Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Με τρεις πανομοιότυπες αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Juzgado Central de lo Penal de la Audiencia Nacional του Βασιλείου της Ισπανίας υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα προκειμένου να κρίνει κατά πόσο συμβιβάζεται με τα άρθρα 73 Β επ. της Συνθήκης ΕΚ το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος 1816/91, περί οικονομικών συναλλαγών με την αλλοδαπή. Η διάταξη αυτή εξαρτά την εξαγωγή τραπεζογραμματίων ποσού άνω του 1 000 000 ισπανικών πεσετών (ΡΤΑ) από την υποβολή δηλώσεως, ενώ επιβάλλει την λήψη προηγουμένης αδείας για την εξαγωγή ποσών άνω των 5 000 000 ΡΤΑ (1).
2 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου έχουν κινηθεί τρεις χωριστές ποινικές διαδικασίες κατά ισαρίθμων κατηγορουμένων. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι συνελήφθησαν ενώ επιχειρούσαν, υπό διαφορετικές περιστάσεις, να εξαγάγουν προς τρίτες χώρες και χωρίς άδεια, ποσά υπερβαίνοντα τα 5 000 000 ΡΤΑ σε τραπεζογραμμάτια.
Οι υποθέσεις C-163/94 και C-165/94 αφορούν Ισπανούς υπηκόους και, συγκεκριμένα, τον Sanz de Lera, κάτοικο Ισπανίας, και τον Dνaz Jimιnez, κάτοικο Μεγάλης Βρετανίας. Αμφότεροι μετέφεραν τραπεζογραμμάτια προς την Ελβετία, ο μεν ένας με το ιδιωτικό αυτοκίνητό του ο δεν άλλος στη χειραποσκευή που έφερε μαζί του κατά τον χρόνο της επιβιβάσεώς του στην πτήση προς Ζυρίχη από το αεροδρόμιο της Μαδρίτης-Barajas (2).
Αντιθέτως, στην υπόθεση C-250/94, η κατηγορουμένη είναι Τουρκίδα υπήκοος, κάτοικος Ισπανίας, η οποία συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης-Barajas καθώς επιβιβαζόταν σε πτήση προς την Ισταμπούλ (Τουρκία).
3 Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, ο Sanz de Lera εξήγαγε το επίδικο χρηματικό ποσό προκειμένου να το καταθέσει σε λογαριασμό τον οποίο είχε ανοίξει στο όνομά του σε ελβετικό πιστωτικό ίδρυμα, ενώ δεν έχει εξακριβωθεί ο τελικός προορισμός των χρημάτων τα οποία επεχείρησε να εξαγάγει προς την Ελβετία ο Dνaz Jimιnez. Όσον αφορά την περίπτωση της Kapanoglu, η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει σχετικές πληροφορίες.
4 Οι κατηγορούμενοι αμφισβήτησαν το αξιόποινο των πράξεων που τους καταλογίζονται, επικαλούμενοι το ασυμβίβαστο του ισπανικού νόμου με τις κοινοτικές διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων.
Το ισπανικό δικαστήριο ανέστειλε, ως εκ τούτου, τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας των άρθρων 73 Β, 73 Γ, παράγραφος 1, και 73 Δ, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και επί του κατά πόσον το άρθρο 73 Β παράγει άμεσα αποτελέσματα.
5 Υπενθυμίζω, προκαταρκτικώς, ότι η επίδικη ισπανική νομοθεσία αποτέλεσε ήδη πρόσφατα το αντικείμενο προδικαστικής αποφάσεως, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε επί του κατά πόσον η εν λόγω νομοθεσία συμβιβάζεται με τα άρθρα 1 και 4 της οδηγίας 88/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 67 της Συνθήκης (3). Οι προαναφερθείσες διατάξεις έχουν περιεχόμενο ανάλογο εκείνου των άρθρων 73 Β και 73 Δ, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της Συνθήκης ΕΚ.
Με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1995, Bordessa κ.λπ. (4), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις της οδηγίας 88/361 δεν επιτρέπουν την εφαρμογή ρυθμίσεως η οποία εξαρτά την εξαγωγή τραπεζογραμματίων από προηγούμενη άδεια, ενώ δεν απαγορεύουν να εξαρτάται η ανωτέρω πράξη από την υποβολή δηλώσεως.
6 Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε νόμιμη την επιβολή της υποχρεώσεως της εκ των προτέρων υποβολής δηλώσεως, στο μέτρο που η δήλωση αυτή μπορεί να συνιστά απαραίτητο μέτρο για να εξασφαλίζουν τα κράτη μέλη τον ουσιαστικό έλεγχο και την αποτελεσματική παρεμπόδιση παρανόμων δραστηριοτήτων, όπως το «ξέπλυμα» παρανόμου χρήματος, η διακίνηση ναρκωτικών και η τρομοκρατία, χωρίς αυτό να εμποδίζει τις κινήσεις κεφαλαίων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο (5). Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε δυσανάλογη την υποχρέωση λήψεως αδείας, καθόσον η υποχρέωση αυτή, καίτοι επιδιώκει τον ίδιο σκοπό, έχει ως αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη παρεμπόδιση των εξαγωγών χρήματος, εξαρτώντας τες κάθε φορά από την έγκριση της διοικήσεως (6).
Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε, εξάλλου, ότι τα άρθρα 1 και 4 της προαναφερθείσας οδηγίας έχουν απευθείας εφαρμογή (7).
7 Τα πραγματικά περιστατικά που μας απασχολούν σήμερα είναι κατ' ουσίαν παρόμοια με εκείνα της υποθέσεως Bordessa κ.λπ.· εμφανίζουν, ωστόσο, δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Πρώτον, το ισπανικό δικαστήριο (8) ζητεί σήμερα από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις συναφείς διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ, όπως αυτές διατυπώθηκαν με τις τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994 (9).
Δεύτερον, στην υπό κρίση υπόθεση επισημαίνεται ότι πρόκειται για εξαγωγή τραπεζογραμματίων προς τρίτες χώρες.
8 Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Ισπανική και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι κατά την ερμηνεία των συναφών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 73 Δ, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, αντίθετα προς το άρθρο 4 της οδηγίας 88/361, αναφέρει ρητώς, μεταξύ των περιορισμών στις κινήσεις κεφαλαίων τους οποίους τα κράτη μέλη επιτρέπεται να διατηρήσουν σε ισχύ, και τους περιορισμούς που «[υπαγορεύονται] από λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας» (10).
Αυτό θα μπορούσε να καταστήσει θεμιτή ακόμα και την επιβολή της υποχρεώσεως της εκ των προτέρων λήψεως αδείας για τέτοιες κινήσεις κεφαλαίων, στο μέτρο που η επιβολή της υποχρεώσεως αυτής είναι αναγκαία για την προστασία των ανωτέρω σκοπών, οι οποίοι προβλέπονται πλέον από τη Συνθήκη.
9 Συναφώς, σπεύδω να δηλώσω ότι, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά μεταξύ του γράμματος του άρθρου 73 Δ, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της Συνθήκης και του γράμματος του άρθρου 4 της οδηγίας 88/361 δεν είναι τέτοια ώστε να οδηγεί σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας της τελευταίας αυτής διατάξεως.
Πράγματι, όπως ήδη ανέφερα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Bordessa, στις οποίες επιτρέψτε μου να παραπέμψω για περαιτέρω ανάλυση του ζητήματος (11) η Συνθήκη του Μάαστριχτ, αναδιοργανώνοντας την όλη ύλη των κινήσεων κεφαλαίων και των πληρωμών, δεν εισήγαγε καινοτομίες όσον αφορά τις αρχές που ήδη είχε θεσπίσει η οδηγία 88/361 (12).
10 Ειδικότερα, τα άρθρα 73 Β και 73 Δ, επαναλαμβάνοντας σχεδόν κατά λέξη τη διατύπωση των άρθρων 1 και 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, απλώς επιβεβαιώνουν τις αρχές που είχε καθιερώσει η οδηγία αυτή ήδη από την έναρξη της ισχύος της: η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων πρέπει να είναι απαλλαγμένη εμποδίων, εκτός των περιορισμών τους οποίους επιτρέπεται να διατηρήσουν τα κράτη μέλη και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, προφανώς, και οι περιορισμοί που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας (13).
Η ρητή αναφορά στις δύο τελευταίες αυτές έννοιες, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 73 Δ, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρέπει, ως εκ τούτου, να εκλαμβάνεται ως απλή διευκρίνιση και όχι ως διεύρυνση των πιθανών περιορισμών των κινήσεων κεφαλαίων τους οποίους τα κράτη μέλη επιτρέπεται να θεσπίσουν (14).
Συνεπώς, το σύστημα, τουλάχιστον στις γενικές γραμμές του, παραμένει στην ουσία αμετάβλητο, ανεξαρτήτως του αν εξεταστεί υπό το καθεστώς της οδηγίας 88/361 ή υπό το καθεστώς των άρθρων 73 Β έως 73 Ζ, που θεσπίστηκαν με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή των τελευταίων αυτών διατάξεων στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, τουλάχιστον όσον αφορά το πρώτο χαρακτηριστικό που αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα διαφορετικά από αυτά που προκύπτουν από την εφαρμογή της οδηγίας.
11 Απομένει να εξεταστεί, ωστόσο, το δεύτερο χαρακτηριστικό που αναφέρθηκε ανωτέρω και στο οποίο συνίσταται η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των υπό κρίση πραγματικών περιστατικών και των περιστατικών της υποθέσεως Bordessa: το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την πρόθεση να μεταφέρουν τα επίδικα ποσά σε τρίτες χώρες.
Από την άποψη αυτή, η ρύθμιση την οποία εισάγει η Συνθήκη του Μάαστριχτ παρουσιάζει, πράγματι, διάφορες καινοτομίες.
12 Καταρχάς, το άρθρο 73 Β απαγορεύει ρητώς οποιονδήποτε περιορισμό των κινήσεων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.
Δεύτερον, το άρθρο 73 Γ, παράγραφος 1, επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν όλους τους περιορισμούς στις κινήσεις κεφαλαίων με τρίτες χώρες που ίσχυαν στις 31 Δεκεμβρίου 1993 και οι οποίοι «αφορούν άμεσες επενδύσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται οι επενδύσεις σε ακίνητα, εγκατάσταση, παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή εισδοχή τίτλων σε κεφαλαιαγορές».
13 Τέλος, το άρθρο 73 Γ, παράγραφος 2, απονέμει στο Συμβούλιο, που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία (ή με ομοφωνία στην περίπτωση μέτρων που συνιστούν οπισθοδρόμηση σε σχέση προς τον ήδη επιτευχθέντα βαθμό ελευθερώσεως), την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία μέτρα όσον αφορά τις κινήσεις κεφαλαίων από ή προς τρίτες χώρες σε σχέση προς τις ως άνω άμεσες επενδύσεις.
Συνεπώς, όσον αφορά τις τρίτες χώρες, το νέο καθεστώς καθιερώνει τη γενική αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών, εξαρτώντας την εφαρμογή της από τους ειδικούς περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο 73 Γ σχετικά με τις άμεσες επενδύσεις, πέραν των γενικών περιορισμών που προβλέπονται, και για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, από το άρθρο 73 Δ.
14 Εντούτοις, είναι προφανές, και δεν αμφισβητείται εξάλλου από τους διαδίκους, ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 73 Γ της Συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι, όπως ανέφερα, από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού των επιδίκων κινήσεων κεφαλαίων ως αμέσων επενδύσεων.
Πράγματι, οι άμεσες επενδύσεις ορίζονται συνήθως ως επενδύσεις το κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η πρόθεση του χρηματοδότη να δημιουργήσει ή να διατηρήσει σταθερούς δεσμούς με την αποδέκτρια των κεφαλαίων επιχείρηση για την ανάπτυξη μιας οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό το χαρακτηριστικό δεν διαπιστώνεται στις επίδικες περιπτώσεις (15).
15 Μολονότι η Συνθήκη δεν περιέχει τον σαφή ορισμό της εννοίας «άμεση επένδυση», δεν νομίζω ότι μπορούμε να απομακρυνθούμε από αυτή την ερμηνεία, η οποία, εξάλλου, ανταποκρίνεται στην ερμηνεία που παρέχεται στις επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 88/361, που επανειλημμένως έχω αναφέρει (16).
Αυτή η ονοματολογία, η οποία κατατάσσει τα διάφορα είδη κινήσεων κεφαλαίων σε κατηγορίες από πλευράς εφαρμογής της οδηγίας, μπορεί αναμφισβήτητα να συμβάλει στη διευκρίνιση της εννοίας των αμέσων επενδύσεων και από πλευράς εφαρμογής της Συνθήκης.
Κατά την ονοματολογία αυτή, εξάλλου, οι μεταφορές μετρητών εμπίπτουν ρητώς στην κατηγορία «Εισαγωγή και εξαγωγή εγγράφων που ενσωματώνουν τις αξίες» (κατηγορία ΞΙΙ) και όχι στην κατηγορία «Άμεσες επενδύσεις» (κατηγορία Ι).
16 Αυτό συνεπάγεται ότι στις εξαγωγές τραπεζογραμματίων, στο μέτρο που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της γενικής διατάξεως του άρθρου 73 Β της Συνθήκης και, συγχρόνως, δεν εμπίπτουν στην ειδική διάταξη του άρθρου 73 Γ, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί μόνον εφόσον αυτοί δικαιολογούνται κατά το άρθρο 73 Δ.
17 Το συμπέρασμα που μόλις διατύπωσα μπορεί, ωστόσο, να φανεί παράξενο. Θα μπορούσε, πράγματι, να τεθεί το ερώτημα μήπως ο σκοπός μιας άμεσης επενδύσεως θα μπορούσε εξίσου να επιτευχθεί με προηγούμενη μεταφορά τραπεζογραμματίων και μήπως, με τον τρόπο αυτόν, αυτό θα κατέληγε σε καταστρατήγηση της διατάξεως του άρθρου 73 Γ της Συνθήκης.
18 Είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνώρισε σαφώς στα κράτη μέλη ένα μεγαλύτερο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας μόνον όσον αφορά τις άμεσες επενδύσεις και ότι, αντιθέτως, άφησε εκτός του πεδίου εφαρμογής των εξαιρέσεων (οι οποίες, ως τοιαύτες, πρέπει να ερμηνεύονται στενά) τις μεταφορές κεφαλαίων σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.
Η συστηματική ανάγνωση της ρυθμίσεως, όπως επίσης και το γράμμα των σχετικών διατάξεων, δεν αφήνουν περιθώρια για τη συναγωγή διαφορετικού συμπεράσματος. Συνεπώς, οι μεταφορές τραπεζογραμματίων προς τρίτες χώρες πρέπει να θεωρούνται ότι εμπίπτουν στην ίδια ρύθμιση που ισχύει και για τις ενδοκοινοτικές κινήσεις κεφαλαίων.
19 Θεωρώ, συναφώς, ότι η ανάλυση στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην υπόθεση Bordessa, την οποία ανέφερα ανωτέρω, πρέπει να εφαρμοστεί, τηρουμένων των αναλογιών, και στην υπό κρίση περίπτωση. Όντως, το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να μην ακολουθήσει τη συλλογιστική που το οδήγησε να θεωρήσει επιτρεπτή την εκ των προτέρων δήλωση και δυσανάλογη την υποχρέωση της εκ των προτέρων λήψεως αδείας.
20 Ομοίως, δεν νομίζω ότι μπορούν να διατυπωθούν εύλογες αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα απευθείας εφαρμογής του άρθρου 73 Β, ακόμα και όσον αφορά τις από και προς τρίτες χώρες κινήσεις κεφαλαίων οι οποίες δεν συνιστούν άμεσες επενδύσεις.
Πράγματι, η υποχρέωση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή διατυπώνεται σαφώς και ανεπιφυλάκτως και δεν απαιτεί τη λήψη περαιτέρω μέτρων εφαρμογής, ενώ το άρθρο 73 Δ καθορίζει τις ειδικές και περιορισμένες περιπτώσεις και προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται στα κράτη να θεσπίζουν τους προβλεπόμενους περιορισμούς. Επιπλέον, το επιτρεπτό αυτών των μέτρων, όπως τόνισε το ίδιο το Δικαστήριο, αποτελεί ζήτημα που υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο (17). Η συναφής ευχέρεια της οποίας απολαύουν τα κράτη μέλη δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να στερήσει τους ιδιώτες από το δικαίωμα επικλήσεως της αρχής που καθιερώνεται από το άρθρο 73 Β της Συνθήκης.
21 Ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω λοιπόν στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα του Juzgado Central:
«1) Τα άρθρα 73 Β και 73 Δ, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της Συνθήκης ΕΚ έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως εξαρτώσας την εξαγωγή τραπεζογραμματίων από την υποχρέωση της εκ των προτέρων λήψεως αδείας, ενώ επιτρέπουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως εξαρτώσας την πράξη αυτή από την υποβολή προηγουμένης δηλώσεως.
2) Οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τη διάταξη του άρθρου 73 Β της Συνθήκης ΕΚ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να καταστήσουν ανενεργή μια αντίθετη προς αυτή εθνική νομοθεσία.»
(1) - Το κείμενο του άρθρου 4 τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 42 της 15ης Ιανουαρίου 1993. Ωστόσο, η τροποποίηση συνίσταται, τουλάχιστον καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, απλώς σε διευκρίνιση της ρυθμίσεως και, εν πάση περιπτώσει, οι επενεχθείσες αλλαγές, όπως ρητώς αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, δεν συνεπάγονται καμία μεταβολή όσον αφορά τα εξεταζόμενα στην υπό κρίση υπόθεση πραγματικά περιστατικά.
(2) - Το γεγονός ότι ο Sanz de Lera συνελήφθη επί γαλλικού εδάφους από Γάλλους αστυνομικούς δεν φαίνεται να έχει σημασία, καθόσον, όπως σύντομα θα εξηγήσω, θεωρείται βέβαιο ότι τα χρήματα προορίζονταν να κατατεθούν σε ελβετική τράπεζα.
(3) - ΕΕ L 178, σ. 5.
(4) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-358/93 και C-416/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-361.
(5) - Προμνησθείσα απόφαση Bordessa κ.λπ., σκέψη 27.
(6) - Όπ. αν., σκέψεις 24 και 25.
(7) - Όπ. αν., σκέψη 35.
(8) - Το ίδιο, εξάλλου, το οποίο είχε απευθυνθεί στο Δικαστήριο και στην υπόθεση Bordessa.
(9) - Αναφέρω, παρεμπιπτόντως, ότι, όπως άλλωστε και στην υπόθεση Bordessa, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος των κοινοτικών διατάξεων των οποίων ζητείται η ερμηνεία, η ερμηνεία αυτή κρίνεται απαραίτητη καθόσον ο εθνικός δικαστής εδήλωσε ρητώς ότι προτίθεται να εφαρμόσει, στο πλαίσιο της ενώπιόν του εκκρεμούς δίκης, την αρχή της αναδρομικής ισχύος του ηπιοτέρου ποινικού νόμου.
(10) - Δηλαδή, τα μέτρα που είναι «απαραίτητα για την αποφυγή παραβάσεων των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, ιδίως στον τομέα της φορολογίας ή της προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων», καθώς και τις «διαδικασίες δήλωσης των κινήσεων κεφαλαίων για λόγους διοικητικής ή στατιστικής ενημέρωσης»· περιορισμοί οι οποίοι, όπως ανέφερα, επιτρέπονταν ρητώς και από την οδηγία 88/361.
(11) - Βλ., ειδικότερα, τα σημεία 5 και 14.
(12) - Με εξαίρεση τη ρύθμιση των συναλλαγών με τις τρίτες χώρες, σχετικά με την οποία βλ. κατωτέρω στις παρούσες προτάσεις, σημεία 11 επ.
(13) - Υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνιστούν μέσο αυθαίρετης διακρίσεως ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων και των πληρωμών.
(14) - Υπό το αυτό πνεύμα αποφάνθηκε, εξάλλου, το Δικαστήριο στην υπόθεση Bordessa κ.λπ., αναφέροντας ρητώς (σκέψεις 21 και 22 της αποφάσεως) ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 88/361 επιτρέπει στα κράτη να θεσπίζουν, πέραν των μέτρων που ρητώς προβλέπει η διάταξη αυτή, και μέτρα που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, διευκρινίζοντας, επιπλέον, ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη νέα διατύπωση του άρθρου 73 Δ της Συνθήκης ΕΚ.
(15) - Υπενθυμίζω συναφώς ότι, ενώ στην πρώτη περίπτωση ο τελικός προορισμός των χρημάτων ήταν η κατάθεσή τους σε ελβετικό τραπεζικό λογαριασμό, στις άλλες δύο περιπτώσεις δεν είναι βέβαιο ότι τα χρήματα είχαν αυτόν τον προορισμό.
(16) - Στο παράρτημα αυτό, οι άμεσες επενδύσεις ορίζονται, υπό ευρεία έννοια, ως «οι επενδύσεις πάσης φύσεως στις οποίες προβαίνουν τα φυσικά πρόσωπα, οι εμπορικές, βιομηχανικές ή χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και οι οποίες χρησιμεύουν για τη δημιουργία ή διατήρηση σταθερών και άμεσων σχέσεων ανάμεσα στον παρακοινωνό και τον επικεφαλής της επιχείρησης ή την επιχείρηση για την οποία προορίζονται τα κεφάλαια αυτά για την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας».
(17) - Προαναφερθείσα απόφαση Bordessa κ.λπ., σκέψη 34, όσον αφορά το άρθρο 4 της οδηγίας 88/361.
Full & Egal Universal Law Academy