εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου αποβλέπουν στον ασφαλή εφοδιασμό της χώρας σε ενέργεια, συνδεόμενα, ως εκ τούτου, με λόγους «δημόσιας ασφάλειας», υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης. Κατά το μέρος που αφορά στην ηλεκτρική ενέργεια, η Επιτροπή απέκρουσε, με την αιτιολογημένη γνώμη, την επίκληση της τελευταίας αυτής διατάξεως, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η κατάργηση των επίμαχων μονοπωλίων δεν θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού. Εντούτοις, πάντοτε κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η επιχειρηματολογία που παρατίθεται στην προσφυγή ως προς το ζήτημα αυτό είναι εντελώς διαφορετική, εφόσον η Επιτροπή αποδέχεται μεν ήδη την ανάγκη κεντρικού ελέγχου του συστήματος παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, θεωρεί όμως ότι η ασφάλεια του εφοδιασμού μπορεί να επιτευχθεί με μέσα λιγότερο επαχθή από τα μονοπώλια εισαγωγής και εξαγωγής. ςΟσον αφορά εξάλλου το φυσικό αέριο, η Επιτροπή αποκρούει ενώπιον του Δικαστηρίου τη σύνδεση του μονοπωλίου εισαγωγής με την ασφάλεια του εφοδιασμού, προβάλλοντας επιχειρήματα, ορισμένα εκ των οποίων (ύπαρξη σημαντικής σχετικά κοινοτικής παραγωγής αερίου, έλλειψη μεσοπρόθεσμων εναλλακτικών διεξόδων για τις χώρες που εξάγουν αέριο στην Κοινότητα, εξάρτηση της Γαλλίας από το αέριο μικρότερη από την εξάρτησή της από το πετρέλαιο, οι εισαγωγές του οποίου είναι ελεύθερες) δεν είχαν προβληθεί κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της καταθέσεως της προσφυγής.
β) Η Γαλλική Κυβέρνηση, απαντώντας στο έγγραφο οχλήσεως, είχε επικαλεσθεί επίσης το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, προβάλλοντας ότι τα επίμαχα μονοπώλια δικαιολογούνται ενόψει των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, των οποίων η διαχείριση έχει ανατεθεί στους οργανισμούς υπέρ των οποίων έχουν θεσπισθεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποκρούσθηκαν, στην αιτιολογημένη γνώμη, με το αιτιολογικό ότι επίκληση της παραπάνω διατάξεως αποκλείεται εν προκειμένω, διότι αφορά αποκλειστικώς και μόνο τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων, για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 90, παράγραφος 1· εντούτοις, πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς του καθού κράτους μέλους, η Επιτροπή αφενός μεν αποδέχεται, για πρώτη φορά με την προσφυγή, ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να θεσπίσουν υπέρ των ανωτέρω επιχειρήσεων αποκλειστικά δικαιώματα που περιορίζουν ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποκλείουν τον ανταγωνισμό, υπό την προϋπόθεση ότι τούτο είναι απαραίτητο για την εξυπηρέτηση της ειδικής αποστολής που τους έχει ανατεθεί, αφετέρου δε αναφέρεται διά μακρών στα κριτήρια βάσει των οποίων κρίνεται η συνδρομή ή μη της προϋποθέσεως αυτής.
Οι ισχυρισμοί αυτοί της Γαλλικής Κυβερνήσεως είναι, κατά τη γνώμη μου, απορριπτέοι.
7 ιΟπως έχει επανειλημμένα κριθεί (12), η διαδικασία η οποία, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 169 της Συνθήκης, προηγείται της καταθέσεως της προσφυγής, σκοπεί να παράσχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τη δυνατότητα είτε να συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις του είτε να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή. Η αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία η διαδικασία αυτή περατώνεται, πρέπει, επομένως, να προσδιορίζει με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια και πληρότητα το αντικείμενο της διαφοράς: πρέπει δηλαδή να περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για την κατανόηση, εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, της πραγματικής (13) και νομικής (14) βάσεως στην οποία η Επιτροπή στηρίζει την αντίληψή της ότι το κράτος αυτό παρέβη τις υποχρεώσεις του. Αν η αιτιολογημένη γνώμη πληροί τις απαιτήσεις αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής ασκείται παραδεκτώς, έστω και αν η επιχειρηματολογία που περιέχει, είτε πραγματική (αναφερόμενη στα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την κατάσταση ή τη συμπεριφορά που η Επιτροπή θεωρεί ως παράβαση των υποχρεώσεων του καθού κράτους μέλους) είτε νομική (αφορώσα στην ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που η Επιτροπή θεωρεί παραβιαζόμενες), έχει εμπλουτισθεί εν σχέσει προς την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε σχετικά στην αιτιολογημένη γνώμη· αρκεί, βεβαίως, ο εμπλουτισμός αυτός της επιχειρηματολογίας να μην υποκρύπτει μετατόπιση ή διεύρυνση της νομικής και πραγματικής βάσεως της διαφοράς, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στην αιτιολογημένη γνώμη (15).
8 Στην προκείμενη περίπτωση, οι διαφοροποιήσεις τις οποίες επισημαίνει η Γαλλική Κυβέρνηση μεταξύ της αιτιολογημένης γνώμης και της προσφυγής δεν μεταβάλλουν ούτε διευρύνουν το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό καθορίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγήθηκε της καταθέσεως της προσφυγής: η ουσία της αποδιδόμενης στη Γαλλική Δημοκρατία παραβάσεως, από απόψεως τόσο πραγματικής (διατήρηση υπέρ δημοσίων οργανισμών αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και αερίου) όσο και νομικής (παραβίαση των άρθρων 30, 34 και 37 της Συνθήκης), παρέμεινε η αυτή τόσο στην αιτιολογημένη γνώμη όσο και στην προσφυγή, και επομένως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν στερήθηκε της δυνατότητος να προβάλει αποτελεσματικά, κατά το στάδιο που προηγήθηκε της προσφυγής, τις απόψεις του επί ουσιωδών σημείων της διαφοράς. Πράγματι:
α) Ως προς την επίκληση, από τη Γαλλική Κυβέρνηση, της ανάγκης διασφαλίσεως του εφοδιασμού ως λόγου δικαιολογούντος, ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 36 της Συνθήκης, τη θέσπιση αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και αερίου, ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής (απόκρουση των ισχυρισμών της Γαλλικής Κυβερνήσεως, κατ' επίκληση του ότι η ασφάλεια του εφοδιασμού μπορεί να επιτευχθεί με άλλα, λιγότερο περιοριστικά για τις εισαγωγές, μέτρα) εκτίθεται με την απαραίτητη σαφήνεια στην αιτιολογημένη γνώμη. Στην προσφυγή, η επιχειρηματολογία αυτή απλώς διευκρινίζεται, κατά το μεν μέρος που αφορά στο ηλεκτρικό ρεύμα, με την έκθεση των στοιχείων που, κατά την Επιτροπή, συγκροτούν την έννοια «ασφάλεια εφοδιασμού» και τη διατύπωση της απόψεως ότι κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν πρόκειται να θιγεί από την κατάργηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων, κατά το δε μέρος που αφορά στο αέριο, με την επίκληση ορισμένων πραγματικών δεδομένων ως προς την κατάσταση που επικρατεί στην οικεία αγορά.
β) Ως προς την επίκληση από τη Γαλλική Κυβέρνηση της διατάξεως του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, είναι ακριβές ότι ενώ στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή αρκέσθηκε να προβάλει ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά σε κρατικά μέτρα αντίθετα στα άρθρα 30, 34 και 37 της Συνθήκης, αλλά σε αντίθετες προς τη Συνθήκη συμπεριφορές των επιχειρήσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 του άρθρου 90, στην προσφυγή προστίθεται ότι ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 90 μπορεί να δικαιολογήσει κρατικά μέτρα αντίθετα στα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης, πάντως θα έπρεπε να δειχθεί, κατόπιν ελέγχου των μέτρων αυτών υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητος, ότι είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στις επιχειρήσεις υπέρ των οποίων έχουν θεσπισθεί. Η προβολή όμως του τελευταίου αυτού ισχυρισμού (που προβάλλεται, σημειωτέον, επικουρικώς: η άποψη που είχε διατυπωθεί από την Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη αποτελεί, και στην προσφυγή, το κύριο επιχείρημά της προς απόκρουση της επικλήσεως, από τη Γαλλική Κυβέρνηση, του άρθρου 90, παράγραφος 2), δεν αλλοιώνει τη νομική ή πραγματική βάση της παραβάσεως που αποδίδεται στο καθού κράτους μέλους ούτε παραβιάζει κατ' άλλο τρόπο τα δικαιώματα αμύνης του τελευταίου, καθώς σκοπεί ακριβώς στην απόκρουση αμυντικού ισχυρισμού που είχε το ίδιο προβάλει. ιΑλλωστε, με την απάντησή του στην αιτιολογημένη γνώμη, το καθού κράτος μέλος είχε, ακροθιγώς έστω, αναφερθεί στο ζήτημα κατά πόσον τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα ήσαν αναγκαία για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στις επιχειρήσεις υπέρ των οποίων έχουν θεσπισθεί, βεβαιώνοντας (βλ. σ. 15 του μνημονευθέντος εγγράφου) ότι «ο έλεγχος των ανταλλαγών είναι τεχνικά και οικονομικά αναγκαίος για την εκπλήρωση της αποστολής αυτής». Κατά συνέπεια, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να θίξει το σχετικό ζήτημα στην προσφυγή χωρίς προηγούμενη σχετική μνεία στην αιτιολογημένη γνώμη, πάντως, εφόσον το καθού κράτος μέλος θεωρούσε, ήδη προ της καταθέσεως της προσφυγής, ότι το παραπάνω ζήτημα αποτελούσε όψη της διαφοράς, τα δικαιώματα άμυνάς του δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθούν ως παραβιασθέντα (16).
9 Προτού περάσω στην εξέταση της ουσίας των υπό κρίση προσφυγών, θεωρώ χρήσιμο να θίξω, πολύ σύντομα, ένα ακόμη ζήτημα.
Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στα πλαίσια της υποθέσεως C-160/94 ότι, ενόψει της ποικιλίας των πολιτικών που ακολουθούν τα κράτη μέλη στον ενεργειακό τομέα, καθώς και της πολυμορφίας των σχετικών οργανωτικών λύσεων που έχουν υιοθετήσει, η δημιουργία μιας αυθεντικής εσωτερικής αγοράς στον ενεργειακό τομέα (και, ειδικότερα, στον τομέα του ηλεκτρικού ρεύματος) προϋποθέτει την εναρμόνιση ή τροποποίηση των κανόνων που διέπουν τον τομέα αυτό στα επιμέρους κράτη μέλη και, επιπλέον, την αντιμετώπιση των τεχνικών προβλημάτων που συνδέονται με την απελευθέρωση των ανταλλαγών ηλεκτρικού ρεύματος. Υπό τις συνθήκες αυτές, συνεχίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς στον ενεργειακό τομέα, η ανάληψη σχετικών νομοθετικών πρωτοβουλιών είναι μέθοδος κατά πολύ προτιμότερη από μία ακραία και ανεξέλεγκτη απελευθέρωση όπως αυτή που επιδιώκεται με την άσκηση των υπό κρίση προσφυγών. Πολύ περισσότερο, καταλήγει, που από τις αιτιολογικές σκέψεις της υποβληθείσης από την Επιτροπή προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου που αφορά τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (μνημονευθείσης ήδη ανωτέρω, σημείο 4) συνάγεται ευθέως ότι και κατά την αντίληψη της Επιτροπής η πλήρης απελευθέρωση της αγοράς αυτής δεν μπορεί να χωρήσει παρά βαθμιαία.
10 Αμφιβολίες ως προς τους στόχους στους οποίους αποβλέπει η στρεφόμενη εναντίον της προσφυγή διατυπώνει και η Γαλλική Δημοκρατία: στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-159/94 αναφέρει ότι η προσφυγή αυτή αφορά μόνον τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και αερίου, ενώ οι αντίστοιχοι τομείς είναι κατά τέτοιο τρόπο οργανωμένοι στη Γαλλία, ώστε η κατάργηση των παραπάνω αποκλειστικών δικαιωμάτων, χωρίς κατάργηση των άλλων εν ισχύι αποκλειστικών δικαιωμάτων (και ιδίως του αποκλειστικού δικαιώματος μεταφοράς) στερείται παντελώς νοήματος. Είναι από την άποψη αυτή χαρακτηριστικό, προσθέτει η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι στις προτάσεις οδηγιών που έχει υποβάλει η Επιτροπή για την εισαγωγή κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, το καθεστώς των εισαγωγών και εξαγωγών των αγαθών αυτών δεν αντιμετωπίζεται μεμονωμένα αλλά σε συνδυασμό με το σύνολο των λοιπών παραμέτρων των κρίσιμων τομέων. Ανάλογες σκέψεις διατυπώνει και η Ιταλική Δημοκρατία στις παρατηρήσεις της επί της παρεμβάσεως που κατέθεσε το Ηνωμένο Βασίλειο προς υποστήριξη της στρεφόμενης εναντίον της προσφυγής της Επιτροπής.
11 Αν τυχόν θεωρηθεί ότι με την εκτεθείσα ανωτέρω αμφισβήτηση της σκοπιμότητος των υπό κρίση προσφυγών προβάλλεται ότι οι προσφυγές αυτές ασκούνται απαραδέκτως, η σχετική επιχειρηματολογία είναι απορριπτέα. Κατά πάγια νομολογία, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της θεσμικής ισορροπίας που εγκαθιστά η Συνθήκη, ο έλεγχος των σκοπών που επιδιώκονται με την άσκηση ενώπιόν του προσφυγής δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης· τη σκοπιμότητα ασκήσεως της προσφυγής, που αποτελεί ένδικο βοήθημα αντικειμενικού καθαρώς χαρακτήρα, σταθμίζει μόνη η Επιτροπή (17). Από την άποψη αυτή, καμία επιρροή δεν μπορεί, εξάλλου, να ασκήσει η υποβολή εκ μέρους της Επιτροπής προτάσεων οδηγιών, με τις οποίες σκοπείται η θέσπιση κοινών κανόνων στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου: ούτε το γεγονός ότι οι σχετικές διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν στο πλαίσιο του Συμβουλίου κατά τον χρόνο καταθέσεως των κρινόμενων προσφυγών ούτε το περιεχόμενο των μελετώμενων ρυθμίσεων απαλλάσσουν τα κράτη μέλη από τις υποχρεώσεις που, ενδεχομένως, υπέχουν δυνάμει των διατάξεων οι οποίες εξακολουθούν να διέπουν τους οικείους τομείς μέχρις ότου τεθούν σε ισχύ τα υπό συζήτηση κείμενα (18).
III - Eπί της ουσίας
Α - Επί των άρθρων 30, 34 και 37
α) Μορφές ενέργειας, όπως ο ηλεκτρισμός και το φυσικό αέριο, αποτελούν «εμπορεύματα»;
12 Η νομολογία του Δικαστηρίου αντιλαμβάνεται με ευρύ τρόπο την έννοια «εμπορεύματα» όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στον τίτλο Ι της Συνθήκης. ςΟπως κρίθηκε με την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1968, Επιτροπή κατά Ιταλίας, στην έννοια «εμπορεύματα», όπως αυτή χρησιμοποιείται στις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πρέπει να υπαχθούν «τα αποτιμητά σε χρήμα προϋόντα που μπορούν να αποτελέσουν, ως τέτοια, αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών» (19). Με την απόφαση εξάλλου της 9ης Ιουλίου 1992, Επιτροπή κατά Βελγίου (20), το Δικαστήριο, ευρισκόμενο προ του ζητήματος αν αποτελούν «εμπορεύματα», υπό την εκτεθείσα έννοια, τα μη ανακυκλώσιμα απορρίμματα, απήντησε θετικά, κρίνοντας (σκέψη 26) ότι «τα διακινούμενα πέραν των συνόρων αντικείμενα, με σκοπό την πραγματοποίηση εμπορικής συναλλαγής εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, ανεξάρτητα από τη φύση της συναλλαγής αυτής».
13 Είναι αλήθεια ότι τα ιδιαίτερα φυσικά χαρακτηριστικά της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν ορισμένους δισταγμούς περί του κατά πόσον οι μορφές αυτές ενέργειας αποτελούν «προϋόντα» ή «αντικείμενα» υπό την εκτεθείσα έννοια, εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 30, 34 και 37 (21) της Συνθήκης. Το Δικαστήριο δεν φαίνεται να συμμερίσθηκε ποτέ τους δισταγμούς αυτούς. ςΗδη με την απόφαση της 15ης Aπριλίου 1964, 6/64, Costa κατά Enel (22), το Δικαστήριο είχε εμμέσως δεχθεί ότι το ηλεκτρικό ρεύμα υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν στην κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε ρητά με την απόφαση της 27ης Απριλίου 1994, C-393/92, Almelo (23). Στη σκέψη 28 της τελευταίας αυτής αποφάσεως αναφέρεται, πράγματι, ότι «δεν αμφισβητείται στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου - ούτε εξάλλου των εθνικών δικαίων - ότι το ηλεκτρικό ρεύμα συνιστά εμπόρευμα κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης», όπως, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια σκέψη, συνάγεται και από το γεγονός ότι το ηλεκτρικό ρεύμα θεωρείται εμπόρευμα κατά τη δασμολογική ονοματολογία της Κοινότητας.
14 Η Ιταλική Δημοκρατία, το μόνο από τα καθών κράτη μέλη που θέτει εν αμφιβόλω την υπαγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος στην έννοια του «εμπορεύματος», προβάλλει ότι η παρατεθείσα σκέψη της αποφάσεως Almelo έχει διατυπωθεί χωρίς επαρκή ανάλυση των φυσικών χαρακτηριστικών του ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες παράγεται, μεταφέρεται, διανέμεται και καταναλώνεται. Ενδελεχέστερη μελέτη των στοιχείων αυτών οδηγεί, κατά την Ιταλική Δημοκρατία πάντοτε, στο συμπέρασμα ότι η εισαγωγή και η εξαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος είναι δραστηριότητες υπαγόμενες στις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μάλλον παρά στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων: το ηλεκτρικό ρεύμα είναι άυλο, δεν μπορεί να αποθηκευθεί και δεν έχει αυτοτελή οικονομική ύπαρξη, δεδομένου ότι η χρήση του δεν είναι νοητή παρά μόνον μέσω των εφαρμογών του· επιπλέον, η εισαγωγή και η εξαγωγή του αποτελούν απλές πράξεις διαχειρίσεως του οικείου δικτύου, οι οποίες δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν υπαγόμενες στην έννοια της «υπηρεσίας». Από τις αποφάσεις Schindler και ΕΡΤ συνάγεται άλλωστε, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ότι δραστηριότητες συνιστάμενες στην εισαγωγή ή εξαγωγή εμπορεύματος που γίνεται με αποκλειστικό σκοπό την παροχή ορισμένης υπηρεσίας, απορροφώνται από την τελευταία και δεν εμπίπτουν, για το λόγο αυτό, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η Ιταλική Δημοκρατία προσθέτει ότι το γεγονός πως στo ιταλικό δίκαιο κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή διατάξεων, με τις οποίες ορίζεται ότι το ηλεκτρικό ρεύμα θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως «κινητό πράγμα», καταδεικνύει ακριβώς ότι ο χαρακτηρισμός του ηλεκτρικού ρεύματος ως «εμπορεύματος» δεν είναι καθόλου αυτονόητος.
15 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Aνεξάρτητα από τους λόγους που υπαγόρευσαν την εισαγωγή στο ιταλικό δίκαιο ρητών διατάξεων με τις οποίες το ηλεκτρικό ρεύμα χαρακτηρίζεται «κινητό πράγμα», γεγονός παραμένει ότι στο κοινοτικό δίκαιο, ενόψει μάλιστα και του ότι η υπαγωγή στην έννοια της «υπηρεσίας» έχει, όπως ευθέως προκύπτει από το άρθρο 60 της Συνθήκης, επικουρικό χαρακτήρα έναντι της υπαγωγής στην έννοια του «εμπορεύματος» (24), η μεσολάβηση υπηρεσιών, χωρίς την παροχή των οποίων δεν είναι δυνατή η χρήση ενός αγαθού, δεν αρκεί για να στερήσει από το τελευταίο το χαρακτήρα του εμπορεύματος, εάν, παρά ταύτα, το αγαθό αυτό αποτελεί το αντικείμενο στο οποίο αποβλέπουν κατά πρώτο και κύριο λόγο οι συναλλασσόμενοι. Από την άποψη αυτή, πρέπει να επισημανθεί ότι παρά τις ιδιαιτερότητες του ηλεκτρικού ρεύματος, η μορφή αυτή ενέργειας μπορεί να είναι, και είναι στην πράξη, αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών, στα πλαίσια των οποίων οι συναλλασσόμενοι (όπως, παραδείγματος χάριν, ο διανομέας ή ο τελικός καταναλωτής) αντιλαμβάνονται το ηλεκτρικό ρεύμα ως αγαθό το οποίο όχι μόνον διατηρεί πλήρως την αυθυπαρξία του έναντι των ποικίλων δραστηριοτήτων που απαιτούνται για να καταστεί δυνατή, μετά την παραγωγή του, η μεταφορά, η διανομή και η κατανάλωσή του, αλλά και τελεί, ως προς τις δραστηριότητες αυτές, σε σχέση κυρίου προς δευτερεύον.
16 Ούτε η απόφαση Schindler ούτε η απόφαση ΕΡΤ, τις οποίες επικαλείται σχετικά η Ιταλική Κυβέρνηση, περιέχουν στοιχεία ικανά να κλονίσουν τη διαπίστωση αυτή. Η απόφαση Schindler (25) εκδόθηκε ενόψει πραγματικών περιστατικών που διαφέρουν κατά τρόπο καίριο από τα δεδομένα της παρούσης υποθέσεως: ευρισκόμενο ενώπιον προδικαστικού ερωτήματος, με το οποίο ο εθνικός δικαστής έθετε το ζήτημα αν οι λαχειοφόρες αγορές εμπίπτουν, τουλάχιστον εν μέρει, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, στο μέτρο που προϋποθέτουν αποστολή και διάθεση σε άλλο κράτος μέλος υλικών αντικειμένων, το Δικαστήριο απήντησε αρνητικά, επισημαίνοντας (σκέψη 22) ότι οι τελευταίες αυτές δραστηριότητες δεν μπορούν να θεωρηθούν ανεξάρτητες έναντι της δραστηριότητος της λαχειοφόρου αγοράς με την οποία συνδέονται και η οποία αποτελεί «υπηρεσία» υπό την έννοια των διατάξεων της Συνθήκης, καθώς δεν αποτελούν αυτοσκοπό αλλ' αποβλέπουν απλώς στη διευκόλυνση της συμμετοχής στη λαχειοφόρο αγορά των κατοίκων του κράτους μέλους εισαγωγής (26). Οι διαφορές μεταξύ της δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται η απόφαση Schindler και μιας δραστηριότητας που συνίσταται σε εισαγωγή ή εξαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος προς περαιτέρω διανομή ή προς κατανάλωση, είναι, νομίζω, ανάγλυφες. Στα πλαίσια της τελευταίας αυτής δραστηριότητος, σκοπό της οικείας συναλλαγής αποτελεί η κτήση ή η μεταβίβαση ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς η αυτοτέλεια του σκοπού αυτού (ο χαρακτήρας του ως αυτοσκοπού) να θίγεται στο ελάχιστο από το γεγονός ότι για την πραγματοποίησή του ο ενδιαφερόμενος πρέπει ενδεχομένως να καταστεί αποδέκτης υπηρεσιών παρεχομένων έναντι αμοιβής. Τέλος, με την απόφαση ΕΡΤ (27), το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε στη σκέψη 14, επιβεβαιώνοντας κατά τούτο την απόφαση Sacchi (28), ότι συναλλαγές που αφορούν στα κάθε είδους προϋόντα που χρησιμοποιoύνται για τη μετάδοση τηλεοπτικών μηνυμάτων, υπόκεινται στους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, έκρινε εν συνεχεία (σκέψεις 15 και 16) ότι η παραχώρηση αποκλειστικού προνομίου εισαγωγής των υλικών και προϋόντων τα οποία είναι αναγκαία για την άσκηση του αποκλειστικού δικαιώματος παροχής υπηρεσίας συνισταμένης στην εκπομπή τηλεοπτικών μηνυμάτων, του οποίου επίσης απολαύει η ίδια επιχείρηση, δεν αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, παρά μόνον εάν από την παραχώρηση του παραπάνω αποκλειστικού προνομίου εισαγωγής προκύπτει άμεση ή έμμεση διάκριση σε βάρος των εισαγομένων προϋόντων. Η κρίση όμως αυτή περί του ότι αποκλειστικό προνόμιο εισαγωγής εμπορευμάτων, που απονέμεται προς εξυπηρέτηση της ασκήσεως αποκλειστικού δικαιώματος παροχής υπηρεσίας, δεν αποτελεί, αυτό καθεαυτό, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος (κρίση επί της ακριβούς εννοίας της οποίας θα επανέλθουμε, βλ. κατωτέρω, σημείο 65) δεν μπορεί επ' ουδενί να θεωρηθεί ως αποκλείουσα a priori του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δραστηριότητα συνιστάμενη σε εισαγωγή ή εξαγωγή εμπορεύματος, του οποίου η κτήση ή η μεταβίβαση συνδέονται με παροχή υπηρεσίας ή και την προϋποθέτουν, όταν, όπως συμβαίνει επί εισαγωγής ή εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, η παραπάνω κτήση ή μεταβίβαση συνιστούν σκοπούς οι οποίοι διατηρούν πλήρως την αυθυπαρξία τους έναντι της μνημονευθείσης υπηρεσίας (29).
17 Κατά συνέπεια, το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο αποτελούν «εμπορεύματα», υπό την έννοια του τίτλου Ι της Συνθήκης και δραστηριότητες όπως η εισαγωγή ή εξαγωγή των μορφών αυτών ενέργειας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
β) Η διατήρηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων συνιστά παραβίαση των άρθρων 30, 34 και 37;
αα) Η σχέση μεταξύ των άρθρων 30 και 34, αφενός και 37, αφετέρου
18 Καθώς η Επιτροπή ζητά από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι τα καθών κράτη μέλη παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν τόσο από το άρθρο 30 (και, προκειμένου περί της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας, και από το άρθρο 34) όσο και από το άρθρο 37, τίθεται ευθέως το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ των άρθρων 30 και 34, αφενός και 37, αφετέρου: είναι νοητό να συνιστούν τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα παραβίαση τόσο των άρθρων 30 και 34 όσο και του άρθρου 37 ή μήπως το ζήτημα της συμβατότητας των αποκλειστικών αυτών δικαιωμάτων προς τη Συνθήκη πρέπει, ενόψει του ειδικού χαρακτήρα του άρθρου 37, να κριθεί με αποκλειστικό γνώμονα τη τελευταία αυτή διάταξη και μόνο;
19 Το ζήτημα της σχέσεως του άρθρου 37 με άλλες διατάξεις της Συνθήκης δεν τίθεται βέβαια για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. υΗδη στα μέσα της δεκαετίας του '60, ο γενικός εισαγγελέας κ. J. Gand, στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 20/64, Αlbatros (30), θεώρησε ότι προκειμένου να απαντηθούν τα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο και τα οποία αφορούσαν το ζήτημα αν κατά το έτος 1959, χρονικό σημείο στο οποίο ανήγοντο τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, τα άρθρα 30, 31, 32 και 33, αφενός και 37, αφετέρου επέβαλλαν κατά την ακριβή έννοιά τους αυτοδίκαιη κατάργηση των εθνικών μέτρων που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών, ήταν αναγκαίο να διευκρινισθεί η σχέση ανάμεσα στο άρθρο 37 και στις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου της Συνθήκης περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών. Δύο ήσαν κατά τον γενικό εισαγγελέα οι δυνατές λύσεις: ή τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 37, θα πρέπει να αναλύονται εκάστοτε στα στοιχεία που τα συνθέτουν, προκειμένου τα στοιχεία αυτά να κριθούν εν συνεχεία υπό το πρίσμα των άρθρων 30 έως 36 ή το άρθρο 37 θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι το μόνο που διέπει το ζήτημα των κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τις ίδιες προτάσεις, η δεύτερη λύση δεν θα απέκλειε μεν παντελώς την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται στα άρθρα 30 έως 36, θα συνεπήγετο όμως την εφαρμογή τους μέσω του άρθρου 37 και κατά το μέτρο που η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται και παραπέμπει στους παραπάνω κανόνες. Ο γενικός εισαγγελέας ετάχθη υπέρ της δεύτερης από τις δύο λύσεις, θεωρώντας ότι οι απαγορευόμενοι δυνάμει των άρθρων 30 και 34 ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών και των εξαγωγών αποτελούν μία από τις μορφές που μπορεί να λάβουν οι συνδεόμενες με τη ύπαρξη και τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα «διακρίσεις ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως», την εξάλειψη των οποίων επιβάλλει το άρθρο 37. Στην απόφασή του της 4ης Φεβρουαρίου 1965, το Δικαστήριο δεν έλαβε εντούτοις θέση επί του ζητήματος. Πράγματι, αφού έκρινε ότι η Συνθήκη δεν επέβαλλε την άμεση κατάργηση όλων των μέτρων ελέγχου των εισαγωγών που υφίσταντο κατά το χρόνο θέσεώς της σε ισχύ αλλά επέβαλλε αντιθέτως απαγόρευση κάθε νέου περιορισμού ή διακρίσεως καθώς και υποχρέωση προοδευτικής καταργήσεως των υφισταμένων περιορισμών και διακρίσεων και παντελούς εξαλείψεώς τους το αργότερο κατά το τέλος της οικείας μεταβατικής περιόδου, έκρινε περαιτέρω ότι υπό τα δεδομένα αυτά «δεν επιβάλλεται να κριθεί εν προκειμένω το ζήτημα αν η εφαρμογή του άρθρου 37 επί των κρατικών μονοπωλίων αποκλείει ή μη την εφαρμογή κάθε άλλης διατάξεως του κεφαλαίου περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών, καθώς, στο πλαίσιο των παρασχεθέντων από τον εθνικό δικαστή νομικών δεδομένων, τα αποτελέσματα της μιας ή της άλλης ερμηνευτικής απόψεως ταυτίζονται απολύτως».
20 ςΑποψη ανάλογη προς τη διατυπωθείσα από το γενικό εισαγγελέα στην υπόθεση Albatros διατυπώθηκε και από το γενικό εισαγγελέα κ. G. Reischl στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 45/75, Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Groίhandels (31), στα πλαίσια της οποίας είχαν διατυπωθεί προδικαστικά ερωτήματα που αφορούσαν την ερμηνεία, εν σχέσει προς εθνικό φόρο επιβαρύνοντα τα εισαγόμενα και τα εγχώρια προϋόντα στο πλαίσιο μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα, αφενός μεν του άρθρου 37, αφετέρου δε του άρθρου 95 της Συνθήκης περί απαγορεύσεως επιβολής στα εισαγόμενα από αλλα κράτη προϋόντα εσωτερικών φόρων ανώτερων από εκείνους που επιβαρύνουν τα ομοειδή εγχώρια προϋόντα. Ο γενικός εισαγγελέας τάχθηκε υπέρ της απόψεως (32) ότι προκειμένου να απαντηθούν τα παραπάνω προδικαστικά ερωτήματα δεν ήταν αναγκαία η ερμηνεία του άρθρου 95, αναφέροντας ότι, κατά την αντίληψή του, «το άρθρο 37 αποτελεί το μόνο αποφασιστικό κριτήριο για την κρίση επί των μονοπωλιακών επιβαρύνσεων (...), επειδή το άρθρο 37 σε σχέση με το άρθρο 95 πρέπει να θεωρηθεί lex specialis» και επικαλέσθηκε υπέρ της ορθότητας της απόψως αυτής την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1970, 13/70, Cinzano (33), με την οποία ζήτημα που αφορούσε στην επιβάρυνση κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων, για τα οποία υπήρχε στη χώρα εισαγωγής μονοπωλιακή δέσμευση, κρίθηκε με βάση αποκλειστικά και μόνο το άρθρο 37 και τη θεσπιζόμενη στη διάταξη αυτή απαγόρευση των διακρίσεων. Το Δικαστήριο, στην απόφασή του της 17ης Φεβρουαρίου 1976, ακολούθησε εντούτοις άλλη οδό (34): εξέτασε καταρχάς την επίμαχη επιβάρυνση υπό το πρίσμα του άρθρου 95 και αφού έκρινε ότι η διάταξη αυτή δεν αποκλείει, υπό ορισμένους όρους, την επιβολή της, προχώρησε στην εξέταση της ίδιας επιβαρύνσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 37 της Συνθήκης, κρίνοντας (σκέψη 21) ότι «το γεγονός ότι ένα εθνικό μέτρο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 95 δεν συνεπάγεται ότι είναι νόμιμο έναντι άλλων διατάξεων της Συνθήκης» και ότι, επομένως, έπρεπε να ελεγχθεί μήπως η επίμαχη επιβάρυνση, αν και ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις του άρθρου 95, συνιστούσε εντούτοις, ως συνδεόμενη με την ύπαρξη και τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα, δυσμενή διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, υπό την έννοια του άρθρου 37.
21 Την ημέρα κατά την οποία δημοσιεύθηκε η απόφαση Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Groίhandels, δημοσιεύθηκε επίσης η απόφαση επί της υποθέσεως 91/75, Miritz (35), εκδοθείσα επί προδικαστικών ερωτημάτων εκ των οποίων το πρώτο αφορούσε την ερμηνεία, σε σχέση με φορολογική επιβάρυνση επιβαλλόμενη από κράτος μέλος επί εισαγομένων προϋόντων, του άρθρου 12 της Συνθήκης περί καταργήσεως μεταξύ των κρατών μελών των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών καθώς και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, ενώ τα δύο αλλα αφορούσαν την ερμηνεία, σε σχέση με την ίδια επιβάρυνση, του άρθρου 37 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο, ακολουθώντας ως προς το σημείο αυτό το γενικό εισαγγελέα κ. Α. Trabucchi, απάντησε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα χωρίς να ασχοληθεί με το άρθρο 12, στο οποίο το ερώτημα αυτό ευθέως αναφερόταν, κρίνοντας (σκέψη 5) ότι «εφόσον [η επίμαχη φορολογική επιβάρυνση] συνδέεται, ως εκ της οικονομίας της και της φύσεώς της, με το σύστημα του γερμανικού μονοπωλίου οινοπνεύματος, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να αναζητηθεί εντός του πλαισίου του άρθρου 37, το οποίο αναφέρεται ειδικά στη διαρρύθμιση των κρατικών μονοπωλίων» (36). Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω (σκέψη 8) ότι εφόσον η διάταξη του άρθρου 37, παράγραφος 1, δεν αφορά αποκλειστικά τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών αλλά απαγορεύει κάθε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, η απαγόρευση που επιβάλλει δεν περιορίζεται στις εισαγωγές και εξαγωγές που αποτελούν το άμεσο αντικείμενο του μονοπωλίου αλλά αφορά κάθε δραστηριότητα που συνδέεται με την ύπαρξη του τελευταίου ικανή να ασκήσει επιρροή στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, καταλαμβάνοντας, για το λόγο αυτό, και τις επιβαρύνσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν διακρίσεις σε βάρος των εισαγομένων προϋόντων έναντι των εγχωρίων προϋόντων που υπάγονται στο μονοπώλιο. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι η υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη μέλη η παράγραφος 1 του άρθρου 37 σκοπεί να εξασφαλίσει το σεβασμό του θεμελιώδους κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων «διά της καταργήσεως ιδίως των δασμών και των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος στις ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών» και ότι φορολογική επιβάρυνση με χαρακτηριστικά ανάλογα εκείνης στην οποία αφορούσαν τα προδικαστικά ερωτήματα, επιβληθείσα μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης, αντίκειται στον κανόνα standstill της παραγράφου 2 του άρθρου 37.
22 Είναι δυνατόν να θεωρηθούν συμβατές οι αποφάσεις Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Groίhandels αφενός και Miritz αφετέρου; Μια πρώτη ανάγνωσή τους θα μπορούσε να οδηγήσει στο αντίθετο συμπέρασμα, αφού στην πρώτη από αυτές το Δικαστήριο εξέτασε τη φορολογική επιβάρυνση εισαγομένων εμπορευμάτων, υπαγομένων στο κράτος εισαγωγής σε κρατικό μονοπώλιο, αρχικά μεν υπό το πρίσμα του άρθρου 95, στη συνέχεια δε υπό το πρίσμα του άρθρου 37, ενώ στη δεύτερη, φορολογική επιβάρυνση εμπορευμάτων, επιβαλλόμενη κατά την εισαγωγή και συνδεόμενη με τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα, εξετάσθηκε υπό το πρίσμα, αποκλειστικά και μόνον, της θεωρηθείσης ως ειδικής διατάξεως του άρθρου 37. Νομίζω εντούτοις ότι οι υιοθετηθέντες από τις δύο αυτές αποφάσεις τρόποι προσεγγίσεως του ζητήματος της σχέσεως του άρθρου 37 με άλλες, συναφείς διατάξεις της Συνθήκης δεν είναι κατ' ανάγκην ασύμβατες. Στην απόφαση Miritz, το Δικαστήριο φαίνεται να δέχθηκε ότι επιβολή επί εισαγομένου προϋόντος φόρου που αποτελεί απαγορευόμενη «φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου με δασμό αποτελέσματος», υπό την έννοια του άρθρου 12, συνιστά αναγκαίως, υπό την περαιτέρω προϋπόθεση ότι ο φόρος αυτός συνδέεται με τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα, απαγορευόμενη «διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως», υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης, και ότι η τελευταία αυτή διάταξη, ως αφορώσα ειδικώς τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα, είναι η μόνη εν προκειμένω εφαρμοστέα. Στην απόφαση Rewe-Zentrale, το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η φορολογική επιβάρυνση στην οποία αφορούσαν τα προδικαστικά ερωτήματα ήταν, υπό όρους, συμβατή με το άρθρο 95, προχώρησε στην έρευνα μήπως η παραπάνω επιβάρυνση συνιστούσε παρά ταύτα από άλλης απόψεως «διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως», απαγορευόμενη από το άρθρο 37. Το Δικαστήριο δεν είχε έτσι την ευκαιρία (και η διαφορά έναντι της αποφάσεως Miritz σ' αυτό, νομίζω, το σημείο εντοπίζεται) να κρίνει αν φόρος επί εισαγομένων εμπορευμάτων ο οποίος προσκρούει στο άρθρο 95 συνιστά αναγκαίως, υπό την περαιτέρω προϋπόθεση ότι συνδέεται με τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα, διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, απαγορευόμενη από το άρθρο 37 και αν, στην περίπτωση αυτή, μόνο η τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να θεωρηθεί ως παραβιασθείσα.
23 Βέβαιο πάντως είναι ότι με τη μεταγενέστερη απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, 119/78, Peureux II (37), εκδοθείσα επί προδικαστικού ερωτήματος που αφορούσε την ερμηνεία, μεταξύ άλλων, του άρθρου 37 καθώς και άλλων διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο, αν και επιβεβαίωσε (σκέψη 27) το χαρακτήρα του άρθρου 37 ως ειδικής διατάξεως, έκρινε ότι διάταξη εσωτερικού δικαίου (απαγόρευση διυλίσεως, προς το σκοπό παραγωγής προιόντων υπαγομένων σε κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, πρώτων υλών προερχομένων από άλλα κράτη μέλη, ενώ αυτή η απαγόρευση δεν πλήττει πρώτες ύλες παραγόμενες στο εθνικό έδαφος) συνιστά ταυτοχρόνως, αφενός μεν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30, αφετέρου δε διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Έτσι, η προσέγγιση που είχε υιοθετηθεί στην απόφαση Miritz (εξέταση ενός εθνικού μέτρου που συνδέεται με τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου υπό το πρίσμα του άρθρου 37 και μόνον) φάνηκε να εγκαταλείπεται. Ανάλογη λύση υιοθετήθηκε και με τις μεταγενέστερες αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1983, 90/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας (38) και της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (39), με τις οποίες κρίθηκε (σκέψεις 27 και 50, αντιστοίχως) ότι εθνική ρύθμιση συνιστά παραβίαση τόσο του άρθρου 30 όσο και του άρθρου 37, παράγραφος 1.
24 Φαίνεται επομένως ότι κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου ένα εθνικό μέτρο είναι νοητό να συνιστά παραβίαση τόσο του άρθρου 30 (και/ή του άρθρου 34) όσο και του άρθρου 37. Νομίζω όμως ότι τα πεδία εφαρμογής των άρθρων 30 και/ή 34 αφενός και 37 αφετέρου τέμνονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όταν τεθεί ζήτημα συμβατότητος ορισμένου εθνικού μέτρου προς τις παραπάνω διατάξεις, το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ενιαίας έρευνας, σημείο εκκινήσεως της οποίας θα πρέπει, για μεθοδολογικούς λόγους, να είναι η διερεύνηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 37, ο έλεγχος δηλαδή του κατά πόσον το υπό εξέταση μέτρο μπορεί να θεωρηθεί ως συνδεόμενο αναπόσπαστα προς την άσκηση της ειδικής λειτουργίας ενός κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα (40). Αν στο ερώτημα αυτό δοθεί αρνητική απάντηση, η περαιτέρω έρευνα θα χωρήσει βέβαια αποκλειστικά υπό το πρίσμα του άρθρου 30 και/ή του άρθρου 34. Αν, αντίθετα, διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της κατ' αρχήν εφαρμογής του άρθρου 37, θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω αν το υπό εξέταση μέτρο συνιστά απαγορευόμενη από τη διάταξη αυτή «διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών».
25 Η τομή μεταξύ των πεδίων εφαρμογής του άρθρου 37 αφενός και των άρθρων 30 και 34 αφετέρου σημειώνεται στο σημείο ακριβώς αυτό. όΕχει επανειλημμένα κριθεί (41) ότι η διάταξη του άρθρου 37, παράγραφος 1, σκοπεί, απαγορεύοντας «οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως», στην εξάλειψη, από της λήξεως της οικείας μεταβατικής περιόδου (42), όλων των προσκομμάτων που θα μπορούσε να παρεμβάλει στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων η ύπαρξη στα κράτη μέλη κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα και στη διατήρηση, κατ' αυτό τον τρόπο, ομαλών συνθηκών ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών. νΟπως δε ευθέως συνάγεται από τη νομολογία (43), πρωτεύουσα θέση κατέχουν μεταξύ των παραπάνω προσκομμάτων όσα εθνικά μέτρα, συνδεόμενα αναπόσπαστα με την ύπαρξη των αναφερθέντων κρατικών μονοπωλίων, συνιστούν ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών ή των εξαγωγών ή ισοδυνάμου αποτελέσματoς μέτρα, υπό την έννοια που οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται στα άρθρα 30 και 34 (44). Κατά συνέπεια, εάν διαπιστωθεί ότι το υπό εξέταση εθνικό μέτρο αποτελεί ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, το μέτρο αυτό, αντικείμενο στο άρθρο 30 ή 34, θα αντίκειται ipso facto και στην απαγόρευση του άρθρου 37.
26 Μία μόνον δυνατότητα υπάρχει για να αποφευχθεί η αυτόματη αυτή υπαγωγή ενός τέτοιου μέτρου στην απαγόρευση του άρθρου 37, παράγραφος 1: να προβληθεί και να αποδειχθεί ότι την επιβολή του δικαιολογεί ένας από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 36 της Συνθήκης. Τη λύση αυτή επιβάλλει, νομίζω, η ανάγκη λογικής συνοχής του κεφαλαίου της Συνθήκης περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών, στο οποίο ανήκει και το άρθρο 37: υπό την αντίθετη εκδοχή, ένα εθνικό μέτρο του οποίου η επιβολή, παρά τον χαρακτήρα του ως ποσοτικού περιορισμού ή ως μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος, θα μπορούσε να βρει έρεισμα σε έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 36, θα προσέκρουε στη Συνθήκη εκ μόνου του λόγου ότι συνδέεται με τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου· κανένα εντούτοις ερμηνευτικό στοιχείο δεν μπορεί να παράσχει έρεισμα στην αντίληψη ότι ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να υπάγεται σε δύο διαφορετικά καθεστώτα αναλόγως της υπάρξεως ή μη δεσμού με κρατικό μονοπώλιο. Η άποψη που υποστηρίζεται εδώ συνάδει, νομίζω, και προς τη νομολογία του Δικαστηρίου: στη μνημονευθείσα ήδη (υποσημείωση 39) απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, η κρίση ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε εκ του άρθρου 37, παράγραφος 1, διατυπώνεται (σκέψη 50) μετά την απόρριψη (σκέψεις 47 έως 49) του προβληθέντος από το καθού κράτος μέλος ισχυρισμού ότι τη διατήρηση του μέτρου αυτού (η οποία, όπως ευθέως συνάγεται από τις σκέψεις 42 έως 46, προσέκρουε, κατά το Δικαστήριο, και στο άρθρο 30) δικαιολογούσαν λόγοι δημόσιας ασφάλειας, λόγοι δηλαδή συγκαταλεγόμενοι στους απαριθμούμενους στο άρθρο 36 (45). Κρίνω πάντως σκόπιμο να διευκρινίσω ότι, κατά την αντίληψή μου, επίκληση του τελευταίου αυτού άρθρου δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει προκειμένου να δικαιολογηθούν «διακρίσεις ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως» οι οποίες δεν αποτελούν ποσοτικούς περιορισμούς ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 30 και 34 (46). Αντίθετη εκδοχή θα αντέκειτο στην επανειλημμένα επιβεβαιωθείσα από τη νομολογία ανάγκη στενής ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 36, η οποία, ως εισάγουσα εξαίρεση από τον θεμελιώδη κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή μέτρων άλλων πλην εκείνων για τα οποία γίνεται λόγος στα άρθρα 30 και 34 (47).
27 Aκολουθώντας το παραπάνω σχήμα, θα εξετάσω, στα σημεία που ακολουθούν, αρχικά μεν αν τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα συνδέονται αναπόσπαστα με την ειδική λειτουργία κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα (βλ. κατωτέρω, υπό βββ), στη συνέχεια δε αν τα δικαιώματα αυτά συνιστούν διακρίσεις μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως (βλ. κατωτέρω, υπό γγγ). Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο της έρευνας θα εξετασθεί αρχικά (υπό γγγ/1) αν τα υπό εξέταση αποκλειστικά δικαιώματα αποτελούν ποσοτικούς περιορισμούς ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος και στη συνέχεια (υπό γγγ/2) αν η επιβολή των μέτρων αυτών μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
ββ) Συνδέονται τα επίμαχα δικαιώματα με την ειδική λειτουργία κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα;
28 Από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 37, παράγραφος 1, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή, κάνοντας χρήση του όρου «κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα», αναφέρεται σε μία κατάσταση στα πλαίσια της οποίας οι κρατικές αρχές είναι σε θέση να ελέγχουν ή να διευθύνουν ή ακόμη να επηρεάζουν τις εισαγωγές ή εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών, μέσω ενός οργανισμού συσταθέντος προς τούτο ή ενός κατά παραχώρηση μονοπωλίου (48). Για τη συγκρότηση επομένως της έννοιας «κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα» απαιτείται η σύζευξη δύο στοιχείων:
αα) ενός στοιχείου οργανικού, που μπορεί να συνίσταται είτε στη σύσταση, με κυριαρχική κρατική πράξη και υπό οιαδήποτε νομική μορφή (49), ad hoc «οργανισμού», με δικαιώματα μονοπωλιακού χαρακτήρα, τυπικότερη μορφή των οποίων αποτελούν τα ποικίλα δικαιώματα αποκλειστικότητος (50), είτε στην παραχώρηση τέτοιων δικαιωμάτων σε φορέα άλλης μορφής, όπως λόγου χάριν σε ιδιωτική επιχείρηση ή σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως (51)·
ββ) ενός στοιχείου λειτουργικού, που συνίσταται στη δυνατότητα των κρατικών αρχών να ασκούν επιρροή στο ενδοκοινοτικό εμπόριο μέσω των ανωτέρω «οργανισμών» ή φορέων, επιρροή που μπορεί, κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 37, να συνίσταται σε διεύθυνση ή έλεγχο, de jure ή de facto, των εισαγωγών ή εξαγωγών μεταξύ των κρατών μελών ή και σε κατά άλλο τρόπο επηρεασμό τους, άμεσο ή έμμεσο, αλλά πάντως αισθητό. Για να είναι δε δυνατή η άσκηση τέτοιας επιρροής, οι αναφερθέντες «οργανισμοί» ή αλλοι φορείς πρέπει, κατά τη διατύπωση της αποφάσεως Costa κατά ENEL (μνημονευθείσης ήδη στην υποσημείωση 22) «να έχουν ως αντικείμενο συναλλαγές επί εμπορικού προϋόντος δυναμένου να καταστεί αντικείμενο ανταγωνισμού και εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και (...) να διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στο εμπόριο αυτό».
Απαντώνται τα δύο αυτά στοιχεία στις κρινόμενες υποθέσεις και αν ναι, μπορούν τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα να θεωρηθούν συμφυή με τα υφιστάμενα στα καθών κράτη μέλη κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα;
i) Κάτω Ξώρες
29 Στις Κάτω Ξώρες, ο νόμος «Elektriciteitswet» της 16ης Νοεμβρίου 1989, περί ρυθμίσεως της παραγωγής, της εισαγωγής, της μεταφοράς και της πωλήσεως ηλεκτρικού ρεύματος (Staatsblad 535, στο εξής: EW), ορίζει στο άρθρο 34 τα εξής:
«1. Εισαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος προοριζόμενου για δημόσια διανομή επιτρέπεται να διενεργηθεί μόνον από την οριζόμενη προς τούτο επιχείρηση.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται προκειμένου περί εισαγωγής ρεύματος τάσεως μικρότερης των 500 V.»
Με το άρθρο 37 του ίδιου νόμου απαγορεύεται εξάλλου η παράδοση, σε άλλο πρόσωπο, ηλεκτρικού ρεύματος το οποίο δεν εισήχθη στη χώρα από την επιχείρηση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 34, παράγραφος 1.
Ως επιχείρηση δικαιούμενη να εισάγει ηλεκτρικό ρεύμα προοριζόμενο για δημόσια διανομή ορίσθηκε, με την υπουργική απόφαση της 20ής Μαρτίου 1990 (Staatscourant της 22ας Μαρτίου 1990), η NV Samenwerkende Elektriciteitsproduktiebedrijven (στο εξής: SEP).
30 H Επιτροπή συνάγει από τις μνημονευθείσες αμέσως ανωτέρω διατάξεις ότι το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προς δημόσια διανομή, του οποίου απολαύει η SEP και στο οποίο αφορά η κρινόμενη προσφυγή της κατά του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών, αποτελεί κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
31 Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει αντίθετα ότι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 37 της Συνθήκης, διότι:
- Το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα δεν έχει μονοπωλιακό χαρακτήρα, εφόσον, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 34, παράγραφος 1, και 37, παράγραφος 1, του EW, οι τελικοί καταναλωτές έχουν επίσης δικαίωμα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, υπό τον όρο ότι το ρεύμα που εισάγουν θα χρησιμοποιηθεί για τις δικές τους ανάγκες και μόνον.
- Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι το αποκλειστικό δικαίωμα της SEP συνιστά «κρατικό μονοπώλιο», πάντως δεν αποτελεί κρατικό μονοπώλιο «εμπορικού χαρακτήρα», διότι η SEP δεν αναπτύσσει τη δραστηριότητά της με εμπορικά κριτήρια.
32 Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι. Είναι ακριβές ότι από το συνδυασμό των μνημονευθέντων ανωτέρω άρθρων του EW προκύπτει ότι οι επιμέρους καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να εισάγουν ηλεκτρικό ρεύμα, υπό τον όρο ότι το ρεύμα που εισάγουν θα καταναλωθεί από τους ίδιους. Από το άρθρο μάλιστα 47 του EW προκύπτει ότι εξασφαλίζεται υπέρ των καταναλωτών αυτών, υπό ορισμένους όρους και προϋποθέσεις, δικαίωμα μεταφοράς του ρεύματος που εισάγουν μέσω των υφισταμένων αντίστοιχων δικτύων που προορίζονται, κατ' αρχήν, για την εξυπηρέτηση της δημόσιας διανομής. Το στοιχείο όμως αυτό δεν αίρει το μονοπωλιακό χαρακτήρα του αποκλειστικού δικαιώματος της SEP: οι λοιπές, πλην της SEP, επιχειρήσεις (και, κυρίως, οι υφιστάμενες επιχειρήσεις διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, ανερχόμενες, κατά τα εκτιθέμενα στο υπόμνημα αντικρούσεως, σε σαράντα περίπου) στερούνται παντελώς του δικαιώματος ασκήσεως μιας συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, του δικαιώματος δηλαδή εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προς περαιτέρω διανομή του στους τελικούς καταναλωτές.
33 Αλλά ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ο τομέας των εισαγωγών ηλεκτρικού ρεύματος στις Κάτω Ξώρες πρέπει να γίνει αντικείμενο συνολικής θεωρήσεως, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη εάν το εισαγόμενο ρεύμα προορίζεται για κατανάλωση του εισαγωγέα ή για περαιτέρω διανομή στους τελικούς καταναλωτές, πάντως το αποκλειστικό δικαίωμα της SEP έχει, ως εκ του αντικειμένου του, τόσο αποφασιστική επιρροή στις εισαγωγές, ώστε θα πρέπει, και υπό την εδώ εξεταζόμενη εκδοχή, να θεωρηθεί ως μονοπωλιακού χαρακτήρα.
Πράγματι, είναι νομίζω προφανές ότι για να αντιμετωπίσει ένας καταναλωτής το ενδεχόμενο να ικανοποιήσει τις ανάγκες του με απευθείας εισαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, θα πρέπει η κατανάλωσή του να είναι τόσο σημαντική, ώστε αφενός μεν να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την επίτευξη συμφέρουσας τιμής, αφετέρου να καθιστά δυνατή την απόσβεση των δαπανών μεταφοράς. Δεν είναι νομίζω παρακινδυνευμένο να θεωρήσει κανείς ως δεδομένο ότι ο κύκλος των καταναλωτών αυτών είναι περιορισμένος και ότι η μεγάλη πλειοψηφία των καταναλωτών δεν έχει στην πράξη άλλη εναλλακτική λύση εκτός από εκείνη της προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος μέσω του δικτύου δημόσιας διανομής (52). Ενόψει όμως τούτου, το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής της SEP, έχοντας ακριβώς ως αντικείμενο το ηλεκτρικό ρεύμα που προορίζεται για δημόσια διανομή, επιτρέπει στις κρατικές αρχές των Κάτω Ξωρών να «επηρεάζουν αισθητά», μέσω της SEP, τις εισαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος και συνιστά, κατά συνέπεια, κρατικό μονοπώλιο υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης (53).
34 Η προβαλλόμενη εξάλλου από την Κυβέρνηση των Κάτω Ξωρών έλλειψη εμπορικών κριτηρίων κατά την άσκηση από τη SEP της δραστηριότητός της είναι εντελώς αδιάφορη για το χαρακτηρισμό του επίμαχου κρατικού μονοπωλίου ως εμπορικού. Για το χαρακτηρισμό αυτό αρκεί η διαπίστωση (πρβλ. σχετικά και τα εκτεθέντα ανωτέρω, σημείο 28) ότι το μονοπώλιο της SEP, έχοντας ως αντικείμενο την εισαγωγή ενός εμπορεύματος όπως το ηλεκτρικό ρεύμα, καθιστά δυνατή την άσκηση αισθητής επιρροής στις οικείες ενδοκοινοτικές ανταλλαγές.
35 Το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προς δημόσια διανομή, του οποίου απολαύει στις Κάτω Ξώρες η SEP, αποτελεί, ενόψει όλων των ανωτέρω, «κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα» που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
ii) Iταλία
36 Στην Ιταλία, ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας εθνικοποιήθηκε με το νόμο 1643 της 6ης Δεκεμβρίου 1962 (GURI αριθ. 316, της 12ης Δεκεμβρίου 1962), με τον οποίο συστήθηκε η «Ente nazionale per l'energia elettrica» (στο εξής: ENEL). Στη δημόσια αυτή επιχείρηση, στην οποία μεταβιβάσθηκαν οι βιομηχανικές επιχειρήσεις που ασκούσαν τη δραστηριότητά τους στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, ανετέθη, με το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του νόμου 1643, το έργο της ασκήσεως, σε όλη την ιταλική επικράτεια, των δραστηριοτήτων της παραγωγής, εισαγωγής και εξαγωγής, μεταφοράς, μετασχηματισμού, διανομής και πωλήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας, οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευσή της.
Τα δικαιώματα της ENEL διευκρινίσθηκαν περαιτέρω με το decreto legislativo n_ 342, της 18ης Μαρτίου 1965 (GURI αριθ. 104, της 26ης Μαρτίου 1965). Με το άρθρο 20 του νομοθετήματος αυτού απαγορεύθηκε ρητά η διενέργεια εισαγωγών, εξαγωγών και ανταλλαγών ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και η διενέργεια μεταφορών ηλεκτρικού ρεύματος για λογαριασμό τρίτων από άλλες επιχειρήσεις πλην της ENEL.
37 Εξάλλου, με σειρά άλλων διατάξεων (άρθρα 133 επ. του Testo Unico αριθ. 1775, της 11ης Δεκεμβρίου 1933, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το νόμο αριθ. 127 της 26ης Ιανουαρίου 1942 και το νόμο αριθ. 606 της 19ης Ιουλίου 1959), προβλέπεται ότι προς διενέργεια εισαγωγής ή εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος απαιτείται άδεια, την οποία χορηγεί ο Υπουργός Δημοσίων νΕργων αφού διαπιστωθεί η συνδρομή σειράς προϋποθέσεων (ύπαρξη ελλείμματος στην εθνική παραγωγή, προκειμένου περί εισαγωγής, ύπαρξη πλεονάσματος της εθνικής παραγωγής, προκειμένου περί εξαγωγής κ.λπ.). Η Επιτροπή εκθέτει στην προσφυγή της (επικαλούμενη στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ετέθησαν υπόψη της από την Ιταλική Κυβέρνηση) ότι κατά το χρόνο καταθέσεως της προσφυγής η ENEL είχε δικαίωμα, σύμφωνα με σχετική άδεια, η οποία της χορηγήθηκε το 1989 και της οποίας η ισχύς λήγει την 31η Δεκεμβρίου 1997, να εισάγει ή να εξάγει ετησίως, από ή προς τις γειτονικές προς την Ιταλία ευρωπαϋκές χώρες, μέχρι 30 000 TWH (Therawatt/Η = 1 δισεκατομμύριο KWH), με περιθώριο ανοχής +/- 20 %.
38 Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, των οποίων απολαύει η ENEL και στα οποία αφορά η κρινόμενη προσφυγή της Επιτροπής κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, αποτελούν αντικείμενο κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 37 της Συνθήκης: οι κρατικές αρχές μπορούν, μέσω της συσταθείσης με νόμο δικαιούχου των αποκλειστικών αυτών δικαιωμάτων, να ελέγχουν τις εισαγωγές και εξαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος από και προς τα άλλα κράτη μέλη.
iii) Γαλλία
39 Στη Γαλλία, το άρθρο 1 του νόμου 46-628, της 8ης Απριλίου 1946, περί της εθνικοποιήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου (JORF της 9ης Απριλίου 1946, στο εξής: νόμος του 1946) ορίζει τα εξής:
«Από της εκδόσεως του παρόντος νόμου, εθνικοποιούνται:
1. Η παραγωγή, η μεταφορά, η διανομή, η εισαγωγή και η εξαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος·
2. Η παραγωγή, η μεταφορά, η διανομή, η εισαγωγή και η εξαγωγή καύσιμου φυσικού αερίου.»
Με τα άρθρα 2 και 3 του ίδιου νόμου, η διαχείριση των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου ανατίθεται σε δημόσιους οργανισμούς βιoμηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα με την επωνυμία «Ιlectricitι de France (EDF), Service National» και «Gaz de France (GDF), Service National» (στο εξής: EDF και GDF, αντιστοίχως).
40 ςΟπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου στα οποία αφορά η κρινόμενη προσφυγή κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, ασκούμενα από δημόσιους οργανισμούς, μέσω των οποίων οι κρατικές αρχές είναι σε θέση να ελέγχουν τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές των παραπάνω εμπορευμάτων, αποτελούν κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 37 της Συνθήκης.
iv) Ισπανία
41 Στην Ισπανία, ο νόμος 49/84, της 26ης Δεκεμβρίου 1984, περί της ενιαίας εκμεταλλεύσεως του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού (ΒΟΕ αριθ. 311 και 312, σ. 5466, στο εξής: νόμος του 1984) όρισε στο άρθρο 1, παράγραφος 1, τα εξής:
«Η ενιαία εκμετάλλευση του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού μέσω των δικτύων υψηλής τάσεως αποτελεί κρατική δημόσια υπηρεσία, η οποία σκοπεί στην καλύτερη δυνατή λειτουργία του συστήματος, στο πλαίσιο των λειτουργιών και δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στο άρθρο 2 του νόμου. Η δημόσια αυτή υπηρεσία ασκείται από μία κρατική εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και τους κανόνες εφαρμογής του.»
Οι λειτουργίες και οι δραστηριότητες της παραπάνω δημόσιας υπηρεσίας καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:
«(...)
e) την εκμετάλλευση και συντήρηση (...) όλων των στοιχείων διεθνούς συνδέσεως
(...)
i) την πραγματοποίηση των πράξεων διεθνών ανταλλαγών που κρίνονται σκόπιμες προκειμένου να εξασφαλισθεί ο εφοδιασμός σε ηλεκτρικό ρεύμα, να μειωθεί το κόστος της παραγωγής σε εθνικό επίπεδο ή να προσδιορισθεί, για λόγους εθνικού συμφέροντος, το ακριβές μέτρο συμμετοχής κάθε μιας επιχειρήσεως στις ανωτέρω ανταλλαγές και να ελεγχθεί η πραγματοποίησή τους.»
Με το βασιλικό διάταγμα 91/85, της 23ης Ιανουαρίου 1985 (ΒΟΕ αριθ. 24, σ. 448, στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 1985), το οποίο εκδόθηκε σε εφαρμογή του νόμου του 1984, οι αναφερθείσες λειτουργίες και δραστηριότητες ανετέθησαν σε μία κρατική εταιρία με την επωνυμία «Red Elιctrica de Espaρa» (στο εξής: REDESA) (54).
42 Κατά την Επιτροπή, από τις παρατεθείσες διατάξεις του νόμου του 1984 προκύπτει ευθέως ότι υφίσταται στην Ισπανία κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, υπό την έννοια του άρθρου 37 της Συνθήκης, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις αυτές, η εισαγωγή και η εξαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος είναι αντικείμενο αποκλειστικών δικαιωμάτων, χορηγηθέντων στην κρατική εταιρία REDESA, μέσω της οποίας οι κρατικές αρχές ελέγχουν τις οικείες ενδοκοινοτικές ανταλλαγές.
43 Το Βασίλειο της Ισπανίας αντιτάσσει ότι η υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι τα υφιστάμενα στην Ισπανία αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος αντίκεινται στα άρθρα 30, 34 και 37 της Συνθήκης καθώς και στο άρθρο 48 της Πράξεως Προσχωρήσεως, ερείδεται, στο σύνολό της, επί ανακριβούς προϋποθέσεως, δεδομένου ότι οι διατάξεις που επικαλείται η Επιτροπή δεν χορηγούν στη REDESA αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Το καθού κράτος μέλος προβάλλει ειδικότερα τα εξής:
- Με το βασιλικό διάταγμα της 12ης Δεκεμβρίου 1924, είχε ήδη ορισθεί ότι ο εφοδιασμός με ηλεκτρικό ρεύμα έχει το χαρακτήρα δημόσιας υπηρεσίας. Μοναδική συνέπεια του χαρακτηρισμού αυτού παρέμεινε εντούτοις ο προβλεπόμενος στο ίδιο διάταγμα καθορισμός των τιμολογίων του ηλεκτρικού ρεύματος από τις κρατικές αρχές. Κατά τα λοιπά, ούτε η παραγωγή ούτε η διανομή ηλεκτρικού ρεύματος περιήλθαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους· εξακολούθησαν να παραμένουν δραστηριότητες ασκούμενες από μία πλειάδα επιχειρήσεων υπαγομένων σε καθεστώς διοικητικών αδειών.
- Η παρουσία στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας ενός μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων δημιούργησε προβλήματα τα οποία αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια του εφοδιασμού των καταναλωτών και την εμφάνιση σημαντικών πλεονασμάτων, των οποίων η διαχείριση επιβάρυνε το κόστος παραγωγής. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα αυτά, ο νόμος του 1984 χαρακτήρισε (άρθρο 1, παράγραφος 1) την «ενιαία εκμετάλλευση του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού μέσω των δικτύων υψηλής τάσεως» ως δημόσια υπηρεσία και ανέθεσε την άσκησή της σε κρατική εταιρία. Κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την οποία επικαλείται εν εκτάσει το καθού κράτος μέλος, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας τη ρύθμιση αυτή, δεν απέβλεψε στην ανάθεση σε κρατική εταιρία του συνόλου των δραστηριοτήτων που ασκούσαν μέχρι τότε οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Θέλησε απλώς να εγκαθιδρύσει, χωρίς να θίξει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των τελευταίων αυτών επιχειρήσεων ούτε την ελευθερία χρήσεως και διαχειρίσεως των εγκαταστάσεών τους, ένα σύστημα συμπράξεως μεταξύ των επιμέρους επιχειρήσεων αφενός και της κρατικής εταιρίας αφετέρου ώστε, με την εισαγωγή ενιαίων κριτηρίων οικονομικής αποτελεσματικότητος και εκλογικευμένης διαχειρίσεως του κυκλώματος παραγωγή-διανομή, να καταστεί δυνατή η μέγιστη δυνατή ασφάλεια εφοδιασμού καθώς και η επίτευξη των στόχων της χαρασσόμενης από την εκάστοτε κυβέρνηση ενεργειακής πολιτικής.
- Προκειμένου να λειτουργήσει το σύστημα «ενιαίας εκμεταλλεύσεως», χορηγήθηκαν στην αναφερθείσα κρατική εταιρία ποικίλες αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:
1) Η εκμετάλλευση και συντήρηση του δικτύου υψηλής τάσεως, (μέσω του οποίου το ηλεκτρικό ρεύμα μεταφέρεται, από τα σημεία παραγωγής του, στα σημεία όπου παραλαμβάνεται από τις εταιρίες διανομής προκειμένου να παραδοθεί, μέσω δικτύων χαμηλής τάσεως, στους τελικούς καταναλωτές) καθώς επίσης και η εκμετάλλευση και συντήρηση των στοιχείων εκείνων του δικτύου υψηλής τάσεως, με τα οποία επιτυγχάνεται η σύνδεσή του με τα αντίστοιχα δίκτυα άλλων χωρών (άρθρο 2, παράγραφος 1, εδάφιο e, του νόμου του 1984).
2) Αρμοδιότητες στον τομέα των διεθνών ανταλλαγών ηλεκτρικού ρεύματος (άρθρο 2, παράγραφος 1, εδάφιο i, του ίδιου νόμου), δυνάμει των οποίων, η REDESA αποκτά, κατά την αντίληψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, απλή ευχέρεια επεμβάσεων στον τομέα αυτό.
Οι επεμβάσεις αυτές μπορούν να συνίστανται είτε στη διενέργεια από την ίδια τη REDESA εισαγωγών και εξαγωγών ηλεκτρικού ρεύματος, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο για λόγους εξασφαλίσεως της ασφάλειας εφοδιασμού ή μειώσεως του κόστους παραγωγής του εγχωρίου ρεύματος είτε στον καθορισμό, όταν τούτο επιβάλλουν λόγοι εθνικού συμφέροντος, του ακριβούς μέτρου συμμετοχής καθεμιάς από τις επιχειρήσεις του τομέα στις διεθνείς ανταλλαγές και στον έλεγχο της τηρήσεως των σχετικών αποφάσεων. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η δυνατότητα της REDESA να εισαγάγει ή να εξαγάγει, αν το κρίνει σκόπιμο, ηλεκτρικό ρεύμα δεν θίγει το δικαίωμα των ιδιωτικών επιχειρήσεων να κάνουν το ίδιο· το δικαίωμα αυτό μπορεί μόνο να περιορισθεί, εφόσον συντρέχουν «λόγοι εθνικού συμφέροντος», με τον καθορισμό από την παραπάνω κρατική εταιρία του μέτρου συμμετοχής κάθε εταιρίας στις οικείες διεθνείς ανταλλαγές. Εξυπακούεται πάντως, προσθέτει η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι προκειμένου να ασκηθεί εκ μέρους των ιδιωτικών επιχειρήσεων το παραπάνω δικαίωμά τους πρέπει κάθε φορά να ελέγχεται αν συντρέχουν οι απαραίτητες από τεχνικής απόψεως προϋποθέσεις, ώστε η συγκεκριμένη πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος (η οποία δεν μπορεί να γίνει παρά μέσω των στοιχείων διεθνούς συνδέσεως του δικτύου υψηλής τάσεως, η εκμετάλλευση του οποίου ανήκει, κατά το νόμο του 1984, στη REDESA) να μη θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία του ηλεκτροδοτικού συστήματος.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι ούτε η γραμματική ούτε η συστηματική ερμηνεία των διατάξεων που επικαλείται η Επιτροπή μπορεί να παράσχει έρεισμα στην αντίληψή της ότι η REDESA απολαύει αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
44 Θεωρώ ότι η σχετική επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι, πράγματι, ελάχιστα πειστική.
45 Η αντίληψή της ότι η REDESA απολαύει αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, παρά την έλλειψη ρητής διατάξεως περί χορηγήσεως στην κρατική αυτή εταιρία τέτοιων δικαιωμάτων, στηρίζεται πρωτίστως στο ότι η εν λόγω κρατική εταιρία αφενός μεν ασκεί τη χαρακτηρισθείσα ως δημόσια υπηρεσία «ενιαία εκμετάλλευση» του εθνικού ηλεκτρικού συστήματος και αφετέρου εκμεταλλεύεται το δίκτυο υψηλής τάσεως της χώρας, περιλαμβανομένων όλων των στοιχείων διεθνούς συνδέσεως του δικτύου αυτού. Νομίζω όμως ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα παραπάνω δύο στοιχεία αρκεί, ενόψει ιδίως των διευκρινίσεων που παρέσχε το καθού κράτος μέλος ως προς την ακριβή έννοια του όρου «ενιαία εκμετάλλευση» και τη ratio των ρυθμίσεων του νόμου του 1984, για να θεωρηθεί ότι επιφυλάσσονται αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής υπέρ της REDESA.
46 ςΟπως εξέθεσε η Ισπανική Κυβέρνηση (χωρίς, ως προς το σημείο αυτό, να αποκρουσθεί από την Επιτροπή) ούτε προ ούτε μετά τη θέσπιση του νόμου του 1984 υφίσταντο στην Ισπανία αποκλειστικά δικαιώματα παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Ενόψει όμως τούτου, η ανάθεση στη REDESA της «ενιαίας εκμεταλλεύσεως» του εθνικού ηλεκτρικού συστήματος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ερμηνευθεί ως υποκρύπτουσα εθνικοποίηση του συστήματος αυτού στο σύνολό του και ανάθεση στην κρατική αυτή εταιρία απoκλειστικών δικαιωμάτων ασκήσεως όλων ανεξαιρέτως των σχετικών δραστηριοτήτων, περιλαμβανομένων και εκείνων της εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος (55).
47 Από την άλλη πλευρά, το γεγονός και μόνον ότι έχει ανατεθεί στη REDESA η εκμετάλλευση και συντήρηση των στοιχείων διεθνούς διασυνδέσεως του εθνικού δικτύου μεταφοράς δεν αρκεί για να αχθεί κανείς αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι αναγνωρίζονται υπέρ της εταιρίας αυτής αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής, εφόσον η παραπάνω ανάθεση δεν καθιστά αδύνατη από τεχνικής απόψεως την διενέργεια εισαγωγής ή εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από άλλες επιχειρήσεις (56). Πολύ περισσότερο που η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, εδάφιο i, του νόμου του 1984, προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ρυθμιστική επέμβαση της REDESA στον τρόπο με τον οποίο οι λοιπές επιχειρήσεις μετέχουν στις διεθνείς ανταλλαγές ηλεκτρικού ρεύματος, επέμβαση η οποία, πέραν πάσης δυνατής αμφιβολίας, προϋποθέτει ότι υφίσταται κατ' αρχήν δυνατότητα των επιχειρήσεων αυτών να αναπτύξουν τέτοιας μορφής δραστηριότητα (57).
48 Η Επιτροπή επικαλείται εξάλλου, προς απόδειξη της υπάρξεως των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων, ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αναφέρει καμία συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία ιδιωτική επιχείρηση εισήγαγε στην Ισπανία ή εξήγαγε από την Ισπανία ηλεκτρικό ρεύμα και προσθέτει ότι κατά τις πληροφορίες που διαθέτει, καμία πλην της REDESA επιχείρηση δεν εισάγει ούτε εξάγει ηλεκτρικό ρεύμα. Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς αρκεί νομίζω να παρατηρηθεί ότι η έλλειψη πληροφοριών ως προς τη διενέργεια εισαγωγών ή εξαγωγών ηλεκτρικού ρεύματος δεν μπορεί, αυτή και μόνη, να αποτελέσει τεκμήριο υπάρξεως αντίστοιχων αποκλειστικών δικαιωμάτων (58).
Αν εξάλλου θεωρηθεί ότι η Επιτροπή, αναφερόμενη στην παραπάνω έλλειψη πληροφοριών, προβάλλει στην πραγματικότητα ότι παρά την έλλειψη ρητής διατάξεως του νόμου του 1984 περί χορηγήσεως στη REDESA αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 37 της Συνθήκης πληρούνται εν προκειμένω διότι οι κρατικές αρχές είναι πάντως σε θέση, μέσω της κρατικής αυτής εταιρίας, να ελέγχουν de facto τις οικείες ενδοκοινοτικές ανταλλαγές, ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν, και υπό την εκδοχή αυτή, απορριπτέος. Νομίζω, πράγματι, ότι για να αποδειχθεί η ύπαρξη de facto ελέγχου των εισαγωγών ή των εξαγωγών ηλεκτρικού ρεύματος εκ μέρους των ισπανικών αρχών, υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δεν θα αρκούσε να επικαλεσθεί η Επιτροπή (στην οποία ανήκει, ως προς το σημείο αυτό, το βάρος αποδείξεως) την απλή έλλειψη πληροφοριών ως προς την ύπαρξη τέτοιων ανταλλαγών αλλά θα απητείτο να επικαλεσθεί στοιχεία από τα οποία να προκύπτει τουλάχιστον η χρήση των κρίσιμων διατάξεων του νόμου του 1984 ως ερείσματος πράξεων (πράξεων, παραδείγματος χάριν, με τις οποίες απορρίπτονται σχετικές αιτήσεις), με τις οποίες αποκλείεται, άνευ ετέρου, η διενέργεια εισαγωγής ή εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από άλλες, πλην της REDESA, επιχειρήσεις.
49 Η Επιτροπή επικαλείται τέλος ότι στην απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, η Ισπανική Κυβέρνηση ανέφερε ότι το υπό μελέτη, τότε, σχέδιο νόμου (που αντικατέστησε τελικά, σε χρόνο μεταγενέστερο της καταθέσεως της υπό κρίση προσφυγής, το νόμο του 1984, βλ. σχετικώς, ανωτέρω, υποσημείωση 54) προέβλεπε ρητά, υπό προϋποθέσεις και περιορισμούς, τη δυνατότητα των λοιπών πλην της REDESA επιχειρήσεων να εισάγουν και να εξάγουν ηλεκτρικό ρεύμα. Το επιχείρημα που συνάγει η Επιτροπή από το στοιχείο αυτό μου φαίνεται εξαιρετικά αδύνατο: εκ του γεγονότος ότι νεότερη διάταξη αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα ασκήσεως μιας οικονομικής δραστηριότητας καθορίζοντας και τις προϋποθέσεις ασκήσεώς της δεν μπορεί να συναχθεί a contrario ότι υπό το προϋσχύσαν καθεστώς η δραστηριότητα αυτή απαγορευόταν παντελώς, όταν, όπως εν προκειμένω συμβαίνει, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να βρει έρεισμα σε άλλα ερμηνευτικά στοιχεία.
50 Ενόψει όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υφίστανται στην Ισπανία αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι θεσπίζοντας τέτοια δικαιώματα το Βασίλειο της Ισπανίας παρεβίασε υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από σειρά διατάξεων της Συνθήκης και από το άρθρο 48 της Πράξεως Προσχωρήσεως είναι, πρωτίστως για το λόγο αυτό, απορριπτέα στο σύνολό της (59).
γγ) Συνιστούν τα επίμαχα δικαιώματα διακρίσεις μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως;
51 Για τους λόγους που εξέθεσα ήδη (βλ. ανωτέρω, σημεία 24 επ.) θα εξετάσω, στα σημεία που ακολουθούν, αν τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα αποτελούν ποσοτικούς περιορισμούς ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς περιορισμούς επί των εισαγωγών (βλ. κατωτέρω, υπό 1) και, στη συνέχεια, αν η θέσπισή τους μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης (βλ. κατωτέρω, υπό 2).
1) Αποτελούν τα επίμαχα δικαιώματα ποσοτικούς περιορισμούς ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος;
i) Επί των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής
52 Κατά την Επιτροπή, τα υφιστάμενα στα καθών κράτη μέλη (60) αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και (προκειμένου περί της Γαλλίας) φυσικού αερίου είναι ικανά να παρεμποδίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και αποτελούν, ως εκ τούτου, μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, δεδομένου ότι
- στερούν τους εγκατεστημένους στα άλλα κράτη μέλη παραγωγούς να πωλήσουν ηλεκτρικό ρεύμα ή φυσικό αέριο, στα λοιπά, πλην των δικαιούχων των επίμαχων δικαιωμάτων, πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στα καθών κράτη μέλη και
- στερούν τους εγκατεστημένους στα καθών κράτη μέλη επιχειρηματίες (παραδείγματος χάριν διανομείς) ή (στην περίπτωση της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας) καταναλωτές να επιλέξουν προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος ή φυσικού αερίου εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος.
53 Θεωρώ ότι η άποψη αυτή της Επιτροπής βρίσκει ασφαλή ερείσματα στη νομολογία του Δικαστηρίου.
54 Το πρώτο από αυτά είναι η ήδη μνημονευθείσα (βλ. υποσημείωση 36) απόφαση Μanghera. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί προδικαστικών ερωτημάτων, με το πρώτο από τα οποία ετίθετο το ζήτημα αν, στο πλαίσιο της «διαρρυθμίσεως» των κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα, επιβαλλόμενης με το άρθρο 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης, έπρεπε να καταργηθούν τα υφιστάμενα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής από άλλα κράτη μέλη. Το Δικαστήριο απήντησε καταφατικά (σκέψη 13), αφού επεσήμανε ότι η παραπάνω διάταξη σκοπεί στην εξασφάλιση της τηρήσεως του θεμελιώδους κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο σύνολο της κοινής αγοράς «ιδίως με την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών» (σκέψη 9), ότι «ο αντικειμενικός αυτός σκοπός δεν θα μπορούσε να να επιτευχθεί αν δεν εξασφαλιζόταν σε ένα κράτος μέλος, όπου υφίσταται εμπορικό μονοπώλιο, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, ομοίων με εκείνα που αφορά το κρατικό μονοπώλιο» (σκέψη 10) και ότι, ενόψει των ανωτέρω, ένα αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής αναγνωριζόμενο υπέρ κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα αποτελεί, σε σχέση με τους κοινοτικούς εξαγωγείς, διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης (σκέψη 12). Η σειρά με την οποία αναπτύσσεται ο συλλογισμός αυτός δεν αφήνει, κατά τη γνώμη μου, παρά ελάχιστες αμφιβολίες ως προς το ότι ένα αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής, συνδεόμενο με τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα αποτελεί, κατά την απόφαση Manghera, διάκριση απαγορευόμενη από τη μνημονευθείσα διάταξη της Συνθήκης, ακριβώς επειδή συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών (61). Είναι από την άποψη αυτή χαρακτηριστικό ότι στις προτάσεις του επί της υποθέσεως, ο γενικός εισαγγελέας κ. J. P. Warner τάχθηκε υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 37 της Συνθήκης επιβάλλει κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, ότι η τελευταία αυτή διάταξη απαγορεύει όχι μόνο τις πραγματικές αλλά και τις δυνητικές διακρίσεις, άποψη την οποία, κατά το γενικό εισαγγελέα, επιβάλλει η ανάγκη ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως κατά τρόπο συνάδοντα προς τα κριθέντα με την απόφαση Dassonville (μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 44) ως προς το περιεχόμενο της έννοιας «μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος» (62).
55 Αν η ακριβής έννοια της αποφάσεως Manghera είναι, πράγματι, ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, η κρίση αυτή δεν είναι κατά κανένα τρόπο μεμονωμένη. Συνδέεται, αντίθετα, με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία μεταξύ των μέτρων που είναι ικανά να παρεμβάλουν εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, συγκαταλέγεται και κάθε εθνική ρύθμιση ή πρακτική που οδηγεί στον επηρεασμό της ροής των εισαγωγών κατά τέτοιο τρόπο ώστε μόνον ορισμένοι επιχειρηματίες να μπορούν να τις διενεργούν, ενώ άλλοι να αποκλείονται από αυτές (63).
56 Θα μπορούσε εντούτοις να διατυπωθεί η άποψη ότι η κρίση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην απόφαση Manghera συνδέεται με το γεγονός ότι στο δικαιούχο του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής καπνού, στο οποίο αναφερόταν το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, είχε επίσης παραχωρηθεί και το αποκλειστικό δικαίωμα παρασκευής του ίδιου προϋόντος στο οικείο κράτος μέλος· έτσι, η αρνητική επιρροή του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής στο ενδοκοινοτικό εμπόριο θα οφειλόταν, κατά την άποψη αυτή, στη «φυσική» τάση του δικαιούχου των παραπάνω αποκλειστικών δικαιωμάτων να ευνοήσει τη διακίνηση των δικών του προϋόντων μάλλον παρά εκείνη των ομοειδών εισαγομένων. Πρέπει να τονίσω ότι μια τέτοια ανάγνωση της αποφάσεως Μanghera δεν επιβεβαιώνεται ούτε από τον τρόπο που έχει διατυπωθεί η κρίση του Δικαστηρίου (καμία από τις σκέψεις της αποφάσεως δεν φαίνεται να στηρίζει την άποψη ότι η στάση του Δικαστηρίου θα ήταν άλλη αν ο δικαιούχος του επίμαχου αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής δεν ήταν και δικαιούχος αποκλειστικού δικαιώματος παρασκευής) ούτε από τη επισημανθείσα στο σημείο 55 στάση της νομολογίας έναντι των εθνικών μέτρων που περιορίζουν τον κύκλο των προσώπων που μπορούν να διενεργήσουν εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη.
57 ηΟπως και αν έχουν πάντως τα πράγματα, τέτοιου είδους αμφιβολίες δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να δικαιολογηθούν μετά την απόφαση επί της υποθέσεως C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (64). Η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί προσφυγής της Γαλλικής Δημοκρατίας, με την οποία είχε ζητηθεί η ακύρωση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής (65), εκδοθείσης κατ' επίκληση του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Μεταξύ των διατάξεων των οποίων εζητείτο η ακύρωση περιλαμβανόταν και εκείνη του άρθρου 2 της οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη που παραχωρούν σε επιχειρήσεις αποκλειστικά δικαιώματα αφορώντα, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή τερματικών συσκευών τηλεπικοινωνιών «εξασφαλίζουν την κατάργηση των εν λόγω δικαιωμάτων». νΟπως προκύπτει από το προοίμιο της οδηγίας, η θέσπιση της διατάξεως αυτής οφειλόταν στο ότι, κατά την Επιτροπή, διατήρηση των αναφερθέντων αποκλειστικών δικαιωμάτων θα παρεβίαζε, εκτός από άλλες διατάξεις της Συνθήκης, και εκείνη του άρθρου 30, διότι (βλ. την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας) «μπορεί να οδηγήσει, και συχνά στην πράξη οδηγεί, σε παρεμπόδιση των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη». Το προσφεύγον κράτος μέλος προέβαλε ότι η διάταξη του άρθρου 2 ήταν ακυρωτέα, πλην άλλων, και επειδή εσφαλμένα η Επιτροπή θεώρησε ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα στα οποία αφορά η διάταξη αυτή αντέκειντο στη Συνθήκη. Το Δικαστήριο, εκκινώντας (σκέψη 33) από την κλασική διατύπωση της μνημονευθείσης ήδη στην υποσημείωση 44 αποφάσεως Dassonville, κατέληξε, αντίθετα, στην κρίση ότι ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ασυμβίβαστα προς το άρθρο 30 της Συνθήκης τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής (καθώς και εμπορίας) στον τομέα των τερματικών τηλεπικοινωνιών, δεδομένου (σκέψη 36) ότι τα δικαιώματα αυτά «μπορούν να περιορίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο». Στην κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο στη διαπίστωση ότι η ύπαρξη των αναφερθέντων αποκλειστικών δικαιωμάτων «στερεί τους επιχειρηματίες από τη δυνατότητα πωλήσεως των προϋόντων τους στους καταναλωτές» (σκέψη 34) καθώς και στην παρατήρηση ότι, λαμβανομένου υπόψη της μεγάλης ποικιλίας και του εξαιρετικά τεχνικού χαρακτήρα των συγκεκριμένων προϋόντων, «δεν είναι εξασφαλισμένο ότι ο κάτοχος μονοπωλίου είναι σε θέση να προσφέρει ολόκληρη την κλίμακα των τύπων που υφίστανται στην αγορά, να ενημερώνει τους πελάτες για την κατάσταση και τη λειτουργία όλων των τερματικών και να εγγυάται την ποιότητά τους» (σκέψη 35). Tο Δικαστήριο αναγνωρίζει έτσι τον περιοριστικό για το ενδοκοινοτικό εμπόριο χαρακτήρα των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων (στα οποία περιλαμβάνονται και αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής), χωρίς να θεωρήσει ότι ασκεί επιρροή στη σχετική κρίση το κατά πόσον οι δικαιούχοι των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων είναι και παραγωγοί των αντίστοιχων προϋόντων, αρκούμενο στη διαπίστωση ότι τα δικαιώματα αυτά από τη μεν πλευρά της προσφοράς εμποδίζουν τους επιχειρηματίες να προσφέρουν τα προϋόντα τους σε όλους ανεξαιρέτως τους καταναλωτές, από τη δε πλευρά της ζητήσεως εμποδίζουν τους τελευταίους να έχουν πρόσβαση σε ολόκληρο ανεξαιρέτως το φάσμα των προϋόντων που προσφέρονται στην οικεία αγορά.
58 Υπό τα νομολογιακά αυτά δεδομένα, τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου στα οποία αφορούν οι κρινόμενες προσφυγές της Επιτροπής πρέπει (ανεξαρτήτως του εάν οι οργανισμοί στους οποίους έχουν παραχωρηθεί είναι και παραγωγοί των αντίστοιχων προϋόντων (66)) να θεωρηθούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών: τα δικαιώματα αυτά, αποκλείοντας τη δυνατότητα των επιχειρηματιών (παραγωγών ή διανομέων) να προσφέρουν τα αναφερθέντα προϋόντα σε όλους ανεξαιρέτως τους δυνάμει πελάτες τους που είναι εγκατεστημένοι στα καθών κράτη μέλη και εμποδίζοντας τους τελευταίους (πράγμα που αποτελεί απλώς την άλλη όψη του νομίσματος) να προμηθευθούν τα προϋόντα αυτά από τον επιχειρηματία της επιλογής τους, είναι ικανά, καθώς περιορίζουν τον κύκλο των προσώπων μεταξύ των οποίων μπορούν να διενεργηθούν οι παραπάνω ανταλλαγές, να ασκήσουν αρνητική επιρροή επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
59 Προκειμένου να αποκρούσουν το παραπάνω συμπέρασμα, τα καθών κράτη μέλη προβάλλουν, με μια πρώτη σειρά επιχειρημάτων, ότι τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής δεν υπάγονται στo πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, διότι δεν σκοπούν στη θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των εισαγομένων και των εγχωρίων προϋόντων ούτε κατ' αποτέλεσμα οδηγούν στην εισαγωγή τέτοιων διακρίσεων, δεδομένου ότι επί του εισαγομένου ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου εφαρμόζονται οι αυτοί ακριβώς όροι εμπορίας (τρόπος μεταφοράς και διανομής, καθορισμός τιμών κ.λπ.) που ισχύουν και επί των εγχωρίων αντίστοιχων προϋόντων. Η Iταλική, η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμούν ειδικότερα ότι προκειμένης κρίσεως περί του εάν ένα εθνικό μέτρο υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, το ζήτημα αν το μέτρο αυτό σκοπεί στην θέσπιση διακρίσεων ή οδηγεί με άλλο τρόπο στην εισαγωγή τους έχει καταστεί αποφασιστικής σημασίας κριτήριο, κατόπιν των κριθέντων με την απόφαση Keck και Mithouard (67), κατά την οποία δεν είναι ικανή να παρεμβάλει εμπόδια στο διακοινοτικό εμπόριο η εφαρμογή εθνικών διατάξεων με τις οποίες απαγορεύεται ή περιορίζεται ορισμένη μορφή πωλήσεως «αρκεί να εφαρμόζονται σε όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και να επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εθνικών προϋόντων και των προϋόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών».
60 Η παρατεθείσα σκέψη της αποφάσεως Keck και Mithouard αποτελεί το συμπέρασμα ενός συλλογισμού, αφετηρία του οποίου είναι (σκέψη 11) η σκέψη της αποφάσεως Dassonville (μνημονευθείσης στην υποσημείωση 44), σύμφωνα με την οποία μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών αποτελεί κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει, αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς, το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Με το δεδομένο αυτό, το Δικαστήριο, ευρισκόμενο ενώπιον μιας εθνικής διατάξεως με την οποία επιβάλλεται απαγόρευση μεταπωλήσεως προϋόντων σε τιμή κάτω του κόστους, αφού διαπίστωσε (σκέψη 12) ότι η διάταξη αυτή «δεν έχει ως αντικείμενο να ρυθμίσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών» και υπενθύμισε (σκέψη 15) ότι κατά τα κριθέντα με τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 40 απόφαση Rewe-Zentral («Cassis de Dijon») αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορευόμενα κατ' αρχήν από το άρθρο 30, εθνικοί κανόνες που αφορούν στους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα προελεύσεως άλλων κρατών μελών, έστω και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προόντα, κατέληξε στην κρίση ότι, αντίθετα, η εφαρμογή επί εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εθνικών διατάξεων που απαγορεύουν ή περιορίζουν ορισμένες μορφές πωλήσεως δεν είναι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 15 της αποφάσεως, ικανή, υπό την έννοια της νομολογίας Dassonville, να επηρεάσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Από τη σειρά αυτή σκέψεων, η Γαλλική Κυβέρνηση συνάγει αα) ότι για δύο μόνον κατηγορίες εθνικών μέτρων (ήτοι εκείνα που αφορούν στους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εισαγόμενα προϋόντα και εκείνα που απαγορεύουν ή περιορίζουν ορισμένες μορφές πωλήσεως) είναι δυνατόν να τεθεί ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης και ββ) ότι εφόσον τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής δεν μπορούν επ' ουδενί να θεωρηθούν ανήκοντα στην πρώτη από τις παραπάνω κατηγορίες εθνικών μέτρων, το ζήτημα αν αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος πρέπει να εξετασθεί βάσει των κριτηρίων που εφήρμοσε το Δικαστήριο στην απόφαση Keck και Mithouard προκειμένου περί διατάξεων που απαγορεύουν ή περιορίζουν ορισμένες μορφές πωλήσεως: αν, επομένως, εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους τους επιχειρηματίες και επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία των εισαγομένων και των εγχωρίων προϋόντων θα πρεπει να θεωρηθούν συμβατά με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
61 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, πρωτίστως διότι παραβλέπει ότι από την ίδια την απόφαση Keck και Mithouard (σκέψη 12) προκύπτει ότι υφίσταται και μια άλλη κατηγορία μέτρων που είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος: τα μέτρα τα οποία έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να ερευνηθεί εάν τα μέτρα αυτά υπάγονται ή μη στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 δεν επηρεάζονται κατά κανένα τρόπο από την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τη δυνατότητα υπαγωγής στο άρθρο αυτό εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως ή περιορισμού ορισμένων μορφών πωλήσεως. Αν το Δικαστήριο θεώρησε, για τους λόγους που εκτίθενται στη σκέψη 17 της αποφάσεως Keck και Mithouard, ότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις δεν είναι κατ' αρχήν ικανές να παρεμποδίσουν τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές, το ζήτημα μένει ανοικτό για τα εθνικά μέτρα που αφορούν ευθέως τις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές και πρέπει εκάστοτε να κρίνεται, και μετά την απόφαση Keck και Mithouard, με αποκλειστικό γνώμονα τον ορισμό του μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος όπως αυτός διατυπώθηκε στην απόφαση Dassonville (68). Δεδομένου δε ότι τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής, αναγόμενα ευθέως στους όρους και τις προϋποθέσεις διεξαγωγής του εξωτερικού εμπορίου των καθών κρατών μελών, αποτελούν κατ' εξοχήν «μέτρα που έχουν ως αντικείμενο να ρυθμίσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών», το γεγονός ότι (για τους λόγους που εξετέθησαν ήδη στο σημείο 58) είναι ικανά, δυνητικώς έστω, να επηρεάσουν αρνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, αρκεί για να θεωρηθούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, χωρίς να απαιτείται επιπλέον, όπως αβασίμως προβάλλουν τα καθών κράτη μέλη, να συγκριθούν οι όροι υπό τους οποίους χωρεί η εμπορία των εισαγομένων και εκείνη των εγχωρίων προϋόντων.
62 Αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός (προβαλλόμενος, με ορισμένες παραλλαγές, από όλα τα καθών κράτη μέλη), κατά τον οποίο τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος δεν περιορίζουν τις αντίστοιχες ενδοκοινοτικές ανταλλαγές, επειδή οι οργανισμοί στους οποίους ανήκουν τα δικαιώματα αυτά, υποχρεούμενοι να εξασφαλίζουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος υπό τους καλύτερους δυνατούς οικονομικούς όρους, εισάγουν ηλεκτρικό ρεύμα κάθε φορά που τούτο υπαγορεύει η σύγκριση μεταξύ των τιμών που προτείνουν οι αλλοδαποί παραγωγοί ή διανομείς, αφενός και του κόστους παραγωγής του εγχωρίου ηλεκτρικού ρεύματος, αφετέρου: έστω και αν ο δικαιούχος του αποκλειστικού δικαιώματος εισάγει ηλεκτρικό ρεύμα όταν κρίνει συμφέρουσες τις προτεινόμενες τιμές, αυτό δεν αρκεί για να εξουδετερώσει το δυνητικά περιοριστικό αποτέλεσμα του δικαιώματος αυτού, εφόσον πάντως κανένας άλλος επιχειρηματίας ή καταναλωτής (69) δεν μπορεί, ερχόμενος απ' ευθείας σε επαφή με τους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη επιχειρηματίες, να προβεί ο ίδιος, με βάση τις δικές του ανάγκες και δυνατότητες, σε εκτίμηση ως προς το αν η εισαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος είναι συμφέρουσα ή όχι.
63 Ο αποκλεισμός της δυνατότητας αυτής καθιστά εξάλλου αλυσιτελείς τους ισχυρισμούς με τους οποίους προβάλλεται ότι η ύπαρξη των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής δεν έχει επηρεάσει στην πράξη τον όγκο των εισαγομένων στο καθού κράτη μέλη ποσοτήτων ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου. Ακόμη και αν, όπως προβάλλει η Ολλανδική Κυβέρνηση, το 15 % της συνολικής ζητήσεως ηλεκτρικού ρεύματος στις Κάτω Ξώρες καλύφθηκε το έτος 1993 από εισαγωγές, ακόμη και αν, κατά τα προβαλλόμενα από την Ιταλική Κυβέρνηση, η Ιταλία είναι η χώρα που εισάγει τις μεγαλύτερες ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρώπη, ακόμη και αν, κατά τα προβαλλόμενα από τη Γαλλική Κυβέρνηση, η Γαλλία είναι εξ ανάγκης μεγάλος εισαγωγέας φυσικού αερίου λόγω της ανεπάρκειας της εγχώριας παραγωγής, τα πραγματικά αυτά δεδομένα δεν ανατρέπουν πάντως το κρίσιμο εν προκειμένω δεδομένο ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής είναι ικανά να επηρεάσουν τις εισαγωγές που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αν τα δικαιώματα αυτά δεν υφίσταντο (70).
64 Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει περαιτέρω ότι κατά τα κριθέντα με την απόφαση ΕΡΤ (μνημονευθείσα ήδη, βλ. υποσημείωση 27), για την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής ενός προϋόντος του οποίου η διακίνηση συνδέεται στενά με την παροχή μιας υπηρεσίας, δεν αρκεί η διαπίστωση ότι το δικαίωμα αυτό είναι ικανό, υπό την έννοια της νομολογίας Dassonville, να περιορίσει τις οικείες ενδοκοινοτικές ανταλλαγές αλλά πρέπει επιπλέον να δειχθεί ότι έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ εισαγομένων και εγχωρίων προϋόντων. Αυτό ακριβώς συμβαίνει, πάντοτε κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, με το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, δοθέντος ότι και υπό την εκδοχή ότι το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί «εμπόρευμα» (εκδοχή που η Ιταλική Κυβέρνηση αποκρούει, βλ. ανωτέρω, σημεία 12 επ.), είναι πάντως ένα εμπόρευμα του οποίου η εμπορία εξαρτάται κατά τρόπο τόσο άμεσο από τις συνθήκες μεταφοράς του, ώστε εντάσσεται εν τέλει στα πλαίσια της παροχής της σχετικής υπηρεσίας. Η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ανάλογο ισχυρισμό, θεωρώντας ότι η ύπαρξη αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος είναι συμφυής με την ύπαρξη αποκλειστικών δικαιωμάτων μεταφοράς του.
65 υΕχει η απόφαση ΕΡΤ την έννοια που της αποδίδουν η Ιταλική και η Γαλλική Κυβέρνηση; Η απόφαση αυτή δέχεται καταρχάς (σκέψη 12) ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται μεν σε αυτή καθεαυτή την ανάθεση τηλεοπτικού μονοπωλίου κατ' επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος, ο τρόπος όμως οργανώσεως και λειτουργίας του μονοπωλίου αυτού δεν πρέπει να αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης. Ερευνώντας ειδικότερα το ζήτημα αν ένα τηλεοπτικό μονοπώλιο αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο έκρινε, όπως έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω (σημείο 16), ότι η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής (ή εκμισθώσεως ή διανομής) των υλικών και προϋόντων τα οποία είναι αναγκαία για την άσκηση του αποκλειστικού δικαιώματος παροχής υπηρεσίας, συνισταμένης στην εκπομπή τηλεοπτικών μηνυμάτων, δεν αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, παρά μόνον εάν «από την παραχώρηση αυτή προκύπτει - άμεσα ή έμμεσα - διάκριση μεταξύ των εγχωρίων και των εισαγομένων προϋόντων εις βάρος των τελευταίων» (βλ. σκέψεις 15 και 16 της αποφάσεως). Κατά τη γνώμη μου, η ακριβής έννοια της αποφάσεως ΕΡΤ είναι ότι η παραχώρηση στο δικαιούχο ενός αποκλειστικού δικαιώματος παροχής υπηρεσίας (το οποίο δεν αντίκειται αυτό καθεαυτό στο κοινοτικό δίκαιο) του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής των εμπορευμάτων που είναι απαραίτητα για την παροχή της αναφερθείσης υπηρεσίας δεν αποτελεί, κατ' αρχήν, μέτρο ικανό να επιδράσει αρνητικά επί των εμπορικών ανταλλαγών του οικείου κράτους με τα λοιπά κράτη μέλη, δοθέντος ότι, ούτως ή άλλως, η δραστηριότητα για την άσκηση της οποίας είναι απαραίτητη η εισαγωγή των προϋόντων αυτών ασκείται (χωρίς, επαναλαμβάνω, αυτό να προσκρούει στο κοινοτικό δίκαιο) από ένα και μόνο πρόσωπο. Ζήτημα προσβολής του άρθρου 30 της Συνθήκης στην περίπτωση αυτή θα ετίθετο μόνον αν υπό το ένδυμα του «αναγκαίου», υπό την εκτεθείσα έννοια, μονοπωλίου εισαγωγής υποκρύπτεται διακριτική μεταχείριση υπέρ των εγχωρίων προϋόντων. Τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που ισχύουν στην Ιταλία και στη Γαλλία εντάσσονται όμως σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο: Το ηλεκτρικό ρεύμα που εισάγεται από τους οργανισμούς στους οποίους ανήκουν τα σχετικά αποκλειστικά δικαιώματα δεν προορίζεται βεβαίως για αποκλειστική χρήση των οργανισμών αυτών αλλά για τη χρήση του συνόλου των επιχειρήσεων και των καταναλωτών του οικείου κράτους μέλους. Ελλείπουν επομένως οι ειδικές εκείνες συνθήκες που καθιστούν ακίνδυνο κατ' αρχήν για το ενδοκοινοτικό εμπόριο το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής στο οποίο αναφέρεται η απόφαση ΕΡΤ: αποκλείοντας την επαφή μεταξύ των εγκατεστημένων στα άλλα κράτη μέλη επιχειρηματιών και των πολυάριθμων δυνάμει πελατών τους που είναι εγκατεστημένοι στην Ιταλία και τη Γαλλία, τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος είναι, όπως έχει επανειλημμένα ήδη λεχθεί, ικανά να περιορίσουν τον όγκο των σχετικών ενδοκοινοτικών ανταλλαγών. Η τελευταία αυτή διαπίστωση είναι αρκετή για να χαρακτηρισθούν τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα ως μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών (71) και, επομένως, οι ισχυρισμοί που προβάλλουν περί του αντιθέτου η Ιταλική και η Γαλλική Κυβέρνηση, επικαλούμενες την απόφαση ΕΡΤ και το στενό σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και των συνθηκών μεταφοράς του στο εσωτερικό της χώρας, είναι αβάσιμοι (72).
ii) Επί των αποκλειστικών δικαιωμάτων εξαγωγής
66 Αποτελούν τα λοιπά μέτρα στα οποία αναφέρονται οι κρινόμενες προσφυγές, ήτοι τα αποκλειστικά δικαιώματα εξαγωγής (73), μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης;
67 Από τη νομολογία επί της διατάξεως αυτής της Συνθήκης συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι το Δικαστήριο διακρίνει σχετικά μεταξύ:
- μέτρων με τα οποία επιβάλλεται ευθέως είτε απαγόρευση είτε ποσοτικός περιορισμός επί των εξαγωγών: τα μέτρα αυτά, ως stricto sensu ποσοτικοί περιορισμοί, κρίνονται, βεβαίως, ως αντικείμενα στο άρθρο 34 (74)·
- μέτρων τα οποία αναφέρονται ευθέως στους όρους και τις προϋποθέσεις διενέργειας των εξαγωγών, χωρίς να επιβάλλουν ρητά σχετικούς ποσοτικούς περιορισμούς: αν και στις αποφάσεις που κρίνουν επί της συμβατότητας των μέτρων αυτών προς τη Συνθήκη δεν παρατίθεται σχετική γενικής φύσεως σκέψη, από το σύνολο των αποφάσεων αυτών προκύπτει, αβίαστα νομίζω, ότι τα μέτρα αυτά κρίνονται ως μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς, απαγορευόμενα από το άρθρο 34, αν θεωρηθούν ικανά να παρεμποδίσουν, έστω και δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (75)·
- μέτρων τα οποία δεν αφορούν ευθέως το εξαγωγικό εμπόριο του οικείου κράτους μέλους: τα μέτρα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών μόνον εάν διαπιστωθεί ότι πρόκειται για «εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών και να εγκαθιδρύουν, με τον τρόπο αυτό, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, εξασφαλίζοντας ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εγχώρια παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους» (76). ηΕχει έτσι κριθεί ότι αντίκεινται στο άρθρο 34 της Συνθήκης οι εθνικές εκείνες ρυθμίσεις, οι οποίες, υπό το ένδυμα διατάξεων εφαρμοστέων αδιακρίτως τόσο επί προϋόντων προοριζσμενων για εξαγωγή όσο και προϋόντων προοριζόμενων για την εγχώρια αγορά, εισάγουν σιωπηρώς απαγορεύσεις ή περιορισμούς των εξαγωγών (77).
68 Τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα, τα οποία αφορούν ευθέως στους όρους εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, ανήκουν προδήλως στη δεύτερη από τις ανωτέρω κατηγορίες μέτρων. Το ζήτημα αν τα δικαιώματα αυτά είναι συμβατά με το άρθρο 34 της Συνθήκης θα πρέπει, για το λόγο αυτό, να κριθεί σύμφωνα με τη λογική που διέπει την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 75 νομολογία και όχι, όπως φαίνεται να προτείνει η Επιτροπή, βάσει της νομολογίας που εγκαινίασε η μνημονευθείσα στην υποσημείωση 76 απόφαση Groenveld, η οποία, επαναλαμβάνω, αφορά κατά την αντίληψή μου εθνικά μέτρα τα οποία δεν αναφέρονται ευθέως στο εξαγωγικό εμπόριο. Κατά συνέπεια, η διαπίστωση ότι τα επίμαχα εν προκειμένω μέτρα, με τα οποία η δυνατότητα διενέργειας εξαγωγών επιφυλάσσεται υπέρ ενός και μόνον οργανισμού, στερούν από τους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη επιχειρηματίες ή καταναλωτές τη δυνατότητα να αποταθούν για τον εφοδιασμό τους σε πρόσωπα άλλα πλην των αναφερθέντων οργανισμών, αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να θεωρηθεί ότι τα μέτρα αυτά, ως ικανά, δυνητικώς έστω, να επηρεάσουν αρνητικά τις αντίστοιχες ενδοκοινοτικές ανταλλαγές, αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης (78), χωρίς να επιβάλλεται, όπως φαίνεται να προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση, περαιτέρω έρευνα ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες τελεί η εμπορία των σχετικών προϋόντων στο εσωτερικό των καθών κρατών μελών. Απορριπτέος είναι, εξάλλου, και ο προβαλλόμενος από την Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρισμός, κατά τον οποίο, δεδομένου ότι η Ιταλία είναι χώρα ελλειμματική σε ηλεκτρικό ρεύμα, το υφιστάμενο υπέρ της ENEL αποκλειστικό δικαίωμα εξαγωγής δεν έχει πραγματική επιρροή επί των εξαγωγών από τη χώρα αυτή: για την υπαγωγή των επίμαχων δικαιωμάτων στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34 της Συνθήκης αρκεί η διαπίστωση ότι τα δικαιώματα αυτά είναι ικανά να παρεμβάλουν προσκόμματα στις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί ότι τα μέτρα αυτά περιορίζουν πράγματι τις εξαγωγές (79). Για τον ίδιο λόγο δεν ασκούν, τέλος, επιρροή τα εκτιθέμενα από τη Γαλλική Κυβέρνηση περί του ότι οι γαλλικές εξαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος, που άρχισαν το 1981, ανήλθαν το 1993 στο 12 % περίπου της εγχώριας παραγωγής ούτε τα εκτιθέμενα περί του ότι η γαλλική παραγωγή φυσικού αερίου είναι, εν πάση περιπτώσει, αμελητέα και βαίνει συνεχώς μειούμενη· η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρει άλλωστε ότι το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο που παράγονται στη Γαλλία προορίζονται κατά προτεραιότητα για τους καταναλωτές που είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας και ότι ενόψει τούτου αλλά και της υποχρεώσεως αδιάλειπτης παροχής ρεύματος και αερίου που βαρύνει τις δικαιούχους των αποκλειστικών δικαιωμάτων επιχειρήσεις EDF και GDF, «είναι ενδεχόμενο να μην τηρείται σε όλες τις περιπτώσεις η αρχή του άρθρου 34 της Συνθήκης».
2) Η θέσπιση των επίμαχων δικαιωμάτων μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης;
69 Τα καθών κράτη μέλη προβάλλουν ότι υπό την εκδοχή ότι τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και των εξαγωγών, δικαιολογούνται πάντως βάσει του άρθρου 36 και είναι, επομένως, συμβατά με τη Συνθήκη. Οι σχετικοί ισχυρισμοί αντανακλούν, όπως είναι φυσικό, τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα, αρθρώνονται όμως όλοι γύρω από την αντίληψη ότι η θέσπιση των επίμαχων δικαιωμάτων δικαιολογείται από «λόγους δημόσιας ασφάλειας», υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης, δεδομένου ότι με αυτήν σκοπείται η διασφάλιση του εφοδιασμού των καθών κρατών μελών σε ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο.
70 Η επιχειρηματολογία αυτή εμπνέεται βέβαια από την απόφαση Campus Oil (80). Στα πλαίσια της υποθέσεως αυτής, το High Court της Ιρλανδίας είχε υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα επί της ερμηνείας των άρθρων 30, 31 και 36 της Συνθήκης, προκειμένου να κρίνει αν είναι συμβατή με τη Συνθήκη εθνική ρύθμιση, η οποία επέβαλλε στους εισαγωγείς προϋόντων πετρελαίου την υποχρέωση να προμηθεύονται τα εν λόγω προϋόντα, μέχρις ορισμένου ποσοστού και σε τιμές καθοριζόμενες από τον αρμόδιο υπουργό, από κρατική εταιρία που εκμεταλλεύεται διυλιστήριο εγκατεστημένο στο ιρλανδικό έδαφος. Το Δικαστήριο, αφού έκρινε (σκέψη 20) ότι η παραπάνω ρύθμιση συνιστά μέτρο ισοδύναμο με ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, εξέτασε στη συνέχεια αν οι λόγοι που υπαγόρευσαν τη θέσπισή της συνιστούν «λόγους δημόσιας ασφάλειας» υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης. Ως προς το σημείο αυτό, το Δικαστήριο δέχθηκε (σκέψη 34) ότι «τα προϋόντα πετρελαίου είναι θεμελιώδους σημασίας για την ύπαρξη των κρατών, λόγω της εξαιρετικής σπουδαιότητάς τους ως πηγής ενέργειας για τη σύγχρονη οικονομία, δεδομένου ότι από αυτό εξαρτώνται όχι μόνο η λειτουργία της οικονομίας τους αλλά προπαντός οι θεσμοί και οι θεμελιώδεις δημόσιες υπηρεσίες και αυτή ακόμη η επιβίωση του πληθυσμού τους» και ότι, επομένως, «η ενδεχόμενη διακοπή του εφοδιασμού σε προϋόντα πετρελαίου και οι απορρέοντες από αυτήν για την ύπαρξη του κράτους κίνδυνοι μπορούν (...) να θίξουν σοβαρά τη δημόσια ασφάλειά του, την οποία επιτρέπει το άρθρο 36 στα κράτη να προστατεύουν». Το Δικαστήριο προσέθεσε (σκέψη 35) ότι ναι μεν το άρθρο 36 αποσκοπεί στη διαφύλαξη συμφερόντων που δεν έχουν οικονομικό χαρακτήρα και ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να αποφεύγουν τις συνέπειες των μέτρων που προβλέπει η Συνθήκη υπό το πρόσχημα οικονομικών δυσχερειών που συνεπάγεται η κατάργηση των εμποδίων στο κοινοτικό εμπόριο, ενόψει όμως της εκτάσεως των συνεπειών που ενδέχεται να έχει η διακοπή του εφοδιασμού σε προϋόντα πετρελαίου για την ύπαρξη ενός κράτους «ο σκοπός διασφάλισης, ανά πάσα στιγμή, ενός κατώτατου ορίου εφοδιασμού σε προϋόντα πετρελαίου υπερβαίνει καθαρά οικονομικής φύσεως εκτιμήσεις και μπορεί επομένως να αποτελέσει στόχο που εμπίπτει στην έννοια της δημόσιας ασφάλειας».
71 Δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες στηρίζονται οι παρατεθείσες σκέψεις της αποφάσεως Campus Oil ισχύουν και για το ηλεκτρικό ρεύμα. Είναι, πράγματι, εντελώς αδύνατον να διανοηθεί κανείς ότι ένα σύγχρονο κράτος ή μια σύγχρονη οικονομία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς τη συνεχή και αδιάλειπτη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, από την οποία εξαρτάται, εξάλλου, η ικανοποίηση των στοιχειωδών καθημερινών αναγκών των πολιτών. Αν και είναι λιγότερο προφανής, ανάλογη είναι η σημασία που έχει το φυσικό αέριο στη λειτουργία του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας, προκειμένου τουλάχιστον περί της Γαλλίας, μόνου από τα καθών κράτη μέλη που έχει θεσπίσει αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής φυσικού αερίου: όπως εκτίθεται στο σχετικό υπόμνημα αντικρούσεως, το έτος 1990 οι ανάγκες της χώρας αυτής σε πρωτογενείς μορφές ενέργειας καλύπτονταν σε ποσοστό 13 % από το φυσικό αέριο. Ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο ίδιο δικόγραφο, οι ειδικοί συμφωνούν στην εκτίμηση ότι στα επόμενα 20 χρόνια η κατανάλωση φυσικού αερίου θα αυξηθεί κατά 50 %, το γεγονός και μόνον ότι το φυσικό αέριο χρησιμοποιείται ήδη στην αναφερθείσα έκταση στη Γαλλία ως πρωτογενής μορφή ενέργειας, αρκεί, νομίζω, για να θεωρηθεί ότι η διασφάλιση του εφοδιασμού σε φυσικό αέριο αποτελεί, για τη χώρα αυτή, σκοπό που εμπίπτει στην έννοια της δημόσιας ασφάλειας, όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στο άρθρο 36 της Συνθήκης.
72 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, ενόψει των κριθέντων με την απόφαση Campus Oil, η διασφάλιση του εφοδιασμού σε ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί λόγο δημόσιας ασφάλειας υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης. Επισημαίνει όμως ότι το Δικαστήριο δεν έχει δώσει ακριβή ορισμό της έννοιας «διασφάλιση εφοδιασμού» και προβάλλει ότι η τελευταία αυτή έννοια καλύπτει, στον τομέα του ηλεκτρικού ρεύματος, τρία στοιχεία, κανένα από τα οποία δεν μπορεί να θιγεί από την κατάργηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων. Τα τρία αυτά στοιχεία είναι, κατά την Επιτροπή, η εξασφάλιση εφοδιασμού με τις απαραίτητες για την παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος πρώτες ύλες, η εξασφάλιση ποσοτήτων ηλεκτρικού ρεύματος αρκετών για να ικανοποιηθεί η ζήτηση και, τέλος, η ασφάλεια του συστήματος μεταφοράς.
73 Ως προς το τελευταίο αυτό στοιχείο, η Επιτροπή προβάλλει ειδικότερα ότι η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος είναι απολύτως συμβατή τόσο με τη θέσπιση ή τη διατήρηση κεντρικού ελέγχου του οικείου δικτύου μεταφοράς, ώστε να εξασφαλίζεται ανά πάσα στιγμή ότι η προσφορά ανταποκρίνεται επακριβώς στη ζήτηση και να αποφεύγονται τα τεχνικά προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει στη λειτουργία του συστήματος η σχετική ανισορροπία, όσο και με τη θέσπιση τεχνικών κανόνων τους οποίους πρέπει να σέβονται οι χρήστες του δικτύου προκειμένου να εξασφαλίζεται η ποιότητα της παροχής. Από την πλευρά τους τα καθών κράτη μέλη δεν προβάλλουν, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα είναι απολύτως αναγκαία για την ασφάλεια του δικτύου μεταφοράς. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι όπως έχει ήδη αναφερθεί (βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 56), στη μνημονευθείσα στο σημείο 4 τροποποιημένη πρόταση οδηγίας περί θεσπίσεως κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι ρυθμίσεις περί προσβάσεως των παραγωγών και μεταφορέων ηλεκτρικού ρεύματος στο οικείο δίκτυο μεταφοράς συνυπάρχουν με τις ρυθμίσεις περί «φορέα διαχειρίσεως του δικτύου», ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση των ροών του δικτύου και εξασφαλίζει την απρόσκοπτη λειτουργία του, διατηρώντας μάλιστα το δικαίωμα να απορρίψει, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, αίτημα προσβάσεως στο δίκτυο.
74 Η πραγματική διάσταση μεταξύ των θέσεων της Επιτροπής αφενός και των κρατών μελών αφετέρου επικεντρώνεται έτσι στο ζήτημα αν η κατάργηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τον εφοδιασμό με τις αναγκαίες για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος πρώτες ύλες ή να θέσει σε κίνδυνο τη διασφάλιση των ποσοτήτων εκείνων που είναι αναγκαίες για να ικανοποιείται ανά πάσα στιγμή η ζήτηση.
75 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών προβάλλει σχετικά τα εξής:
- Προκειμένου να εξασφαλισθεί βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσοπρόθεσμα ότι οι διαθέσιμες στη χώρα αυτή ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος θα ανταποκρίνονται επακριβώς στη ζήτηση, ο μνημονευθείς ήδη (σημεία 29 επ.) νόμος EW θεσπίζει σύστημα προγραμματισμού, σε εθνικό επίπεδο, της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Κάθε δύο χρόνια εκπονείται από τη SEP (δικαιούχο του επίμαχου αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προς δημόσια διανομή), σε συνεργασία με τις εταιρίες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και τον φορέα που εκπροσωπεί τις εταιρίες διανομής, το Elektriciteitsplan (E-plan), με το οποίο προσδιορίζεται η παραγωγική ικανότητα που είναι απαραίτητη για να ικανοποιηθεί η προβλεπόμενη για τα επόμενα 10 χρόνια συνολική ζήτηση ηλεκτρικού ρεύματος στις Κάτω Ξώρες. Το Ε-plan, το οποίο εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομικών Υποθέσεων, επιβάλλει τόσο στις εταιρίες παραγωγής όσο και στις εταιρίες διανομής συγκεκριμένες υποχρεώσεις, των οπoίων η εκπλήρωση μπορεί να ζητηθεί και διά της δικαστικής οδού. Οι εταιρίες παραγωγής υποχρεούνται έτσι να κατασκευάσουν τις προβλεπόμενες από το E-plan νέες μονάδες παραγωγής και να τις διατηρούν σε λειτουργία. Κυρίως όμως, κάθε εταιρία παραγωγής υποχρεούται να παραδίδει στην εταιρία διανομής που είναι εγκατεστημένη στην περιοχή της ολόκληρη την ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος που ζητά η τελευταία, ενώ κάθε επιχείρηση διανομής έχει από την πλευρά της την υποχρέωση να παραδίδει ολόκληρη, κατ' αρχήν, την ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος που ζητούν οι εγκατεστημένοι στη ζώνη που εξυπηρετεί καταναλωτές. Υπάρχει έτσι στενή αλληλεξάρτηση μεταξύ της εκπονήσεως του E-plan αφενός και της επιβολής των παραπάνω αμοιβαίων υποχρεώσεων αφετέρου: η επιβολή στις εταιρίες διανομής της υποχρεώσεως να παραδίδουν ηλεκτρικό ρεύμα στους καταναλωτές δεν είναι δυνατή παρά μόνον αν είναι αρκετές οι παραγόμενες από τις εταιρίες παραγωγής ποσότητες· σε αντιστάθμιση εξάλλου της επιβολής, εις βάρος των εταιριών παραγωγής, της υποχρεώσεως να ικανοποιούν πλήρως τη ζήτηση που προέρχεται από τις εταιρίες διανομής, πρέπει να παρασχεθούν στις εταιρίες παραγωγής εγγυήσεις περί απορροφήσεως των παραγομένων ποσοτήτων στο σύνολό τους.
- Κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, το ζήτημα αν η θέσπιση του επίμαχου αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προς δημόσια διανομή μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης (81) πρέπει να κριθεί λαμβανομένου υπόψη του περιγραφέντος ανωτέρω συστήματος στο σύνολό του καθώς επίσης και των κινδύνων που ενέχει η παραγωγή ποσοτήτων ηλεκτρικού ρεύματος μεγαλυτέρων εκείνων που μπορούν να απορροφηθούν. Η ελεύθερη εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων ρεύματος από τις εταιρίες διανομής θα δημιουργούσε σημαντικά πλεονάσματα ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία θα συνεπήγοντο τόσο μεγάλη οικονομική επιβάρυνση των παραγωγών, ώστε θα κλονιζόταν επικίνδυνα το σύστημα εφοδιασμού: τα έξοδα διαχειρίσεως των πλεονασμάτων αυτών θα μετεκυλίοντο από τους παραγωγούς στους τελικούς καταναλωτές, με αποτέλεσμα διαμόρφωση διαφορετικών κατά περιοχή τιμολογίων. Η ελεύθερη εισαγωγή ρεύματος θα δημιουργούσε εξάλλου τέτοια αβεβαιότητα ως προς τα δεδομένα βάσει των οποίων εκπονείται το Ε-plan, ώστε δεν θα ήταν πλέον δυνατόν να επιβληθούν υποχρεώσεις παραδόσεως ρεύματος εις βάρος των επιχειρήσεων διανομής και των επιχειρήσεων παραγωγής ούτε θα ήταν δυνατόν να υποχρεωθούν οι τελευταίες αυτές επιχειρήσεις να κατασκευάζουν νέες παραγωγικές μονάδες.
76 Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι με τη θέσπιση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος σκοπείται η διασφάλιση του εφοδιασμού, η οποία, κατ' αυτήν, καλύπτει ως έννοια αφενός μεν τη διασφάλιση της καλύτερης δυνατής λειτουργίας του εθνικού ηλεκτροδοτικού συστήματος αφετέρου δε την εξασφάλιση όχι μόνο συνεχούς παροχής ηλεκτρικού ρεύματος αλλά και την παροχή του ρεύματος σε τιμές εύλογες και σταθερές.
- Υπενθυμίζει καταρχάς ότι η Ιταλία είναι παραδοσιακός εισαγωγέας ενέργειας, καθώς οι ανάγκες της σε ηλεκτρική ενέργεια καλύπτονται σε ποσοστό 17 % περίπου με ρεύμα εισαγόμενο από το εξωτερικό και σε ποσοστό 65,4 % με ρεύμα παραγόμενο από την ENEL με πρώτη ύλη υδρογονάνθρακες, επίσης εισαγόμενους. Για την κάλυψη των αναγκών σε εισαγόμενο ρεύμα και εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, η ENEL συνάπτει μακροπρόθεσμες συμβάσεις (αφορώσες περιόδους 7 ή 8 ετών), με σκοπό να περιορίσει στο ελάχιστο τις αρνητικές συνέπειες της διακυμάνσεως των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή των ενεργειακών κρίσεων που μπορεί να προκαλέσει η πολιτική συγκυρία. Για να μπορέσει όμως η ENEL να δεσμευθεί έναντι των προμηθευτών της για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα πρέπει να γνωρίζει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τη ζήτηση την οποία θα κληθεί να καλύψει. Το ίδιο απαραίτητη είναι η ακριβής εκτίμηση της μελλοντικής ζητήσεως προκειμένου να εκπονηθεί ορθός προγραμματισμός της παραγωγικής ικανότητας και της ικανότητας μεταφοράς, δεδομένου μάλιστα ότι ο προγραμματισμός αυτός, λόγω του χρόνου που απαιτείται για την κατασκευή μιας νέας μονάδας παραγωγής ή μιας νέας γραμμής μεταφοράς (περίπου 7 χρόνια), δεν μπορεί παρά να είναι μακροπρόθεσμος. Κατάργηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων θα καθιστούσε αδύνατη αυτή την ακριβή εκτίμηση της μελλοντικής ζητήσεως και θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού, εφόσον η ENEL δεν θα ήταν πλέον σε θέση να εξασφαλίσει την ποσότητα ρεύματος που εγγυάται την καλύτερη δυνατή λειτουργία του εθνικού ηλεκτροδοτικού συστήματος.
- ςΟσον αφορά εξάλλου την εξασφάλιση ρεύματος σε ανεκτές και σταθερές τιμές, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η ENEL ακολουθεί ενιαία για όλη τη χώρα τιμολογιακή πολιτική, την οποία καθιστά δυνατή η αντιστάθμιση του υψηλού κόστος της παροχής ρεύματος σε καταναλωτές εγκατεστημένους σε απομονωμένες ή δυσπρόσιτες περιοχές με τα κέρδη που πραγματοποιεί από την παροχή σε χρήστες με μεγάλη κατανάλωση. Σε περίπτωση όμως καταργήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής, οι μεγάλοι καταναλωτές, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι μάλιστα εγκατεστημένοι σε περιοχές που δεν απέχουν πολύ από τα χερσαία σύνορα της χώρας, θα εστρέφοντο προς αλλοδαπούς παραγωγούς, πράγμα που θα δυσχέραινε τη λειτουργία του περιγραφέντος μηχανισμού αντισταθμίσεως και θα οδηγούσε στην αύξηση της μέσης τιμής του ρεύματος, αύξηση η οποία θα έθιγε εκείνους ακριβώς τους καταναλωτές οι οποίοι, είτε λόγω μικρής καταναλώσεως είτε λόγω τόπου εγκαταστάσεως, δεν θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων και τη δυνατότητα να απευθυνθούν σε αλλοδαπούς παραγωγούς για την κάλυψη των αναγκών τους σε ηλεκτρικό ρεύμα.
77 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ως διασφάλιση του εφοδιασμού, υπό την έννοια της αποφάσεως Campus Oil, δεν πρέπει να νοηθεί μόνον η εξασφάλιση της ενέργειας που είναι απαραίτητη για την κάλυψη της ζητήσεως, ανεξαρτήτως της τιμής της ή των συνθηκών υπό τις οποίες διατίθεται, διότι μια τέτοια αντίληψη δεν προσφέρει στον πληθυσμό και την οικονομία μιας χώρας παρά μόνο ασφάλεια σε έκτακτες περιπτώσεις και μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά οικονομικά προβλήματα αν το κόστος της ενέργειας ανέλθει σημαντικά. Για το λόγο αυτό, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι:
- Προκειμένου να διασφαλισθεί ο εφοδιασμός ενός κράτους δεν αρκεί η εξασφάλιση των αναγκαίων πρωτογενών μορφών ενέργειας, χωρίς λήψη υπόψη της φύσεώς τους και της τιμής με την οποία διατίθενται στην αγορά, αλλά επιβάλλεται η χάραξη πολιτικής ως προς τον τύπο της ενέργειας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί, την προέλευσή της και τις απαραίτητες επενδύσεις.
- Η κατάργηση των επίμαχων μονοπωλίων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος θα καθιστούσε αδύνατη την χάραξη και την άσκηση πολιτικής ως προς τα ανωτέρω σημεία, καθώς η ΕDF και οι λοιποί παραγωγοί θα τελούσαν σε πλήρη αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική ζήτηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι παραγωγοί θα προτιμούσαν να πραγματοποιήσουν επενδύσεις που εξασφαλίζουν την ταχύτερη δυνατή απόδοση παρά να αναλάβουν τον κίνδυνο πραγματοποιήσεως μεγάλων επενδύσεων με πολύ μακρύτερο χρόνο αποσβέσεως. Στην πράξη αυτό θα σήμαινε, όσον αφορά τη Γαλλία, εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας ως πρώτης ύλης για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος και στροφή προς μονάδες παραγωγής με πρώτη ύλη το φυσικό αέριο, ενδεχόμενο επικίνδυνο εάν ληφθεί υπόψη ότι το χρησιμοποιούμενο στη χώρα αυτή φυσικό αέριο εισάγεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90 %.
Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής, καθιστώντας αδύνατη τη διατύπωση μακροπρόθεσμων προβλέψεων ως προς την εξέλιξη της ζητήσεως ηλεκτρικού ρεύματος, θα εμπόδιζε την προσαρμογή του εθνικού παραγωγικού δυναμικού στις ανάγκες της χώρας και θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού, αφήνοντας ως μόνη εναλλακτική λύση, εξαιρετικά δαπανηρή, τη διατήρηση, για λόγους ασφαλείας, της παραγωγικής ικανότητας σε επίπεδο μεγαλύτερο από τις ανάγκες που θα κληθεί πραγματικά να καλύψει.
78 ιΟσον αφορά ειδικά το φυσικό αέριο, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι:
- Καθώς στις χώρες παραγωγής η παραγωγή και η εμπορία ελέγχονται κατά κανόνα από εθνικά μονοπώλια, μόνον ένας μεγάλος εισαγωγέας, βέβαιος για τη ζήτηση στην οποία θα πρέπει μακροπρόθεσμα να ανταποκριθεί, μπορεί να διαπραγματευθεί με τα μονοπώλια αυτά υπό συνθήκες ικανοποιητικές από οικονομική άποψη και εξασφαλίζουσες ασφάλεια εφοδιασμού.
- Μόνον ένας τέτοιος εισαγωγέας είναι σε θέση να συνάψει με τους παραγωγούς τις αναγκαίες για τη διασφάλιση του εφοδιασμού μακροπρόθεσμες συμβάσεις, δεδομένου μάλιστα ότι για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων οι παραγωγοί απαιτούν συχνά τη συμμετοχή σε πολυδάπανα επενδυτικά προγράμματα.
- Σε περίπτωση καταργήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής φυσικού αερίου, οι επιχειρηματίες θα εστρέφοντο, προκειμένου να βελτιώσουν τη θέση τους έναντι των ανταγωνιστών τους, προς τις αγορές που προσφέρουν τις καλύτερες βραχυπρόθεσμα τιμές. Η εγκατάλειψη όμως των μακροπρόθεσμων συμβάσεων και η συνδεόμενη με αυτή έλλειψη συμμετοχής σε επενδύσεις στις χώρες παραγωγής, θα δημιουργούσε κίνδυνο διακοπής του εφοδιασμού, ο οποίος θα προκαλούσε δυσπιστία των καταναλωτών έναντι του φυσικού αερίου και επιστροφή σε άλλες πηγές ενέργειας, κυρίως το πετρέλαιο. Έτσι, η γαλλική ενεργειακή πολιτική θα είχε αποτύχει σε έναν από τους σημαντικότερους στόχους της, στην επίτευξη δηλαδή όσον το δυνατό μεγαλύτερης διαφοροποιήσεως των πηγών ενέργειας.
79 Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι οι ρυθμίσεις της ισπανικής νομοθεσίας, από τις οποίες κατά την Επιτροπή συνάγεται η θέσπιση αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος (82), μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις αυτές, προβλέποντας την «ενιαία εκμετάλλευση» του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού από την εταιρία REDESA, σκοπούν στη μείωση στο ελάχιστο δυνατό του μέσου κόστους του ηλεκτρικού ρεύματος και, τελικά, της τιμής που καλείται να καταβάλει ο καταναλωτής.
80 Η επιχειρηματολογία αυτή των καθών κρατών μελών θέτει ευθέως ένα ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας: τα μέτρα τα οποία λαμβάνει ένα κράτος μέλος στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής και, ειδικότερα, στον τομέα του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου, θεωρούνται επιβαλλόμενα για «λόγους δημόσιας ασφάλειας», υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης, μόνον όταν σκοπούν στην εξασφάλιση των ελάχιστων εκείνων ποσοτήτων ρεύματος ή φυσικού αερίου, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατο να λειτουργήσει το κράτος και η οικονομία και να εξυπηρετηθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες των πολιτών ή και τα μέτρα εκείνα τα οποία αποβλέπουν στην παροχή των μορφών αυτών ενέργειας υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους όσον αφορά τις τιμές και την ποιότητα των παρεχομένων συναφών υπηρεσιών; Με άλλα λόγια, μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών ή των εξαγωγών, λαμβανόμενα στους επίμαχους εν προκειμένω τομείς, μπορούν να θεωρηθούν επιβαλλόμενα για «λόγους δημόσιας ασφάλειας», υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης, μόνον όταν επιδιώκουν την εξασφάλιση των αναγκαίων minimum ποσοτήτων ρεύματος και φυσικού αερίου ή και όταν επιδιώκουν την παροχή τους υπό optimum συνθήκες;
81 Αν και τα κεντρικά ζητήματα της υποθέσεως Campus Oil δεν είχαν τεθεί υπό αυτούς ακριβώς τους όρους, ο τρόπος που τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίσθηκαν από το Δικαστήριο στη σχετική απόφαση δεν μου αφήνει αμφιβολίες ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα που μόλις έθεσα. Στη σκέψη 34 της αποφάσεως Campus Oil, το Δικαστήριο έκρινε, πράγματι, ότι η δημόσια ασφάλεια ενός κράτους μέλους μπορεί να θιγεί σοβαρά από την ενδεχόμενη διακοπή του εφοδιασμού του σε προϋόντα πετρελαίου και τους κινδύνους που απορρέουν από αυτήν για την ύπαρξη του, ενώ στην αμέσως επόμενη σκέψη διευκρίνισε ότι υπερβαίνει καθαρά οικονομικής φύσεως εκτιμήσεις και μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί μέτρο συνδεόμενο με τη δημόσια ασφάλεια ένα μέτρο που αποβλέπει στη διασφάλιση, ανά πάσα στιγμή, ενός κατώτατου ορίου εφοδιασμού. Στη βάση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω (σκέψεις 47 και 51) ότι ένα κράτος μέλος, του οποίου ο εφοδιασμός σε προϋόντα πετρελαίου εξαρτάται εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις εισαγωγές, μπορεί μεν κατ' αρχήν να επικαλεσθεί λόγους δημόσιας ασφάλειας, υπό την έννοια του άρθρου 36, για να επιβάλει στους εισαγωγείς την υποχρέωση να καλύπτουν ορισμένο ποσοστό των αναγκών τους με αγορές από διυλιστήριο που βρίσκεται στο έδαφός του και σε τιμές που καθορίζει ο αρμόδιος υπουργός, οι ποσότητες όμως πετρελαίου στις οποίες αφορά ένα τέτοιο σύστημα υποχρεωτικής αγοράς δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια εφοδιασμού του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, χωρίς τον οποίο τίθεται εν κινδύνω η λειτουργία των ουσιωδών δημοσίων υπηρεσιών του και η επιβίωση του πληθυσμού του. Καθίσταται νομίζω πρόδηλο από τις παρατεθείσες σκέψεις ότι η απόφαση Campus Oil αποτελεί ένα βήμα ιδιαίτερα προσεκτικό και ζυγισμένο: το Δικαστήριο δέχεται μεν ότι ένα μέτρο που αποβλέπει στη διασφάλιση του εφοδιασμού σε προϋόντα πετρελαίου μπορεί κατ' αρχήν να δικαιολογηθεί ως επιβαλλόμενο για λόγους δημόσιας ασφάλειας, υπογραμμίζει όμως, επανειλημμένα και με έμφαση, ότι ως μέτρο που αποβλέπει στη διασφάλιση του εφοδιασμού υπό την εκτεθείσα έννοια νοείται το μέτρο που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του ζωτικού εκείνου minimum, χωρίς το οποίο θα κινδύνευε η ίδια η κρατική υπόσταση και θα ήταν αδύνατη η ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών του πληθυσμού.
82 Μια τέτοια στενή αντίληψη είναι, κατά τη γνώμη μου, η μόνη συμβατή με το χαρακτήρα του άρθρου 36 ως διατάξεως που εισάγει εξαίρεση σε θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης. Αν γινόταν δεκτό ότι ως μέτρα διασφαλίσεως του εφοδιασμού με ορισμένη, κρίσιμη για τη λειτουργία του κράτους και της οικονομίας, μορφή ενέργειας νοούνται όχι μόνον τα μέτρα που σκοπούν στην εξασφάλιση του αντίστοιχου ζωτικού minimum αλλά και τα μέτρα που σκοπούν στη διαμόρφωση συνθηκών εφοδιασμού ευνοϋκών από απόψεως κόστους, ποιότητας και εκλογικευμένης διαχειρίσεως, θα ανοιγόταν ένα περίπου απέραντο πεδίο δυνατών εξαιρέσεων στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων: κάθε μέτρο που θα συνδεόταν, άμεσα ή έμμεσα, με τους όρους παραγωγής και εμπορίας της μορφής αυτής ενέργειας και, τελικά, κάθε μέτρο αναγόμενο στον αντίστοιχο τομέα της ενεργειακής πολιτικής του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνδεόμενο με «λόγους δημόσιας ασφάλειας». ςΕνα τέτοιο όμως αποτέλεσμα θα ισοδυναμούσε στην πράξη με την ανάδειξη της ενεργειακής πολιτικής ως ιδιαίτερου, ιδιώνυμου λόγου βάσει του οποίου μπορεί να δικαιολογηθεί απόκλιση από τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης.
83 Θεωρούμενοι υπό το πρίσμα αυτό, οι ισχυρισμοί των καθών κρατών μελών, κατά τους οποίους τη θέσπιση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων δικαιολογούν λόγοι δημόσιας ασφάλειας, είναι κατά τη γνώμη μου απορριπτέοι. Εφόσον ρυθμίσεις που δεν σκοπούν ειδικώς και ευθέως στη διασφάλιση των κατώτερων ορίων εφοδιασμού σε ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο δεν μπορούν να θεωρηθούν αναγόμενες στην προστασία της δημόσιας ασφάλειας, υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης, δεν είναι, πράγματι, δυνατό να γίνει δεκτό ότι η διατήρηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων βρίσκει δικαιολογητικό έρεισμα στην τελευταία αυτή διάταξη επειδή η κατάργησή τους θα έθετε σε κίνδυνο τον ισχύοντα μηχανισμό διαμορφώσεως προσιτών για το μέσο καταναλωτή ή ομοιόμορφων για όλη τη χώρα τιμολογίων (όπως προβάλλει το σύνολο των καθών κρατών μελών), είτε την «καλύτερη δυνατή λειτουργία του εθνικού ηλεκτρικού συστήματος» (όπως προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση) είτε, τέλος, την επίτευξη των στόχων της ενεργειακής πολιτικής ενός κράτους μέλους σχετικά με τη διαφοροποίηση των χρησιμοποιούμενων στο κράτος αυτό πηγών ενέργειας και την ακολουθητέα πολιτική επενδύσεων (όπως προβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση).
84 Αβάσιμοι είναι κατά τη γνώμη μου και οι ισχυρισμοί με τους οποίους η Ολλανδική, η Ιταλική και η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλουν ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης επειδή χωρίς τα δικαιώματα αυτά δεν είναι δυνατόν να προγραμματισθεί αποτελεσματικά η αναγκαία για την κάλυψη της μελλοντικής ζητήσεως ανάπτυξη της ικανότητας παραγωγής. Δεν είναι βέβαια δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι χάραξη και εφαρμογή εθνικής ενεργειακής πολιτικής χωρίς μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο προγραμματισμό είναι αδιανόητη, ιδίως σε έναν τομέα όπως εκείνον της ηλεκτρικής ενέργειας, όπου εκείνος που έχει την ευθύνη των αποφάσεων είναι δέσμιος των εντελώς ειδικών χαρακτηριστικών του ηλεκτρικού ρεύματος (εξάρτηση από δίκτυο, η ασφάλεια του οποίου επιβάλλει, ανά πάσα στιγμή, απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, αδυναμία αποθηκεύσεως). Κατανοώ επίσης τα προβαλλόμενα από τα αναφερθέντα κράτη μέλη περί του ότι η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και η διενέργεια, κατόπιν τούτου, εισαγωγών από μεμονωμένους επιχειρηματίες θα οδηγήσουν πιθανότατα στην εμφάνιση πλεονασμάτων ηλεκτρικού ρεύματος, δοθέντος ότι ο μεσοπρόθεσμος ή μακροπρόθεσμος προγραμματισμός της παραγωγής είχε εκπονηθεί λαμβανομένης υπόψη και της ζητήσεως που θα προερχόταν από τους τελευταίους αυτούς επιχειρηματίες. Ούτε όμως η Ολλανδική ούτε η Ιταλική ούτε η Γαλλική Κυβέρνηση εξηγούν πειστικά γιατί η εμφάνιση αυτών των πλεονασμάτων θα έθετε σε κίνδυνο τη ασφάλεια του εφοδιασμού, την εξασφάλιση δηλαδή, των κατωτάτων ορίων εφοδιασμού που είναι απαραίτητα για να προστατευθεί η δημόσια ασφάλεια. Οι σχετικοί ισχυρισμοί της Κυβερνήσεως των Κάτω Ξωρών αναφέρονται στις οικονομικές συνέπειες της εμφανίσεως των πλεονασμάτων (83) καθώς και στις αρνητικές συνέπειες τους επί της αποτελεσματικότητας του ισχύοντος στη χώρα αυτή συστήματος προγραμματισμού, ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι η διατήρηση, για λόγους ασφαλείας, της παραγωγικής ικανότητας σε επίπεδο μεγαλύτερο από τις ανάγκες που θα κληθεί πραγματικά να καλύψει είναι λύση δαπανηρή και η Iταλική Kυβέρνηση προβάλλει απλώς ότι η εμφάνιση πλεονασμάτων εμποδίζει την ENEL να εξασφαλίσει την «καλύτερη δυνατή λειτουργία του εθνικού ηλεκτροδοτικού συστήματος» (84). Ούτε η Ιταλική ούτε η Γαλλική Κυβέρνηση εξηγούν εξάλλου τους λόγους για τους οποίους το εθνικό σύστημα προγραμματισμού θα ήταν αδύνατο να εξασφαλίσει τα κατώτατα όρια εφοδιασμού σε ηλεκτρικό ρεύμα (προκειμένου για τη Γαλλία, και σε φυσικό αέριο) χωρίς τα ισχύοντα στην Ιταλία και στην Γαλλία αποκλειστικά δικαιώματα εξαγωγής. Καμία εξήγηση δεν παρέχεται, ειδικότερα, ως προς τους λόγους για τους οποίους η διασφάλιση των αναφερθέντων κατώτατων ορίων δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με την επιβολή περιορισμού ή και απαγορεύσεως της εξαγωγής από μεμονωμένους επιχειρηματίες κάθε φορά που η διενέργεια της συγκεκριμένης εξαγωγής θα έθετε σε κίνδυνο τη διαθεσιμότητα των ποσοτήτων που αποτελούν το ζωτικό minimum για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας.
γ) Συμπέρασμα
85 Ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό ότι το υφιστάμενο στις Κάτω Ξώρες αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προς δημόσια διανομή, τα υφιστάμενα στην Ιταλία αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και τα υφιστάμενα στη Γαλλία αποκλειστικά διακαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου αποτελούν μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και των εξαγωγών, απαγορευόμενα από τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης, αντιστοίχως, και συνιστούν, ως εκ τούτου, διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, απαγορευόμενη από το άρθρο 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
B - Επί του άρθρου 90, παράγραφος 2
α) Μπορεί το άρθρο 90, παράγραφος 2, να δικαιολογήσει απόκλιση από τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων;
86 Τα καθών κράτη μέλη προβάλλουν επικουρικά ότι ακόμη και αν τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα θεωρηθούν αντικείμενα στα άρθρα 30, 34 και 37, μπορούν πάντως να θεωρηθούν συμβατά με τη Συνθήκη, δυνάμει των οριζομένων στο άρθρο 90, παράγραφος 2. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη της Συνθήκης: «Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (...) υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας Συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας». Σύμφωνα με τους σχετικούς ισχυρισμούς των καθών κρατών μελών, τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα έχουν παραχωρηθεί σε επιχειρήσεις «επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος» και η κατάργησή τους θα εμπόδιζε την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στις επιχειρήσεις αυτές.
87 Η Επιτροπή αποκρούει τους ισχυρισμούς αυτούς, προβάλλοντας ότι η τελευταία αυτή διάταξη της Συνθήκης δεν μπορεί να παράσχει έρεισμα σε κρατικά μέτρα τα οποία προσκρούουν στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Την αντίληψή της αυτή στηρίζει κατά κύριο λόγο στα κριθέντα με τη μνημονευθείσα ήδη επανειλημμένα απόφαση Campus Oil. Στα πλαίσια της υποθέσεως αυτής (που αφορούσε, υπενθυμίζω, την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, εν σχέσει με εθνική ρύθμιση που επέβαλλε στους εισαγωγείς υποχρέωση εφοδιασμού, μέχρις ορισμένου ποσοστού, από διυλιστήριο εγκατεστημένο στο εθνικό έδαφος), η Ελληνική Κυβέρνηση, αναφερόμενη στο άρθρο 90, παράγραφος 2, είχε προβάλει ότι «η εγκατάσταση διυλιστηρίου είναι επιχείρηση γενικού οικονομικού συμφέροντος και (...) μια τέτοια κρατική εγκατάσταση δεν έχει τη δυνατότητα να συναγωνίζεται τις μεγάλες εταιρίες πετρελαίου, αν δεν θεσπιστούν υπέρ αυτής ειδικές ευεργετικές διατάξεις». Στη σκέψη 19 της αποφάσεως, το Δικαστήριο έλαβε επί του ζητήματος αυτού την εξής θέση : «(...) η παράγραφος 1 του άρθρου 90 ορίζει ότι τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της Συνθήκης ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. Με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου προσδιορίζονται τα πλαίσια μέσα στα οποία υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης ιδίως οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Πάντως, η παράγραφος αυτή δεν εξαιρεί το κράτος μέλος που επιφόρτισε μια επιχείρηση με τη διαχείριση αυτή από την απαγόρευση της λήψεως, υπέρ της εν λόγω επιχειρήσεως και προς το σκοπό προστασίας των δραστηριοτήτων της, μέτρων που παρεμποδίζουν, σε αντίθεση προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, τις εισαγωγές από τα άλλα κράτη μέλη».
88 Αν η αντίληψη που υιοθέτησε το Δικαστήριο με την τελευταία φράση της παρατεθείσης σκέψεως της αποφάσεως Campus Oil μπορεί να εξηγηθεί από τη θέση της κρίσιμης διατάξεως μεταξύ των διατάξεων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού καθώς και τη φροντίδα να μην ανοιγεί πεδίο άλλων αποκλίσεων από τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πέραν εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 36, άφηνε πάντως ερωτηματικά ως προς τη συμβατότητά της με το ίδιο το γράμμα της διατάξεως. Πράγματι, μετά τη διατύπωση της αρχής ότι οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος υπόκεινται στο σύνολο των κανόνων της Συνθήκης, το άρθρο 90, παράγραφος 2, προβλέπει δυνατότητα αποκλίσεως από τους κανόνες αυτούς χωρίς να προβαίνει σε καμία μεταξύ τους διάκριση. Από το τελευταίο εδάφιο της ερμηνευόμενης διατάξεως προκύπτει άλλωστε ευθέως ότι τα μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της είναι ενδεχόμενο να θίγουν κατά τρόπο άμεσο όχι μόνο τις αρχές του υγιούς ανταγωνισμού αλλά και τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές (85).
89 Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, η θέση που υιοθέτησε επί του ζητήματος το Δικαστήριο στην υπόθεση Campus Oil δεν επιβεβαιώθηκε στη μεταγενέστερη νομολογία του.
Στην απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, μνημονευθείσα ήδη (βλ. υποσημείωση 64), το Δικαστήριο, περιέγραψε (σκέψη 12) ως εξής τους σκοπούς στους οποίους αποβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης: «Η τελευταία αυτή διάταξη, επιτρέποντας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, εξαιρέσεις από τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης, έχει ως σκοπό να συμβιβάσει το συμφέρον των κρατών μελών να χρησιμοποιούν ορισμένες επιχειρήσεις, ιδίως του δημόσιου τομέα, ως μέσο ασκήσεως οικονομικής ή δημοσιονομικής πολιτικής προς το κοινοτικό συμφέρον της τηρήσεως των κανόνων του ανταγωνισμού και της διατηρήσεως της ενότητας της κοινής αγοράς» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ακόμη σαφέστερη είναι η απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, Merci convenzionali porto di Genova (86). Το Δικαστήριο, απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ετίθετο το ζήτημα αν μια λιμενική επιχείρηση και/ή λιμενεργατική συντεχνία πρέπει να θεωρούνται ως επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, καθώς και αν η εφαρμογή επί των επιχειρήσεων αυτών ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης (μεταξύ των οποίων και εκείνης του άρθρου 30) μπορεί να τις εμποδίσει στην εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί, αφού έκρινε (σκέψη 27) ότι από τα τεθέντα υπόψη του στοιχεία δεν προέκυπτε ότι οι λιμενικές εργασίες άπτονται κάποιου γενικού οικονομικού συμφέροντος εμφανίζοντος ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που τις διακρίνουν από άλλες δραστηριότητες της οικονομικής ζωής, πρόσθεσε ότι «και αν ακόμη αυτό συνέβαινε, δεν προκύπτει ότι η εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης, και ειδικότερα των κανόνων περί ανταγωνισμού και ελεύθερης κυκλοφορίας θα μπορούσε να εμποδίσει την εκπλήρωση μιας τέτοιας αποστολής» (η υπογράμμιση είναι και πάλι δική μου). Τέλος, κατά τα κριθέντα με την απόφαση της 19ης Μαου 1993, Corbeau (87) (σκέψη 14), το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης επιτρέπει, κατά την ορθή έννοιά του, στα κράτη μέλη να χορηγούν σε επιχειρήσεις, τις οποίες επιφορτίζουν με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, αποκλειστικά δικαιώματα τα οποία μπορεί να εμποδίσουν την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης, στο μέτρο που οι περιορισμοί ή ακόμη και ο πλήρης αποκλεισμός του ανταγωνισμού εκ μέρους άλλων επιχειρηματιών, είναι αναγκαίοι προκειμένου να εξασφαλισθεί η εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στις αναφερθείσες επιχειρήσεις. Ανάλογη κρίση διατυπώνεται στη μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 23 απόφαση Almelo (σκέψη 46). Αναγνωρίζοντας όμως, με τις αποφάσεις αυτές, τη δυνατότητα των κρατών μελών να χωρούν κατ' επίκληση του άρθρου 90, παράγραφος 2, όχι μόνο στον περιορισμό αλλά, ενδεχομένως, και στον παντελή αποκλεισμό του ανταγωνισμού, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει, κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί prima facie το γράμμα της διατάξεως αυτής, ότι δηλαδή τα κράτη μέλη έχουν καταρχήν τη δυνατότητα να εισαγάγουν, κατ' επίκλησή της, μέτρα αποκλίνοντα όχι μόνον των διατάξεων περί προστασίας του ανταγωνισμού αλλά και των λοιπών διατάξεων της Συνθήκης (88).
90 Είναι, επομένως, δυνατή καταρχήν η επίκληση από τα καθών κράτη μέλη της διατάξεως του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης προς δικαιολόγηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων. Απομένει βεβαίως να διερευνηθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατή, κατά τη διάταξη αυτή, η διατύπωση της κρίσεως ότι τα παραπάνω δικαιώματα, αν και προσκρούουν στα άρθρα 30, 34 και 37, είναι εντούτοις ανεκτά υπό το σύστημα της Συνθήκης (89). Ενόψει τούτου, αμέσως κατωτέρω, υπό β), θα εξετασθεί, χωριστά για κάθε ένα από τα καθών κράτη μέλη, αν στους δικαιούχους των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων έχει ανατεθεί από τη δημόσια αρχή η διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και, σε καταφατική περίπτωση, εάν η εφαρμογή των κρίσιμων εν προκειμένω κανόνων της Συνθήκης, ήτοι των άρθρων 30, 34 και 37, εμποδίζει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αυτής αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Στη συνέχεια, υπό γ), και υπό την εκδοχή ότι την παρέκκλιση από τις μόλις αναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης επιβάλλει η ανάγκη εκπληρώσεως της μνημονευθείσης ιδιαίτερης αποστολής, θα ερευνηθεί μήπως, παρ' όλα ταύτα, η παρέκκλιση δεν πρέπει να γίνει δεκτή, ως επηρεάζουσα τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές σε τέτοιο βαθμό ώστε να πλήττεται το συμφέρον της Κοινότητας.
β) Οι δικαιούχοι των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος; Αν ναι, η εφαρμογή των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εμποδίζει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί;
β) Οι δικαιούχοι των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος; Αν ναι, η εφαρμογή των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εμποδίζει την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί; αα) Κάτω Ξώρες
91 ςΟπως έχει ήδη εκτεθεί (βλ. ανωτέρω σημείο 29), ως μοναδική επιχείρηση δικαιούμενη να εισάγει στις Κάτω Ξώρες ηλεκτρικό ρεύμα προς δημόσια διανομή (εφόσον δεν πρόκειται για ρεύμα τάσεως κατώτερης των 500 V) ορίσθηκε, με υπουργική απόφαση της 20ής Μαρτίου 1990, η SEP. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Elektriciteitswet (EW), η επιχείρηση στην οποία παραχωρείται το ανωτέρω αποκλειστικό δικαίωμα, καθώς επίσης και οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούνται άδειες προς κατασκευή ή χρήση μονάδων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προοριζόμενου για δημόσια διανομή «έχουν την υποχρέωση να μεριμνούν από κοινού για την καλή λειτουργία του εθνικού συστήματος ηλεκτροδοτήσεως, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος και αίσθημα ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου». Δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι με τη διάταξη αυτή ανατίθεται στην SEP η διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης. ςΕστω και αν η έννοια αυτή, δεδομένου του εξαιρετικού χαρακτήρα της ανωτέρω διατάξεως, είναι στενώς ερμηνευτέα (90), είναι τέτοια η σημασία του ηλεκτρικού ρεύματος για την ομαλή λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους και μιας σύγχρονης οικονομίας καθώς και για την ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών του συνόλου των πολιτών, ώστε αρμοδιότητες όπως αυτές που ανετέθησαν στην SEP με τη μνημονευθείσα διάταξη του EW πρέπει να θεωρoύνται η τυπικότερη ίσως περίπτωση υπηρεσίας, η αποτελεσματική διαχείριση της οποίας δεν ενδιαφέρει έναν ορισμένο κύκλο προσώπων και μόνον αλλά το σύνολο των πολιτών. Από την επανειλημμένα ήδη αναφερθείσα απόφαση Almelo προκύπτει άλλωστε (βλ. σκέψη 47) ότι το Δικαστήριο θεωρεί αυτονόητο ότι επιχείρηση, στην οποία έχει ανατεθεί η υποχρέωση να εξασφαλίζει τον εφοδιασμό μέρους του εθνικού εδάφους με ηλεκτρικό ρεύμα, είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (91).
92 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι έχει ανατεθεί στην SEP η διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. ςΑλλωστε, με την απόφασή της 91/50 (92), εκδοθείσα κατόπιν καταγγελίας υποβληθείσης από ολλανδικές εταιρίες τοπικής διανομής ηλεκτρικού ρεύματος περί παραβάσεως, εκ μέρους της SEP και μιας εταιρίας περιφερειακής διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, είχε κρίνει (αιτιολογική σκέψη 40), ενόψει κυρίως των οριζομένων στο άρθρο 2 του EW, ότι η SEP είναι πράγματι επιφορτισμένη με τη διαχείριση «υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος» (93). Αμφισβητεί όμως το κατά πόσο το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής που έχει παραχωρηθεί στην SEP είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που της έχει ανατεθεί. Ως προς το ζήτημα αυτό, αφού επισημάνει ότι η SEP δεν είναι πάντως επιφορτισμένη με το έργο της διανομής του ηλεκτρικού ρεύματος στους τελικούς καταναλωτές, προβάλλει ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει ότι η κατάργηση του αναφερθέντος αποκλειστικού δικαιώματος θα είχε ως αποτέλεσμα να επικεντρωθεί η δραστηριότητα των εισαγωγέων στις πιο επικερδείς δραστηριότητες, ότι τούτο θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα της SEP και ότι, τέλος, δεν υφίστανται εναλλακτικές λύσεις, ικανές να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας που υπέχει η τελευταία.
93 Από τη σχετική με το εδώ εξεταζόμενο ζήτημα επιχειρηματολογία της Ολλανδικής Κυβερνήσεως πρέπει, νομίζω, να συγκρατήσει κανείς το εξής σημείο: το άρθρο 2 του EW επιβάλλει στην SEP την υποχρέωση να μεριμνά για τη λειτουργία του εθνικού συστήματος ηλεκτροδοτήσεως με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. ςΟπως συνάγεται εξάλλου από τα εκτιθέμενα στα σημεία 14 επ. καθώς και στο σημείο 113 του υπομνήματος αντικρούσεως, το σύνολο των ρυθμίσεων του EW που αναφέρονται στο ζήτημα του καθορισμού των τιμολογίων του ηλεκτρικού ρεύματος διέπονται από την αρχή ότι το κόστος λειτουργίας του εθνικού συστήματος ηλεκτροδοτήσεως πρέπει να μετακυλίεται κατά ισόρροπο τρόπο στο σύνολο των καταναλωτών. Για την εφαρμογή της αρχής αυτής, προβλέπεται στον EW ένας μηχανισμός στα πλαίσια του οποίου ο κεντρικός ρόλος ανατίθεται στην SEP. Ο μηχανισμός αυτός είναι ο εξής: το κόστος παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από τις υφιστάμενες τέσσερις επιχειρήσεις παραγωγής αποτελεί, σε ποσοστό 90 %, αντικείμενο κοινής εκ μέρους τους διαχειρίσεως. Οι επιχειρήσεις αυτές παραδίδουν το σύνολο του ηλεκτρικού ρεύματος που παράγουν στην SEP, σε κατ' αποκοπήν τιμές που έχει καθορίσει η τελευταία ανάλογα με τη χρησιμοποιηθείσα για την παραγωγή πρώτη ύλη. Στις τιμές αυτές προστίθενται από την SEP οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται η ίδια για τη συντήρηση του εθνικού δικτύου μεταφοράς και τις εισαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος και στη συνέχεια το ρεύμα επαναπαραδίδεται στις επιχειρήσεις παραγωγής βάσει του προκύπτοντος από την προσθήκη αυτή τιμολογίου, το οποίο αποκαλείται «βασικό εθνικό τιμολόγιο» (LBT). Οι επιχειρήσεις παραγωγής προσθέτουν στο LBT το 10 % του κόστους παραγωγής που δεν αποτελεί αντικείμενο κοινής διαχειρίσεως και παραδίδουν το ηλεκτρικό ρεύμα στις επιχειρήσεις διανομής βάσει του προκύπτοντος από την προσθήκη αυτή τιμολογίου, το οποίο αποκαλείται «βασικό περιφερειακό τιμολόγιο» (RBT) και κινείται εντός οριζόμενων εκάστοτε ανώτατων ορίων. Τέλος, οι επιχειρήσεις διανομής παραδίδουν το ηλεκτρικό ρεύμα στους καταναλωτές, βάσει τιμολογίων τα οποία δεν μπορούν να υπερβούν ορισμένα, διαφορετικά κατά κατηγορία καταναλωτών, ανώτατα όρια. Στα πλαίσια του συστήματος αυτού, η αποστολή της SEP συνίσταται επομένως στο να ενσωματώνει, μέσω του καθορισμού του «βασικού εθνικού τιμολογίου», στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος που καταβάλλουν όλοι οι τελικοί καταναλωτές, το κόστος της εθνικής παραγωγής, το κόστος μεταφοράς μέσω του οικείου δικτύου υψηλής τάσεως και τέλος το κόστος των εισαγωγών, προκειμένου να επιτευχθεί η ίση κατανομή, μεταξύ όλων των εγκατεστημένων στη χώρα καταναλωτών, του βάρους που συνιστά το κόστος λειτουργίας του εθνικού συστήματος παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να τηρείται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.
94 Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η ειδική αυτή αποστολή της SEP δεν θα μπορούσε να εκπληρωθεί σε περίπτωση καταργήσεως του επίμαχου αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής. ςΟπως εκτίθεται στο σημείο 34 του υπομνήματος αντικρούσεως, το γεγονός ότι στην περίπτωση αυτή μεγάλο μέρος του παραγόμενου στις Κάτω Ξώρες ηλεκτρικού ρεύματος θα παρέμενε αχρησιμοποίητο, θα οδηγούσε τελικά (ενόψει, προφανώς, της αδυναμίας αποθηκεύσεως των εμφανιζομένων πλεονασμάτων προς μεταγενέστερη διάθεσή τους στην κατανάλωση (94)) σε αύξηση του κόστους παραγωγής του εγχώριου ρεύματος, η οποία, επιπλέον, θα εβάρυνε μόνον τις επιχειρήσεις διανομής που θα εξακολουθούσαν να προμηθεύονται ρεύμα από το εθνικό σύστημα ηλεκτροδοτήσεως και, τελικά, μέσω των επιχειρήσεων αυτών, τους πελάτες τους (τελικούς καταναλωτές), οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είναι εξάλλου σε θέση, εξαιτίας της χαμηλής καταναλώσεώς τους, να εισαγάγουν από το εξωτερικό, κάνοντας χρήση της ευχέρειας που τους παρέχει ο EW, ηλεκτρικό ρεύμα για δική τους αποκλειστικά χρήση.
95 Από την έκθεση της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας των μερών αναδεικνύεται η διαφοροποίησή τους επί ενός σημαντικού σημείου: Κατά την Επιτροπή, για να γίνει δεκτό ότι το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, θα πρέπει οπωσδήποτε να αποδειχθεί ότι η κατάργησή του ανατρέπει την οικονομική ισορροπία της SEP. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση αρκεί, αντίθετα, να αποδειχθεί ότι η κατάργηση του αποκλειστικού δικαιώματος καθιστά αδύνατη την τήρηση μιας αρχής, από εκείνες που διέπουν το εθνικό σύστημα ηλεκτροδοτήσεως, με την εφαρμογή της οποίας έχει επιφορτίσει ο νόμος τη δικαιούχο του αποκλειστικού δικαιώματος. Το ότι στο σημείο αυτό εντοπίζεται πρωτίστως η διαφωνία μεταξύ των μερών προκύπτει ανάγλυφα από τα προβαλλόμενα στα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως: στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή, αφού υπογραμμίσει (βλ. σημεία 35 και 36) ότι, κατά την άποψή της, εφόσον η SEP δεν είναι επιφορτισμένη με την παράδοση ηλεκτρικού ρεύματος στους τελικούς καταναλωτές, δεν επιβαρύνεται με τις υποχρεώσεις που απαριθμούνται στη σκέψη 48 της αποφάσεως Almelo, η οποία αφορά αποκλειστικά σε επιχείρηση διανομής, προσθέτει (σημεία 38 και 39) ότι ο ισχυρισμός της Κυβερνήσεως των Κάτω Ξωρών, κατά τον οποίο το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση από την SEP της αποστολής της που συνίσταται στη δίκαιη κατανομή του κόστους λειτουργίας του εθνικού συστήματος ηλεκτροδοτήσεως, δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, διότι η ανάγκη συμμετοχής του συνόλου των καταναλωτών ηλεκτρικού ρεύματος στο κόστος διατηρήσεως της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας δεν αποτελεί λόγο δικαιολογούντα επίκληση του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Από την πλευρά της, η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει στο υπόμνημα ανταπαντήσεως (σημεία 66 και 67) ότι για να δικαιολογηθεί το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η κατάργησή του ανατρέπει την οικονομική ισορροπία της SEP αλλά αρκεί να δειχθεί ότι η κατάργηση αυτή ανατρέπει τις βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται η διαχείριση του εθνικού συστήματος ηλεκτροδοτήσεως, μέρος των λειτουργιών του οποίου επιτελεί η SEP.
96 Είμαι της γνώμης ότι η αντίληψη της Επιτροπής περί των λόγων οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν αποκλίσεις από τη Συνθήκη κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, είναι υπερβολικά στενή. Δεν υποτιμώ βέβαια το γεγονός ότι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διατάξεως αυτής επιβάλλει ιδιαίτερη σύνεση κατά την ερμηνεία της και την εφαρμογή της. Νομίζω όμως ότι εφόσον η κρίσιμη διάταξη επιτρέπει, κατά το γράμμα της, αποκλίσεις από τη Συνθήκη, στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί σε μια επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί αποβλέπουσα στην εξασφάλιση όχι μόνο της οικονομικής ισορροπίας της τελευταίας αυτής επιχειρήσεως (95), οικονομικής ισορροπίας που αποτελεί τη minimum προϋπόθεση εκπληρώσεως της ιδιαίτερης αποστολής που της έχει ανατεθεί, αλλά, περαιτέρω, στην εξασφάλιση του συνόλου των λοιπών αναγκαίων για την εκπλήρωση της αποστολής αυτής συνθηκών. Αρκεί η αποστολή αυτή να μην εκφεύγει του κύκλου των αρμοδιοτήτων και ευθυνών που μπορεί ευλόγως να θεωρηθούν συνδεόμενες με τη διαχείριση μιας «υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος», όπως η έννοια αυτή γίνεται αντιληπτή στο κοινοτικό δίκαιο. Επί του ζητήματος αυτού, ο τελευταίος λόγος θα ανήκει βεβαίως κάθε φορά στο Δικαστήριο.
97 Υπό τα δεδομένα αυτά, μπορεί το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής που έχει χορηγηθεί στην SEP να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης; Νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό αρμόζει καταφατική απάντηση. H διατήρηση του κόστους παραγωγής του ηλεκτρικού ρεύματος στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο καθώς και η ισομερής κατανομή, μεταξύ των καταναλωτών, του κόστους παραγωγής και, γενικότερα, του συνολικού κόστους λειτουργίας του ηλεκτροδοτικού συστήματος αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, αρχές επιβαλλόμενες από την ίδια τη λογική που διέπει τη διαχείριση μιας «υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος»: μια οικονομική δραστηριότητα, τα αποτελέσματα της οποίας ενδιαφέρουν εξ ορισμού το σύνολο των πολιτών (όπως συμβαίνει, κατ' εξοχήν, με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος) ή τουλάχιστον ευρύτατες κοινωνικές ομάδες, πρέπει να ασκείται λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, της ανάγκης συμπιέσεως του κόστους (96) και της ανάγκης εξασφαλίσεως ορισμένων στοιχειωδών μορφών αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που επωφελούνται ή μπορούν να επωφεληθούν (97) από την άσκηση της δραστηριότητας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, η εξυπηρέτηση των παραπάνω αναγκών έχει ανατεθεί στην SEP, δικαιούχο του επίμαχου αποκλειστικού δικαιώματος και η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει, πειστικά κατά τη γνώμη μου, ότι η κατάργηση του δικαιώματος αυτού, έστω και αν δεν απειλεί την οικονομική ισορροπία της SEP, θα εμποδίσει πάντως, για τους λόγους που εξετέθησαν ανωτέρω (σημείο 94), την εκπλήρωση αυτής της «ιδιαίτερης αποστολής».
98 Mήπως όμως η τελευταία μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα; Η Επιτροπή απαντά θετικά στο ερώτημα αυτό, μνημονεύοντας (βλ. υπόμνημα απαντήσεως, σημείο 40) ως δυνατές εναλλακτικές λύσεις, την ίδρυση ενός «Ταμείου προοριζόμενου να χρηματοδοτήσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας», τη σύναψη «συμβάσεων δημοσίας υπηρεσίας» ή την επιβολή ανταποδοτικού τέλους για την πρόσβαση στο δίκτυο. οΕχω τη γνώμη ότι οι δύο πρώτες από τις λύσεις αυτές προτείνονται με όρους τόσο γενικούς ώστε δεν είναι δυνατόν να κριθεί αν η υιοθέτησή τους θα εξασφάλιζε πράγματι την εκπλήρωση στο ακέραιο των υποχρεώσεων της SEP ως προς την επίτευξη του χαμηλότερου δυνατού παραγωγικού κόστους και την ισομερή κατανομή του κόστους λειτουργίας του εθνικού ηλεκτροδοτικού συστήματος. ςΟσον αφορά την τρίτη από τις προτεινόμενες λύσεις, υπενθυμίζω ότι η αναζητούμενη εναλλακτική λύση πρέπει να είναι λιγότερο περιοριστική για το ενδοκοινοτικό εμπόριο από ό,τι το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα. Αν όμως το ανταποδοτικό τέλος, που θα επιβληθεί για τη χρήση του εθνικού δικτύου μεταφοράς εις βάρος εισαγωγέα ρεύματος προοριζόμενου για δημόσια διανομή, καθορισθεί σε τέτοιο ύψος, ώστε ο εισαγωγέας να επιβαρύνεται με το κόστος παραγωγής του εγχώριου ρεύματος ακριβώς όπως και μια επιχείρηση διανομής που εξακολουθεί να προμηθεύεται ρεύμα στις Κάτω Ξώρες, το ενδεχόμενο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που τυχόν απολαύει, λόγω χαμηλότερης τιμής, το ηλεκτρικό ρεύμα που παράγεται εκτός Κάτω Ξωρών θα εξουδετερωθεί παντελώς και ο στόχος της απαλείψεως των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία του συγκεκριμένου εμπορεύματος δεν θα επιτευχθεί.
99 Συμπερασματικά, θεωρώ ότι αν και το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προς δημόσια διανομή αποτελεί απαγορευόμενο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών καθώς επίσης και απαγορευόμενη διάκριση, μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, η θέσπισή του υπέρ της SEP δικαιολογείται από την ανάγκη εκπληρώσεως από την τελευταία της ιδιαίτερης αποστολής που της έχει ανατεθεί στα πλαίσια της διαχειρίσεως υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος.
ββ) Ιταλία
100 αΕχει ήδη αναφερθεί (βλ. ανωτέρω σημείο 36) ότι ο νόμος 1643 της 6ης Δεκεμβρίου 1962 ανέθεσε στην ENEL το έργο της ασκήσεως, σε όλη την ιταλική επικράτεια, των δραστηριοτήτων της παραγωγής, εισαγωγής και εξαγωγής, μεταφοράς, μετασχηματισμού, διανομής και πωλήσεως του ηλεκτρικού ρεύματος, οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευσή του. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ότι η ENEL έχει επιφορτισθεί με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ευθέως αυτό το δεδομένο. Προβάλλει όμως ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που έχουν χορηγηθεί στην ENEL είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των ειδικών υποχρεώσεων που τη βαρύνουν κατά την άσκηση του έργου της.
101 Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει, αντίθετα, ότι τυχόν κατάργηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων θα καθιστούσε αδύνατη την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην ENEL και, ειδικότερα, της υποχρεώσεώς της να εφοδιάζει τους καταναλωτές με ηλεκτρικό ρεύμα σε τιμές συγκρατούμενες σε χαμηλά επίπεδα, ώστε να εξασφαλίζεται η ισόρροπη ανάπτυξη της χώρας. Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως διευκρινίζει (σημεία 8 και 9) ότι η υποχρέωση αυτή, που βαρύνει την ENEL ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 1 του αναφερθέντος ήδη νόμου 1643 του 1963, όπως έχει ερμηνευθεί από την Corte costituzionale, εκπληρώνεται με την εγκατάσταση και εκμετάλλευση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, μέσω του οποίου καθίσταται δυνατή η αντιστάθμιση μεταξύ κερδoφόρων και ελλειμματικών τομέων. Η κατάργηση όμως των αποκλειστικών δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί στην ENEL θα είχε, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση πάντοτε, το εξής αποτέλεσμα: οι περισσότεροι μεγάλοι καταναλωτές θα εστρέφοντο προς αλλοδαπούς προμηθευτές (εφόσον μάλιστα οι περισσότεροι από τους παραπάνω καταναλωτές είναι εγκατεστημένοι σε περιοχές της Βόρειας Ιταλίας, δεδομένο που διευκολύνει αυτή τη στροφή, καθώς οι περιοχές αυτές δεν απέχουν πολύ από τα χερσαία σύνορα της χώρας), στερώντας έτσι την ENEL από την κύρια πηγή αντισταθμίσεως του κόστους διανομής του ρεύματος, ιδιαίτερα αυξημένου λόγω της ανάγκης να εξασφαλισθεί ο ομαλός εφοδιασμός όλων ανεξαιρέτως των καταναλωτών, περιλαμβανομένων και εκείνων που είναι εγκατεστημένοι σε απομονωμένες ή δύσβατες περιοχές· η ανάγκη να αναπληρωθούν οι απώλειες αυτές θα οδηγούσαν σε αύξηση της μέσης τιμής του ρεύματος, αύξηση η οποία θα έθιγε εκείνους τους καταναλωτές οι οποίοι, είτε λόγω χαμηλής καταναλώσεως είτε λόγω του ότι είναι εγκατεστημένοι σε περιοχές από τις οποίες η πρόσβαση σε αλλοδαπούς προμηθευτές είναι αδύνατη ή οικονομικά ασύμφορη, δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση πλην εκείνης της προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος από την ENEL (βλ. σχετικά και τα εκτιθέμενα στο σημείο 8 του υπομνήματος αντικρούσεως, ιδίως σελίδα 16 της γαλλικής μεταφράσεως, καθώς και στο σημείο 6 του υπομνήματος ανταπαντήσεως).
102 Η επιχειρηματολογία αυτή της Ιταλικής Κυβερνήσεως, κατά το μέρος που σκοπεί στη δικαιολόγηση της διατηρήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, είναι κατά τη γνώμη μου πειστική. Ενόψει των όσων έχουν κριθεί με τις επανειλημμένα ήδη μνημονευθείσες αποφάσεις Corbeau (σκέψεις 15 επ.) και Almelo (σκέψεις 48 και 49), η επιδίωξη εφαρμογής, στα πλαίσια της διαχειρίσεως μιας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, ομοιόμορφων κατά το δυνατόν τιμολογίων σε όλη τη χώρα, «χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές καταστάσεις και το πόσο συμφέρουσα οικονομικώς είναι κάθε ατομική επιχείρηση» (98), μπορεί να επιβάλλει τη θέσπιση ενός μηχανισμού αποβλέποντος στο «συμψηφισμό των αποτελεσμάτων των κερδοφόρων τομέων δραστηριοτήτων και των λιγότερο κερδοφόρων τομέων δραστηριοτήτων» (99), η ανάγκη αποδοτικής λειτουργίας του οποίου μπορεί, με τη σειρά της, να δικαιολογήσει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, απόκλιση από τις διατάξεις της Συνθήκης. Η κατάργηση όμως του χορηγηθέντος στην ENEL αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής είναι ικανή, κατά την ομαλή πορεία των πραγμάτων, να εμποδίσει, για τους λόγους που προβάλλει η Iταλική Kυβέρνηση, τη λειτουργία του μηχανισμού αντισταθμίσεως με τον οποίο η ENEL συμψηφίζει τα αποτελέσματα των αποδοτικών και μη τομέων όπου αναπτύσσει τη δραστηριότητά της. Η δυνατότητα αυτή αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να δικαιολογήσει τη στοιχειοθετούμενη με τη διατήρηση του δικαιώματος αυτού παραβίαση της Συνθήκης. Τα προβαλλόμενα εξάλλου από την Επιτροπή περί του ότι η περιγραφόμενη ανωτέρω ιδιαίτερη αποστολή της ENEL θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα μέσα είναι απορριπτέα, πρωτίστως διότι οι προτεινόμενες από την Επιτροπή εναλλακτικές λύσεις περιγράφονται κατά τρόπο τόσο γενικό (οικονομική ενίσχυση των ευρισκομένων σε μειονεκτική θέση καταναλωτών, ίδρυση «Εθνικού Ταμείου Στήριξης») ώστε δεν είναι δυνατόν να κριθεί αν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στο ακέραιο την εκπλήρωση της παραπάνω ιδιαίτερης αποστολής.
103 Αντίθετα, κανένα πειστικό στοιχείο δεν επικαλείται η Iταλική Kυβέρνηση για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η κατάργηση του αποκλειστικού δικαιώματος εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος θα εμπόδιζε την εκπλήρωση της ανωτέρω ιδιαίτερης αποστολής ή οιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης αποστολής έχει τυχόν ανατεθεί στην ENEL (100).
104 Συμπερασματικά, η διατήρηση του χορηγηθέντος στην ENEL αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, αν και αποτελεί απαγορευόμενο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών καθώς επίσης και απαγορευόμενη διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, δικαιολογείται από την ανάγκη εκπληρώσεως της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην ENEL στο πλαίσιο της διαχειρίσεως υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. Δεν μπορεί, αντίθετα, να βρει δικαιολογητικό έρεισμα στο λόγο αυτό η παραβιάζουσα τα άρθρα 34 και 37 διατήρηση του χορηγηθέντος στην ίδια επιχείρηση αποκλειστικού δικαιώματος εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
γγ) Γαλλία
i) Επί των αποκλειστικών δικαιωμάτων που αφορούν το ηλεκτρικό ρεύμα
105 Δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ότι η EDF, στην οποία ανετέθη με το νόμο 46-628, της 9ης Απριλίου 1946, η διαχείριση του εθνικοποιημένων επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί επιχείρηση επιφορτισθείσα με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. Τα μέρη διαφωνούν εντούτοις ως προς το ακριβές περιεχόμενο των υποχρεώσεων που υπέχει η EDF ασκώντας το παραπάνω έργο. Από το πλήθος των ισχυρισμών που προβάλλονται εκατέρωθεν ως προς το ζήτημα αυτό, ενδιαφέρον για την έκβαση της υπό κρίση προσφυγής παρουσιάζουν βεβαίως μόνον εκείνοι που αφορούν τη νομική βάση και την έκταση των υποχρεώσεων εκείνων της EDF, η εκπλήρωση των οποίων θα εμποδιζόταν, κατά τους ισχυρισμούς της Γαλλικής Κυβερνήσεως, από την κατάργηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
106 Από το σύνολο των προβαλλομένων με τα υπομνήματα αντικρούσεως και ανταπαντήσεως συνάγεται ότι, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η κατάργηση των αναφερθέντων δικαιωμάτων θα καθιστούσε αδύνατη την εκπλήρωση των εξής υποχρεώσεων της EDF: 1) της υποχρεώσεως τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των πελατών της, 2) της υποχρεώσεως παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στις χαμηλότερες δυνατές τιμές, 3) της υποχρεώσεως να ασκεί τη δραστηριότητά της με το μικρότερο δυνατό αντίκτυπο στο περιβάλλον, και 4) της υποχρεώσεως να συμβάλλει στην εφαρμογή της κρατικής χωροταξικής πολιτικής (101).
107 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, την υποχρέωση της EDF να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των πελατών της επιβάλλει το άρθρο 24 της συγγραφής υποχρεώσεων, η οποία, κατόπιν εγκρίσεώς της με dιcret, συνοδεύει τη συναφθείσα την 27η Νοεμβρίου 1958 μεταξύ του κράτους αφενός και της EDF αφετέρου σύμβαση παραχωρήσεως (βλ. το παράρτημα 4 του υπομνήματος αντικρούσεως). Με τη σύμβαση αυτή παραχωρήθηκε στην EDF η εκμετάλλευση του δικτύου γενικού εφοδιασμού με ηλεκτρικό ρεύμα (RAG), του δικτύου δηλαδή υψηλής τάσεως το οποίο συνδέει όλα τα σημεία παραγωγής του ηλεκτρικού ρεύματος (περιλαμβανομένων και των διεθνών διασυνδέσεων, μέσω των οποίων πραγματοποιούνται οι εισαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος) αφενός μεν με τα δίκτυα χαμηλής τάσεως, μέσω των οποίων το ρεύμα παραδίδεται από τις υπηρεσίες και επιχειρήσεις διανομής στους τελικούς καταναλωτές, αφετέρου δε με τους καταναλωτές που εφοδιάζονται απευθείας από το δίκτυο υψηλής τάσεως. Κατά τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 24 της συγγραφής υποχρεώσεων (αποτελούσα, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ειδική έκφανση της αρχής της ισότητας, η οποία έχει, κατά τη νομολογία του Conseil constitutionnel, συνταγματική ισχύ και δεσμεύει, κατά την πάγια νομολογία του Conseil d'Ιtat, το σύνολο των δημοσίων υπηρεσιών), η EDF, ως παραχωρησιούχος της εκμεταλλεύσεως του δικτύου γενικού εφοδιασμού, είναι υποχρεωμένη να επιφυλάσσει αυστηρά ίση, από πάσης απόψεως, μεταχείριση σε όλους τους πελάτες της.
108 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η EDF βαρύνεται με την παραπάνω υποχρέωση. Θεωρεί όμως, αντίθετα, ότι ούτε από τη συγγραφή υποχρεώσεων που συνοδεύει την από 27 Νοεμβρίου 1958 σύμβαση παραχωρήσεως ούτε από κάποιο άλλο στοιχείο προκύπτει ότι η EDF υπέχει ειδική υποχρέωση συνιστάμενη στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στις χαμηλότερες δυνατές τιμές. Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται εντούτοις σχετικά τα άρθρα 20 και 22 της μνημονευθείσης συγγραφής υποχρεώσεων, τα οποία τιτλοφορούνται «Προσαρμογή των ανώτατων τιμολογίων» και «Αναθεώρηση των ανώτατων τιμολογίων», αντιστοίχως. Αν και οι διατάξεις αυτές δεν επιβάλλουν ρητά στην EDF την υποχρέωση να διαμορφώνει τα τιμολόγια της στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, διαπνέονται, κατά τη γνώμη μου, στο σύνολό τους από την αρχή αυτή, καθώς καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες και μόνον είναι δυνατή η αύξηση των τιμολογίων βάσει των οποίων παρέχεται από την EDF ηλεκτρικό ρεύμα (102). Ο ισχυρισμός συνεπώς της Επιτροπής, κατά τον οποίο η EDF δεν υπέχει την εδώ εξεταζόμενη υποχρέωση, είναι απορριπτέος.
109 Aπορριπτέοι είναι, τέλος, και οι ισχυρισμοί της Επιτροπής, με τους οποίους αμφισβητείται το κατά πόσον η EDF είναι επιφορτισμένη με «ιδιαίτερη αποστολή», υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, στους τομείς της προστασίας του περιβάλλοντος και της χωροταξικής πολιτικής. Είναι αλήθεια ότι στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αναφέρει τη συγκεκριμένη νομική βάση των υποχρεώσεων της ΕDF στους παραπάνω δύο τομείς. Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως όμως μνημονεύονται (σημείο 35) διατάξεις της συναφθείσης μεταξύ του κράτους και της EDF (βλ. υποσημείωση 102) «προγραμματικής συμβάσεως» («contrat de plan») για τα έτη 1993-1996 (103), με την οποία επιβάλλονται, πράγματι, εις βάρος της EDF συγκεκριμένες υποχρεώσεις τόσο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος (άρθρο 6) όσο και στον τομέα της χωροταξικής πολιτικής (άρθρο 11) (104).
110 Ποιοι είναι, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, οι λόγοι για τους οποίους η κατάργηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων θα εμπόδιζε την εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεων της EDF;
Ως προς την υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των πελατών της EDF και την υποχρέωση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει τα εξής: Σε περίπτωση καταργήσεως του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής, η στροφή πελατών της EDF (και μάλιστα των μεγαλύτερων) προς αλλοδαπές πηγές εφοδιασμού, προσφέρουσες, εξ ορισμού, τιμές περισσότερο ανταγωνιστικές από εκείνες της EDF και ο συνακόλουθος αποκλεισμός της τελευταίας από τη χρήση των πηγών αυτών, θα είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η μέση τιμή του παρεχομένου από την EDF ρεύματος, δοθέντος ότι στη βάση του μηχανισμού καθορισμού των τιμολογίων του ρεύματος αυτού βρίσκεται ο προσδιορισμός από την EDF «ενιαίας τιμής» του ρεύματος, βάσει του συνολικού μέσου κόστους του εφοδιασμού σε ρεύμα, είτε αυτό παράγεται στο εσωτερικό της χώρας είτε εισάγεται από το εξωτερικό.
όΟσον αφορά εξάλλου την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της EDF στους τομείς της προστασίας του περιβάλλοντος και της χωροταξικής πολιτικής, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η απώλεια των πελατών που θα στραφούν προς αλλοδαπές πηγές εφοδιασμού θα στερήσει την EDF από τους οικονομικούς πόρους που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της αυτών.
111 Θεωρώ την επιχειρηματολογία της Γαλλικής Κυβερνήσεως πειστική κατά το μέρος που αφορά την αδυναμία εκπληρώσεως, σε περίπτωση καταργήσεως του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής, των υποχρεώσεων της EDF ως προς την παροχή ρεύματος στη χαμηλότερη δυνατή τιμή και την εξασφάλιση ίσης μεταχειρίσεως των πελατών της. Η κατάργηση του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής μπορεί πράγματι, κατά την ομαλή πορεία των πραγμάτων, να οδηγήσει, για τους λόγους που προβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση, στην αύξηση της μέσης τιμής του ρεύματος, αύξηση η οποία, επιπλέον, θα επιβαρύνει (εκτός εάν τα τιμολόγια παραμείνουν αμετάβλητα, με κίνδυνο ανατροπής της χρηματοοικονομικής ισορροπίας της EDF) εκείνους ακριβώς τους καταναλωτές που θα εξακολουθούν να προμηθεύονται ρεύμα από την EDF, ενώ παράλληλα οι καταναλωτές που ικανοποιούν τις ανάγκες τους απευθυνόμενοι κατά βάση σε αλλοδαπές πηγές εφοδιασμού θα έχουν πάντοτε τη δυνατότητα, επικαλούμενοι την αρχή της καθολικότητας της δημόσιας υπηρεσίας, να στρέφονται προς την εγχώρια αγορά κάθε φορά που οι τιμές του αλλοδαπού ρεύματος παύουν να είναι συμφέρουσες. Το επιχείρημα εξάλλου της Επιτροπής ότι οι καταναλωτές που είναι πιθανόν να στραφούν προς αλλοδαπές πηγές εφοδιασμού είναι ακριβώς εκείνοι που, λόγω του μεγέθους τους, απολαύουν ήδη ειδικών τιμολογίων, χαμηλότερων εκείνων που εφαρμόζονται στους λοιπούς καταναλωτές, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ασκήσει εν προκειμένω επιρροή: η πρόβλεψη, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και κατόπιν σταθμίσεως των επιπτώσεων στην οικονομική ισορροπία της EDF, ειδικών τιμολογίων για ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών αποτελεί θεμιτή απόκλιση από την αρχή της ισότητος, δεν είναι όμως δυνατό να γίνει δεκτό το ίδιο όταν ορισμένοι καταναλωτές, με μόνο κριτήριο τις δικές τους ανάγκες, στρέφονται προς αλλοδαπές πηγές εφοδιασμού, καθιστώντας αναπόφευκτη την αύξηση της επιβαρύνσεως των λοιπών.
112 Θεωρώ, αντίθετα, ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απoδεικνύει ότι η κατάργηση του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής θα έχει τέτοια επιρροή στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της EDF ως προς την προστασία του περιβάλλοντος και τη χωροταξική πολιτική, ώστε η διατήρηση του δικαιώματος αυτού να βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης: Η απώλεια των πελατών που θα στραφούν προς αλλοδαπές πηγές εφοδιασμού δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί στοιχείο που οδηγεί αμέσως και αφεύκτως στην αδυναμία εκπληρώσεως από την EDF των υποχρεώσεών της στους ανωτέρω τομείς.
113 Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα ισχυρισμό, αναφερόμενο ειδικά στο χορηγηθέν στην EDF αποκλειστικό δικαίωμα εξαγωγής, από τον οποίο να προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους η κατάργηση του αποκλειστικού αυτού δικαιώματος εμποδίζει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της EDF για τις οποίες έγινε αμέσως ανωτέρω λόγος ή των λοιπών υποχρεώσεών της που απαριθμούνται από τη Γαλλική Κυβέρνηση στο σημείο 36 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
114 Συμπερασματικά, η διατήρηση του χορηγηθέντος στην EDF αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, αν και αποτελεί απαγορευόμενο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών καθώς επίσης και απαγορευόμενη διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, δικαιολογείται από την ανάγκη εκπληρώσεως της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην EDF στο πλαίσιο της διαχειρίσεως υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. Δεν μπορεί, αντίθετα, να βρει δικαιολογητικό έρεισμα στο λόγο αυτό η παραβιάζουσα τα άρθρα 34 και 37 διατήρηση του χορηγηθέντος στην ίδια επιχείρηση αποκλειστικού δικαιώματος εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.
ii) Επί των αποκλειστικών δικαιωμάτων που αφορούν το φυσικό αέριο
115 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η GDF είναι επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος. Αμφισβητεί όμως το ακριβές περιεχόμενο των ιδιαίτερων υποχρεώσεων που βαρύνουν την GDF κατά τη διαχείριση της ανωτέρω υπηρεσίας καθώς και την ανάγκη διατηρήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής που της έχουν χορηγηθεί προκειμένου να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις της αυτές.
116 Η Γαλλική Κυβέρνηση εκθέτει καταρχάς (βλ. σημείο 20 του υπομνήματος αντικρούσεως) ότι η GDF δεν είναι απλώς ο δικαιούχος των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων αλλά της έχει επιπλέον ανατεθεί έργο τόσο κατά το στάδιο της μεταφοράς όσο και κατά το στάδιο της διανομής του φυσικού αερίου. Η μεταφορά του φυσικού αερίου μέσω δικτύου υψηλής πιέσεως, προς παράδοση είτε στους διανομείς είτε στις βιομηχανικές επιχειρήσεις που εφοδιάζονται απ' ευθείας από το δίκτυο υψηλής πιέσεως, αποτελεί αντικείμενο παραχωρήσεως εκ μέρους του κράτους. Οι παραχωρησιούχοι είναι τρεις: η GDF και δύο άλλες εταιρίες, εκ των οποίων η μία εξυπηρετεί δώδεκα dιpartements και η άλλη μια συγκεκριμένη παροχή. Η διανομή στους τελικούς καταναλωτές μέσω δικτύου χαμηλής πιέσεως αποτελεί αντικείμενο παραχωρήσεων από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως. Κύριος παραχωρησιούχος είναι η GDF, ποσοστό 4 % όμως της διανομής εξυπηρετείται από άλλες δεκαπέντε δημόσιες επιχειρήσεις.
117 Η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει περαιτέρω ότι οι υποχρεώσεις που βαρύνουν την GDF καθορίζονται στη συγγραφή υποχρεώσεων που συνοδεύει την οικεία σύμβαση παραχωρήσεως. Ειδικότερα, η τυπική συγγραφή υποχρεώσεων επί παραχωρήσεως του έργου της μεταφοράς, η οποία έχει εγκριθεί με dιcret en Conseil d'Ιtat και συνοδεύει, με τις τυχόν αναγκαίες κατά περίπτωση προσαρμογές, κάθε επιμέρους σύμβαση παραχωρήσεως (βλ. παράρτημα VIII του υπομνήματος ανταπαντήσεως), επιβάλλει εις βάρος του παραχωρησιούχου την υποχρέωση της συνεχούς παροχής φυσικού αερίου (άρθρο 19) και την υποχρέωση της ίσης μεταχειρίσεως των πελατών του (άρθρο 23) (105). Η τυπική συγγραφή υποχρεώσεων επί παραχωρήσεως του έργου της διανομής, η οποία έχει εγκριθεί με dιcret και συνοδεύει κάθε επιμέρους σύμβαση παραχωρήσεως (βλ. παράρτημα IX του υπομνήματος ανταπαντήσεως), επιβάλλει την παροχή φυσικού αερίου σε κάθε πρόσωπο που ζητά τέτοια παροχή (άρθρο 17), υποχρεώνει τον παραχωρησιούχο να εξασφαλίζει τη συνέχεια της παροχής (άρθρο 19) και του επιβάλλει την υποχρέωση να επιφυλάσσει αυστηρά ίση, από κάθε άποψη, μεταχείριση σε όλους τους πελάτες του, όποιοι και αν είναι (άρθρο 21) (106).
118 Ως προς την επιρροή της καταργήσεως των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων επί της εκπληρώσεως από την GDF των ανωτέρω υποχρεώσεών της, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει, παραπέμποντας και στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης (βλ. ανωτέρω σημείο 78), τα εξής: Δοθέντος ότι στις χώρες παραγωγής φυσικού αερίου, η παραγωγή και η εμπορία ελέγχονται κατά κανόνα από εθνικά μονοπώλια, η GDF είναι αναγκασμένη, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι θα ανταποκριθεί στην υποχρέωση συνεχούς παροχής φυσικού αερίου, να συνάπτει συμβάσεις οι οποίες αφορούν εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες και με τις οποίες επιβάλλονται εις βάρος της GDF μακροπρόθεσμες και συχνά επαχθείς δεσμεύσεις (ρήτρες «take or pay», συμμετοχή σε πολυδάπανα επενδυτικά προγράμματα). Σε περίπτωση καταργήσεως του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής, η απώλεια των πελατών εκείνων, οι οποίοι, συνάπτοντας βραχυπρόθεσμες συμβάσεις με αλλοδαπούς προμηθευτές, θα επιτυγχάνουν καλύτερες τιμές από τις προσφερόμενες από την GDF, δεν θα μπορεί να αναπληρωθεί από την τελευταία (εκτός εάν τα τιμολόγια παραμείνουν αμετάβλητα, με κίνδυνο ανατροπής της χρηματοοικονομικής ισορροπίας της GDF) παρά μόνον με αύξηση των τιμολογίων που εφαρμόζονται στους καταναλωτές που θα παραμείνουν πελάτες της. Αν και οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται από τη Γαλλική Κυβέρνηση προκειμένου να δειχθεί ότι η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων καθιστά αδύνατη την εκπλήρωση από την GDF της υποχρεώσεως συνεχούς παροχής, αποδεικνύουν, κατά την άποψή μου, την αδυναμία της GDF να τηρήσει, σε περίπτωση καταργήσεως του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής, μία άλλη υποχρέωσή της, εκείνη της ίσης μεταχειρίσεως των πελατών της (107), αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι οι πελάτες της GDF, που θα εστρέφοντο σε αλλοδαπούς προμηθευτές για την ικανοποίηση των αναγκών τους, με τιμές καλύτερες από τις εγχώριες, θα διατηρούσαν πάντοτε το δικαίωμα, επικαλούμενοι την αρχή της καθολικότητος της δημόσιας υπηρεσίας, να στραφούν και πάλι προς τη GDF όποτε το κρίνουν σκόπιμο.
119 Αντίθετα, κανένα σημείο της επιχειρηματολογίας της Γαλλικής Κυβερνήσεως δεν αφορά, κατά τρόπο ειδικό και αρκούντως σαφή, την ενδεχόμενη επιρροή, στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της GDF, της καταργήσεως του αποκλειστικού δικαιώματος εξαγωγής φυσικού αερίου.
120 Συμπερασματικά, η διατήρηση του χορηγηθέντος στην GDF αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής φυσικού αερίου, αν και αποτελεί απαγορευόμενο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών καθώς επίσης και απαγορευόμενη διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, δικαιολογείται από την ανάγκη εκπληρώσεως της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην GDF στο πλαίσιο της διαχειρίσεως υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. Δεν μπορεί, αντίθετα, να βρει δικαιολογητικό έρεισμα στο λόγο αυτό η παραβιάζουσα τα άρθρα 34 και 37 διατήρηση του χορηγηθέντος στην ίδια επιχείρηση αποκλειστικού δικαιώματος εξαγωγής φυσικού αερίου.
δδ) Ισπανία
121 Για λόγους πληρότητος των προτάσεών μου θα εξετάσω στα επόμενα σημεία αν, υπό την εκδοχή ότι οι διατάξεις της ισπανικής νομοθεσίας τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή θεσπίζουν αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος (108), τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα θα μπορούσαν να θεωρηθούν αναγκαία για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στη δημόσια εταιρία REDESA.
122 Είναι προφανές ότι η REDESA, στην οποία έχει ανατεθεί το έργο της «ενιαίας εκμεταλλεύσεως» του εθνικού ηλεκτρικού συστήματος, είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Η Επιτροπή αμφισβητεί εντούτοις το κατά πόσον τα αποκλειστικά δικαιώματα που, κατά την άποψή της, έχουν χορηγηθεί στην αναφερθείσα δημόσια εταιρία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής της.
123 Στο υπόμνημα αντικρούσεως (βλ. σ. 34 και 35 της γαλλικής μεταφράσεως) προβάλλεται, ως προς το ζήτημα αυτό, από την Ισπανική Κυβέρνηση: 1) ότι σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου 49/84, περί της ενιαίας εκμεταλλεύσεως του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού, η REDESA είναι υποχρεωμένη, στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος που της έχει ανατεθεί, να μεριμνά ώστε ο εφοδιασμός της εγχώριας αγοράς σε ηλεκτρικό ρεύμα να γίνεται με το μικρότερο δυνατό κόστος και κατά τρόπο εξασφαλίζοντα την ασφάλεια και την ποιότητα της παροχής, και 2) ότι η απελευθέρωση των διεθνών ανταλλαγών ηλεκτρικού ρεύματος, θα «επηρέαζε» την ασφάλεια του εφοδιασμού και θα «εμπόδιζε» τον εφοδιασμό της εθνικής αγοράς με το minimum μέσο κόστος, διότι θα είχε ως μόνο αποτέλεσμα «να παρασύρει τις τιμές προς τα άνω». Καμία διευκρίνιση δεν παρέχεται όμως ως προς τους λόγους για τους οποίους η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων, για τα οποία γίνεται λόγος στην προσφυγή της Επιτροπής, θα είχε τα παραπάνω αποτελέσματα.
124 Ενόψει της αοριστίας αυτής των ισχυρισμών της Ισπανικής Κυβερνήσεως ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, τα αποκλειστικά δικαιώματα τα οποία, κατά την Επιτροπή, έχουν χορηγηθεί στην REDESA, δεν θα μπορούσαν πάντως να βρουν δικαιολογητικό έρεισμα στην παραπάνω διάταξη της Συνθήκης.
γ) Η διατήρηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων επηρεάζει την ανάπτυξη των συναλλαγών σε βαθμό αντικείμενο προς το συμφέρον της Κοινότητας;
125 Μένει να εξετασθεί ένα τελευταίο ζήτημα: μήπως τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής που ισχύουν στις Κάτω Ξώρες, την Ιταλία και τη Γαλλία και τα οποία, σύμφωνα με όσα ήδη εξέθεσα, δικαιολογούνται από την ανάγκη εκπληρώσεως της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στους δικαιούχους των δικαιωμάτων αυτών, δεν είναι, παρά ταύτα, συμβατά με το σύστημα της Συνθήκης, επειδή δεν πληρούν την προϋπόθεση που τάσσεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2, του άρθρου 90 της Συνθήκης, επηρεάζουν δηλαδή την ανάπτυξη των συναλλαγών σε βαθμό που αντίκειται προς το συμφέρον της Κοινότητας;
126 Το γράμμα του ως άνω δευτέρου εδαφίου (ιδίως η χρήση των όρων «ανάπτυξη των συναλλαγών» και του ρήματος «επηρεάζεται») οδηγεί, κατά την αντίληψή μου, στο συμπέρασμα ότι οι συντάκτες της Συνθήκης θέλησαν, με τη διάταξη αυτή, να αποκλεισθεί η εφαρμογή της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 90, παράγραφος 2, προκειμένου περί μέτρων τα οποία, πέραν του ότι είναι ικανά να έχουν περιοριστικά αποτελέσματα στο ενδοκοινοτικό εμπόριο έχουν στην πράξη παραγάγει τέτοια περιοριστικά αποτελέσματα, και μάλιστα σε τέτοια έκταση ώστε οι ενδoκοινοτικές ανταλλαγές στον αντίστοιχο τομέα να είναι πρακτικά ανύπαρκτες (109).
127 Δεν νομίζω ότι τα στοιχεία που ετέθησαν υπόψη του Δικαστηρίου στο πλαίσιο των υπό κρίση προσφυγών επιτρέπουν τη διατύπωση της κρίσεως ότι τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα ασκούν στην πράξη τέτοια επιρροή επί των διακοινοτικών ανταλλαγών ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου. Θα πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι τα καθών κράτη μέλη επικαλούνται στοιχεία (η ακρίβεια των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή), από τα οποία προκύπτει ότι παρά την ύπαρξη των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής, οι πραγματοποιούμενες από τους δικαιούχους των δικαιωμάτων αυτών εισαγωγές δεν είναι καθόλου αμελητέες. ςΕτσι:
- H δικαιούχος του επίμαχου αποκλειστικού δικαιώματος στις Κάτω Ξώρες εισάγει τα τελευταία χρόνια το 15 % της συνολικής ποσότητος ηλεκτρικού ρεύματος που διατίθεται μέσω του συστήματος δημόσιας διανομής (βλ. το υποβληθέν από την Ολλανδική Κυβέρνηση υπόμνημα αντικρούσεως, σημεία 26 και 123).
- Oι ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος που εισήχθησαν στην Ιταλία (χώρα της οποίας η ενεργειακή εξάρτηση εγγίζει το 80,5 % των συνολικών αναγκών της) αυξήθηκαν το έτος 1993 κατά 11,6 % έναντι του έτους 1992, εγγίζοντας τα 40 δισεκατομμύρια KWH, ποσότητα που ισοδυναμεί, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, με τη συνολική παραγωγή μιας χώρας όπως η Αυστρία (βλ. το υποβληθέν από την Ιταλική Κυβέρνηση υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 1· στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, σημείο 4, η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι κατά το έτος 1994 το 17 % των συνολικών αναγκών σε ηλεκτρικό ρεύμα καλύφθηκε από εισαγωγές).
- Κατά τα εκτιθέμενα από τη Γαλλική Κυβέρνηση (βλ. υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 13), οι ανταλλαγές ηλεκτρικού ρεύματος αντιστοιχούσαν στο 10 % σχεδόν της συνολικής καταναλώσεως της Κοινότητας των 12.
- Ειδικά ως προς το φυσικό αέριο, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι οι ανάγκες της Γαλλίας καλύπτονται κατά 90 % από εισαγωγές καθώς επίσης και ότι το έτος 1992, το 14 % του εφοδιασμού της χώρας σε φυσικό αέριο καλύφθηκε με εισαγωγές από τις Κάτω Ξώρες (βλ. υπόμνημα αντικρούσεως, σελίδες 24 και 27).
128 Ανεξάρτητα άλλωστε από τα στοιχεία αυτά, το γεγονός ότι η ύπαρξη των υφισταμένων στις Κάτω Ξώρες, την Ιταλία και τη Γαλλία αποκλειστικών δικαιωμάτων δεν έχει επηρεάσει την ανάπτυξη των ανταλλαγών σε τέτοιο βαθμό ώστε να θίγεται το συμφέρον της Κοινότητας προκύπτει και από το προοίμιο των οδηγιών 90/547/ΕΟΚ και 91/296/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί διαμετακομίσεως ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, αντιστοίχως, μέσω των μεγάλων δικτύων (110). Στην έκτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας που αφορά τη διαμετακόμιση ηλεκτρικής ενέργειας, αναφέρονται, πράγματι, τα εξής: «(...) διεξάγονται ήδη σημαντικές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των μεγάλων ηλεκτρικών δικτύων υψηλής τάσης των ευρωπαϋκών χωρών και (...) η σημασία των ανταλλαγών αυτών αυξάνεται από έτος σε έτος». Ανάλογο είναι και το περιεχόμενο της όγδοης αιτιολογικής σκέψεως του προοιμίου της οδηγίας για τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου (111).
δ) Συμπέρασμα
129 Ενόψει όλων των ανωτέρω, η διατήρηση των υφισταμένων στις Κάτω Ξώρες, την Ιταλία και τη Γαλλία αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου είναι, ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 90, παράγραφος 2, ανεκτή υπό το σύστημα της Συνθήκης. Η διατήρηση των υφισταμένων στην Ιταλία και τη Γαλλία αποκλειστικών δικαιωμάτων εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου αντίκειται, αντιθέτως, στα άρθρα 34 και 37 της Συνθήκης.
VI - Πρόταση
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής επί των υπό κρίση προσφυγών:
«1) Επί της υποθέσεως C-157/94, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Ξωρών:
- Να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών·
- να κρίνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
2) Επί της υποθέσεως C-158/94, Eπιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας:
- Να κρίνει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας αποκλειστικά δικαιώματα εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, παρεβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 34 και 37 της Συνθήκης·
- να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά·
- να κρίνει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
3) Επί της υποθέσεως C-159/94, Eπιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας:
- Να κρίνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας αποκλειστικά δικαιώματα εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, παρεβίασε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 34 και 37 της Συνθήκης·
- να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά·
- να κρίνει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
4) Επί της υποθέσεως C-160/94, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας:
- Να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα του Βασιλείου της Ισπανίας·
- να κρίνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.»
(1) - Μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας περιλαμβάνει ήδη δύο διατάξεις σχετιζόμενες με τον τομέα της ενέργειας: σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο ττ, η δράση της Κοινότητας προς επίτευξη των σκοπών της περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τη λήψη μέτρων στον τομέα της ενέργειας, ενώ κατά το άρθρο 129 Β, παράγραφος 1, η Κοινότητα συμβάλλει στη δημιουργία και την ανάπτυξη διευρωπαϋκών δικτύων όσον αφορά τα έργα υποδομής στον τομέα, μεταξύ άλλων, της ενέργειας. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με δήλωση προσαρτηθείσα στην τελική πράξη της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, το ζήτημα της εισαγωγής στη Συνθήκη τίτλου σχετικού με τον τομέα της ενέργειας θα εξεταζόταν βάσει εκθέσεως υποβαλλόμενης από την Επιτροπή το αργότερο μέχρι το 1996.
(2) - Πρωτόκολλο Συμφωνίας επί των ενεργειακών προβλημάτων, συναφθέν μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών μελών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων με την ευκαιρία της 94ης συνόδου του ειδικού Συμβουλίου Yπουργών της Ευρωπαϋκής Κοινότητος ςΑνθρακος και Ξάλυβος, συγκληθείσης την 21η Απριλίου 1964 στο Λουξεμβούργο (JO της 30ής Απριλίου 1964, σ. 1099).
(3) - Ψήφισμα του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1986, για τους νέους στόχους της κοινοτικής ενεργειακής πολιτικής για το 1995 και τη σύγκλιση των πολιτικών των κρατών μελών (JO C 241 της 25ης Σεπτεμβρίου 1986, σ. 1).
(4) - COM(88) 238 final.
(5) - ΕΕ L 185 της 17ης Ιουλίου 1990, σ. 16.
(6) - ΕΕ L 313 της 13ης Νοεμβρίου 1990, σ. 30.
(7) - ΕΕ L 147 της 12ης Ιουνίου 1991, σ. 37.
(8) - Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που αφορά τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ΕΕ C 65 της 14ης Μαρτίου 1992, σ. 4.
(9) - Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που αφορά τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου, ΕΕ C 65 της 14ης Μαρτίου 1992, σ. 14.
(10) - ΕΕ C 123 της 4ης Μαου 1994, σ. 1 και 26.
(11) - Μετά τη διεξαγωγή της προφορικής διαδικασίας, οι σχετικές εξελίξεις επιταχύνθηκαν σημαντικά, με αποτέλεσμα την υιοθέτηση, από το Συμβούλιο Ενέργειας που συνήλθε στο Λουξεμβούργο την 20ή Ιουνίου 1996, «κοινής θέσεως» επί των αρχών και των όρων της προοδευτικής δημιουργίας της ενιαίας αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας. Το Συμβούλιο επιφυλάχθηκε να εξετάσει σε μεταγενέστερη συνεδρίασή του το ζήτημα της απελευθερώσεως των εθνικών αγορών στον τομέα του φυσικού αερίου. Σύμφωνα με την ανωτέρω «κοινή θέση» (η οποία επρόκειτο να διαβιβασθεί στο Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο για τα περαιτέρω) τα κυριότερα σημεία της οδηγίας που πρόκειται να υιοθετηθεί έχουν ως εξής [βλ. «Rιsumι de la "position commune" du Conseil (ιtabli par le secrιtariat du Conseil)» in EUROPE/Documents, αριθ. 1993, 10 Ιουλίου 1996]: α) Κατά τη λήξη της προθεσμίας προς μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη οφείλουν να ανοίξουν στον ανταγωνισμό το τμήμα της αγοράς τους που αντιστοιχεί, κατά μέσο κοινοτικό όρο, στην ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται από πελάτες με ετήσια κατανάλωση μεγαλύτερη των 40 GWH, τμήμα που υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί, κατά μέσον όρο, στο 22,66 % των εθνικών αγορών. Από 1ης Ιανουαρίου 2000, το αναφερθέν όριο των 40 GWH θα κατέλθει στα 20 GWH και από 1ης Ιανουαρίου 2003 στα 9 GWH. β) Για τη ρύθμιση της προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, τα κράτη μέλη θα μπορούν να επιλέξουν μεταξύ των εξής δύο μεθόδων: i) Μέθοδος της «προσβάσεως στο δίκτυο κατόπιν διαπραγματεύσεων»: οι παραγωγοί καθώς και ορισμένοι καταναλωτές (οριζόμενοι σύμφωνα με κριτήρια που επιλέγουν τα κράτη μέλη) διαπραγματεύονται με τον διαχειριστή του δικτύου την πρόσβασή τους στο οικείο δίκτυο ενόψει της συνάψεως μεταξύ τους συμβάσεως προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Ο διαχειριστής μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση στο δίκτυο αν δεν διαθέτει την αναγκαία δυναμικότητα. ii) Μέθοδος του «μοναδικού αγοραστή»: τα κράτη μέλη ορίζουν ένα νομικό πρόσωπο ως μοναδικό αγοραστή ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή που καλύπτεται από το δίκτυο. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη αφενός μεν εξασφαλίζουν ότι το αντίτιμο έναντι του οποίου παραχωρείται πρόσβαση στο δίκτυο καθορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, αφετέρου δε εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές οι οποίοι πληρούν ορισμένα κριτήρια που τα ίδια ορίζουν, έχουν σε ορισμένες περιπτώσεις δικαίωμα συνάψεως προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Ο «μοναδικός αγοραστής» μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση στο δίκτυο ή να αρνηθεί να αγοράσει ηλεκτρική ενέργεια αν δεν διαθέτει την αναγκαία δυναμικότητα μεταφοράς ή διανομής. γ) Μεταξύ των καταναλωτών οι οποίοι θα έχουν δικαίωμα συνάψεως προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με μία από τις εκτεθείσες μεθόδους (και οι οποίοι είναι, ως εκ τούτου, εκείνοι που θα επωφεληθούν στην πράξη από το άνοιγμα των εθνικών αγορών στον ανταγωνισμό) θα πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται εκείνοι των οποίων η ετήσια κατανάλωση είναι μεγαλύτερη από 100 GWH. δ) Προς αποφυγή ανισορροπιών κατά το άνοιγμα των αγορών, πρόκειται να περιληφθεί στην οδηγία ειδική διάταξη, περιορισμένης χρονικής ισχύος, σύμφωνα με την οποία σύναψη συμβάσεως προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, με καταναλωτή που έχει δικαίωμα συνάψεως παρόμοιας συμβάσεως σε άλλο κράτος μέλος, δεν μπορεί να απαγορευθεί, όταν ο καταναλωτής αυτός πληροί τα σχετικά κριτήρια που τάσσονται σε αμφότερα τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη· σε περίπτωση που η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεσθεί, λόγω διαφορών στον τρόπο καθορισμού των ανωτέρω κριτηρίων στα δύο κράτη μέλη, η Επιτροπή θα μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να απαιτήσει την εκτέλεσή της. ε) Τα κράτη μέλη θα μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που δρουν στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας, αφορώσες την ασφάλεια εφοδιασμού, την κανονικότητα της παροχής, την ποιότητα και τις τιμές της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος.
(12) - Βλ., λόγου χάριν, τη διάταξη της 11ης Ιουλίου 1995, C-266/94, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1995, σ. I-1975, σκέψη 16), καθώς και τις αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 15), της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 293/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 305, σκέψη 13), και της 31ης Ιανουαρίου 1984, 74/82, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1984, σ. 317, σκέψη 13).
(13) - Πρβλ. τις αποφάσεις της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1983, σ. 203, σκέψεις 5 επ.), της 11ης Ιουλίου 1984, 51/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1984, σ. 2793, σκέψεις 5 επ.), της 14ης Ιουλίου 1988, 298/86, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 4343, σκέψεις 9 επ.), και της 12ης Ιανουαρίου 1994, C-296/92, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1994, σ. Ι-1, σκέψεις 11 επ.).
(14) - Πρβλ. τις αποφάσεις της 7ης Μαου 1987, 186/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1985, σ. 2029, σκέψεις 11 επ.), της 28ης Νοεμβρίου 1991, C-198/90, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1991, σ. I-5799, σκέψεις 13 επ.), και της 31ης Μαρτίου 1992, C-52/90, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1992, σ. I-2187, σκέψεις 23 επ.).
(15) - Υπ' αυτό το πρίσμα πρέπει, νομίζω, να γίνει αντιληπτή η σκέψη 14 της αποφάσεως της 18ης Μαου 1995, C-57/94, Eπιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I-1249), κατά την οποία, προκειμένου να θεραπευθεί πλημμέλεια προσφυγής της Επιτροπής, διαγνωσθείσα με προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η προσφυγή αυτή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη επειδή τα αιτήματά της διέφεραν από εκείνα της αιτιολογημένης γνώμης, η Επιτροπή «αρκούσε να ασκήσει προσφυγή βασιζόμενη στους ίδιους λόγους, αιτιάσεις και επιχειρήματα με της αιτιολογημένης γνώμης (...)» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Πρβλ. επίσης την απόφαση της 27ης Απριλίου 1993, C-375/90, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1993, σ. Ι-2055). Κατά τα εκτιθέμενα στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή είχε προβάλει, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγήθηκε της καταθέσεως της προσφυγής, ότι οι ελληνικές αρχές υπέπεσαν σε παράβαση κοινοτικού κανονισμού επειδή, μετά τη διενέργεια ελέγχου μιας παρτίδας κρεάτων με τη μέθοδο Α, με την οποία διαπιστώθηκε ότι τα κρέατα αυτά πληρούν τις υγειονομικές απαιτήσεις του αναφερθέντος κανονισμού, διενήργησαν και δεύτερο έλεγχο, με τη μέθοδο Β, χρήση της οποίας προβλέπεται στον κανονισμό μόνον εάν ο έλεγχος με χρήση της μεθόδου Α είτε δεν έγινε είτε κατέδειξε ότι τα ελεγχθέντα προϋόντα δεν πληρούν τις υγειονομικές απαιτήσεις που τάσσει ο κανονισμός. Η Ελληνική Δημοκρατία υπεστήριξε, τόσο κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της προσφυγής όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι χρησιμοποίησε αποκλειστικά τη μέθοδο Β. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό αυτό αλλά υπεστήριξε, για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι ελληνικές αρχές υπεχρεούντο, ούτως ή άλλως, να κάνουν, κατά πρώτον, χρήση της μεθόδου Α. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το «επιχείρημα» αυτό δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, διότι πέρα του ότι δεν είχε προβληθεί κατά την έγγραφη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είχε προβληθεί ούτε κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της καταθέσεως της προσφυγής. Είναι, νομίζω, πρόδηλο ότι με την προβολή του εκτεθέντος «επιχειρήματος» μεταβλήθηκε άρδην το αντικείμενο της διαφοράς: ενώ αρχικά προσήπτετο στην Ελληνική Δημοκρατία η χρήση της μεθόδου Β, ενώ είχε ήδη χρησιμοποιηθεί η μέθοδος Α, στη συνέχεια η Επιτροπή προέβαλε ότι η παράβαση συνίσταται στη μη χρήση της μεθόδου Α (βλ. και τα εκτιθέμενα σχετικά στο σημείο 16 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. G. Tesauro επί της υποθέσεως).
(16) - Πρβλ., ως προς το σημείο αυτό, την απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, 176/84, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1987, σ. 1193, σκέψεις 12 επ., ιδίως σκέψη 20), καθώς και τη δημοσιευθείσα την ίδια ημερομηνία απόφαση επί της υποθέσεως 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψεις 13 επ., ιδίως σκέψη 23).
(17) - Πρβλ., λόγου χάριν, την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 415/85, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1988, σ. 3097, σκέψη 9).
(18) - Πρβλ. τις αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-317/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1994, σ. I-2039, σκέψη 5), και της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 220/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1986, σ. 3663, σκέψη 7).
(19) - Υπόθεση 7/68 (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 805).
(20) - Υπόθεση C-2/90 (Συλλογή 1992, σ. I-4431).
(21) - Ειδικά ως προς το άρθρο 37, υπενθυμίζεται ότι κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τόσο από τη θέση του άρθρου στο κεφάλαιο της Συνθήκης περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών, όσο και από την ορολογία που χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι αφορά τις ανταλλαγές εμπορευμάτων και όχι την παροχή υπηρεσιών [βλ. τις αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1974, 155/73, Sacchi (Συλλογή τόμος 1974, σ. 217, σκέψη 10), της 28ης Ιουνίου 1983, 271/81, Mialocq (Συλλογή 1983, σ. 2057, σκέψη 8), της 4ης Μαου 1988, 30/87, Bodson (Συλλογή 1988, σ. 2479, σκέψη 10), της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-46/90 και C-93/91, Lagauche κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-5267, σκέψη 33), και της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-17/94, Gervais κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-4353, σκέψη 35)].
(22) - Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191.
(23) - Συλλογή 1994, σ. Ι-1477.
(24) - Πρβλ, παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 60/84 και 61/84, Cinιthθque (Συλλογή 1985, σ. 2605, σκέψη 10) και της 30ής Απριλίου 1991, C-239/90, Boscher (Συλλογή 1991, σ. I-2023, σκέψεις 7 έως 10).
(25) - Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-275/92 (Συλλογή 1994, σ. I-1039).
(26) - Bλ., προς την αυτή κατεύθυνση, και την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-55/93, Van Schaik (Συλλογή 1994, σ. I-4837, σκέψεις 12 έως 14).
(27) - Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89 (Συλλογή 1991, σ. I-2925).
(28) - Μνημονευθείσα ήδη (υποσημείωση 21).
(29) - Πρβλ. και την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 45/87, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1988, σ. 4929). Στα πλαίσια της τελευταίας αυτής υποθέσεως, η Επιτροπή είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να αναγνωρισθεί ότι η Ιρλανδία, επιτρέποντας να περιληφθεί σε προκήρυξη για την υποβολή προσφορών προς σύναψη συμβάσεως εκτελέσεως δημοσίου έργου ρήτρα, κατά την οποία ορισμένα από τα υλικά των οποίων θα γινόταν χρήση κατά την εκτέλεση της συμβάσεως έπρεπε να ήσαν σύμφωνα με ιρλανδική τεχνική προδιαγραφή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρο 30 της Συνθήκης. Η Ιρλανδία προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η επίμαχη σύμβαση δεν αφορά την πώληση εμπορευμάτων αλλά την εκτέλεση του έργου, εμπίπτουσα ως εκ τούτου στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και ότι οι ρήτρες σχετικά με τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν είχαν παρεπόμενο εξ ολοκλήρου χαρακτήρα. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας (σκέψη 17) πως «το γεγονός ότι μία σύμβαση εκτελέσεως δημοσίου έργου αναφέρεται στην παροχή υπηρεσιών δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την εξαίρεση από τις απαγορεύσεις του άρθρου 30 ενός περιοριστικού όρου ως προς τα υλικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ο οποίος έχει περιληφθεί στην προκήρυξη για την υποβολή προσφορών».
(30) - Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 27.
(31) - Συλλογή τόμος 1976, σ. 81.
(32) - Οπ.π., σ. 106 επ.
(33) - Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1089.
(34) - Βλ. ιδίως σκέψεις 19 επ.
(35) - Aπόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 113).
(36) - Σημειώνεται ότι η απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1976, 59/75, Manghera (Συλλογή τόμος 1976, σ. 27), με την οποία εθνικό μέτρο, συνιστάμενο σε χορήγηση, σε κρατικό μονοπώλιο, αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής ορισμένου προϋόντος, κρίθηκε αποκλειστικά υπό το πρίσμα του άρθρου 37, χωρίς ρητή αναφορά στο άρθρο 30 της Συνθήκης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υιοθετεί προσέγγιση ανάλογη με εκείνη της αποφάσεως Miritz, πρωτίστως διότι το προδικαστικό ερώτημα επί του οποίου εκδόθηκε αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 37 και μόνον.
(37) - Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 545.
(38) - Συλλογή 1983, σ. 2011.
(39) - Συλλογή 1990, σ. I-4747.
(40) - Πρβλ. τις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 321, σκέψη 7), της 13ης Μαρτίου 1979, 86/78, Peureux I (Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 481, σκέψη 35), της 6ης Οκτωβρίου 1987, 118/86, Nertsvoederfabriek Nederland (Συλλογή 1987, σ. 3883, σκέψη 7), της 11ης Μαρτίου 1992, C-78/90 έως C-83/90, Compagnie Commerciale de l'Ouest κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I-1847, σκέψη 36), και της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-387/93, Banchero II (Συλλογή 1995, σ. I-4663, σκέψη 29).
(41) - Βλ. την απόφαση Manghera, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 36 (σκέψη 9), την απόφαση Miritz, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 35 (σκέψη 8), τις αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1979, 91/78, Hansen II (Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 515, σκέψη 13), και της 7ης Ιουνίου 1983, 78/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1983, σ. 1955, σκέψη 11), την απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 39 (σκέψη 42), και την απόφαση Banchero II, μνημονευθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση (σκέψη 27).
(42) - Οπως κρίθηκε με την απόφαση Hansen II, μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 41 (σκέψη 8), το ρυθμιστικό περιεχόμενο του άρθρου 37 δεν εξαντλήθηκε με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, εντός της οποίας έπρεπε να χωρήσει η προοδευτική διαρρύθμιση των κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα, αλλά εξακολουθεί, και μετά το χρονικό αυτό σημείο, να παραμένει «sedes materiae» προκειμένου περί της απαγορεύσεως διατηρήσεως ή εισαγωγής μέτρων, συμφυών με τα μονοπώλια αυτά, που συνιστούν «διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως». Η αναφερθείσα μεταβατική περίοδος έληξε, προκειμένου για τη Γαλλική Δημοκρατία, την Ιταλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, την 31η Δεκεμβρίου 1969 (άρθρο 8 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητος, ήδη άρθρο 7 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητος). Προκειμένου περί της Ισπανίας, με το άρθρο 48 της Πράξεως Προσχωρήσεως, ορίσθηκαν τα εξής: «1. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου και λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, το Βασίλειο της Ισπανίας διαρρυθμίζει προοδευτικά, από την 1η Ιανουαρίου 1986, τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά τρόπο ώστε, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991, να αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διάθεσης (...). 2. Το Βασίλειο της Ισπανίας καταργεί, από την 1η Ιανουαρίου 1986, το σύνολο των αποκλειστικών δικαιωμάτων εξαγωγής. 3. ςΟσον αφορά τα προϋόντα που περιλαμβάνονται στον πίνακα του παραρτήματος V, τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής καταργούνται το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1991. Η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων πραγματοποιείται με το προοδευτικό άνοιγμα, από την 1η Ιανουαρίου 1986, ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή προϋόντων προέλευσης των παρόντων κρατών μελών (...). Το Βασίλειο της Ισπανίας αυξάνει το ύψος των ποσοστώσεων με τις προϋποθέσεις του παραρτήματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο (...). 4. (...)» Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προϋόντων που απαριθμούνται στον πίνακα του παραρτήματος V για τον οποίο γίνεται λόγος στην παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου 48.
(43) - Πρβλ. την απόφαση Manghera, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 36 (σκέψη 9), την απόφαση Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Groίhandels, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 31 (σκέψη 26), την απόφαση Peureux I, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 40 (σκέψη 30), την απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 41 (σκέψη 11), και την απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 39 (σκέψη 42).
(44) - Η διαπίστωση ότι τα μέτρα που αποτελούν ποσοτικούς περιορισμούς ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 30 και 34 αποτελούν αναγκαία και «διακρίσεις ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως», υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, φαίνεται αυτονόητη προκειμένου περί των μέτρων που διακρίνουν ευθέως μεταξύ εισαγομένων και εγχωρίων προϋόντων. Είναι το ίδιο αυτονόητη προκειμένου περί μέτρων τα οποία, αν και εφαρμοζόμενα αδιακρίτως επί εισαγομένων και εγχωρίων προϋόντων, θεωρούνται εντούτοις, κατ' εφαρμογή των κριθέντων με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5), ως μέτρα ισοδύναμα προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών επειδή είναι ικανά να παρεμποδίσουν, έστω έμμεσα ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο; Η καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό όχι μόνο βρίσκει έρεισμα στις ρυθμίσεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 37, από τις οποίες συνάγεται ευθεία σύνδεση της απαγορεύσεως των «διακρίσεων ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως» με το σύνολο των απαγορεύσεων που θεσπίζουν τα άρθρα 30 και 34, αλλά είναι και η μόνη που συνάδει με το σκοπό της διατάξεως του άρθρου 37, παράγραφος 1, συνιστάμενο, κατά τα εκτιθέμενα στο κείμενο, στην εξασφάλιση της τηρήσεως του θεμελιώδους κανόνα της ελέυθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων διά της εξαλείψεως όλων των σχετικών εμποδίων που συνδέονται με τη λειτουργία κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα. Είναι από την αποψη αυτή χαρακτηριστικό ότι στη μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 41 απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής με την οποία είχε ζητηθεί να αναγνωρισθεί ότι η διατήρηση ενός εθνικού μέτρου αντίκειται στο άρθρο 37, το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι το επίμαχο μέτρο εφαρμόζεται αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϋόντων, προχώρησε (σκέψεις 12 επ.) όχι μόνο σε έρευνα περί του εάν το μέτρο μπορεί, παρά το μνημονευθέντα χαρακτήρα του, να συνεπάγεται διακρίσεις αλλά και σε έρευνα περί του εάν, γενικότερα, είναι ικανό «να νοθεύει τον ανταγωνισμό, περιορίζοντας τις εισαγωγές προϋόντων (...) και εμποδίζοντας το ενδοκοινοτικό εμπόριο» (πρβλ. σχετικά και τα εκτιθέμενα στο σημείο III B των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως κας S. Rozθs επί της αυτής υποθέσεως). Οι ποσοτικοί περιορισμοί και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος δεν είναι όμως οι μόνες απαγορευόμενες από το άρθρο 37, παράγραφος 1 «διακρίσεις ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως». ςΟπως συνάγεται από τη σειρά αποφάσεων που μνημονεύονται στα σημεία 19 επ. του κειμένου, στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως αυτής μπορεί επίσης να υπαχθούν, υπό τον όρο πάντοτε ότι συνδέονται αναπόσπαστα με την ειδική λειτουργία κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα, μέτρα όπως η επιβολή δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων υπό την έννοια του άρθρου 12 (βλ. τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 35 απόφαση Miritz), ή η εισαγωγή φορολογικών διακρίσεων υπό την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης (βλ. τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 40 απόφαση Peureux I) αλλά και κάθε άλλο εθνικό μέτρο, έστω και αν δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής άλλης διατάξεως της Συνθήκης (βλ. τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Rewe-Zentrale des Lebensmittel-Groίhandels, ιδίως σκέψη 21). ηΕτσι, η διάταξη του άρθρου 37, παράγραφος 1, επιτελεί διπλή λειτουργία: αφενός μεν διευκρινίζει, προς άρση κάθε δυνατής αμφιβολίας, ότι οι απαγορεύσεις που επιβάλλουν θεμελιώδεις διατάξεις της Συνθήκης, όπως τα άρθρα 12, 30, 34 ή 95, ισχύουν και έναντι μέτρων που συνδέονται με τη λειτουργία κρατικού μονοπωλίου, αφετέρου επιβάλλει γενική απαγόρευση κάθε άλλης διακρίσεως που θα μπορούσε να προκαλέσει η λειτουργία ενός τέτοιου μονοπωλίου.
(45) - Πρβλ. και το σημείο 5 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. K. Roemer επί της υποθέσεως 82/71, SAIL (Rec. 1972, σ. 119).
(46) - Βλ. παραδείγματα τέτοιων μέτρων στην υποσημείωση 44.
(47) - Πρβλ. τις αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1977, 46/76, Bauhuis (Συλλογή τόμος 1977, σ. 1, σκέψη 12), της 28ης Ιανουαρίου 1981, 32/80, Kortmann (Συλλογή 1981, σ. 251, σκέψη 11), της 14ης Ιουνίου 1988, 29/87, Dansk Denkavit (Συλλογή 1988, σ. 2965, σκέψη 32), και της 2ας Μαου 1990, C-111/89, Bakker Hillegom (Συλλογή 1990, σ. I-1735, σκέψη 8).
(48) - Βλ. την απόφαση της 4ης Μαου 1988, 30/87, Bodson (Συλλογή 1988, σ. 2479, σκέψη 13), την απόφαση Almelo, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 23 (σκέψη 29), και την απόφαση Banchero II, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 40 (σκέψη 26).
(49) - Ο γενικότατος χαρακτήρας του όρου «οργανισμός» καθιστά προφανές ότι η διάταξη του άρθρου 37, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάγονται σ' αυτόν όλες οι οργανωτικές μορφές υπό τις οποίες εμφανίζονται τα κρατικά μονοπώλια στα κρατη μέλη, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής που τους προσδίδει το εθνικό δίκαιο (πρβλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Μ. Lagrange επί της μνημονευθείσης στην υποσημείωση 22 υποθέσεως Costa κατά ENEL καθώς και τα εκτιθέμενα στα σημεία 32 και 33 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. J. L. Da Cruz Vilaηa επί της μνημονευθείσης στην προηγούμενη υποσημείωση υποθέσεως Bodson).
(50) - Ως προς το χαρακτήρα των δικαιωμάτων αποκλειστικότητος ως κατ' εξοχήν μονοπωλιακών δικαιωμάτων, πρβλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση Rewe-Zentrale, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 40 (σκέψη 7).
(51) - Βλ., ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 48 απόφαση Bodson (σκέψη 13).
(52) - Την ακρίβεια των σκέψεων αυτών φαίνεται να συμμερίζεται και η Κυβέρνηση των Κάτω Ξωρών. Στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναπτύσοντας τις απόψεις της περί του ότι η κατάργηση του επίμαχου αποκλειστικού δικαιώματος θα επέφερε αύξηση του κόστους του παραγόμενου στις Κάτω Ξώρες ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία θα μετακυλισθεί στις εταιρίες διανομής και, μέσω αυτών, στους τελικούς καταναλωτές, αναφέρει (βλ. σ. 14 της γαλλικής μεταφράσεως) ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους τελευταίους, παρά τη δυνατότητα που τους παρέχει ο νόμος να παράγουν οι ίδιοι ή να εισάγουν απευθείας ηλεκτρικό ρεύμα «δεν έχουν εναλλακτική λύση ως προς την πηγή προμήθειας, λόγω της χαμηλής καταναλώσεώς τους».
(53) - Πρβλ. τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, με την οποία κρίθηκε (σκέψη 41) ότι αποκλειστικά δικαιώματα κράτους μέλους, με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ποσότητος πετρελαιοειδών αντιστοιχούσης στο 65 % των αναγκών της εσωτερικής αγοράς, παρέχουν στο κράτος αυτό την εξουσία, δυνάμει τόσο του δικαιώματός του εισαγωγής όσο και του δικαιώματός του εμπορίας, να επηρεάζει αισθητά τις εισαγωγές πετρελαιοειδών και συνιστούν ως εκ τούτου κρατικό μονοπώλιο υπό την έννοια του άρθρου 37.
(54) - Οπως εκθέτει η Επιτροπή στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, μετά την κατάθεση της κρινόμενης προσφυγής της κατά του Βασιλείου της Ισπανίας, εκδόθηκε ο νόμος 40/94, της 30ής Δεκεμβρίου 1994, περί του εθνικού συστήματος ηλεκτρισμού (ΒΟΕ αριθ. 313, της 31ης Δεκεμβρίου 1994). Με το νόμο αυτό, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 20 Ιανουαρίου 1995, καταργήθηκε ο νόμος του 1984. Το νεότερο αυτό νομοθέτημα δεν ασκεί βέβαια επιρροή στην παρούσα δίκη: αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης είναι να αναγνωρισθεί ότι το οικείο κράτος παρέβη τις υποχρεώσεις του και ότι δεν έθεσε τέρμα στην παράβαση αυτή εντός της σχετικής προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της. Συνεπώς, ληπτέο υπόψη, κατά την κρίση της παρούσης προσφυγής της Επιτροπής κατά του Βασιλείου της Ισπανίας, είναι το εθνικό νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τη λήξη της ταχθείσης στο καθού κράτος μέλος προθεσμίας προς συμμόρφωσή του στην αιτιολογημένη γνώμη (πρβλ. λόγου χάριν την απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 39, σκέψη 40, και την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992, Επιτροπή κατά Ελλάδος, C-105/91, Συλλογή 1992, σ. I-5871, σκέψη 21).
(55) - Οπως εκθέτει στο υπόμνημα αντικρούσεως η Ισπανική Κυβέρνηση, το Consejo de Estado (που αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 107 του ισπανικού συντάγματος, το ανώτατο γνωμοδοτικό όργανο της κυβερνήσεως) διατύπωσε σε γνωμοδότησή του, εκδοθείσα κατόπιν αιτήσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως και ενόψει της απαντήσεώς της στην αιτιολογημένη γνώμη που της είχε απευθύνει η Επιτροπή, την άποψη ότι εφόσον ελλείπει σχετική ρητή ρύθμιση, ο νόμος του 1984 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως παρέχων χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. ςΟπως έμμεσα συνάγεται από τα εκτιθέμενα στην προσφυγή της Επιτροπής (βλ. σημείο 36), η αντίληψη αυτή του Consejo de Estado φαίνεται να στηρίζεται στην ερμηνευτική αρχή, κατά την οποία ένας κανόνας δικαίου πρέπει να ερμηνεύεται, αν το γράμμα του το επιτρέπει, κατά τρόπο που να τον καθιστά συμβατό με τον διέποντα την αντίστοιχη ύλη κανόνα υπέρτερης τυπικής ισχύος. Εν προκειμένω, το Consejo de Estado φαίνεται να δέχθηκε (πάντοτε κατά τα εκτιθέμενα στην προσφυγή) ότι ενόψει των διατάξεων του ισπανικού συντάγματος και, ειδικότερα, του άρθρων 38 (στο οποίο κατοχυρώνεται η ελευθερία ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητος) και 128 (στο οποίο προβλέπεται η δυνατότητα να επιφυλαχθεί στο δημόσιο τομέα η άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι τούτο προβλέπεται με νόμο), η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων, αποτελούσα επέμβαση στην αναφερθείσα συνταγματική ελευθερία και επιφύλαξη ορισμένης δραστηριότητος υπέρ του δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά χωρίς σχετική ρητή διάταξη νόμου. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει στο σημείο αυτό τη θέση της ότι με το νόμο του 1984, παρά την έλλειψη ρητής αναφοράς του σε σχετικά αποκλειστικά δικαιώματα, επιφυλάχθηκαν υπέρ του δημόσιου τομέα (ακριβέστερα, υπέρ της REDESA) η εισαγωγή και η εξαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος.
(56) - Επισημαίνεται σχετικά ότι στην τροποποιημένη πρόταση οδηγίας σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (μνημονευθείσα ήδη ανωτέρω, υπό 10) οι ρυθμίσεις του άρθρου 21 περί ελεύθερης προσβάσεως των παραγωγών και μεταφορέων ηλεκτρικού ρεύματος στο δίκτυο μεταφοράς συνυπάρχουν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 9 περί «φορέα διαχειρίσεως του δικτύου», ο οποίος όχι μόνο είναι, κατά τα προβλεπόμενα στην τελευταία αυτή διάταξη, «υπεύθυνος για τη διαχείριση των ροών ενέργειας του δικτύου» και «(...) διασφαλίζει την ασφάλεια, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα του δικτύου» αλλά μπορεί και να αρνηθεί την πρόσβαση στο δίκτυο εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που μνημονεύονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 21. Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι στην υπό κρίση προσφυγή της κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή αναγνωρίζει την ανάγκη να υπάρχει κεντρικός έλεγχος ενός εθνικού ηλεκτρικού συστήματος και προσθέτει ότι «η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και εξαγωγής δεν θα εμπόδιζε τα κράτη μέλη να αναθέτουν στο διαχειριστή του συστήματος ορισμένες λειτουργίες κεντρικού ελέγχου» (βλ. σημείο 29 του δικογράφου της μνημονευθείσας προσφυγής).
(57) - Πρβλ., αντίθετα, περίπτωση κατά την οποία κρίθηκε ότι εθνική διάταξη θεσπίζει «σιωπηρή μεν αλλά βέβαιη απαγόρευση», στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 173/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 491, σκέψη 7).
(58) - Οπως έχει κριθεί (βλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1990, C-62/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. I-925, σκέψη 37) «στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης οφείλει να αποδεικνύει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως και δεν μπορεί να στηρίζεται στην ύπαρξη απλώς τεκμηρίου για να αποδείξει ότι το κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο».
(59) - Το ζήτημα αν η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, εδάφιο i, του νόμου του 1984, θεσπίζει μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και των εξαγωγών, κατά το μέρος που χορηγείται στη REDESA η δυνατότητα, υπό τις εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις, να προσδιορίζει το μέτρο συμμετοχής εκάστης επιχειρήσεως στις διεθνείς ανταλλαγές ηλεκτρικού ρεύματος, δεν μπορεί να εξετασθεί εξ αφορμής της παρούσης προσφυγής, αντικείμενο της οποίας είναι η διάγνωση του κατά πόσο το Βασίλειο της Ισπανίας παρεβίασε τις υποχρεώσεις του θεσπίζοντας αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Εξέταση του ανωτέρω ζητήματος θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή της πραγματικής βάσεως της αποδιδόμενης στο καθού κράτος μέλος παραβάσεως, όπως αυτή είχε προσδιορισθεί με την οικεία αιτιολογημένη γνώμη (πρβλ. τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 13).
(60) - Υπενθυμίζεται ότι για τους λόγους που εξέθεσα στα σημεία 41 επ. δεν υφίστανται, κατά την αντίληψή μου, αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στην Ισπανία. Εντούτοις, οι αναπτύξεις που ακολουθούν λαμβάνουν ως δεδομένο, για λόγους πληρότητας των προτάσεων, ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα στα οποία αναφέρονται οι κρινόμενες προσφυγές της Επιτροπής υφίστανται, πράγματι, σε όλα τα καθών κράτη μέλη.
(61) - Ετσι, νομίζω, αντιλαμβάνεται την έννοια των κρίσιμων σκέψεων της αποφάσεως Manghera και η γενική εισαγγελέας κα Rozθs στις προτάσεις της επί της μνημονευθείσης ήδη (υποσημείωση 41) υποθέσεως 78/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας.
(62) - Σημειώνεται ότι το κρίσιμο προδικαστικό ερώτημα επί του οποίου αποφάνθηκε η απόφαση Manghera, έθετε, κατά την ακριβή του διατύπωση, το ζήτημα αν κατά την έννοια του άρθρου 37 της Συνθήκης «έπρεπε να αναδιαρθρωθεί το εμπορικό μονοπώλιο κατά τρόπο ώστε να αρθεί ακόμη και η δυνατότητα να γίνουν διακρίσεις έναντι των κοινοτικών εξαγωγέων με συνέπεια να εκλείψει το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής (...)» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
(63) - Βλ. ιδίως τη γενική διατύπωση της αποφάσεως της 20ής Μαου 1976, 104/75, De Peijper (Συλλογή τόμος 1976, σ. 241, σκέψη 13). Πρβλ. επίσης την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1980, 94/79, Vriend (Συλλογή τόμος 1980/I, σ. 167, ιδίως σκέψη 10), με την οποία κρίθηκε ότι δεν είναι συμβατή προς το άρθρο 30 της Συνθήκης εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία κράτος μέλος, είτε ευθέως είτε μέσω οργανισμών συσταθέντων ή ελεγχόμενων από τις κρατικές αρχές, απαγορεύει, μεταξύ άλλων, και την εισαγωγή ορισμένων προϋόντων από πρόσωπα που δεν έχουν υπαχθεί σε έναν από τους παραπάνω οργανισμούς.
(64) - Συλλογή 1991, σ. I-1223.
(65) - Οδηγία 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών (ΕΕ L 131, σ. 73).
(66) - Σημειώνεται πάντως ότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία του σχετικού φακέλου, η εταιρία REDESA (δικαιούχος των αποκλειστικών δικαιωμάτων που, κατά την Επιτροπή, υφίστανται στην Ισπανία) δεν είναι παραγωγός ηλεκτρικού ρεύματος. Στις Κάτω Ξώρες, αντίθετα, η εταιρία SEP, δικαιούχος του υφισταμένου στις Κάτω Ξώρες αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής, μπορεί να θεωρηθεί παραγωγός, όπως προκύπτει από τα εκατέρωθεν προβαλλόμενα (βλ. σημείο 9 του υπομνήματος απαντήσεως και σημείο 44 του υπομνήματος ανταπαντήσεως)· δικαίωμα όμως παραγωγής έχουν, υπό προϋποθέσεις, και οι εταιρίες διανομής καθώς και οι ιδιώτες. Στην Ιταλία, με την παρατεθείσα ήδη διάταξη του νόμου του 1962 περί εθνικοποιήσεως του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, ανατέθηκε, μεταξύ άλλων, στην ENEL και το έργο της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος· υφίστανται, πάντως, δυνατότητες παραγωγής από άλλα πρόσωπα (δημοτικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις παράγουσες ηλεκτρικό ρεύμα προοριζόμενο για δική τους χρήση). Στη Γαλλία, τέλος, η ΕDF παράγει μεν ηλεκτρικό ρεύμα, υφίστανται όμως ορισμένες δυνατότητες παραγωγής και από άλλα πρόσωπα (εγκαταστάσεις παραγωγής που δεν υπερβαίνουν τα 8 000 kVA, παραγωγή υπό τον έλεγχο οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως με χρήση, ως πρώτη ύλη, αστικά λύματα, κ.λπ.). Η GDF δεν παράγει φυσικό αέριο.
(67) - Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91 (Συλλογή 1993, σ. I-6097, σκέψη 16).
(68) - Βλ., από τη μεταγενέστερη της αποφάσεως Keck και Mithouard νομολογία, την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1994, C-249/92, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1994, σ. Ι-4311), με την οποία κρίθηκε (σκέψη 28) ότι αντίκειται στο άρθρο 30 της Συνθήκης εθνική ρύθμιση που επιβάλλει υποχρέωση λήψεως εγκρίσεως πριν από κάθε εισαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων. Xαρακτηριστικότερη είναι η απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-323/93, Centre d'insιmination de la Crespelle (Συλλογή 1994, σ. Ι-5077), με την οποία, κατ' επίκληση της νομολογίας Dassonville, κρίθηκε (σκέψη 29) ότι «η νομοθεσία κράτους μέλους, η οποία υποχρεώνει τους ιδιώτες επιχειρηματίες που εισάγουν στην επικράτειά του ποσότητες βοείου σπέρματος προελεύσεως άλλου κράτους μέλους να τις παραδίδουν, επί πληρωμή, σε εγκεκριμένο κέντρο στο οποίο έχει παραχωρηθεί το αποκλειστικό δικαίωμα αποθηκεύσεως σπέρματος και σπερματεγχύσεως, συνιστά (...) εμπόδιο στις εισαγωγές», επειδή «η υποχρέωση αυτή, λόγω του ότι ισχύει σε στάδιο το οποίο ακολουθεί αμέσως την εισαγωγή και επιβάλλει οικονομική επιβάρυνση στους εισαγωγείς είναι ικανή να περιορίσει τον όγκο των εισαγωγών». Από την αυτή λογική διαπνέεται, νομίζω, και η απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-277/91, C-318/91 και C-319/91, Ligur Carni κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-6621, σκέψεις 35 έως 38), με την οποία κρίθηκε, κατ' επίκληση και πάλι της νομολογίας Dassonville, ότι είναι ικανή να επιδράσει αρνητικά επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και αποτελεί, κατά συνέπεια, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, εθνική ρύθμιση, επιβάλλουσα στους επιχειρηματίες που εισάγουν νωπά κρεάτα στο έδαφος ενός δήμου την υποχρέωση να τα παραδώσουν στο δημοτικό σφαγείο, προκειμένου μία τοπική επιχείρηση να αναλάβει τη μεταφορά και την παράδοση των εμπορευμάτων αυτών στον τόπο του τελικού τους προορισμού. Το γεγονός ότι η παραπάνω εθνική διάταξη αφορούσε και τα εμπορεύματα που εισάγονται στο έδαφος του δήμου από άλλες περιοχές του αυτού κράτους μέλους, δεν αίρει, κατά τη γνώμη μου, το χαρακτήρα της ως «διατάξεως που ρυθμίζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών», στο μέτρο που αφορούσε ευθέως και τους όρους υπό τους οποίους ήταν δυνατό να χωρήσει η εισαγωγή στο έδαφος του αναφερθέντος δήμου εμπορευμάτων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη.
(69) - Οπως έχει ήδη εκτεθεί στα σημεία 29 επ., οι επιμέρους καταναλωτές έχουν το δικαίωμα στις Κάτω Ξώρες να προβαίνουν σε απ' ευθείας εισαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, υπό την προϋπόθεση ότι το εισαγόμενο ρεύμα θα χρησιμοποιηθεί, αποκλειστικά και μόνον, για την κάλυψη των δικών τους αναγκών. Το δικαίωμα αποκλειστικής εισαγωγής της SEP, το οποίο αφορά το προοριζόμενο για δημόσια διανομή ηλεκτρικό ρεύμα, στερεί όμως από τις εταιρίες διανομής τη δυνατότητα να προβούν οι ίδιες σε απ' ευθείας εισαγωγές.
(70) - Κατά πάγια νομολογία, για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών «δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι τα μέτρα περιορίζουν πράγματι τις εισαγωγές των οικείων προϋόντων» (βλ. τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1986, 124/85, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1986, σ. 3948, σκέψη 7, της 20ής Φεβρουαρίου 1975, 12/74, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή τόμος 1975, σ. 87, σκέψη 14, καθώς και την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/82, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1982, σ. 4005, σκέψη 25· πρβλ. και την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984, 16/83, Prantl, Συλλογή 1984, σ. 1299, σκέψη 20).
(71) - Η διαπίστωση ότι το υφιστάμενο στην Ιταλία αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών καθιστά αλυσιτελή τον ισχυρισμό της Ιταλικής Κυβερνήσεως περί του ότι οι ρυθμίσεις του Testo Unico αριθ. 1775 της 14ης Δεκεμβρίου 1933, τις οποίες επικαλείται στην προσφυγή της η Επιτροπή (βλ. ανωτέρω, σημείο 37), στερούνται αντικειμένου μετά την ίδρυση της ENEL και ότι, κατά συνέπεια, οι προκύπτοντες από τις διατάξεις αυτές ποσοτικοί περιορισμοί δεν υφίστανται πλέον. Επισημαίνεται, πάντως, ότι τα στοιχεία που επικαλείται η Επιτροπή για να αποδείξει ότι οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται (ύπαρξη συγκεκριμένης πράξεως, η οποία εκδόθηκε το έτος 1989 και ισχύει μέχρι το 1997, με την οποία περιορίζονται οι ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος τις οποίες μπορεί να εισαγάγει και να εξαγάγει ετησίως η ENEL) δεν αποκρούονται από την Ιταλική Κυβέρνηση με συγκεκριμένο ισχυρισμό. Στο υπόμνημα αντικρούσεως προβάλλεται απλώς ότι για τη χορήγηση αδείας εισαγωγής ορισμένης ποσότητος ηλεκτρικού ρεύματος αρκεί η υποβολή σχετικής αιτήσεως από την ENEL. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία (βλ., λόγου χάριν, την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1983, σ. 203, σκέψη 9), το άρθρο 30 αποκλείει την εφαρμογή στο ενδοκοινοτικό εμπόριο εθνικών ρυθμίσεων που απαιτούν, έστω και τελείως τυπικά, άδειες εισαγωγής.
(72) - Είναι βέβαια εντελώς διαφορετικό το ζήτημα (που θα εξετασθεί κατωτέρω, υπό 2) αν η φύση και η σημασία του συνδέσμου αυτού μπορούν να δικαιολογήσουν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης, τη θέσπιση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής.
(73) - Υπενθυμίζω ότι, κατά την Επιτροπή, στην Ιταλία και την Ισπανία υφίστανται αποκλειστικά δικαιώματα εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και στη Γαλλία αποκλειστικά δικαιώματα εξαγωγής τόσο ηλεκτρικού ρεύματος όσο και φυσικού αερίου. Η στρεφόμενη κατά των Κάτω Ξωρών προσφυγή της Επιτροπής δεν θέτει ζήτημα υπάρξεως αποκλειστικών δικαιωμάτων εξαγωγής στις Κάτω Ξώρες.
(74) - Βλ. την απόφαση της 23ης Μαου 1996, C-5/94, Hedley Lomas (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 17) (άρνηση κράτους μέλους να χορηγήσει άδεια εξαγωγής), καθώς και την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1978, 7/78, Thomson, Συλλογή τόμος 1978, σ. 681 (απαγόρευση εξαγωγής).
(75) - Βλ. τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1971, 51/71 έως 54/71, International Fruit Company κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1091, σκέψεις 8 και 9) (απαίτηση, έστω και απλώς τυπική, λήψεως αδειών εξαγωγής ή τηρήσεως κάθε παρόμοιας διαδικασίας), της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 53/76, Bouhelier (Συλλογή τόμος 1977, σ. 67, ιδίως σκέψη 16) (απαίτηση, μόνον προκειμένου περί εξαγωγής ορισμένων προϋόντων, άδειας ή πιστοποιητικού συμφωνίας του προϋόντος προς ορισμένες προδιαγραφές), της 16ης Μαρτίου 1977, 68/76, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1977, σ. 139, σκέψεις 14 και 15) (απαίτηση, προκειμένου να εξαχθούν ορισμένα προϋόντα, ειδικής δηλώσεως εξαγωγής), της 26ης Φεβρουαρίου 1980, Vriend (ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 63, σκέψη 10), και της 3ης Φεβρουαρίου 1983, 29/82, Van Luipen (Συλλογή 1983, σ. 151, σκέψη 9) (χορήγηση της δυνατότητας εξαγωγής ορισμένων προϋόντων μόνον στους επιχειρηματίες που έχουν εγγραφεί σε ορισμένο οργανισμό συσταθέντα ή ελεγχόμενο από τις κρατικές αρχές), της 30ής Μαου 1991, C-110/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1991, σ. I-2659, ιδίως σκέψη 24) (παρακώλυση ή περιορισμός, με διάφορα σχετικά μέτρα, των εξαγωγών ορισμένου προϋόντος από επιχειρηματίες άλλους πλην ενός οργανισμού ελεγχόμενου από τις κρατικές αρχές) και, τέλος, της 22ας Ιουνίου 1994, C-426/92, Deutsches Milch-Kontor (Συλλογή 1994, σ. I-2757, ιδίως σκέψη 42) (συστηματικοί μεθοριακοί έλεγχοι προς διαπίστωση της συνθέσεως και της ποιότητος ορισμένου εξαγόμενου προϋόντος). Eίναι νομίζω χαρακτηριστικό ότι σε δύο από τις παραπάνω αποφάσεις, ήτοι στις αποφάσεις Bouhelier και Vriend, το Δικαστήριο (σκέψη 8 και σκέψη 16, αντιστοίχως) χρησιμοποιεί, σε σχέση με τα επίμαχα εθνικά μέτρα, την κλασική διατύπωση της αποφάσεως Dassonville.
(76) - Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, 15/79, Groenveld (Συλλογή τόμος 1979, σ. 649, σκέψη 7).
(77) - Βλ. τις αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1983, 172/82, Inter-Huiles (Συλλογή 1983, σ. 555), της 9ης Φεβρουαρίου 1984, 295/82, Rhτne-Alpes Huiles, (Συλλογή 1984, σ. 575), και της 7ης Φεβρoυαρίου 1985, 173/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 57) (οργάνωση, στο έδαφος ενός κράτους μέλους, του συστήματος συλλογής και διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιβάλλεται σιωπηρή απαγόρευση της εξαγωγής των προιόντων αυτών σε άλλο κράτος μέλος), καθώς και τις αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1987, 118/86, Nertsvoederfabriek Nederland (Συλλογή 1987, σ. 3883) (εθνική διάταξη η οποία, επιβάλλοντας στους παραγωγούς να διαθέτουν τα παραπροϋόντα σφαγίων πουλερικών στο Δήμο όπου είναι εγκατεστημένοι, εισάγει σιωπηρή απαγόρευση εξαγωγών), και της 9ης Ιουνίου 1992, C-47/90, Delhaise (Συλλογή 1992, σ. I-3669) (εθνική ρύθμιση η οποία, επιβάλλοντας υποχρέωση εμφιαλώσεως του οίνου στην περιοχή παραγωγής, οδηγεί εμμέσως στον περιορισμό της ποσότητος οίνου που μπορεί να εξαχθεί χύμα προς άλλα κράτη μέλη).
(78) - Πρβλ. περιπτώσεις μέτρων, τα οποία κρίθηκαν εμπίπτοντα στο άρθρο 34 της Συνθήκης επειδή περιορίζουν τον κύκλο των προσώπων που έχουν το δικαίωμα να προβούν σε εξαγωγές, στις μνημονευθείσες ήδη στην υποσημείωση 75 αποφάσεις Vriend, Van Luipen και Επιτροπή κατά Ελλάδος.
(79) - Πρβλ. τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 70 νομολογία επί μέτρων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
(80) - Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984, 72/83 (Συλλογή 1984, σ. 2727).
(81) - Ο ισχυρισμός του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών ότι το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής μπορεί να δικαιολογηθεί από «επιτακτικές απαιτήσεις» υπό την έννοια της νομολογίας Cassis de Dijon είναι οπωσδήποτε απορριπτέος. ςΟπως ορθά προβάλλει η Επιτροπή, επίκληση τέτοιων «επιτακτικών απαιτήσεων» δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον προκειμένου περί μέτρων επιβαλλόμενων χωρίς διάκριση τόσο επί εγχωρίων όσο και επί εισαγομένων προϋόντων [βλ. τις αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad και Publivνa (Συλλογή 1991, σ. I-4151, σκέψη 13), και της 9ης Ιουλίου 1992, C-2/90, Eπιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. I-4431, σκέψη 34)]· στην προκειμένη περίπτωση, τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής, ως εκ του αντικειμένου και της φύσεώς των, αφορούν, όπως έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω (βλ. ιδίως σημείο 61), αποκλειστικά και μόνον το εισαγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο ανάλογος ισχυρισμός που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση.
(82) - Υπενθυμίζεται ότι, κατά την αντίληψή μου, οι ρυθμίσεις αυτές δεν θεσπίζουν τέτοια αποκλειστικά δικαιώματα (βλ. ανωτέρω, σημεία 41 επ.).
(83) - Κατά την απόφαση Campus Oil (σκέψη 36), αν αποδειχθεί ότι μία εθνική ρύθμιση δικαιολογείται από αντικειμενικές περιστάσεις, ανταποκρινόμενες στις απαιτήσεις της δημόσιας ασφάλειας, «το γεγονός ότι η ρύθμιση επιτρέπει, εκτός από τους στόχους που εμπίπτουν στη δημόσια ασφάλεια, να επιτευχθούν και άλλοι στόχοι οικονομικής, ενδεχομένως φύσεως, τους οποίους επιδιώκει το κράτος μέλος, δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 36». Στην προκειμένη όμως περίπτωση, η επίκληση των καθαρώς οικονομικών συνεπειών της καταργήσεως των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων δεν αρκεί βεβαίως για να θεωρηθούν τα τελευταία ως συμβατά με τη Συνθήκη, εφόσον πάντως δεν αποδεικνύεται ότι δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας ασφάλειας, υπό την εκτιθέμενη στο κείμενο έννοια.
(84) - Για τους αυτούς mutatis mutandis λόγους δεν θεωρώ πειστικούς τους ισχυρισμούς που προβάλλουν η Ιταλική και η Γαλλική Κυβέρνηση, με τους οποίους προβάλλεται ότι η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων, αφαιρώντας από την ENEL και την GDF, αντίστοιχα, τη δυνατότητα να έχουν ακριβή εικόνα της ζητήσεως που θα χρειασθεί να καλύψουν, θα τους αφαιρούσε τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται από ευνοϋκή θέση την εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρικού ρεύματος (στην περίπτωση της Ιταλίας) και φυσικού αερίου (στην περίπτωση της Γαλλίας): δεν εξηγείται ο λόγος για τον οποίον η εισαγωγή, κατόπιν συνάψεως «μεγάλων συμβάσεων», ποσοτήτων οι οποίες θα απεδεικνύοντο μεγαλύτερες από την προβλεφθείσα αρχικά ζήτηση, θα έθετε κατά τρόπο άμεσο σε κίνδυνο τη διασφάλιση των αντίστοιχων κατώτατων ορίων εφοδιασμού.
(85) - Πρβλ., ως προς τη δυνατότητα επικλήσεως από κράτος μέλος του άρθρου 90, παράγραφος 2, προς δικαιολόγηση μέτρου αποκλίνοντος του άρθρου 37 της Συνθήκης, το σημείο VI των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως κ. S. Rozθs επί της μνημονευθείσης στην υποσημείωση 41 υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας.
(86) - Υπόθεση C-179/90, Συλλογή 1991, σ. I-5889.
(87) - Yπόθεση C-320/91, Συλλογή 1993, σ. I-2533.
(88) - Αυτή την έννοια προσδίδει στη σκέψη 14 της αποφάσεως Corbeau και ο γενικός εισαγγελέας κ. Μ. Darmon: στις προτάσεις του επί της μνημονευθείσης στην υποσημείωση 23 υποθέσεως Almelo αναφέρει (υποσημείωση 111) ότι το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν, κατ' επίκληση του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, μέτρα αποκλείοντα πλήρως τον ανταγωνισμό, «αναθεωρεί» τη θέση που υιοθετήθηκε με τη σκέψη 19 της αποφάσεως Campus Oil.
(89) - Απαρίθμηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες είναι δυνατή, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, απόκλιση από τις διατάξεις της Συνθήκης, βλ. στη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 86 απόφαση Merci convenzionali porto di Genova, σκέψη 26.
(90) - Βλ. σχετικά απόφαση της 21ης Μαρτίου 1974, 127/73, BRT (Συλλογή τόμος 1974, σ. 157, σκέψη 19).
(91) - Επισημαίνεται ότι η απόφαση Almelo εκδόθηκε επί προδικαστικών ερωτημάτων υποβληθέντων στο Δικαστήριο από ολλανδικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχε τεθεί, στα πλαίσια διαιτητικής διαδικασίας, το ζήτημα του κύρους όρων συμβάσεων συναπτομένων μεταξύ περιφερειακών και τοπικών επιχειρήσεων διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, με τους οποίους επιβαλλόταν στις τελευταίες, ήδη προ της θέσεως σε ισχύ του EW, απαγόρευση εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προοριζομένου για δημόσια διανομή.
(92) - Απόφαση 91/50/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/32.732 - IJsselcentrale και άλλοι), ΕΕ L 28 της 2ας Φεβρουαρίου 1991, σ. 32.
(93) - Η καταγγελία επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 91/50 της Επιτροπής αφορούσε ρήτρα συμφωνίας συναφθείσης το 1986 (σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο της θέσεως σε ισχύ του EW) μεταξύ των εταιριών παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος αφενός και της SEP αφετέρου. Η ρήτρα αυτή επεφύλασσε υπέρ της SEP αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής και εξαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και επέβαλλε στα μέρη την υποχρέωση να ορίζουν, στις συμβάσεις προμηθείας που συνήπταν με τις επιχειρήσεις διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, ότι οι τελευταίες ούτε θα εισήγαγαν ούτε θα εξήγαγαν ηλεκτρικό ρεύμα. Η Επιτροπή θεώρησε ότι η παραπάνω ρήτρα στοιχειοθετούσε παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, κατά το μέρος που είχε ως σκοπό και συνέπεια τον περιορισμό των εισαγωγών και εξαγωγών από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Δεν έλαβε όμως θέση επί του ζητήματος αν η ίδια ρήτρα ήταν συμβατή με τη Συνθήκη κατά το μέρος που επέβαλλε στις εταιρίες διανομής απαγόρευση εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προοριζόμενου για δημόσια διανομή. Διαπιστώνοντας εξάλλου ότι η τελευταία αυτή απαγόρευση επιβαλλόταν πλέον, μετά τη θέση σε ισχύ του EW, δυνάμει του άρθρου 34 του τελευταίου αυτού νομοθετικού κειμένου, θεώρησε (βλ. αιτιολογική σκέψη 50 της αποφάσεως 91/50) ότι δεν ήταν σκόπιμο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν τέτοιος περιορισμός στον ανταγωνισμό δικαιολογείται βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης διότι «θα ήταν σαν να προέτρεχε του ερωτήματος κατά πόσον ο νέος νόμος συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ». Η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως 91/50 προσφυγή απερρίφθη με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Νοεμβρίου 1992, Τ-16/91, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. II-2417), αναιρεθείσα εν μέρει με την απόφαση του Δικαστηρίου, της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-3319).
(94) - Ως προς το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό του ηλεκτρικού ρεύματος, θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση των προβλημάτων που γεννά η παραγωγή και η εμπορία του, βλ. τα εκτιθέμενα στο παράρτημα IV (σ. 68, υπό Α.2) του μνημονευθέντος ήδη (βλ. ανωτέρω σημείο 2) κειμένου εργασίας της Επιτροπής, της 2ας Μαου 1988, με τίτλο «Η εσωτερική αγορά ενέργειας», COM(88) 238 final. Πρβλ. και τα εκτιθέμενα σχετικά στο σημείο 2 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. Μ. Darmon επί της επανειλημμένως ήδη μνημονευθείσης υποθέσεως Almelo.
(95) - Υπ' αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζουν τη διάταξη του άρθρου 90, παράγραφος 2, οι αποφάσεις Corbeau (μνημονευθείσα στην υποσημείωση 87, βλ. ιδίως σκέψεις 16 επ.), και Almelo (μνημονευθείσα στην υποσημείωση 23, βλ. ιδίως σκέψη 49).
(96) - Κατ' αυτόν τον τρόπο, η εμφάνιση πλεονασμάτων ηλεκτρικού ρεύματος η οποία, για τους λόγους που εξετέθησαν ανωτέρω (σημείο 84), δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να στοιχειοθετήσει «λόγο δημόσιας ασφάλειας» υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης, αποκτά εντούτοις σημασία, λόγω της αρνητικής επιρροής που μπορεί να έχει στο κόστος παραγωγής του ρεύματος, όταν το ζήτημα αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
(97) - Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες θα εχορηγείτο δικαίωμα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προς δημόσια διανομή θα έπρεπε, εν όψει της θεμελιώδους αρχής της καθολικότητος της παροχής που διέπει τη διαχείριση επιχειρήσεων γενικού οικονομικού συμφέροντος (βλ. τις επανειλημμμένα αναφερθείσες αποφάσεις Corbeau και Almelo, σκέψεις 15 και 48, αντιστοίχως), να διατηρήσουν άθικτο το δικαίωμά τους να στρέφονται, όποτε το κρίνουν σκόπιμο, προς το εθνικό σύστημα εφοδιασμού για την ικανοποίηση των αναγκών τους.
(98) - Βλ. απόφαση Corbeau, σκέψη 15. Βλ. και την απόφαση Almelo, σκέψεις 48 και 49.
(99) - Βλ. απόφαση Corbeau, σκέψη 17. Πρβλ. και απόφαση Almelo, σκέψη 49.
(100) - Κατά την Iταλική Kυβέρνηση, η ENEL είναι επιφορτισμένη, εκτός από την ειδική αποστολή για την οποία έγινε εκτεταμένα λόγος στο κείμενο, με το σύνολο των υποχρεώσεων οι οποίες επιβαρύνουν, κατά τα κριθέντα με τη σκέψη 48 της αποφάσεως Almelo, τις επιχειρήσεις στις οποίες ανατίθεται ο εφοδιασμός του εθνικού εδάφους με ηλεκτρικό ρεύμα, με την υποχρέωση προαγωγής της εκλογικευμένης χρήσεως της ενέργειας καθώς επίσης και με σειρά ειδικών υποχρεώσεων στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος. Δεν προβάλλονται όμως από την Iταλική Kυβέρνηση ειδικοί και αρκούντως σαφείς ισχυρισμοί από τους οποίους να είναι δυνατό να συναχθούν οι λόγοι για τους οποίους η κατάργηση του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής και/ή του αποκλειστικού δικαιώματος εξαγωγής θα εμπόδιζε την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεων. Σημειώνεται επίσης ότι τα προβαλλόμενα από την Iταλική Kυβέρνηση περί του ότι τα επίμαχα αποκλειστικά δικαιώματα βρίσκουν έρεισμα στα άρθρα 130 Α και 130 Β της Συνθήκης είναι οπωσδήποτε απορριπτέα. Οι διατάξεις αυτές, κατά τις οποίες η Κοινότητα (κατά τη διαμόρφωση και την υλοποίηση των πολιτικών και δράσεών της καθώς και κατά την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς) και τα κράτη μέλη (κατά την άσκηση της οικονομικής τους πολιτικής) λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη ενισχύσεως της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της Κοινότητας δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως παρέχουσες έρεισμα για τη θέσπιση από τα κράτη μέλη μέτρων που παραβιάζουν θεμελιώδεις διατάξεις της Συνθήκης, όπως εκείνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
(101) - Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως (σημείο 38), η Γαλλική Κυβέρνηση, απαντώντας σε σχετική επιχειρηματολογία αναπτυχθείσα από την Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεως, φαίνεται να προβάλλει ότι η κατάργηση των επίμαχων αποκλειστικών δικαιωμάτων θα καθιστούσε επίσης αδύνατη την υποχρέωση της ΕDF να τηρεί την αρχή της καθολικότητας της παροχής. Δεν προβάλλονται όμως από τη Γαλλική Κυβέρνηση ειδικοί και αρκούντως συγκεκριμένοι ισχυρισμοί από τους οποίους να προκύπτoυν με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους θεωρεί ότι η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων θα καθιστούσε αδύνατη την εκπλήρωση αυτής της τελευταίας υποχρεώσεως.
(102) - Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται σχετικά και τα προβλεπόμενα στη συναφθείσα μεταξύ του κράτους και της EDF «προγραμματική σύμβαση» («contrat de plan») για τα έτη 1993-1996, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι η EDF και οι δημόσιες αρχές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μειώσουν κατά 1,25 % το ύψος των εν ισχύι τιμολογίων. Επισημαίνω ότι η παραπάνω «προγραμματική σύμβαση» μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσης δίκης, δοθέντος ότι είχε ήδη τεθεί σε ισχύ όταν επήλθε το χρονικό σημείο στο οποίο πρέπει, κατά πάγια νομολογία (βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1992, C-105/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 54, σκέψη 21 και της 1ης Ιουνίου 1995, C-123/94, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1995, σ. I-1457, σκέψη 7), να αποβλέπει το Δικαστήριο για να κρίνει αν υφίσταται η προβαλλόμενη από την Επιτροπή παράβαση: πράγματι, η μνημονευθείσα «προγραμματική σύμβαση», αφορώσα την περίοδο 1993-1996, ισχύει προδήλως από 1ης Ιανουαρίου 1993, κατά την ημερομηνία δε αυτή δεν είχε ακόμη λήξει η δίμηνη προθεσμία που τάχθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία με την από 26ης Νοεμβρίου 1992 αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής.
(103) - Ως προς τη δυνατότητα λήψεως υπόψη της ως άνω «προγραμματικής συμβάσεως» στα πλαίσια της παρούσης δίκης, βλ. τα εκτιθέμενα στην υποσημείωση 102.
(104) - Κατά τη νομολογία, προκειμένου να τεθεί ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, η διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος πρέπει να έχει ανατεθεί σε ορισμένη επιχείρηση με «πράξη της δημόσιας εξουσίας» [βλ. την απόφαση BRT, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 90 (σκέψη 20) την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, 172/80, Zόchner (Συλλογή 1981, σ. 2021, σκέψη 7), και την απόφαση της 11ης Απριλίου 1989, 66/86, Ahmed Saeed Flugreisen κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 803, σκέψη 55)]. Νομίζω ότι τίποτε δεν εμποδίζει να θεωρείται ως «πράξη της δημόσιας εξουσίας«, υπό την ως άνω έννοια, αναθέτουσα τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος σε ορισμένη επιχείρηση ή καθορίζουσα ειδικότερα τις υποχρεώσεις που βαρύνουν την επιχείρηση κατά την άσκηση της διαχειρίσεως αυτής, όχι μόνον η μονομερής, με νομοθετική ή κανονιστική πράξη, δήλωση βουλήσεως οργάνου που ασκεί δημόσια εξουσία αλλά και η δήλωση βουλήσεως ενός τέτοιου οργάνου στα πλαίσια συμβατικής σχέσεως.
(105) - Πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη που παρατίθεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως ως «άρθρο 23» της τυπικής συγγραφής υποχρεώσεων επί παραχωρήσεως του έργου μεταφοράς του φυσικού αερίου δεν είναι η ίδια με εκείνη που εμφανίζεται ως άρθρο 23 στο αντίγραφο της εν λόγω τυπικής συγγραφής υποχρεώσεων που συνοδεύει, ως παράρτημα VIII, το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Το άρθρο 23 του κειμένου αυτού, όπως προκύπτει από το παραπάνω αντίγραφο, δεν επιβάλλει ρητά στον παραχωρησιούχο υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως των πελατών του.
(106) - Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η GDF βαρύνεται και με την υποχρέωση να εξασφαλίζει την παροχή φυσικού αερίου στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, δεν αναφέρει όμως ποια είναι η συγκεκριμένη νομική βάση της υποχρεώσεως αυτής. H Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει επίσης ότι η GDF υπέχει ιδιαίτερες υποχρεώσεις στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και της χωροταξικής πολιτικής. Ως νομική όμως βάση των υποχρεώσεων αυτών επικαλείται διατάξεις κειμένων τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην παρούσα δίκη, είτε επειδή είναι μεταγενέστερα της προθεσμίας που είχε ταχθεί στη Γαλλική Δημοκρατία με την από 26 Νοεμβρίου 1992 αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής (βλ. σχετικά και τα εκτιθέμενα ανωτέρω, στην υποσημείωση 102), είτε επειδή δεν διευκρινίζεται αν είναι ή μη προγενέστερα του κρίσιμου αυτού χρονικού σημείου. Ειδικότερα: Ως νομική βάση των υποχρεώσεων στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος επικαλείται το άρθρο 10 της «νέας τυπικής συγγραφής υποχρεώσεων» για την παραχώρηση του έργου της διανομής φυσικού αερίου, δεν προκύπτει όμως ούτε από τα εκτιθέμενα σχετικά στο υπόμνημα ανταπαντήσεως (βλ. σημείο 41) ούτε από το κείμενο της ως άνω «νέας τυπικής συγγραφής υποχρεώσεων» (βλ. παράρτημα Ξ του υπομνήματος ανταπαντήσεως) το χρονικό σημείο κατά το οποίο άρχισε να ισχύει. Ως νομική βάση εξάλλου των υποχρεώσεων της GDF στον τομέα της χωροταξικής πολιτικής, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται κείμενα (διυπουργική εγκύκλιο της 17ης Φεβρουαρίου 1993, τροποποιηθείσα με υπουργική εγκύκλιο της 5ης Μαου 1995, «προγραμματική σύμβαση» μεταξύ του κράτους και της GDF για τα έτη 1994-1996), μεταγενέστερα του ως άνω, κρίσιμου για την κρίση της παρούσης υποθέσεως, χρονικού σημείου.
(107) - Για τους λόγους που εξέθεσα στην υποσημείωση 105, θεωρώ ότι η υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως των πελατών της επιβάλλεται στην GDF μόνο από το άρθρο 21 της τυπικής συγγραφής υποχρεώσεων επί παραχωρήσεως του έργου της διανομής του φυσικού αερίου, όχι και από το άρθρο 23 της τυπικής συγγραφής υποχρεώσεων επί παραχωρήσεως του έργου της μεταφοράς.
(108) - Υπενθυμίζω ότι, κατά την αντίληψή μου, οι ρυθμίσεις αυτές δεν θεσπίζουν τέτοια δικαιώματα (βλ. ανωτέρω, σημεία 41 επ.).
(109) - Βλ., προς την αυτή κατεύθυνση, το σημείο C των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως κ. S. Rozθs επί της υποθέσεως 78/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, μνημονευθείσης ήδη στην υποσημείωση 41.
(110) - Μνημονευθείσες ήδη ανωτέρω, σημείο 3.
(111) - Ως προς τη σημασία των ανταλλαγών ηλεκτρικού ρεύματος μέσω των διασυνδεδεμένων μεγάλων δικτύων, βλ. και τα εκτιθέμενα στα σημεία 87 επ. και 170 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. M. Darmon επί της επανειλημμένα ήδη αναφερθείσης υποθέσεως Almelo.
Full & Egal Universal Law Academy